Πρός πολεμούντα την Εκκλησία

«Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον ἄνθρωπε. Λῦσον τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ καταλύσῃ σου τὴν δύναμιν. Μὴ εἴσαγε πόλεμον εἰς οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῆς, ἤ ἐνίκησαν ἤ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δὲ ἐὰν πολεμῇς, νικῆσαί σε ἀμήχανον· ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ πάντων ἰσχυρότερος». (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

Συνέχεια ανάγνωσης

Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: Ὁ ἀσυμβίβαστος ὁμολογητὴς τῆς Ἐκκλησίας μας (11 Νοεμβρίου)

(Τοῦ Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητοῦ)
Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σεβαστὲς τάξεις τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι οἱ ὁμολογητές. Σὲ αὐτὴ τὴν τάξη ἀνήκουν οἱ ἅγιοί της Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴ μαρτυρία τῆς πίστεώς τους, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν τὶς συνέπειες τῆς ὁμολογίας τοὺς αὐτῆς. Δὲ θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ ὑποστηρίξουμε πὼς ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἀπόλυτα στηριγμένη στοὺς ἀγῶνες τῶν ἁγίων ὁμολογητῶν Της, στὴ δισχιλιόχρονη πορεία Της στὴν ἱστορία.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι καὶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ὁποῖος ἔδρασε σὲ μιὰ πολὺ ταραγμένη γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἱστορικὴ περίοδο. Πρόκειται γιὰ τὴν φοβερὴ εἰκονομαχικὴ ἔριδα, ἡ ὁποία συντάραξε τὴ βυζαντινὴ κοινωνία γιὰ περισσότερο ἀπὸ ἕναν αἰώνα, μὲ ἀφόρητες διώξεις τῶν ὀρθοδόξων ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους αὐτοκράτορες (726-843). Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 759 ἀπὸ εὐγενεῖς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν νὰ τοῦ δώσουν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐσέβεια καὶ κατὰ κόσμον παιδεία, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἀργότερα τὴν χρησιμοποίησε γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Σπούδασε μὲ ἐπιμέλεια τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. 
    Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσε τὸ Χριστὸ καὶ λαχταροῦσε νὰ προσφέρει σὲ Αὐτὸν τὴ ζωή του. Ἔφηβος ἀκόμη, ἄφησε τὴν καριέρα τοῦ ἀνώτερου κρατικοῦ ὑπαλλήλου καὶ ἀποσύρθηκε τὸ 781 σὲ μοναστήρι στὴν Προῦσα τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ θεῖος του Πλάτων. Αὐτὸς τὸν μύησε στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ τὸν ἐνέπνευσε νὰ ἀφιερώσει τὴ ζωή του γιὰ τὴν προάσπιση τῆς ἀλήθεια καὶ τῆς αὐθεντικότητας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ 789 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ταράσιο καὶ τὸ 794 ἀνέλαβε τὴ θέση τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς. 
Συνέχεια ανάγνωσης

Ὁ Πνευματικός ἀγώνας (Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως)

Σκοπός τῆς ζωῆς μᾶς εἶναι νά γίνουμε τέλειοι καί ἅγιοι. Νά ἀναδειχθοῦμε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἅς προσέξουμε μήπως, γιά χάρη τῆς παρούσας ζωῆς, στερηθοῦμε τή μέλλουσα. Μήπως, ἀπό τίς βιοτικές φροντίδες καί μέριμνες, ἀμελήσουμε τό σκοπό τῆς ζωῆς μας. Ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἡ προσευχή ἀπό μόνες τους δέν φέρνουν τούς ἐπιθυμητούς καρπούς, γιατί αὐτές δέν εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας· ἀποτελοῦν τά μέσα γιά νά πετύχουμε τό σκοπό. Στολίστε τίς λαμπάδες σας μέ ἀρετές. Ἀγωνιστεῖτε ν’ ἀποβάλετε τά πάθη τῆς ψυχῆς. Καθαρίστε τήν καρδιά σας ἀπό κάθε ρύπο καί διατηρῆστε τήν ἁγνή, γιά νά ἔρθει καί νά κατοικήσει μέσα σας ὁ Κύριος· γιά νά σᾶς πλημμυρίσει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τίς θεῖες Του δωρεές.

Παιδιά μου ἀγαπητά, ὅλη σας ἡ ἀσχολία καί ἡ φροντίδα σ’ αὐτά νά εἶναι. Αὐτά ν’ ἀποτελοῦν σκοπό καί πόθο ἀσταμάτητο. Γι’ αὐτά ὅλη σας ἡ προσευχή πρός τόν Θεό. Νά ζητᾶτε καθημερινά τόν Κύριο· ἀλλά μέσα στήν καρδιά σας καί ὄχι ἔξω ἀπ’ αὐτήν. Καί ὅταν Τόν βρεῖτε, σταθεῖτε μέ φόβο καί τρόμο ὅπως τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, γιατί ἡ καρδιά σᾶς ἔγινε θρόνος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά γιά νά βρεῖτε τόν Κύριο, ταπεινωθεῖτε μέχρι τό χῶμα, γιατί ὁ Κύριος βδελύσσεται τούς ὑπερήφανους, ἐνῶ ἀγαπάει καί ἐπισκέπτεται τούς ταπεινούς στήν καρδιά. Γι’ αὐτό καί λέει: “καί ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἡ ἐπί τόν ταπεινόν καί ἠσύχιον, καί τρέμοντα τούς λόγους μου;” (Ἡσ. 66, 2).

Ἀγωνίζου τόν ἀγώνα τόν καλό καί ὁ Θεός θά σέ ἐνισχύει. Στόν ἀγώνα ἐντοπίζουμε τίς ἀδυναμίες, τίς ἐλλείψεις καί τά ἐλαττώματά μας. Εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς πνευματικῆς μας καταστάσεως. Ὅποιος δέν ἀγωνίστηκε, δέν γνώρισε τόν ἑαυτό του. Προσέχετε καί τά μικρά ἀκόμη παραπτώματα. Ἄν σᾶς συμβεῖ ἀπό ἀπροσεξία κάποια ἁμαρτία, μήν ἀπελπίζεστε, ἀλλά σηκωθεῖτε γρήγορα, προσπέστε στόν Θεό πού ἔχει τή δύναμη νά σᾶς ἀνορθώσει. Ἡ μεγάλη λύπη κρύβει μέσα της ὑπερηφάνεια. Οἱ ὑπερβολικές λύπες καί ἀπελπισίες εἶναι βλαβερές καί ἐπικίνδυνες, καί πολλές φορές παροξύνονται ἀπό τό διάβολο γιά ν’ ἀνακόψουν τήν πορεία τοῦ ἀγωνιστῆ.

Μέσα μας ἔχουμε ἀδυναμίες καί πάθη καί ἐλαττώματα βαθιά ριζωμένα: πολλά εἶναι καί κληρονομικά. Ὅλα αὐτά δέν κόβονται μέ μιά σπασμωδική κίνηση οὔτε μέ τήν ἀδημονία καί τή βαρειά θλίψη, ἀλλά μέ ὑπομονή καί ἐπιμονή, μέ καρτερία, μέ φροντίδα καί προσοχή. Ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν τελειότητα εἶναι μακρύς. Εὔχεσθε στόν Θεό νά σᾶς δυναμώνει. Νά ἀντιμετωπίζετε μέ ὑπομονή τίς πτώσεις σας καί ἀφοῦ γρήγορα σήκωθεῖτε, νά τρέχετε καί νά μή στέκεστε, σάν τά παιδιά, στόν τόπο πού πέσατε, κλαίγοντας καί θρηνώντας ἀπαρηγόρητα. Ἀγρυπνεῖτε καί προσεύχεστε γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό. Μήν ἀπελπίζεστε ἄν πέφτετε συνέχεια σέ παλιές ἁμαρτίες. Πολλές ἀπ’ αὐτές εἶναι καί ἀπό τή φύση τους ἰσχυρές καί ἀπό τή συνήθεια. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ὅμως καί μέ τήν ἐπιμέλεια νικοῦνται. Τίποτε νά μή σᾶς ἀπελπίζει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τινά περί προσευχής (Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι;

Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε; Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για την σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.

Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει. Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. Γιατί, ύστερ’ από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.

Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας. Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση; Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;

Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του την σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Βίος συνοπτικός Αγίου Νεκταρίου (Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου)

Ο άγιος πατήρ ημών Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1846, στη Σηλυβρία της Θράκης, από γονείς φτωχούς, αλλά ευσεβείς χριστιανούς, τον Δήμο και τη Μαρία Κεφαλά. Το βαπτιστικό του ήταν Αναστάσιος και από μικρός έδειξε μεγάλη ευλάβεια και βαθειά αγάπη για τη μελέτη.Όταν η μητέρα του τού μάθαινε τον 50οψαλμό, εκείνος αρεσκόταν να επαναλαμβάνει τον στίχο: Διδάξω ανόμους τας οδούς σου… (Ψαλμ. 50, 15). Αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην πατρίδα του, στάλθηκε από τους γονείς του στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του, εργαζόμενος ταυτόχρονα ως υπάλληλος σε κατάστημα. Το νεαρο αγόρι έμενε απερίσπαστο από την τύρβη του κόσμου και ενασχολούνταν μονάχα με το να οικοδομεί εντός του νυχθημερόν τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον κατ’ εικόνα του Χριστού, με την προσευχή και την εμβάθυνση στα γραπτά των αγίων Πατέρων. Σε ηλικία είκοσι χρόνων άφησε την Κωνσταντινούπολη για να γίνει δημοδιδάσκαλος στη νήσο Χίο. Εκεί ενθάρρυνε τη νεολαία και τους κατοίκους του χωριού προς την ευλάβεια και την εργασία των αρετών, όχι μόνον με τα λόγια, αλλά κυρίως με το παράδειγμα του δικού του βίου, βίου ασκήσεως και προσευχής.

Συνέχεια ανάγνωσης