Ο καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος για τη Μεγάλη Σύνοδο

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης με νέα επιστολή του προς τους Ιεράρχες της Εκκλησίας μας εντοπίζει και αναδεικνύει τα προβληματικά σημεία του Κανονισμού λειτουργίας της Μεγάλης Συνόδου, καθώς και άλλων κειμένων της.

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Ἅ­γι­ε Πρό­ε­δρε,

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἅ­γιοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς,

Ἐν ὄ­ψει τῆς μελ­λού­σης νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου, θά ἤ­θε­λα νά θέ­σω γιά ἀ­κό­μη μί­α φο­ρά, εὐ­λα­βῶς, ἐ­νώ­πιόν Σας κά­ποι­ες θε­ο­λο­γι­κοῦχα­ρα­κτή­ρα σκέ­ψεις μου, πού ἐλ­πί­ζω νά Σᾶς φα­νοῦν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σι­μες.

Ἀ­πό μί­α ἔ­ρευ­να, πού πραγ­μα­το­ποί­η­σα, δι­α­πί­στω­σα μέ δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος -ἀ­πό τό 1961 πού ἄρ­χι­σαν οἱ Πα­νορ­θό­δο­ξες Προ­συ­νο­δι­κές Δι­α­σκέ­ψεις γιά τήν πα­ρα­πά­νω Με­γά­λη Σύ­νο­δο- δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τίς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Δι­α­σκέ­ψε­ων αὐ­τῶν σέ ἐ­πί­πε­δο Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Τοῦ­το εἶ­χε ὡς συ­νέ­πεια, νά φτά­σου­με στήν δυ­σχε­ρῆ ση­με­ρι­νή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή κα­τά­στα­ση. Νά ἔ­χου­με δη­λα­δή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές ἀ­πο­φά­σεις γιά τά κρί­σι­μα θέ­μα­τα μιᾶς Με­γά­λης Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες, ὅ­μως,ὑ­πάρ­χει σο­βα­ρό ἔλ­λειμ­μα συ­νο­δι­κῆς κα­λύ­ψε­ώς τους ἀ­πό τήν Το­πι­κή Σύ­νο­δο τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας, ὅ­πως προ­βλέ­πε­ται, ἄλ­λω­στε, ἀ­πό τίς Προ­συ­νο­δι­κές Δι­α­σκέ­ψεις.

Αὐ­τήν τή στιγ­μή βρι­σκό­μα­στε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶς στό προ­τε­λευ­ταῖ­ο στά­διο τῶν ὁ­ρι­στι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῆς Με­γά­λης Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου. Φρο­νῶ, ὅ­τι τά πράγ­μα­τα –πα­ρά τήν ἐ­ξαι­ρε­τι­κή σο­βα­ρό­τη­τά τους– εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἰ­ά­σι­μα.Ὡς γνω­στόν, τό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀ­πο­τε­λεῖἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή λει­τουρ­γί­α, ὄ­χι μό­νο γιά τά θέ­μα­τα τῆς δι­οι­κή­σε­ως καί τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λά καί γιά τήν ἀ­κρι­βῆ δι­α­τύ­πω­ση τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας της. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, φρο­νῶ, ὅ­τι τό συ­νο­δι­κό ἔλ­λειμ­μα τῶν πα­ρελ­θόν­των 55 ἐ­τῶν μπο­ρεῖ σί­γου­ρα νά θε­ρα­πευ­θεῖ τώ­ρα, ἐ­φό­σον οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆςἐ­πι­κει­μέ­νης Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας, σχε­τι­κά μέ τά θέ­μα­τα τῆς μελ­λού­σης Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, θά εἶ­ναι σύμ­φω­νες μέ τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ώς της.

Καί κά­τι ἄλ­λο, συ­να­φές, καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρό. Δι­ά­βα­σα, προ­σε­κτι­κά, τόν δη­μο­σι­ευ­μέ­νο προ­σφά­τως «Κα­νο­νι­σμό Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου» καί­ ἔ­χω νά Σᾶς κα­τα­θέ­σω μί­α θε­ο­λο­γι­κοῦ-δογ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­τή­ρη­σή μου.

Συγ­κε­κρι­μέ­να, στό Ἄρ­θρο 12, μέ θέ­μα «ΨΗ­ΦΟ­ΦΟ­ΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓ­ΚΡΙ­ΣΙΣ ΤΩΝ ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΩΝ», ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς ση­μαν­τι­κά: «Ἡ ψη­φο­φο­ρί­α ἐ­πί τῶν συ­ζη­τη­θέν­των καί ἀ­να­θε­ω­ρη­θέν­των ὑ­πό τῆς Συ­νό­δου κει­μέ­νων ἐ­πί τῶν θε­μά­των τῆς ἡ­με­ρη­σί­ας δι­α­τά­ξε­ως,

  1. συν­δέ­ε­ται πρός τάς αὐ­το­κε­φά­λους Ὀρ­θο­δό­ξους Ἐκ­κλη­σί­ας καί ὄ­χι πρός τά κα­θ’ ἕ­κα­στον μέ­λη τῶν ἐν τῇ Συ­νό­δῳ ἀν­τι­προ­σω­πει­ῶν αὐ­τῶν, συμ­φώ­νως πρός τήν ὁ­μό­φω­νον σχε­τι­κήν ἀ­πό­φα­σιν τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νά­ξε­ως τῶν Προ­κα­θη­μέ­νων τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν,
  2. ἡ κα­τά Ἐκ­κλη­σί­ας καί ὄ­χι κα­τά τά μέ­λη αὐ­τῶν ψή­φι­σις ἐν τῇ Συ­νό­δῳτῶν κει­μέ­νων δέν ἀ­πο­κλεί­ει τήν ἀρ­νη­τι­κήν θέ­σιν ἑ­νός ἤ καί πλει­ό­νων ἀρ­χι­ε­ρέ­ων μιᾶς ἀν­τι­προ­σω­πεί­ας αὐ­το­κε­φά­λου τι­νός Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πί τῶν γε­νο­μέ­νων τρο­πο­λο­γι­ῶν ἤ καί ἐ­πί ἑ­νός κει­μέ­νου γε­νι­κώ­τε­ρον, ἡ δι­α­φω­νί­α τῶν ὁ­ποί­ων κα­τα­χω­ρί­ζε­ται εἰς τά Πρα­κτι­κά τῆς Συ­νό­δου, καί
  3. ἡ ἀ­ξι­ο­λό­γη­σις τῶν δι­α­φω­νι­ῶν αὐ­τῶν εἶ­ναι πλέ­ον ἐ­σω­τε­ρι­κόν ζή­τη­μα τῆς εἰς ἥν ἀ­νή­κουν αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δύ­να­ται νά ὑ­πο­στη­ρί­ξῃτήν θε­τι­κήν ψῆ­φον αὐ­τῆς ἐ­πί τῇ βά­σει τῆς ἀρ­χῆς τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πλει­ο­νο­ψη­φί­ας, ἐκ­φρά­ζε­ται δέ ὑ­πό τοῦ Προ­κα­θη­μέ­νου αὐ­τῆς, διό καί δέ­ον ὅ­πως προ­βλε­φθῇ εἰς αὐ­τήν ὁ ἀ­ναγ­καῖ­ος χῶ­ρος καί χρό­νος δι᾽ ἐ­σω­τε­ρι­κήν συ­ζή­τη­σινἐπ᾽ αὐ­τοῦ».

Στό Ἄρ­θρο αὐ­τό βλέ­που­με, ὅ­τι ἡ ὁ­μο­φω­νί­α τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στή μί­α ψῆ­φο κά­θε Το­πι­κῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ἐ­πι­μέ­ρους δι­α­φω­νί­ες -ἐ­φό­σον αὐ­τές συμ­βαί­νει νά ἀ­πο­τε­λοῦν μει­ο­ψη­φί­α, στό πλαί­σιο τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν- ἀ­φή­νον­ται ὡς «ἐ­σω­τε­ρι­κή ὑ­πό­θε­σή τους», πρᾶγ­μαπού εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτο γιά τήν συγ­κε­κρι­μέ­νη Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο, ὅ­ταν μά­λι­στα συμ­βαί­νει τό θέ­μα τῆς δι­α­φω­νί­ας νά εἶ­ναι γιά δογ­μα­τι­κήὑ­πό­θε­ση. Καί ἡ πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ πι­θα­νή. Λό­γου χά­ρη, τό θέ­μα τῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας καί τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού πραγ­μα­τεύ­ε­ται τό Κεί­με­νο: «ΣΧΕ­ΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΟΥ ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙ­ΠΟΝ ΧΡΙ­ΣΤΙ­Α­ΝΙ­ΚΟΝ ΚΟ­ΣΜΟΝ», εἶ­ναι θέ­μα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό, δη­λα­δή κα­τε­ξο­χήν δογ­μα­τι­κό. Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ἐ­πι­τρε­πτό, ἕ­να Κεί­με­νο πού προ­ω­θεῖ­ται πρός ἔγ­κρι­ση, ἀ­πό τή μί­α με­ριά νά εἰ­ση­γεῖ­ται οὐ­σι­α­στι­κά τήν Προ­τε­σταν­τι­κή θε­ω­ρί­α τῶν «κλά­δων» -νο­μι­μο­ποι­ών­τας μέ τήν ἀ­πο­δο­χή του τήν ὕ­παρ­ξη πολ­λῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν μέ πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα- καί ἀ­πό τήνἄλ­λη ὁ «Κα­νο­νι­σμός Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Συ­νό­δου» αὐ­τῆς νά ἀ­γνο­εῖ στήν πρά­ξη τούς ἐν­δε­χό­με­νους μει­ο­ψη­φοῦν­τες Ἱ­ε­ράρ­χες τῶν ἐ­πι­μέ­ρους Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί νά μήν λαμ­βά­νει σο­βα­ρώ­τα­τα ὑ­πό­ψη τίς θε­ο­λο­γι­κές το­πο­θε­τή­σεις τῆς ἐ­πι­σκο­πι­κῆς συ­νει­δή­σε­ώς τους.

Καί ἐ­δῶ γεν­νᾶ­ται τό εὔ­λο­γο θε­ο­λο­γι­κό-δογ­μα­τι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς θά ὁ­μο­λο­γη­θεῖ στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἡ μί­α πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, «ἐν ἑ­νί στό­μα­τι καί μιᾷ καρ­δί­ᾳ»; Πῶς θά μπο­ρέ­σουν οἱ Συ­νο­δι­κοί Πα­τέ­ρες νά ποῦν: «ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί ἡ­μῖν»; Πῶς θά ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι ἔ­χουν «νοῦν Χρι­στοῦ», ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας;

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε,

Στά δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, ὡς γνω­στόν, ἡ ἀ­λή­θεια δέν βρί­σκε­ται στήν πλει­ο­νο­ψη­φί­α τῶν Συ­νο­δι­κῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων. Ἡ ἀ­λή­θεια κα­θε­αυ­τήν εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φι­κή, για­τί στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι Ὑ­πο­στα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό, καίὅ­σοι δι­α­φω­νοῦν μέ αὐ­τήν, ἀ­πο­κό­πτον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φοῦ κα­θαι­ροῦν­ται καί ἀ­φο­ρί­ζον­ται κα­τά πε­ρί­πτω­ση. Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­φή­σει σέ κα­τώ­τε­ρα συ­νο­δι­κά σώ­μα­τα τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρό θέ­μα τῆς ἐν­δε­χό­με­νης δι­α­φω­νί­ας τῶν μει­ο­ψη­φούν­των ἐ­πι­σκό­πων σέ δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα. Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, ὡς ἀ­νώ­τα­το συ­νο­δι­κό σῶ­μα, νά ἐ­πι­λη­φθεῖ αὐ­τοῦ τοῦθέ­μα­τος ἄ­με­σα, για­τί δι­α­φο­ρε­τι­κά ὑ­πάρ­χει ὁ­ρα­τός ὁ κίν­δυ­νος τοῦ Σχί­σμα­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τήν στιγ­μή ἀ­κρι­βῶς, πού ἡ Με­γά­λη αὐ­τή Σύ­νο­δος φι­λο­δο­ξεῖνά ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σει τήν ὁ­ρα­τή ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Μέ βα­θύ­τα­το σε­βα­σμό

ἀ­σπά­ζο­μαι τήν δε­ξιάν Σας

Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης

Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Συνεδριάζει η Ιεραρχία της Εκκλησίας μας

Από 8 μέχρι 10 Μαρτίου θα συνεδριάσει η Ιεραρχία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ǡͅ`Ʌс ӕ͏ďӠ2015 2016--בǓԏӠ̐ύǓ//EUROKINISSI

Την Τρίτη 8 Μαρτίου πριν από την έναρξη των εργασιών, στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Πετράκη θα τελεστεί Συνοδική Θεία Λειτουργία στην οποία θα προεξάρχει ο νεότερος τη τάξει Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών κ. Χρυσόστομος.

Στη συνέχεια στο Μέγα Συνοδικό θα ακολουθήσει προσφώνηση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και η Αντιφώνηση του Αντιπροέδρου της Ιεράς Συνόδου.

Αμέσως μετά ο Σεβ. Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός θα πραγματοποιήσει εισήγηση με θέμα: “Περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου”.

Την Τετάρτη 9 Μαρτίου ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, θα πραγματοποιήσει εισήγηση με θέμα: “Περί της διδασκαλίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση.”

Επίσης ο Σεβ. Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Εφραίμ, θα πραγματοποιήσει εισήγηση με θέμα: “Τροποποίησις Κανονισμού Συνοδικού Μεγάρου και Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος και η προοπτική αυτού.”

Την Πέμπτη 10 Μαρτίου θα γίνει επικύρωση των Πρακτικών, και η πλήρωση της Ι.Μ. Καρπενησίου και τυχόν κενωθησομένων Ιερών Μητροπόλεων.

Τέλος να αναφερθεί ότι πριν από την σύγκληση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα συνεδριάσει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος από 1 μέχρι 3 Μαρτίου.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Θρησκευτική συνέπεια ή οντολογική εκκλησιαστική ζωή;

Του Αρχιμανδίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει στον Θεό Δημιουργό του και να μιλάει γι’ Αυτόν. Είναι μία ανάγκη αυθόρμητης αναφοράς σε κάτι πιο πάνω από τον ίδιο, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη απ’ αυτόν. Προσπαθεί κυρίως ο σημερινός άνθρωπος να είναι συνεπής σε ένα μεγάλο ποσοστό προς αυτήν την ιδεολογία του. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρακτικά πιέζει τον εαυτό του να μετέχει στην ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την μορφή εκπληρώσεως ορισμένων «υποχρεώσεων». Αρχ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ

Αυτή η μετοχή «στις θρησκευτικές υποχρεώσεις» τον κάμνει να καυχάται ότι είναι ιδεολογικώς εντάξει. Έτσι, θεωρεί τον εαυτόν του ως ορθόδοξο χριστιανό, ενταγμένο στον χώρο της Εκκλησίας. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας θρησκευτικός – θρησκόληπτος άνθρωπος. Ένας ιδεολογικά βεβαιωμένος για την αποδοχή του Θεού Δημιουργού και τυπικά συνεπής στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από την θρησκευτική ιδεολογία του.

Όμως, πρέπει να γνωρίζει αυτός ο θρησκευτικός άνθρωπος ότι καθετί που υπάρχει πέρα από τη δυνατότητα της σχέσεως, το άσχετο, είναι στην πραγματικότητα και ανύπαρκτο. Έστω και εάν η ανθρώπινη λογική πιστεύει το αντίθετο.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Μωυσής, όντας στο όρος Χωρήβ, ζητεί από τον Θεό να αποκαλυφθεί ο Ίδιος στον λαό Του, δηλώνοντας το Όνομά Του. Και ο Θεός αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξ. 3, 13-14).  Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, ο Μωυσής αναγγέλλει στον λαό ότι τον στέλνει ο «Ων», Αυτός δηλαδή, που υπάρχει ως Δημιουργός του σύμπαντος και του ανθρώπου. Βλέπουμε εδώ τον Θεό να παρουσιάζεται ως Θεός, έχων σχέση άμεση με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.

Στην Καινή Διαθήκη ολοκληρώνεται αυτή η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Φανερώνεται ως Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και το Πανάγιο Πνεύμα. Τώρα, λοιπόν, καλείται ο άνθρωπος να κοινωνήσει με τον Τριαδικό Θεό, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου, δηλαδή μέσω του μυστικού Του Σώματος που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική εκπλήρωση υποχρεώσεων, μια θρησκευτικότητα, για την οποία μπορεί ο άνθρωπος να καυχάται, αλλά ανάγκη ζωής που συνοδεύεται από πραγματική μετάνοια, συνεχή προσευχή, μετοχή στη μυστηριακή ζωή (εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία) και συνεχή αγώνα κατά των παθών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την πνευματική ζωή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στη βιωματική σχέση με τον Θεό, στη θέωση. Σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα, η οποία τελικά ωθεί τον άνθρωπο στην απομόνωση ενός εγωκεντρισμού με περικάλυμμα μια τυπολατρική «επαφή» με το θείο. Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Εφεσ. 4, 4, μας λέγει ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι η πατρική μας οικία, μέσα στην οποία γινόμαστε ένα σώμα και ένα πνεύμα με τους συνοικούντες και τον οικοδεσπότη: «Οίκος εστίν η Εκκλησία πατρικός, εν σώμα και εν πνεύμα» (PG 62, 87). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον 132  Ψαλμό και ειδικότερα τον στίχο «ως δρόσος  Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών», τονίζει ότι η χάρις του Τριαδικού Θεού, ως νοητή δρόσος κατέρχεται στο Σώμα της Εκκλησίας και λαμβάνεται από τα μέλη της, σώζουσα αυτά: «Ώσπερ γαρ η δρόσος η επί τον Αερμών κατιούσα όρος […] ούτως και η νοητή δρόσος, αοράτως κατιούσα επί τα όρη Σιών [ενν. την Εκκλησία], ένθα η συνέλευσις των πανταχόθεν αδελφών εγίγνετο, την ανάλογον ταις ψυχαίς αυτών περιεποίει ωφέλειαν» (PG 30, 11631-37). 

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ως το άρωμα της μυστικής πείρας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της πνευματικότητος, έξω από κάθε θρησκευτικότητα, είναι εκείνη που βοηθεί στο να γίνει βίωμα το σωτηριολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για πνευματικότητα, εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό και γνήσιο Χριστιανισμό, τη βίωση των εντολών του Θεού, την πατερική – εκκλησιαστική ζωή.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι η απλή θρησκευτικότητα – θρησκοληψία δεν ενώνει το πλάσμα με τον Δημιουργό του Θεό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να το σώσει. Μόνον η Ορθόδοξος πνευματικότητα, με την έννοια που προαναφέραμε, οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία τον άνθρωπο.

* Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις   7/2/2016

Συνεχίστε την ανάγνωση

Τι είναι ο Φόβος του Θεού. (Ερμηνευτική & Ποιμαντική Θεολογία)

          Ο Άγιος Ιωάννης λέει στις Καθολικές Επιστολές: H τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο (Α’ Ιωάννου 4, 18). Άραγε, τι θέλει μ’ αυτό να μας επισημάνει ο Άγιος; Ποια άραγε ονομάζει αγάπη και ποιο φόβο; Ο Προφήτης λέει στον ψαλμό: Φοβήθητε τον Κύριο, πάντες οι άγιοι αυτού (Ψαλμ. 33, 10) και χίλια άλλα παρόμοια βρίσκουμε στις Άγιες Γραφές.

agios dorotheos2

Αν λοιπόν και οι άγιοι που τόσο αγαπούν τον Κύριο τον φοβούνται, πως λέει: Η αγάπη φυγαδεύει τον φόβο; Θέλει να μας δείξει ο άγιος ότι είναι δύο είδη φόβων, ένας αρχικός και ένας τέλειος. Και ότι ο μεν ένας είναι χαρακτηριστικό των αρχαρίων, όπως θα λέγαμε, στην πνευματική ζωή, ο δε άλλος είναι χαρακτηριστικό των αγίων που έχουν πια τελειωθεί πνευματικά, αυτών που έφτα­σαν στο μέτρο της άγιας αγάπης. Να, τι θέλω να πω: Κάνει κανείς το θέλημα του Θεού για το φόβο της τιμωρίας. Αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμα ολότελα αρχάριος. Δεν αγωνίζεται για το ίδιο το καλό, αλλά επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Άλλος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπάει το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού, αυτός γεύτηκε τι σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός είναι εκείνος που έχει αληθινή αγάπη, που ο άγιος την ονομάζει τέλεια. Και αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον τέλειο φόβο. Γιατί αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού, όχι από φόβο για τις τιμωρίες, όχι από φόβο μήπως κολαστεί, αλλά, όπως ακριβώς είπαμε, επειδή γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μήπως τη χάσει, φοβάται μήπως τη στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, που προέρχεται απ’ αυτή την αγάπη, απομακρύνει τον αρχικό φόβο. Και γι’ αυτό λέει: Η τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο. Είναι όμως αδύνατο να φτά­σει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό.

Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, με τα οποία μπορούμε να ευαρεστήσουμε το Θεό. Δηλαδή, ευαρεστούμε στο Θεό ή επειδή φοβό­μαστε την κόλαση -και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου- ή εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, επειδή επιδιώ­κουμε τα κέρδη που θα πάρουμε σαν μισθό από το Θεό για την προσωπική μας ωφέλεια -και σ’ αυτό το σημείο μοιάζουμε με τους μισθωτούς- ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού.

Γιατί, όταν ο υιός φτάσει σε ώριμη ηλικία, κάνει το θέλημα του πατέρα του όχι γιατί φοβάται μήπως τον δείρει, ούτε για να πάρει απ’ αυτόν μισθό, αλλά επειδή τον αγαπάει ιδιαίτερα και τον σέβεται και είναι σίγουρος ότι όλα τα υπάρχοντα του πατέρα του είναι δικά του. Αυτός αξιώνεται ν’ ακούσει: Δεν είσαι πια δούλος, αλλά υιός και κληρονόμος του Θεού, δια Χριστού (Γαλ. 4, 7). Αυτός δεν φοβάται πια το Θεό, μ’ εκείνον βέβαια τον αρχικό φόβο, αλλά τον αγαπάει, όπως λέει ο Αγ. Αντώνιος: Εγώ δεν φοβάμαι πια το Θεό, αλλά τον αγαπώ. Και ο Κύριος που είπε στον Αβραάμ, μετά την προσφορά του παιδιού του: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό (Γεν. 22, 12). Εκείνον τον τέλειο φόβο εννοούσε, που έρχεται στην ψυχή από την αγάπη. Γιατί πώς θα έλεγε: Τώρα πια βεβαιώθηκα – Συγχωρά με, Θεέ μου, που θα κάνω αυτή τη σκέψη. Τόσα πολλά έκανε ο Αβραάμ. Υπά­κουσε στο Θεό και άφησε όλα του τα υπάρχοντα και ξενιτεύτηκε σε ξένη γη και σε ειδωλολατρικό έθνος, όπου δεν υπήρχε ούτε ίχνος θεοσέβειας, και πάνω απ’ όλα του έστειλε και το φοβερό πειρασμό της θυσίας του παιδιού του. Και μετά απ’ όλα αυτά του λέει: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό; Είναι ολοφάνερο ότι τον τέλειο φόβο εννοούσε, αυτόν που έχουν οι Άγιοι. Γιατί δεν κάνουν πια το θέλημα του Θεού από το φόβο της τιμωρίας ή για να πάρουν μισθό, αλλά επειδή αγαπάνε το Θεό, όπως πολλές φορές είπαμε, επειδή φοβούνται να κάνουν κάτι που δεν συμφωνεί με το θέλημα του Αγαπημένου. Και γι’ αυτό λέει: Η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Γιατί δεν τηρούν πια το νόμο του Θεού από φόβο, αλλά φοβούνται επειδή αγαπάνε…

Συνεχίστε την ανάγνωση

Πτυχές της Ευαγγελικής Ταπεινώσεως

   Στην σημερινή Θεία Λειτουργία, ο π. Απόστολος. λαμβάνων αφορμή από το Ευαγγελικό κείμενο το αναφερόμενο στο περιστατικό και Θαύμα της ιάσεως της κόρης της Χαναναίας, είπε μεταξύ άλλων τα παρακάτω:

                                                                                                  ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΡΘΡΑ (65 x 45)

  1. Σήμερα ο  Θεάνθρωπος Κύριός μας,  ομίλησε για την μεγάλη αρετή της ταπεινώσεως. Μας απεκάλυψε ότι αυτή η αρετή αποτελεί την αρίστη οδό προς την λύτρωση και σωτηρία μας

  2. Αυτή η αρίστη οδός, είναι ταυτοχρόνως και η συντομοτέρα, αφού  όποιος με ζήλο την υπηρετεί, φθάνει γρηγορότερα, ευκολότερα και  σταθερότερα στην βασιλεία του Θεού.

  3. Η ταπείνωσις αποτελεί το έδαφος της αληθινής και βαθείας πίστεως. Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, κηρύττουν ότι η ταπείνωσις οδηγεί στην αληθινή πίστη και η αληθινή πίστη οδηγεί στην αληθινή ταπείνωση.

  4. Η ουσία της αγίας αρετής της ταπεινώσεως, εγκρύπτεται στο μυστήριο της  “Θείας Κενώσεως”. Ο Χριστός μας “εκένωσεν Εαυτόν”, άδειασε δηλαδή τον Εαυτό του από την φυσική Θεία Δόξα και Μεγαλοπρέπεια. Προσέλαβε την ανθρωπίνη Φύση ενώνοντάς την με την θεία του Φύση, ήλθε εις τον εκπεσόντα άνθρωπο, εγεννήθη εις το ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ, εσπαργανώθη εις την φάτνη των αλόγων ζώων, ενηπίασε, εδιώχθη, διήλθε κηρύττων ευεργετών και ιώμενος, εσηλήφθη, εραπίσθη, εμαστιγώθη εκολαφίσθη, εσταυρώθη απέθανε ως άνθρωπος και ετάφη. Ωραιότατα παρίστανται τα ανωτέρω στην Ορθόδοξη εικόνα της γενήσεως και της άκρας ταπεινώσεως που συνυπάρχουν στην κόγχη της προθέσεως των Ιερών Ναών μας.  Κατόπιν όλων τούτων, ανασταίνεται εκ νεκρών, πατήσας τον θάνατον και θεραπεύων -εις όλες τις στιγμές της- την  πεπτωκυία ζωή μας, χαρίζοντας εις ημάς την ζωή την αληθινή και αιώνιο. Ο άνθρωπος ανταποκρινόμενος στην “Θεία κένωση”,  ταπεινούται, δηλαδή αδειάζει τον εαυτό του από το δικό του θέλω, τις δικές του επιθυμίες, την δική του γνώμη, τις δικές του απόψεις. Αρνείται τον παλαιό αμαρτωλό και διεστραμμένο εαυτό του,  προκειμένου να βρει τον αληθινό και αυθεντικό  εαυτό του στον χώρο της θείας αγάπης.

  5. Η Ταπείνωση ως απόλυτη υπακοή τον νόμο του Θεού, ως σταύρωση της λογικής μας, των επιθυμιών μας, του θέλω μας, ελκύει την χάρη του Θεού, αγιάζει τον άνθρωπο, και ανοίγει τον νου και την καρδία μας στην υπαρξιακή και λυτρωτική κατανόηση και βίωση του θείου θελήματος. Ποτέ αδελφοί μου δεν πρέπει να λέμε: εγώ νομίζω, εγώ πιστεύω, εγώ έχω την γνώμη και τα παρόμοια. Πάντα πρέπει να λέμε ο Θεός κελεύει, ο Θεός θέλει, ο Θεός επιτάσσει. Και εγώ υπακούω, αποδέχομαι, υποτάσσομαι. Και όταν εσωτερικά σκιρτήματα αντιρρήσεως στον λόγο του Θεού αναφαίνονται εμπρός μας, η δική μας απάντηση ας είναι:  Η δική μου αμαρτωλότητα και πνευματική νηπιότης είναι ο πταίων, και όχι τον κεκυρωμένο με τον Πανάγιο Αίμα του Χριστού μας Θείον Θέλημα.

  6. Ο εγωιστής άνθρωπος αρνείται να ανταποκριθεί στο μυστήριο της Θείας κενώσεως, αυτονομείται, υποτάσσεται στα πάθη του, γίνεται ένα εγωκεντρικό ον, το οποίο δεν διστάζει ούτε και αυτόν τον λόγο του Θεού να παραχαράσσει και να αλλοιώνει με αναίδεια και περισσό θράσος.

         Στο τέλος ο ομιλητής έκανε μικρή αναφορά στην “Πανορθόδοξο Σύνοδο”, η οποία προγραμματίζεται να συνέλθει το ερχόμενο θέρος. Αφού ενημέρωσε τον λαό σχετικώς, με ολίγα λόγια, εσημείωσε ότι εάν και εις αυτήν την Σύνοδο δεν επικρατήσει απόλυτη υπακοή στην Αγία Γραφή, στους Ιερού Κανόνες της Εκκλησίας μας και σε σύνολη της Ιερά Εκκλησιαστική μας Παράδοση,  ΔΕΝ θα είναι υποχρεωτικές για τους πιστούς οι αποφάσεις της.

Συνεχίστε την ανάγνωση