O Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος χοροστάτησε στην Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου στόν Ι.Ναό Τιμίου Σταυροῦ

Τήν Μεγάλη Δευτέρα τό ἀπόγευμα 25.4.2016, ἐτελέσθη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου στόν Ἱερό Ναό Τιμίου Σταυροῦ Κάτω Ἀχαΐας, μέ τήν συμμετοχή πλήθους εὐσεβῶν χριστιανῶν. Στήν ἱερά Ἁκολουθία ἐχοροστάτησε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξε τόν θεῖο λόγο.
DSCN9612

Ὁ Σεβασμιώτατος στήν ὁμιλία του ἀνεφέρθη στά πνευματικά μηνύματα πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα.

Περισσότερα εδώ…

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η ξηρανθείσα Συκιά (Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού)

Ἕτεροι, εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν Συκῆν
Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων,
Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων,                                                                                                    
Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος.
 

ΕΡΩΤΗΣΗ: 

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητούσε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.

ΑΠΟΚΡΙΣΗ: 

 Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.
Γι’ αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, [Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα -γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας -είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα, [Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.
Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι’ αυτή.

Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι’ αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων· [Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δικαιοσύνης και μυούσε ατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι’ αυτό χάθηκε.
Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.
Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την καταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ’ ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.
 Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέτοιοι  πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.
Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.
Πηγή: «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», (Ερωτήσεις Α’ – ΝΓ’)
Μαξίμου Ομολογητού προς Θαλάσσιον περί Απόρων.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Εις την Μεγάλην Εβδομάδα (Ιερός Χρυσόστομος)

Διανύσαμε το ταξίδι της νηστείας και με την χάρη του Θεού φθάσαμε πλέον στο λιμάνι.   Όμως ας μη δείχνομε αδιαφορία γι´ αυτό,  επειδή δηλαδή φθάσαμε στο λιμάνι, αλλά γι´ αυτό προπάντων να δείχνομε μεγαλύτερη φροντίδα, επειδή φθάσαμε στο τέρμα.

 Διότι το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήτες των πλοίων όταν φθάνει η στιγμή, κατά την οποία πρόκειται να οδηγήσουν μέσα στο λιμάνι το μεγάλο φορτηγό πλοίο, που είναι γεμάτο με σιτάρι και το φορτίο φθάνει μέχρι την κορυφή του, κυριεύονται από αγωνία και φόβο, μη τυχόν το πλοίο, μετά από τα μεγάλα πελάγη που διέπλευσε, προσκρούσει σε κάποιο βράχο και καταβυθιστεί έτσι όλο το εμπόρευμα. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει και εμείς να φοβόμαστε και να είμαστε γεμάτοι από αγωνία, μήπως και στερηθούμε στο τέλος την αμοιβή των κόπων μας. Γι´ αυτό πρέπει να αυξήσομε την προσπάθεια. Το ίδιο κάνουν και οι δρομείς. Όταν δουν τον εαυτό τους να βρίσκεται κοντά στα βραβεία, τότε αυξάνουν περισσότερο το τρέξιμο. Το ίδιο κάνουν και οι αθλητές, μετά από αμέτρητα παλαίσματα και άπειρες νίκες, όταν πλησιάσουν προς τα στεφάνια, τότε περισσότερο εντείνουν την προσπάθειά τους και αυξάνουν την προθυμία τους.

Το ίδιο λοιπόν ας κάνομε και εμείς τώρα. Διότι εκείνο ακριβώς που είναι το λιμάνι για τους κυβερνήτες των πλοίων, τα βραβεία για τους δρομείς και τα στεφάνια για τους αθλητές, αυτό είναι για εμάς αυτή η εβδομάδα, το αποκορύφωμα των αγαθών και οι αγώνες για τα στεφάνια.

 Γι´ αυτό και ονομάζομαι αυτήν μεγάλη. Όχι επειδή είναι μεγαλύτερες οι ημέρες αυτής από όλες τις άλλες ημέρες, διότι υπάρχουν άλλες μεγαλύτερες, ούτε επειδή είναι περισσότερες ως προς τον αριθμό (διότι είναι ίσες με τις άλλες), αλλά επειδή συνέβηκαν κατ´αυτήν για μας μεγάλα κατορθώματα εκ μέρους του Κυρίου. Καθόσον κατά την μεγάλη αυτή εβδομάδα καταλύθηκε η μακροχρόνια τυραννική εξουσία του διαβόλου, ο θάνατος κατέπαυσε, ο ισχυρός δέθηκε, τα όπλα του αρπάχτηκαν, η αμαρτία νικήθηκε, η κατάρα καταλύθηκε, ο παράδεισος άνοιξε, ο ουρανός έγινε διαβατός, οι άνθρωποι αναμείχθηκαν με τους αγγέλους, το μεσότοιχο του φραγμού καταστράφηκε, το τείχος κατακρημνίστηκε, ο Θεός της ειρήνης ειρήνευσε τα ουράνια και τα επίγεια. Γι´ αυτό ονομάζεται Μεγάλη Εβδομάς. Και όπως ακριβώς αυτή είναι η σπουδαιότερη από τις άλλες εβδομάδες, έτσι και αυτής κεφαλή είναι το Μεγάλο Σάββατο. Και ό,τι ακριβώς είναι το κεφάλι για το σώμα, το ίδιο είναι και το Μ. Σάββατο για την Μεγάλη Εβδομάδα.

 Γι´ αυτό και κατά την διάρκεια αυτής πολλοί αυξάνουν την προσπάθεια. Άλλοι μεν αυξάνουν την νηστεία, άλλοι τις ιερές αγρυπνίες, και άλλοι κάνουν πλουσιότερη την ελεημοσύνη, επιβεβαιώνοντας με την προθυμία για καλές πράξεις και με την αυξημένη ευλάβεια στις εκδηλώσεις της ζωής το μέγεθος της ευεργεσίας που έγινε από τον Θεό σε μας. …Και δεν τιμούμε αυτήν την εβδομάδα μόνο εμείς, αλλά και οι βασιλείς της οικουμένης, που έχουν τιμήσει αυτήν όχι κατά τρόπο τυχαίο, αλλά όρισαν να απέχουν από την εργασία τους όλοι εκείνοι που ασχολούνται με τις κοινές υποθέσεις των πόλεων, ώστε απολαμβάνοντας την αργία από εκείνες, να αφιερώνουν όλες αυτές τις ημέρες στην πνευματική φροντίδα. Γι´ αυτό έκλεισαν και τις πόρτες των δικαστηρίων.

Ας σταματάει, λέγει, κάθε διαφωνία και κάθε είδος διαμάχης και τιμωρίας, ας αναπαυθούν για λίγο τα χέρια των δημίων. Τα κατορθώματα του Κυρίου έγιναν για όλους. Ας  γίνει λοιπόν κάποιο καλό και από εμάς τους δούλους. Και δεν έχουν τιμήσει αυτήν μόνο με αυτή την φροντίδα και την τιμή, αλλά και με άλλη όχι κατώτερη από αυτήν. Στέλνουν βασιλικά γράμματα, που προστάζουν να αφήνονται ελεύθεροι οι φυλακισμένοι στα δεσμωτήρια. Διότι, όπως ακριβώς ο Κύριός μας, κατεβαίνοντας στον Άδη, ελευθέρωσε όλους εκείνους που βρίσκονταν κάτω από την εξουσίας τού θανάτου, έτσι λοιπόν και οι δούλοι, προσφέροντας τα κατά δύναμη και μιμούμενοι τη φιλανθρωπία του Κυρίου, ελευθερώνουν από τα αισθητά δεσμά, επειδή δεν μπορούν να ελευθερώσουν από τα πνευματικά…

ΕΠΕ, Τ. 35, Σελ. 520

(Από ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου: “Εις την Μεγάλην Εβδομάδα”)

 

 

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς – Σύντομο οδοιπορικό

  Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, αλλά γιατί είναι μεγάλα και σωτηριώδη τα γεγονότα που βιώνουμε την Εβδομάδα αυτή. Τα Πάθη, τη Σταύρωση, το Θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Ο χριστιανός όλη τη Μ. Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να διανύσει. Ένα δρόμο που περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Αν δεν «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε να νιώσουμε τα μεγάλα Μυστήρια της Εβδομάδας αυτής.

 Το κοσμοσωτήρια και λυτρωτικά Πάθη του Κυρίου μας τα βιώνουμε μέσα από τις Ιερές Ακολουθίες που τελούνται κάθε βράδυ της Μ. Εβδομάδας στους Ναούς μας. Μέσα από τις Ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορυφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.

Να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι το βράδυ τελείται η Ακολουθία, ο Όρθρος της επόμενης μέρας. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια ένα σύντομο οδοιπορικό στις μέρες της Μ. Εβδομάδας.

 

     

 Σχετική εικόνα Την Μ. Δευτέρα (Κυριακή Βαΐων εσπέρας) θυμόμαστε τον πάγκαλο Ιωσήφ, υιό του Ιακώβ, τον οποίο τα αδέρφια του πούλησαν για 20 χρυσά νομίσματα στους Ισμαηλίτες. Έπαθε και υπέφερε ο Ιωσήφ, όπως και ο Χριστός. Τελικά  ο Φαραώ τον κατέστησε άρχοντα της Αιγύπτου. Αυτό προτυπώνει την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου. Σε καιρό πείνας ο Ιωσήφ, άνοιξε τις αποθήκες και έθρεψε τους πεινασμένους Αιγυπτίους και τους αδελφούς του. Σιτοδότης ο Ιωσήφ, σιτοδότης και ο Χριστός. Πάντοτε προσφέρει και προσφέρεται «εις βρώσιν τοις πιστοίς». Θυμόμαστε ακόμη την άκαρπη συκή, η οποία συμβολικά και πνευματικά είναι η συναγωγή των Εβραίων, αλλά και κάθε ανθρώπινη ψυχή, που δεν αποδίδει πνευματικούς καρπούς. Ο Χριστός καταράστηκε την συκή και ξεράνθηκε. Κάθε δέντρο που δεν κάνει καρπούς, όπως ο ίδιος ο Κύριος είπε, θα κόβεται και θα μπαίνει στην φωτιά. Ανάλογα θα συμβεί και με τους ανθρώπους.

 

 

 

Την Μ. Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα εσπέρας), ακούμε στον ναό, την παραβολή των δέκα (10) παρθένων, οι οποίες περίμεναν τον νυμφίο με αναμμένες τις λαμπάδες, κατά τη συνήθεια που είχαν την εποχή εκείνη. Πέντε από αυτές ήταν μυαλωμένες και πήραν μαζί τους λάδι για να τροφοδοτούν την λαμπάδα. Οι υπόλοιπες πέντε δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Έτσι όταν ήρθε ο νυμφίος ξαφνικά μέσα στην νύχτα, έψαχναν την υστάτη να βρουν λάδι για τις λαμπάδες τους. Αποτέλεσμα; Οι πρώτες πέντε μπήκαν μαζί με τον νυμφίο στην χαρά του νυμφώνος, ενώ οι άλλες πέντε κλείστηκαν έξω. Νυμφίος είναι ο Χριστός. Και νύμφη η Εκκλησία, και η κάθε ανθρώπινη ψυχή. Καλούμαστε σε εγρήγορση και πνευματική επαγρύπνηση για να μην μείνουμε και εμείς έξω του Νυμφώνος Χριστού, της Βασιλείας των ουρανών. Επιπλέον, φέρνουμε στην μνήμη μας τον οκνηρό δούλο, ο οποίος έκρυψε στη γη το τάλαντο που ο κύριός του, του είχε εμπιστευθεί. Τάλαντο είναι το χάρισμα ή τα χαρίσματα που έχει ο κάθε ένας. Καλούμαστε να αξιοποιήσουμε τα χαρίσματα αυτά για τη δική μας σωτηρία, αλλά και για το καλό του πλησίον μας.

 

 

 Την Μ. Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη εσπέρας), οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν να τελούμε μνήμη, του περιστατικού με την πόρνη γυναίκα. Αυτή η άγνωστη γυναίκα η οποία δεν είναι, όπως εσφαλμένα νομίζουν μερικοί, η Μαρία η Μαγδαληνή, σε ένδειξη ταπείνωσης και άκρας μετάνοιας αλείφει με μύρο τα πόδια του Χριστού, ενώ δάκρυα κυλούν από τα μάτια της. Είναι δάκρυα μετανοίας. Και ο πολυέλεος Χριστός την συγχωρεί. Την ίδια στιγμή ο Ιούδας ο δυσεββής συμφωνούσε με τους γραμματείς και τους αρχιερείς το ποσό που θα πάρει, προκειμένου να προδώσει τον Διδάσκαλο του.

Να σημειώσουμε εδώ ότι τα πρώτα τρία βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας ψάλλεται η ακολουθία του Νυμφίου.

 

 

Την Μ. Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη εσπέρας), συνέβησαν τα εξής τέσσερα σωτηριώδη γεγονότα: 1. Ο ιερός Νιπτήρας: Ο Ιησούς, παρ΄ όλο που είναι ο Διδάσκαλος τους και ο Θεός, πλένει τα πόδια των μαθητών Του, δίνοντας έτσι, σ’ αυτούς και σ’  εμάς παράδειγμα ταπεινώσεως. 2. Ο Μυστικός Δείπνος. Το τελευταίο επίγειο δείπνο του Χριστού με τους μαθητές Του. Το βράδυ αυτό ο Κύριος μας παρέδωσε το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.  3. Η υπερφυά προσευχή του Χριστού. Έγινε αμέσως μετά τον Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν την σύλληψη Του. Λέγεται και αρχιερατική προσευχή. Είναι προσευχή γεμάτη από αγωνία και αγάπη για τον κόσμο. 4. Η προδοσία. Βασική αιτία που ο Ιούδας πρόδωσε τον Κύριο και Θεό του, είναι το πάθος της φιλαργυρίας.

 

 

Την Μ. Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη εσπέρας), επιτελούμε τα άγια και σωτήρια Πάθη του Κυρίου μας. Ο Χριστός καταδικάζεται από το συνέδριο των ανόμων σε θάνατο δια σταυρού. Ο Ιησούς φραγγελώνεται, υβρίζεται, εξευτελίζεται, ραπίζεται και σταυρώνεται. Την εποχή εκείνη σε θάνατο δια σταυρού καταδικάζονταν οι χειρότεροι εγκληματίες. Ήταν ένας θάνατος εξευτελιστικός και ατιμωτικός. Γι’  αυτό και σταύρωσαν τον Χριστό και μάλιστα ανάμεσα σε δυο ληστές. Ο θάνατος στον σταυρό προερχόταν από ασφυξία και όχι από αιμορραγία. Το βάρος του σώματος πίεζε τους πνεύμονες και ο εσταυρωμένος πέθαινε σε λίγες ώρες ή και μέρες από ασφυξία. Ο Χριστός πέθανε σε λίγες ώρες. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι στρατιώτες έσπασαν τα σκέλη των δύο ληστών για να πεθάνουν γρηγορότερα, αφού την άλλη μέρα ήταν το Πάσχα των Εβραίων και δεν έπρεπε τα σώματα τους να μείνουν στον σταυρό. Ο Χριστός όμως αφού πέθανε, δεν του έσπασαν τα σκέλη για να πληρωθεί έτσι η Γραφή «οστούν ου συντρίψατε απ’  αυτού» (Έξοδος 12, 10). Όπως κατά την έξοδο οι Ισραηλίτες έσφαξαν ένα αρνί, προσέχοντας να μην του σπάσουν τα οστά, έτσι και τώρα και στον Χριστό που είναι ο Αμνός του Θεού δεν του σπάνε τα οστά. Ο πασχάλιος εκείνος αμνός συμβολίζει τη θυσία και την ακεραιότητα του αμνού Ιησού. Ο Χριστός θυσιάζεται για το δικό μας Πάσχα. Με το πανάγιο του αίμα, μας εξαγοράζει από την κατάρα του νόμου, μας ελευθερώνει από τα δεσμά του Άδου. Την στιγμή του θανάτου του Χριστού, η άψυχη φύση συγκλονίζεται. Μεγάλος σεισμός γίνεται και ο ήλιος έκρυψε για τρεις ώρες τις ακτίνες του.

 

 

Το Μ. Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή εσπέρας), εορτάζουμε την θεόσωμο ταφή και την εις Άδου Κάθοδο του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, με την οποία μας χάρισε την αιώνια ζωή, απαλλάσσοντάς μας από την φθορά και τον θάνατο. Ο τάφος του Ιησού γίνεται πηγή ζωής. Ο Άδης χάνει την ισχύ του. Ο θάνατος θανατώνεται. Το βράδυ της Μ. Παρασκευής ψάλλεται η ακολουθία του Επιταφίου. Ψάλλεται ο υπέροχος και μεστός νοημάτων Κανόνας του Μ. Σαββάτου και τα Εγκώμια. Ακολούθως γίνεται λιτάνευση του Επιταφίου πέριξ του Ναού ή και στους δρόμους της Ενορίας.

 

 

 

Την Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε την εκ νεκρών Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.  Η Εκκλησία μας σε ανάμνηση της Αναστάσεως ψάλλει τον υπέροχο και γεμάτο νόημα ύμνο: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος». Η Ακολουθία της Αναστάσεως τελείται ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα (αρχίζει τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα). Ψάλεται πρώτα ο Όρθρος με τον υπέροχο Αναστάσιμο Κανόνα και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως.

Η σημασία και η αξία του Πάθους και της Αναστάσεως του Κυρίου είναι μεγάλη και κοσμοσωτήρια. Από την στιγμή που το πανάγιο και ζωοποιό αίμα του Κυρίου μας χύθηκε πάνω στον σταυρό, έγινε το μεγαλύτερο λίτρο με το οποίο μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου. Κάθε καρφί για τον Χριστό, το τρύπημα της λόγχης, ο μεγαλύτερος πόνος γι’  Αυτόν, έγινε για εμάς λύτρωση και αιώνια ευτυχία. Στο σταυρό ο Χριστός βαστάζει τις δικές μας αμαρτίες και ανομίες, ελευθερώνοντας μας από τον θάνατο, που είναι συνέπεια της αμαρτίας. Ο Άδης στενάζει. Χάνει την δύναμη του. Τα αιώνια δεσμά του, λύονται από τον Ζωοδότη Χριστό. Αν ο Χριστός δεν αναστενόταν, τότε θα ήταν μάταιη η πίστη μας, κατά τον απόστολο των εθνών Παύλο. Ο Χριστός όμως δεν πέθανε απλά, αλλά αναστήθηκε για να μας δωρήσει την αιώνια ζωή. Το Πάθος του Κυρίου ακολουθεί η ένδοξη του Ανάσταση, η οποία αποτελεί το κέντρο της πίστης και της ύπαρξης μας.

 Ρ.Κ.

Συνεχίστε την ανάγνωση

H ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων

 Mποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή Λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό.

Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.

Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία Λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό Τιμίων Δώρων. Τά Δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη Λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.

Γιά νά κατανοήσουμε τήν γενεσιουργό αἰτία τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων πρέπει νά ἀνατρέξωμε στήν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς ‘Εκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τή συνήθεια νά κοινωνοῦμε κατά ἀραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς ‘Εκκλησίας οἱ πιστοί κοινωνοῦσαν σέ κάθε Λειτουργία, καί μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν ὑποπέσει σέ διάφορα σοβαρά ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιά ἕνα ὡρισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδή οἱ πιστοί ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή καί κάθε Σάββατο καί ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορές ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία, τακτικῶς ἤ ἐκτάκτως στίς ἑορτές πού ἐτύχαινε νά συμπέσουν ἐντός τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορές τήν ἑβδομάδα, δηλαδή τήν Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή (ἐπιστολή 93). Ἄν πάλι δέν ἦτο δυνατόν νά τελεσθῇ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ Θεία Λειτουργία, τότε οἰ πιστοί κρατοῦσαν μερίδες ἀπό τήν θεία κοινωνία τῆς Κυριακῆς καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπιδοκιμάζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος.

 Στά Μοναστήρια καί ἰδιαίτερα στά ἐρημικά μέρη, ὅπου οἱ μοναχοί δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά παρευρεθοῦν σέ ἄλλες λειτουργίες ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καί οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδή ἁγιασμένες μερίδες ἀπό τήν Κυριακή ἤ τό Σάββατο καί κοινωνοῦσαν κατ᾿ ἰδίαν. Οἱ μοναχοί ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρές ἤ μεγάλες ὁμάδες καί ὅλοι ἔπρεπε νά προσέλθουν καί νά κοινωνήσουν κατά τίς ἰδιωτικές αὐτές κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μία μικρά ἀκολουθία. Ὅλοι μαζί προσηύχοντο πρό τῆς κοινωνίας καί ὅλοι μαζί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ἄν ὑπῆρχε καί ἱερεύς, αὐτός τούς προσέφερε τήν θεία κοινωνία. Αὐτό ἐγίνετο μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Θ’ ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοί ἔτρωγαν συνήθως μιά φορά τήν ἡμέρα, μετά τόν ἑσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν νά ἐντάξουν τήν κοινωνία τους αὐτή στά πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, πού νά ὑπενθυμίζει τήν θεία λειτουργία.

Κατά τόν τρόπο αὐτόν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδή κατά τόν τύπον τῆς Θείας Λειτουργίας), πρός τό τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτή εἶναι ἡ μητρική μορφή τῆς Προηγιασμένης.

Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν Τεσσαρακοστή. Ἡ Θεία Λειτουργία κατά τήν περίοδο αὐτή ἐτελεῖτο μόνον κατά τά Σάββατα καί τίς Κυριακές. Παλαιό ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπό ἐκκλησιαστικούς κανόνες ἀπηγόρευε τήν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας καί πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἦταν κάτι τό ἀσυμβίβαστο πρός τόν χαρακτῆρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ Λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, πού ἔχει ἔντονο τόν πανηγυρικό, τόν χαρμόσυνο, τόν ἐπινίκιο χαρακτῆρα. Αὐτό ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοί ἔπρεπε νά κοινωνήσουν δύο φορές τοὐλάχιστον ἀκόμη κατά τήν ἑβδομάδα, τό ὀλιγώτερο δηλαδή κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, πού μνημονεύει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοί θά κοινωνοῦσαν ἀπό Προηγιασμένα Ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τήν ἐποχή ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχή τροφῆς μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπόν θά ἔπρεπε νά κατακλείσῃ τήν νηστεία, νά γίνῃ δηλαδή μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ.

 Στό σημεῖο αὐτό συνδέεται ἡ ἱστορία μέ τήν σημερινή πρᾶξι. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικές εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καί ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπό αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στό ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό», κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτῆρα (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μέ τόν ἑσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καί τά τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μέ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχές εἶναι γεμᾶτες ταπείνωσι καί συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετή γίνεται», κατά τόν ἴδιο Πατέρα.

Καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στή μορφή πού ὕστερα ἀπό μακρά ἐξέλιξη ἀποκρυσταλώθηκε καί κατά τήν ὁποία τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τά δύο λειτουργικά στοιχεῖα πού τήν συνθέτουν: τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία. Τό πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινός τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ μικρές μόνο τροποποιήσεις.

 Ὁ ἱερεύς κατά τήν ψαλμωδία τῆς Θ’ ὥρας ἐνδύεται τήν ἱερατική του στολή καί θυμιᾷ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μέ τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατά τόν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδή ψαλμός, πού περιγράφει τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Eὐλόγει, ἡ ψυχή μου τόν Κύριον, Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Εἶναι τό προοίμιο τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, πού ἀρχίζει, ὡς γνωστό, κατά τόν ἑβραϊκό τρόπο, ἀπό τήν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος ἤ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στό στόμα τῶν πιστῶν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», τά εἰρηνικά. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ’ καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καί εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοί 119-133). Εἶναι τό τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου πού ἔχει καθορισθῇ νά ἀναγινώσκεται κατά τούς ἑσπερινούς τῆς Τεσσαρακοστῆς.

 Ὁ ἱερεύς ἐν τῷ μεταξύ ἑτοιμάζει στήν Πρόθεσι τά Προηγιασμένα – ἀπό τήν Λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς – Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τόν Ἅγιο Ἄρτο στό Δισκάριο, κάμνει τήν ἕνωσι τοῦ οἴνου καί τοῦ ὕδατος στό Ἅγιο Ποτήριο καί τά καλύπτει. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται μέ τήν ψαλμῳδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καί τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, πού περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καί γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἕνα ἀπό τήν Γένεσι καί ἕνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θά σταθοῦμε γιά λίγο στήν κατανυκτική ψαλμῳδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιᾷ τήν Ἁγία Τράπεζα.

«Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου· ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή»…

Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενής δέησις ὑπέρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διά τό ἅγιον Βάπτισμα, «τῶν πρός τό φώτισμα εὐτρεπιζομένων», καί τῶν πιστῶν. Καί μετά τήν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τό δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων.

Τήν μεταφορά τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν Πρόθεσι στό Θυσιαστήριο, πού γίνεται μέ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῷ οἱ πιστοί προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:

«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν· ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης. Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται. Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενόμεθα. Ἀλληλούϊα».

Ἡ προπαρασκευή γιά τήν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τήν Κυριακή προσευχή (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον…», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καί μετ᾿ αὐτήν ἡ εὐχαριστία. Καί ἡ Λειτουργία κλείνει μέ τήν κατανυκτική ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις πού συνδέει τήν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρός τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικός ἀγών τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλά καί ἡ νίκη κατἀ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιά τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα. Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μακράν. Ἄς τήν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ἐκκλησιαστικά κείμενα:

 «Δέσποτα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τήν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διά τήν ἄφατόν σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα ἀγαγών ἡμᾶς εἰς τά πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἐγκράτειαν παθῶν, πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διά τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τά θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καί ἡμῖν, ἀγαθέ, τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνίσασθαι, τόν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τήν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τάς κεφαλάς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν ἁγίαν ἀνάστασιν».

Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά συγχρόνως καί μία διαρκής πρόσκλησις γιά τήν συχνή κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μιά φωνή ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ἀπό τήν ἀρχαία ζωντανή παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνή πού λέγει ὅτι ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ζῇ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ἀνανεώνῃ διαρκῶς τήν ἕνωσί του μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ζωή ἡμῶν» (Κολοσ. 3, 4).

Ἰωάννη Φουντούλη

Ἀπό τό βιβλίο, ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ἐκδ. Ἀ. Δ.

Συνεχίστε την ανάγνωση