O Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ

Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.
imageΑμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.
Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ

Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.
Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.
Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.

ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ

Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.
Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.
Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος – λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως – να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.
Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό – ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων – άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.

Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ

Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως – εν συνεννοήσει μετά των παπικών – μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.
Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.

Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ

Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση -γενόμενοι θύματα των παπικών- ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.
Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν». Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ’ ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.
Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ’ εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς…Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ’ εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».

Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ

Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας – Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ’ επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992).
Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ’ ο άγιός μας ηρνήθη.

Η ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ

Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ’ ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως…».
Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι’ αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ

Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ’ επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών. Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.

ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ

Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν…νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.
Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.
Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ’ άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)
Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ’ αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου – ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση

H καύσις των νεκρών, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

    Ἐπειδή τελευταῖα πολύς λόγος γίνεται γιά τό θέμα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν καί γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου στήν πόλη τῶν Πατρῶν καί ἐπειδή οἱ πολίτες ἀπευθύνονται πρός τόν Μητροπολίτη καί τήν Ἐκκλησία γενικώτερα ὥστε νά γνωρίζουν ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος, σημειώνομε μέ πολλή ἀγάπη καί συνείδηση εὐθύνης ἔναντι τοῦ ποιμνίου μας τά ἑξῆς.

μητροπολιτης-πατρων   Ἡ Ἐκκλησία ἔχει συγκεκριμένη διδασκαλία περί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ, ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὁ σύνδεσμος σώματος καί ψυχῆς εἶναι ἱερός, ἡ ψυχή περιφρουρεῖται μέσα στό σῶμα τό ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει ναόν τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό τό σῶμα τό σεβόμαστε, δέν τό ρυπαίνομε, δέν τό χρησιμοποιοῦμε γιά ἡδονικές ἀπολαύσεις, δέν βιαιοπραγοῦμε ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁποιαδήποτε διαφορετική θεώρηση καί ἀντιμετώπιση τοῦ σώματος, θεωρεῖται ἀσέβεια πρός αὐτό καί βεβαίως πρός τόν Θεό.

Γι’ αὐτό καί τό φροντίζομε ὄχι μόνο ἁπλά ἰατρικά ἀλλά καί πνευματικά μέσα ἀπό τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Βάπτισμα – Εὐχέλαιο – Θεία Κοινωνία (μετοχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς).

    Ὅταν τό σῶμα χωρισθῇ ἀπό τήν ψυχή, δέν γίνεται πτῶμα, ὅπως συμβαίνει μέ τά ἄλογα ὄντα, ἀλλά γίνεται καί ὀνομάζεται λείψανο.

    Δέν καταστρέφεται τό σῶμα, δέν τυγχάνει βάναυσης συμπεριφορᾶς, δέν κακοποιεῖται, ἀλλά περιποιεῖται καί τίθεται στήν γῆ καί φυλάσσεται ἐκεῖ εἰς ἀνάστασιν.

    Ἀφήνομε τήν σοφία τοῦ Θεοῦ μετά ταῦτα νά ἀναλάβῃ τήν,  κατά τό πλέον φυσικό τρόπο, διάλυσή του ἀπό τήν ἴδια τήν φύση, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης δημιούργημα τοῦ Θεοῦ.

    Ἀπό αὐτήν τήν διάλυση τοῦ σώματος ἡ φύση ἀφήνει τά ὀστᾶ τά ὁποῖα φυλάσσονται ὡς λείψανα, στά κοιμητήρια καί ἐκεῖνα τῶν Ἁγίων στούς Ἱερούς Ναούς, πρός τιμήν καί προσκύνησιν ὑπό τῶν πιστῶν.

    Ὅταν λοιπόν ἡ ἴδια ἡ φύση μᾶς διδάσκει πάνω στό θέμα αὐτό γιατί ἐμεῖς καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή πού ἔχουν πληθυνθῆ οἱ φωνές γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς φύσεως τήν ὁποία ὁ Θεός ἐν σοφίᾳ ἐποίησεν καί τῆς φυσικῆς τάξεως, τότε γιατί ἐμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, θέλομε ὁπωσδήποτε νά ἐπέμβωμε βίαια καί καταστροφικά, τραγικά καί βάναυσα, ὥστε νά ἀφανίσωμε ὅτι καί ἡ αὐτή ἡ φύση σέβεται;

    Ἡ Ἐκκλησία μας ἀρνουμένη τήν καύση-ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν, δέν ἐπιμένει σέ μιά ἰδεολογία, ὅπως ἐκεῖνοι πού ὑποστηρίζουν καί νομοθετοῦν τήν ἀποτέφρωση, ἀλλά παραμένει ἀταλάντευτα στήν θεολογία περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί ἐμμένει στήν ἀπό αἰώνων παράδοση ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη) περί τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν κεκοιμημένων.

    Ἡ καύσηἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν δηλώνει τήν ἐμμονή στόν μηδενισμό, ἐνῶ ἡ ταφή μαρτυρεῖ τήν τιμή στό πρόσωπο, στόν κεκοιμημένο καί τήν ἀνάγκη διατηρήσεως τῆς ζωντανῆς σχέσεως μαζί του.

    Ἡ καύση δηλώνει μηδενιστική στάση ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου, τήν πορεία μιᾶς κοινωνίας πού θέλει τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου καί ἐν τέλει τήν ἐξαφάνισή της. Εἶναι υἱοθέτηση ,πανηγυρικῷ τῷ τρόπῳ, τῆς ἀθεΐας καί ἐπιμονή νά περάσουν τά μηνύματα τῆς ἀπαξίας περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Εἶναι σημεῖο ἐκπτώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς καταπτώσεως τῶν ἀξιῶν, τῆς ὑπάρξεως χωρίς σκοπό καί τῆς πορείας ἡ ὁποία θά καταλήξῃ μέ μαθηματική ἀκρίβεια στό φρικτό βάραθρο τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογοήτευσης.

    Αὐτή ἡ βίαιη ἐπέμβαση στό ἀνθρώπινο σῶμα, εἶναι φρικτή παρέμβαση στήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.

   Ἄν ἐπισταμένως μελετήσετε καί ἐνημερωθῆτε περί τοῦ τρόπου καύσεως καί ἀποτεφρώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος καί τῆς ὠμῆς καί φρικαλέας διαδικασίας ὥστε νά φθάσωμε στό ἐλάχιστο ὑπόλειμμα (τέφρα), ἄν παρακολουθήσετε σέ video τήν ὅλη διαδικασία, θά ἀρνηθῆτε ὁποιαδήποτε σκέψη θετική ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Οὐδείς πιστεύομε θά ἤθελε ἕνα ἀγαπημένο πρόσωπο νά ταλαιπωρηθῇ κατά ἕνα τρόπο τόσο ἄσπλαχνο καί φρικτό καί μετά τήν κοίμησή του. Ποιός θά ἄντεχε, ἀλήθεια, νά δῇ ὅ,τι δέν καίγεται ἀπό τό σῶμα ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός δικοῦ του ἀνθρώπου, νά συντρίβεται σέ εἰδικό μηχάνημα, νά θρυματίζεται, νά ροκανίζεται  γιά νά γίνῃ σκόνη; Ἀντέχεις νά βλέπῃς, τά ἐναπομείναντα ἀπό τήν καύση ὀστᾶ τοῦ πατέρα σου, τῆς μητέρας σου, τοῦ παιδιοῦ σου, νά τυγχάνουν αὐτῆς τῆς βάναυσης συμπεριφορᾶς καί μάλιστα μέ τήν δική σου θέληση, ἢ καί τήν δική του τήν ὁποία μπορεῖ νά ἔλαβε σέ στιγμές ὀδύνης, πόνου, ἀνθρώπινης ἀδυναμίας κ.λ.π.

  Ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται νά συναινέσῃ σέ μιά τέτοια θεώρηση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὄχι ἀπό ἰδιοτροπία ἤ ἰδεολογία, ἀλλά ἀπό σεβασμό στό ἀνθρώπινο σῶμα καί τιμή στό ἀνθρώπινο πρόσωπο.

   Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα εἶναι θησαυροί ἀτίμητοι καί αὐτά τοποθετεῖ στήν Ἁγία Τράπεζα ὅταν ἐγκαινιάζονται οἱ Ναοί.

    Προσκυνοῦμε τά ἅγια Λείψανα τά ὁποῖα εἶναι πνευματικοί ζωντανοί ὀργανισμοί καί φορεῖς τῆς θείας χάριτος καί γνωρίζομε ὅτι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν Ἱερῶν Λειψάνων θαύματα καί σημεῖα  ἐπιτελοῦνται.

    Ἀλήθεια τί θά ἦταν ἡ Πάτρα, χωρίς τήν Κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου;

  Τί θά ἦταν ἡ Ζάκυνθος χωρίς τό ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ἤ ἡ Κεφαλληνία χωρίς τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου καί ἡ Κέρκυρα χωρίς τόν, ἀγγέλοις αἰδέσιμο θησαυρό της, τό ἐπίσης ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος;

  Ἡ καύση- ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν δηλώνει τέλος τήν ἔλλειψη πίστεως στήν Ἀνάσταση.

    Ὡς ἐκ τούτου ἡ καύση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος δέν εἴναι σύμφωνη μέ τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας γιά λόγους, ἀνθρωπολογικούς, κανονικούς  καί βεβαίως θεολογικούς.

    Γιά τόν λόγο αὐτό ,γιά ὅποιον ἔχει ἐκπεφρασμένη τήν βούληση καί, ἀποδεδειγμένως καί οἰκοιοθελῶς ἔχει δηλώσει τήν ἐπιθυμία νά καῇ τό σῶμα του καί δηλώνει μέ τόν τρόπο αὐτό τήν αὐτονόμησή του ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν δυνάμεθα νά τελοῦμε τήν ἐξόδιο ἀκολουθία, οὔτε ἱερό μνημόσυνο.(βλ.σχετική ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπ ἀριθμ.2959, 29.10.2014.)

    Αὐτά ὡς πρός τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ δυνατότητα ἀποτέφρωσης στή χώρα μας, ἔχει κατοχυρωθῆ μέ εἰδικό νόμο, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε τόν δρόμο γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίων. Ἡ ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ νόμου προϋποθέτει τήν συμβατότητα τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Γι’ αὐτό ἀναφέραμε παραπάνω ὅτι ὅποιος ἐπιθυμεῖ τήν καύση αὐτονομεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία.

     Τό δικαίωμα τῆς ὅποιας Δημοτικῆς Ἀρχῆς νά θέσῃ πρός συζήτηση τό θέμα τῆς δημιουργίας ἀποτεφρωτηρίου δέν τό ἀμφισβητεῖ κανείς. Τό θέμα εἶναι ἄν ὑπάρχῃ λόγος νά γίνῃ αὐτή ἡ συζήτηση καί μάλιστα στήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο πού ἡ κοινωνία μας ἀντιμετωπίζει ποικίλα προβλήματα καί ὁ Λαός ἀναζητεῖ ἀπεγνωσμένα λύσεις γιά νά ζήσῃ καί ὄχι γιά νά καῇ.

     Τό μεγάλο, τό πολύ ὑψηλό ποσό πού ἀπαιτεῖται γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου, θά ἠδύνατο νά χρησιμοποιηθῇ γιά τήν ὑποβοήθηση τῆς ζωῆς καί ὄχι πρός κατασκευή φρικαλέων ἀποτεφρωτηρίων.

   Μέ πολλή ἀγάπη, ὡς πνευματικός πατήρ καί Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως καί τῆς Μητροπόλεως τῶν Πατρῶν, ἐθέσαμε τό θέμα ἐπί θεολογικῶν βάσεων καί μέ ζέον τό ἐνδιαφέρον πρός τόν τόπο μας καί τούς ἀνθρώπους μας, ἐκφράζομε τήν ἄποψη καί θέση, ὅτι ὁ Λαός μας ἔχει ἄλλες ἀνάγκες καί οὐδέν ὄφελος θά ἀποκομίσῃ ἀπό τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου.

     Τέτοιες συζητήσεις καί ἐνέργειες στό συγκεκριμένο τόπο καί στήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο δυναμιτίζουν τήν ἡρεμία καί δροῦν ἐναντίον τῆς ἑνότητος.

     Στό Δημοτικό Συμβούλιο δύναται νά συζητηθῆ ὁποιοδήποτε θέμα. Ἐπίσης ὁ κάθε πολίτης ὡς μέλος ἐνεργό τῆς κοινωνίας ἐκφέρη τήν ἂποψή του. Πόσο μάλλον ὁ Μητροπολίτης.

    Βεβαίως ἀπό τήν συζήτηση καί τήν ὅποια στάση τῶν προσώπων πού θά ἀποφασίσουν, μέχρι τήν ὑλοποίηση, ὑπάρχει ἕνας πολύ μακρύς καί δύσκολος δρόμος, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται χωροθέτησις, οἰκονομικοτεχνική μελέτη, ἐξεύρεση τῶν πόρων κ.λ.π.

   Ἐπιθυμοῦμε, ὅμως νά θέσωμε καί μιά ἄλλη παράμετρο τοῦ θέματος. Πόσοι ἐκφράζουν τήν θέληση νά καοῦν; Ἄς μιλήσω σέ τοπικό ἐπίπεδο. Κατά τά 11 χρόνια τῆς διαποιμάνσεως, ὑπό τῆς ἐλαχιστότητός μου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, μετρημένοι στά δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός κατέληξαν στό ἀποτεφρωτήριο καί ἀπό ὅσο δυνάμεθα νά γνωρίζωμε κάποιοι χωρίς τήν ἰδικήν τους θέληση παρά μόνο μέ τήν ἐπίμονη καί παράλογη θέληση τῶν οἰκείων των.

  Ἡ πόλη μας ἔχει πολλούς τομεῖς, πού μᾶς περιμένουν ὅλους, νά ἐργαστοῦμε γιά τήν ζωή καί ὄχι γιά τόν θάνατο. Ἄς ἑνώσουμε λοιπόν, τίς δυνάμεις μας γιά νά δῇ αὐτός ὁ τόπος καλύτερες ἡμέρες καί νά βρῇ τόν δρόμο του καί τήν ὑγειά του.

Ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος      

                                                                                                                      Πάτρα, 19 Ιανουαρίου 2016

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η κοπή της Βασιλόπιτας στα μικρά Κατηχητικά μας

     Το Σάββατο 16 Ιανουαρίου στις 11 το πρωί και στο Χατζοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Ενορίας μας, ο π.Απόστολος ευλόγησε και έκοψε την Βασιλόπιτα, κατά την Ιερά Παράδοσή μας. Στην συνέχεια  έκανε το Κατηχητικό μάθημα στα παιδιά, αναφερθείς στην Ιστορία της Βασιλόπιτας, αλλά και στην προσωπικότητα και το έργο του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Βασιλείου. Μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής:

“Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε μια σπουδαία Εκκλησιαστική προσωπικότητα. Στην σύντομη ζωή του, κατάφερε με την Χάρη του Θεού και τον δικό του προσωπικό αγώνα, να αναδειχθεί σπουδαίος Θεολόγος και κανόνας  Αγίας ζωής. Καμία σχέση δεν έχει με τον κόκκινο μπαρμπα-βασίλη  του συγχρόνου εμπορίου, που μας παρουσιάζουν τα μέσα ενημερώσεως αυτήν την περίοδο.

Η Θεολογική του προσφορά εντοπίζεται κυρίως στην περί Αγίου Πνεύματος διδασκαλία του, στην καταπολέμηση των αιρέσεων, στην Θεία λειτουργία που φέρει το όνομά του, στις σπουδαίες ερμηνευτικές ομιλίες του πάνω σε χωρία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, αλλά και στις φοβερές επιστολές του μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η πολυσχιδής προσωπικότητα του και η ευρυτάτη  μόρφωσή του…..

Η χαριτωμένη ζωή του, δεν έχει να προσφέρει πληθώρα οραμάτων και θαυμάτων, όπως ίσως να περίμενε ο σύγχρονος θρησκόληπτος άνθρωπος. Είναι γεμάτη με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, πολύωρες ακολουθίες, εκούσιες στερήσεις και απόρριψη κάθε σωματικής ανέσεως και υλικών απολαύσεων… Ταυτοχρόνως η ζωή του γέμει από πράξεις αγάπης για τον συνάνθρωπο (πτωχοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο,νοσοκομείο κ.α.λ.). Και σε όλα αυτά, δεν προΐσταται απλώς ως “ψιλός” υπεύθυνος, αλλά συμπάσχει, υπηρετεί πονά και χαίρεται με τον πόνο και την χαρά του άλλου, προσωπικά υπηρετεί τον ασθενή και ανήμπορο στο πρόσωπο του  οποίου βλέπει τον ίδιο τον Χριστό… Ο Μέγας Βασίλειος είναι πρότυπο ανθρώπου του Θεού, και μέγα παράδειγμα για όλους μας.”

Φωτογραφικό Υλικό

 

 

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, Πατριάρχαι Αλεξανδρείας

Την Δευτέρα 18 Ιανουαρίου η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά δύο μεγάλους Πατέρες της. Τον Μέγα Αθανάσιο και τον Άγιο Κύριλλο. Οι βίοι των δύο αυτών Αγίων Πατέρων μας, πολλά διδάσκουν τον σημερινό Ορθόδοξο Χριστιανό, γι΄ αυτό και ευθύς τους παραθέτουμε. 3110 

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε κατά το έτος 295 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από Χριστιανούς γονείς. Έτυχε επιμελημένης εκπαιδεύσεως, φιλοσοφικής και θεολογικής. Κατά τη νεανική του ηλικία συνδέθηκε με τον Μέγα Αντώνιο και ασκήτευσε μαζί του στην έρημο.

Στην αρχή χειροθετήθηκε αναγνώστης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και το 318 μ.Χ. ήταν ήδη διάκονος. Το έτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τον γέροντα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο στη Νίκαια, όπου συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, «του χορού των διακόνων ηγούμενος». Εκεί, χάρη στη μόρφωσή του και μάλιστα στη θερμουργό και ακλόνητη πίστη του, αναδείχθηκε ένας από τους θαρραλέους αγωνιστές κατά της αιρέσεως του Αρείου. Μάλιστα δε, όπως αποφάνθηκε η εν Αλεξανδρεία Σύνοδος του 399 μ.Χ., κυρίως ο Αθανάσιος «την νόσον του Αρειανισμού έστησεν». Κανένας, ίσως, άλλος από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, της περιόδου εκείνης, δεν αντιμετώπισε τόσο σπουδαία εκκλησιαστικά και θεμελιώδη προβλήματα της Εκκλησίας, όπως ήταν τα περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οικουμενικής Συνόδου κ.α.

Η φήμη του Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τη Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.), ώστε μετά από λίγο, όταν πέθανε ο γέροντας Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος (κοιμήθηκε 17 Απριλίου 328 μ.Χ.), εξελέγη Επίσκοπος Αλεξανδρείας πιθανότατα τον ίδιο χρόνο.

Ο Μέγας Αθανάσιος, κατά τα 46 έτη της αρχιερατείας του, υπήρξε ο στύλος της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν Πατήρ της Ορθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιηγούμενος την επαρχία του, μετέβη στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Κάτω Αίγυπτο για να δει από κοντά τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο τον υποδεχόταν παντού με ενθουσιασμό. Εγκαθιστούσε στις διάφορες πόλεις άξιους και ικανούς Επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Άγιο Φρουμέντιο (τιμάται 30 Νοεμβρίου), τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο Αξώμης.

Όμως, οι Αρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές και οχλήσεις στον Άγιο, τον οποίο συκοφαντούσαν. Ο Άγιος εξορίστηκε πέντε φορές και διήλθε περισσότερα από δεκαέξι χρόνια της αρχιερατείας του στην εξορία. Εσύρθη κατ’ επανάληψη από τους Αρειανούς ενώπιον Συνόδων και καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε από αυτοκράτορες, υπέφερε ανεκδιήγητες ταλαιπωρίες και στερήσεις, είδε πολλούς από τους συνεργάτες του να υποκύπτουν στις πιέσεις και στην βία των Αρειανών και τον Επίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352-366 μ.Χ) να υπογράφει αρειανικό όρο πίστεως, για να αποφύγει την εξορία. Ήλθαν στιγμές, κατά τις οποίες ο χριστιανικός κόσμος φαινόταν αντίθετος προς τον Άγιο, αλλά αυτός ποτέ δεν κάμφθηκε και αγωνιζόταν για την αλήθεια.

Αφορμή για τις διώξεις κατά του Αγίου, έδωσε η άρνησή του να αποκαταστήσει στην εκκλησιαστική κοινωνία τον υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου καθαιρεθέντα Άρειο, ο οποίος παρουσιαζόταν υποκριτικά ως αποδεχόμενος την ορθόδοξη διδασκαλία.  Όταν ο Άρειος ανακλήθηκε από την εξορία υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. ομολογία πίστεως, στην οποία απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τις αρειανικές εκφράσεις. Ο Άγιος Αθανάσιος είδε την απάτη και το δόλο του Αρείου και αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχθεί σε κοινωνία τον Άρειο παρά τη διαταγή του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά την άρνηση του Αγίου, οι εχθροί του άρχισαν να οργανώνουν συστηματικά τον κατ’ αυτού αγώνα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αν και τιμούσε τον Άγιο Αθανάσιο για το ήθος και το θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά από τις συνεχείς εναντίον του μηχανορραφίες των Αρειανών και διέταξε τη σύγκλιση Συνόδου στην Καισάρεια, το 335 μ.Χ., με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών κατά του Αθανασίου. Η Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης. Ο Αθανάσιος συνήλθε στη Σύνοδο, στην οποία παρέστησαν 60 Αρειανοί Επίσκοποι. Οι κατηγορίες δεν ήταν δυνατόν να σταθούν, παρά τα εφευρήματα των αιρετικών. Επειδή όμως, έγινε αντιληπτό ότι οι εχθροί του Αθανασίου ζητούσαν να τον φονεύσουν, οι άνθρωποι του βασιλέως, που είχαν επιφορτισθεί την τήρηση της τάξεως και της ειρήνης, τον φυγάδευσαν κρυφά. Έτσι κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, ο οποίος λόγω των διαβολών, αρνήθηκε να τον δεχθεί σε ακρόαση και διέταξε την εξορία του στη Γαλατία. Επανήλθε στην έδρα του μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλην όμως και πάλι οι εχθροί του άρχισαν τις κατ’ αυτού διαβολές και συκοφαντίες. Τότε ο Αθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, το 339 μ.Χ στην οποία έλαβαν μέρος 100 Επίσκοποι. Οι εχθροί του τότε, συγκρότησαν αρειανική Σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία τον καθαίρεσε και όρισε ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Ευσέβιο τον Εμισηνό, αντ’ αυτού δε, επειδή δεν αποδέχθηκε την εκλογή, τον Καππαδόκη Γρηγόριο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια διά της βίας μετά την απομάκρυνση του Αγίου Αθανασίου.

Τότε ο Άγιος κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ευρίσκονταν και άλλοι εξόριστοι ιερείς και Επίσκοποι. Εκεί, τον δέχθηκαν όλοι με τιμή και αναγνώρισαν τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο Πάπας Ιούλιος συγκάλεσε, το έτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, η οποία αναγνώρισε τον Άγιο Αθανάσιο ως κανονικό Επίσκοπο Αλεξανδρείας και τον κήρυξε αθώο από όλες τις κατηγορίες των εχθρών του.

Όταν το 345 μ.Χ. πέθανε ο Αλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν υποδείξεως του Κώνσταντος, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ανακάλεσε τον Άγιο Αθανάσιο από την εξορία. Ο Άγιος επέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά από το ποίμνιό του. Αλλά και αυτή τη φορά μόνο για λίγο έμεινε αδιατάρακτος στην έδρα του, διότι μετά την δολοφονία του Κώνσταντος, το έτος 350 μ.Χ., ο Κωνστάντιος, πεισθείς σε νέες διαβολές και πιέσεις των φίλων των Αρειανών, καταδίκασε συνοδικώς τον Άγιο Αθανάσιο. Απέστειλε μάλιστα και στρατιώτες, για να τον συλλάβουν την νύκτα της 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ενώ τελούσε παννυχίδα με πλήθος πιστών στο Ναό του Αγίου Θεωνά. Ο Άγιος φυγαδεύτηκε στην έρημο, όπου παρέμεινε έξι χρόνια, παρακολουθώντας τις κινήσεις και ενέργειες των Αρειανών και στηρίζοντας τους κλονιζόμενους Χριστιανούς.

Τέλος, επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) μπόρεσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια και να συγκροτήσει Σύνοδο η οποία αποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στην ιστορία των αγώνων της Ορθοδοξίας κατά του Αρειανισμού.

Οι διωγμοί συνεχίστηκαν και επί αυτοκράτορα Ουάλη, που εξόρισε τον Άγιο. Φοβούμενος όμως εξέγερση του λαού της Αλεξανδρείας, αναγκάσθηκε να ανακαλέσει τον Άγιο από την εξορία.

Αγωνιζόμενος για την ορθόδοξη πίστη μέχρι το τέλος του βίου του, κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σε ηλικία 75 ετών, αφού κατεκόσμησε το θρόνο της Αλεξανδρείας.

Η Εκκλησία πολύ νωρίς του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Πατρός αυτής. Είναι εκείνος που διαισθάνθηκε και αντιλήφθηκε άριστα τις λεπτεπίλεπτες σχέσεις αλληλεξαρτήσεως των επί μέρους αληθειών της πίστεως, οι οποίες στη σκέψη του αποτελούν τμήματα μιας και της αυτής αλήθειας, ώστε η πλάνη περί την μία επί μέρους αλήθεια, να συνεπάγεται αναπότρεπτα την ανατροπή ολόκληρου του συστήματος της χριστιανικής διδασκαλίας και την δημιουργία αιρέσεως.

Αλλά ο Άγιος και με τον καθόλου βίο του, απέδειξε το ενάρετο και το ευσεβές του ήθους αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε το όνομά του να αποβεί ταυτόσημο προς την αρετή. Γι’ αυτό λέγει επιγραμματικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : «Αθανάσιον επαίνων, αρετήν επαινέσομαι, ταύτον γαρ εκείνόν τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι». Ο Άγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεί ότι ο Μέγας Αθανάσιος έγινε κατ’ εξοχήν δέκτης του θείου φωτισμού, έφθασε σε ύψος βιβλικών προσώπων και ίσως μάλιστα κάποια από αυτά να υπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ενώθηκε και έγινε ένα με το θείο φως. Και έτσι μόνο κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής του.

 Ο Άγιος Κύριλλος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού (408-450 μ.Χ.) και γεννήθηκε περί το 370 ή 375 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Ήταν θερμού και ζωηρού χαρακτήρα, ανήσυχος, τολμηρός, ενεργητικός και πολύ δραστήριος. Διακρινόταν για την ευστροφία, την ταχύτητα και αποφασιστικότητα  των ενεργειών του και κυρίως, για την επιμονή, ορμητικότητα και το ανυποχώρητο στις επιδιώξεις των σκοπών για τους οποίους αγωνιζόταν. Είχε ισχυρό το αίσθημα της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως και την αγάπη του για την ειρήνη και εκκλησιαστική ενότητα, η δε συναίσθηση του καθήκοντος και ο αγνός ενθουσιασμός του για την αλήθεια τον καθιστούσαν άφοβο στην επιτέλεση της διακονίας του και ικανό αγωνιστή υπέρ της αλήθειας μέχρι θανάτου. Για όλα αυτά τα χαρίσματα δικαίως θεωρείται ως ένας από τους Μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν υπερασπιστής της ιεράς παραδόσεως.

Ήταν ανεψιός του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, τον οποίο πάντοτε ευγνωμόνως ανέφερε. Έλαβε ευρεία μόρφωση στην Αλεξάνδρεια και μάλιστα στην περιώνυμο Κατηχητική Σχολή, όπου παρακολουθούσε παραδόσεις του μεγάλου διδασκάλου της Σχολής αυτής Διδύμου του Τυφλού. Φοίτησε, ακόμη, στις φιλοσοφικές σχολές της Αλεξάνδρειας και συμπλήρωσε τις σπουδές του με επιπλέον ιδιαίτερες μελέτες της θύραθεν και της χριστιανικής φιλοσοφίας, όπως τούτο προκύπτει από τους λόγους και τα συγγράμματά του.

Όταν μελετούσε την Αγία Γραφή εφάρμοζε την υγιή και ορθή ερμηνευτική μέθοδο, διά της οποίας αναζητούσε πάντοτε να ερευνά την σύνθεση του κειμένου και κατόπιν να αναζητεί τα νοήματά του. Κατά την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και γενικώς την έκθεση των δογμάτων προτιμούσε περισσότερο την πίστη, έχοντας ως κριτήριο της Ορθοδοξίας την παράδοση της Εκκλησίας, όπου όμως θεωρούσε αναγκαίο χρησιμοποιούσε και τον λόγο.

Για την καλύτερη πνευματική ανάπτυξή του και τον πληρέστερο καταρτισμό του, κατέφυγε σε μονές της Αιγύπτου, όπου ασκήτευε για ένα χρονικό διάστημα. Έλεγε μάλιστα σχετικά: «Εις χείρας πατέρων τεθράμμεθα ορθοδόξων και αγίων». Μάλιστα κατά τους χρόνους εκείνους, ο μοναχικός βίος της Αιγύπτου βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή, από την οποία είχε αρχίσει να εξασθενεί, ιδίως μετά τις βίαιες επιθέσεις, τις οποίες εξαπέλυσε εναντίων του ο Θεόφιλος, λόγω των ωριγενιστικών ερίδων.

Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, ο Άγιος Κύριλλος, απεστέλη από τον θείο του Θεόφιλο, μετά τις σπουδές του, στις μονές της Νιτρίας όπου διέμενε επί πενταετία στη μονή του Αγίου Μακαρίου, μελετώντας την Αγία Γραφή και ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του γέροντος Σεραπίωνος.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου, αλλά πάντως μετά την συμπλήρωση του 26ου έτους, χειροτονήθηκε αναγνώστης και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον θείο του Θεόφιλο.

Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, στις 15 Οκτωβρίου 412 μ.Χ., προβλήθηκε ως διάδοχός του, όπως και ο αρχιδιάκονος Τιμόθεος, ο οποίος ήταν αξιόλογος κληρικός και μάλιστα αρεστός στην αριστοκρατία της αλεξανδρινής κοινωνίας καθώς και στη δημόσια διοίκηση της πόλεως. Τελικά Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας εξελέγη ο Άγιος Κύριλλος, που ενθρονίσθηκε στις 17 Οκτωβρίου 412 μ.Χ. και διεποίμανε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας επί 32 έτη, έχοντας πάντοτε τη βαριά συναίσθηση ότι κατείχε το θρόνο του Ευαγγελιστού Μάρκου.

Ο Άγιος Κύριλλος, αφενός μεν έλεγχε την κοινωνική ανισότητα, καυτηρίαζε την αναλγησία των πλουσίων και τις κακές συνήθειες, καθώς και πολλά άλλα φαινόμενα της ευημερούσης κοινωνίας, αφετέρου δε προέβαλλε στους πιστούς το ιδεώδες της χριστιανικής ζωής και αγάπης και τους συνιστούσε να ζουν ζωή σύμφωνη με το θέλημα του Θεού και το χριστιανικό τους όνομα.

Ο Άγιος θεώρησε βασικό καθήκον του την αντιμετώπιση διαφόρων αιρέσεων και σχισμάτων, υπολείμματα των οποίων διασώζονται ακόμη, όπως και των Αρειανών, Μαρκίωνος, Παύλου Σαμοσατέως, Ναυατιανών. Επίσης στράφηκε και κατά των Εθνικών, οι οποίοι επηρέαζαν το λαό διά της μαγείας, της αστρολογίας και τις δεισιδαιμονίες και του μαντείου τους στο Μένουθις. Το μαντείο αυτό αντιμετώπισε διά της μεταφοράς των ιερών λειψάνων των Μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου και των Παρθένων Θεοκτίστης, Ευδοξίας και της μητέρας τους Αθανασίας στο ναό των Ευαγγελιστών, τον οποίο ανήγειρε ο Θεόφιλος και τα οποία λείψανα είχαν ευρεθεί σε αρχαίο χριστιανικό ναό του Αποστόλου Μάρκου.

Ο Άγιος Κύριλλος στράφηκε και κατά των Ιουδαίων, επειδή είχαν τη μεροληπτική  υπέρ αυτών στάση του έπαρχου Ορέστη και συμπεριφέρονταν προκλητικά στους χριστιανούς. Ο Άγιος επίσης, αντιμετώπισε τις αιρετικές δοξασίες του Πελαγίου και τέλος του Νεστορίου. Ο αγώνας του κατά του Νεστορίου ή του Μονοφυσιτισμού γέμισε την ιστορία του Μεγάλου αυτού Πατρός της Εκκλησίας.

Ο Νεστόριος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως από τον Απρίλιο του έτους 428 μ.Χ., δημιούργησε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Αρνιόταν δηλαδή την καθ’ υπόσταση ένωση των δύο εν Χριστώ φύσεων, θείας και ανθρώπινης, αποδεχόταν μόνο ενοίκηση ή συνάφειά τους και θεωρούσε την Παναγία όχι Θεοτόκο, αλλά «Χριστοτόκο» ή «ανθρωποτόκο». Ο Άγιος Κύριλλος διαφύλαξε τη Χριστολογία της Εκκλησίας, από την πλάνη των αιρετικών, διδάσκοντας την αλήθεια της Εκκλησίας. Ο Χριστός κατά την Θεία Του φύση χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Κύριλλο ως «του Πατρός φύσει Υιός και υπέρ ημάς Λόγος», «εκ Θεού Λόγος», «άνωθεν εκ Θεού Πατρός», ο οποίος είναι Θείος Λόγος και ο οποίος «οικονομικώς κατεφοίτησε δι’ ημάς εις ανθρωπότητα», «γέγονε σαρξ» και «καθ’ ημάς άνθρωπος», «ηνώθη κατά φύσιν και καθ’ υπόστασιν τη σαρκί». Έτσι, η Παναγία είναι Θεοτόκος διότι στον Όρο αυτό συμπεριλαμβάνεται και το πραγματικό της Θείας ενανθρωπήσεως του Λόγου, της κατά σάρκα γεννήσεως του Θεού από την Παρθένο και της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπό του. Ο Όρος Θεοτόκος συνοψίζει άριστα την ενότητα του προσώπου του Χριστού.

Το 430 μ.Χ., η Σύνοδος που συγκάλεσε στην Αλεξάνδρεια ο Άγιος Κύριλλος, διατύπωσε σε 12 αναθεματισμούς, τις διδασκαλίες που όφειλε να αποκηρύξει ο Νεστόριος. Το σκάνδαλο που δημιουργήθηκε και αναστάτωσε την Εκκλησία από τη διδασκαλία του Νεστόριου ήταν μεγάλο. Αυτό ανάγκασε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Β’ να συγκαλέσει στις 7 Ιουνίου του έτους 431 μ.Χ., στην Έφεσσο, την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Η Σύνοδος συνήλθε στις 22 Νοεμβρίου 431 μ.Χ. υπό την προεδρία του Αγίου Κυρίλλου. Ο Νεστόριος δεν εμφανίσθηκε. Η Σύνοδος καταδίκασε τη δυσσεβή διδασκαλία του Νεστόριου και τον ίδιο τον αιρεσιάρχη και εξακολούθησε τις εργασίες της επί άλλων θεμάτων. Με καθυστέρηση έφθασε και ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας και οι περί αυτόν Επίσκοποι. Όταν έμαθαν την καταδίκη του Νεστόριου, συνήλθαν σε δική τους Σύνοδο, αφόρισαν όλα τα μέλη της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου και καθαίρεσαν τον Άγιο Κύριλλο και τον Επίσκοπο Εφέσου Μέμνονα. Με αυτοκρατορικό διάταγμα, που εκδόθηκε μετά από υπόμνημα των βασιλικών επιτρόπων, που ήσαν φίλοι του Νεστορίου, φυλακίστηκαν ο Άγιος Κύριλλος και ο Επίσκοπος Εφέσου. Με επέμβαση της ευσεβούς Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορα, ο Θεοδόσιος Β’ κάλεσε να εμφανισθούν ενώπιων του αντιπρόσωποι των δύο πλευρών. Τους άκουσε και αποδέχθηκε τις θέσεις των Ορθοδόξων. Τότε επικυρώθηκαν από όλους τα Πρακτικά της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Άγιος Κύριλλος κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη, στις 27 Ιουνίου του έτους 444 μ.Χ. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων».

Η Εκκλησία θέλησε να αδελφώσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων αυτής και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, του Μεγάλου Αθανασίου, πρωταγωνιστή κατά του Αρειανισμού, και του Αγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά του Νεστοριανισμού και όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.

Η Σύναξη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως

Έργοις λάμψαντες, Ορθοδοξίας, πάσαν σβέσαντες, κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε, τη ευσέβεια τα πάντα πλουτήσαντες, την Εκκλησίαν μενάλως κοσμήσαντες, αξίως εύρατε, Χριστόν τον θεόν ημών, δωρούμενον πάση το μέγα έλεος.

 Κοντάκιον Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον

Ιεράρχαι μέγιστοι της ευσεβείας, και γενναίοι πρόμαχοι, της Εκκλησίας του Χριστού, πάντας φρουρείτε τους μέλποντας. Σώσον Οικτίρμον, τους πίστει τιμώντας σε.

ΠΗΓΗ: http://anavaseis.blogspot.com/2010/01/18.html
  

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Αναγνώρισις Αγίων στην Ορθόδοξη Παράδοση

Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Μεταλληνού, ομοτίμου καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ αθρόα (1) κατάταξη νέων Αγίων στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και στην Εκκλησία της Ρωσίας, προκάλεσε τις επόμενες σκέψεις πάνω σε μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας της «αναγνωρίσεως» Αγίων στην ορθόδοξη παράδοση.

image

    1.Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΑΤΕΡΙΚΗ παράδοση, αποδίδει τον χαρακτηρισμό του Αγίου (2) στα πρόσωπα εκείνα, τα οποία έχουν φθάσει στη θέωση και συνιστούν τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τιμούμε τους Αγίους «ως ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον και τη τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, όπερ αυτός εστί φύσει». Άγιοι είναι «οι έμψυχοι ναοί τού Θεού, τα έμψυχα του Θεού σκηνώματα», διότι «διά τού νού τοίς σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» (3).

Ένα από τα περισσότερο ανησυχητικά συμπτώματα της εποχής μας -καρπός της μακράς αλλοιώσεως των θεολογικών μας κριτηρίων- είναι η θεώρηση της σωτηρίας, και συνεπώς και της αγιότητας, σε πλαίσια ηθικά, στα όρια της ηθικής προσπάθειας και βελτιώσεως του ανθρώπου. Λόγω της βαθμιαίας επικρατήσεως ουμανιστικών και ηθικολογικών κριτηρίων νοείται και η θέωση ως ηθικό και όχι οντολογικό γεγονός, δηλαδή ως «κατά χάριν» αλλοίωση της φύσεως και σύνολης της υπάρξεως του ανθρώπου.

Κατά την ορθόδοξη, όμως, παράδοση «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντας αυτής «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους […] , καίτοι διά την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότας» (4).

Διά της θεώσεως, της εν χάριτι ενώσεως με τον Θεό, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «όλος εν όλοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Αγιοι τώ Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» (5).

Η απώλεια όμως ή αδρανοποίηση των ησυχαστικών κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρεταλογία (6).

2. Έχει ήδη τεκμηριωμένα αποσαφηνισθεί, ότι στην ορθόδοξη παράδοση «η αναγνώρισις των υπό τού Θεού δεδοξασμένων προσώπων, των ευαρεστησάντων αυτώ και η κατάταξις αυτών εις τον χορόν των Αγίων εγίνετο, γίνεται και οφείλει να γίνεται […] υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων τε και ποιμαινομένων άνευ άλλης πρωτοβουλίας και επισήμου επεμβάσεως της εκκλησιαστικής αρχής» (7).

Είναι, όμως, εξ ίσου γεγονός, ότι η αυθόρμητη και σύσσωμη αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε στην καλή φήμη ή την ηθικότητα, αλλά σε απτά και αισθητά μαρτύρια, τεκμηριωμένα δηλαδή και άνωθεν προερχόμενα δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως.

Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ αμάρτυρον επί γής αφίησι την αλήθειαν αυτού»(8) (Πρβ. Πράξ. ιδʹ 17).

Τόσο δε ο Βούλγαρις, όσο και άλλοι πριν από αυτόν θεολόγοι της Εκκλησίας μας, προκειμένου περί της αναγνωρίσεως Αγίων επικαλούνται τον λόγο του Απ. Παύλου: «ου γάρ ο εαυτόν συνιστών εκείνος εστίν δόκιμος, αλλ’ ον ο Κύριος συνίστησι» (Βʹ Κορ. ιʹ 18).

Σύμφωνα με τη μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, οι Άγιοι δεν αναγνωρίζονται με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά κατόπιν της φανερώσεως της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία.

Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος σε ειδική μελέτη του (9) έχει συνοψίσει τις καθιερωμένες στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέσεις αναγνωρίσεως των Αγίων, οι οποίες είναι:

α) Η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας («διά του αγίου βαπτίσματος»),

β) το μαρτύριον υπέρ της χριστιανικής πίστεως,

γ) ο άγιος κατά πάντα βίος,

δ) «εξέχουσαι όλως υπηρεσίαι προς την χριστιανικήν θρησκείαν και την Εκκλησίαν» (π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος) και

ε) «η μαρτυρία διενεργηθέντων και διενεργουμένων θαυμάτων υπό του Θεού τη μεσιτεία τού αγίου προσώπου, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον» (10).

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό όλων των περιπτώσεων αναγνωρίσεως Αγίων στις τελευταίες δεκαετίες.

Ήδη, όμως, ο Ευγένιος Βούλγαρις έθεσε το ζήτημα, αν τα κριτήρια παλαιοτέρων εποχών είναι δυνατόν να εφαρμόζονται αμετάβλητα στους νεωτέρους. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθουμε.

Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι πέρα από την περίπτωση του όντως (11) «υπέρ Χριστού» μαρτυρίου, το οποίο συνιστά καθ’ αυτό φανέρωση της θεώσεως, «ο άγιος κατά πάντα βίος» ως στοιχείο αγιότητας μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο με τη μαρτυρία εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται στην κατάσταση αγιοπνευματικού φωτισμού, διότι «ο πνευματικός ανακρίνει τα πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται» (Αʹ Κορ. βʹ 14).

Οι «πνευματικοί», οι έχοντες δηλαδή τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έχουν τη δύναμη να διακρίνουν τους πνευματοφόρους και συνεπώς να διαπιστώσουν την αγιότητα της καρδίας (12), και δεν αρκεί γι’ αυτό η απλή εξωτερική εκτίμηση ή η λαϊκή, με τη σύγχρονη αντίληψη, ετυμηγορία.

Το περισσότερο, όμως, αδύνατο, αλλά συνάμα και επικίνδυνο, κριτήριο στην αναγνώριση της αγιότητος είναι οι «εξέχουσες υπηρεσίες» προς την Εκκλησία, το οποίο είναι δυνατόν, ερμηνευόμενο κατάλληλα, να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. Η επιμονή της Ελλαδικής και Κυπριακής Εκκλησίας να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ Μαρτύρων της Πίστεως και Εθνομαρτύρων (13) είναι επιβεβαίωση των υπερβολών ή και καταχρήσεων, στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή αυτού τού κριτηρίου, υπερτονιζομένου μάλιστα εις βάρος των άλλων.

3. ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ, συνεχής και αμετάβλητη, συνείδηση είναι, ότι η αγιότητα αναγνωρίζεται με βάση τη φανέρωσή της από τον ίδιο τον Θεό, μέσω της διενεργείας (αυθεντικών) θαυμάτων.

Αυτό το κριτήριο είναι εκκλησιαστικά το ασφαλέστερο και επικρατέστερο στον χώρο της ορθόδοξης Αγιολογίας. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669) (14) παραδίδει συνοπτικά τη σχετική εκκλησιαστική εμπειρία.

«Τρία θεωρούνται -γράφει- μαρτυρούντα την (υπογράμμιση δική μας) εν ανθρώποις αγιότητα· πρώτον ορθοδοξία άμωμος· αρετών κατόρθωσις απασών, εν αίς έπεται η περί την πίστιν μέχρις αίματος προς την αμαρτίαν αντικατάστασις και, τέλος, η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών και θαυμάτων. Το πρώτόν εστι και εις σωτηρίαν αναγκαιότατον. Το δεύτερον εις αγιωσύνης χαρακτήρα. Αλλά και το τρίτον αναγκαιότατον καυτόν εις απόδειξιν» (15).

Το κείμενο αυτό, γραμμένο μετά από δεδομένη δυτική πρόκληση και διεπόμενο από τη σαφή βούληση να διασταλεί η ορθόδοξη πράξη από τη δυτική παραχάραξη, είναι σημαντικότατο για τη θεολογική πληρότητα και σαφήνειά του. Διαφοροποιεί αφενός την αληθή από την υποτιθεμένη («σεσοφισμένη», πρβ. Βʹ Πέτρου αʹ 16) αγιότητα και αφετέρου εντοπίζει την πιστοποίηση της αγιότητος στη θεία και όχι στην ανθρώπινη πλευρά. Προϋποθέτοντας τη διατύπωση αυτή του Πατριάρχου Νεκταρίου, επανέρχεται στο θέμα ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809), δίδοντας κατά τη γνώμη μας την τελική διατύπωση της εκκλησιαστικής πράξεως στο Νέον Μαρτυρολόγιόν του.

«Είναι γνώμη -γράφει- των διδασκάλων της Εκκλησίας μας, ότι των μεν Οσίων τα λείψανα δεν προσκυνούνται ως άγια, αν ο Θεός δεν αποδείξη δι αυτών θαύματα, ή το ολιγώτερον τα τιμήση διά της ευωδίας με το να μην είναι αποδεδειγμένα εις τους ανθρώπους η εν κρυπτώ πίστις και αγάπη αυτών εις τον Θεόν».

Είναι η τοποθέτηση τού Αγίου στο παραπάνω κριτήριο του «αγίου κατά πάντα βίου». Συνεχίζει όμως:

«Των δε Μαρτύρων τα λείψανα προσκυνούνται ως άγια και χωρίς θαυμάτων και ευωδίας (16), με το να γίνεται φανερά εις όλους διά της εμπράκτου αποδείξεως του μαρτυρίου η εις Θεόν τελεία αγάπη αυτών· των οποίων τούτων προηγουμένως, και φανερώς ευρισκομένων εις τους Μάρτυρας, ως παρακολουθήματα είναι πλέον τα θαύματα, και σχεδόν λογίζονται, όσον εις απόδειξιν, περιττά»  (17).

Δεν παύουν, δηλαδή, τα θαύματα να θεωρούνται άμεσα συνδεδεμένα με την αγιότητα, μολονότι στην περίπτωση της τιμής των Μαρτύρων δεν έχουν πρωταρχική αποδεικτική σημασία («σχεδόν περιττά»), αφού το μαρτύριο καθ’ αυτό συνιστά βεβαίωση του γεγονότος της θεώσεως (18).

Άλλωστε, τα αληθή λείψανα των όντως Αγίων συνιστούν μόνιμο θαύμα, με την υπέρβαση της φυσικής φθοράς και την αναστολή της φυσικής διαλύσεως του κυτταρικού συστήματος (19).

4. Η ΠΡΟΤΑΞΗ και έξαρση της «παρά θεού δόξης» στη φανέρωση της αγιότητας, συνιστά συνεχή παράδοση της Εκκλησίας μας, εκφραζομένη διαχρονικά στη θεολογική της γραμματεία. Θα περιορισθούμε σε χαρακτηριστικά δείγματα:

α) Ο ιστορικός Σωκράτης (5ος αι.), αναφερόμενος στην αγιότητα του Τριμυθούντος Σπυρίδωνος, παρατηρεί:

«… Ού την αρετήν επιδείξαι, την έτι κρατούσαν περί αυτού φήμην αρκείν ηγούμαι, την δε δι’ αυτού γενομένην, τα μέν πλείστα, ώς γεεικός, οι επιχώριοι ίσασιν».

Αλλά και για τον άγιο Δονάτο της Ευροίας Ηπείρου γράφει: «…ώ δή πολλά τε και άλλα τεθαυματουργήσθαι μαρτυρούσιν οι επιχώριοι» (20).

β) Η πράξη αυτή, που ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο στά χρόνια της Εικονομαχίας (21), συνεχίζεται στους μεταγενέστερους αιώνες.

Έτσι, στην περίπτωση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, η εις Αγιον αναγνώρισή του δεν περιορίζεται στη θαυμαστή θεολογική προσφορά του ή στην ασκητική βιοτή του, αλλά συγκεκριμένα στα θαύματά του.

Σημειώνει ο μαθητής και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος (Οικουμενικός Πατριάρχης, 1354/55, 1364/70):

«…Και στέργω και τιμώ τούτον ως άγιον από των θαυμάτων αυτού, ά μετά την ενθέδε προς Θεόν εκδημίαν ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον» (22).

γ) Αλλά και μετά την Άλωση συνεχίζεται η ίδια στάση. Παρατηρείται δε επίταση της εμφάσεως στο κριτήριο των θαυμάτων. Έτσι, στην περίπτωση της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, η πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεως της εκκλησιαστικής τιμής της σημειώνει:

«Επειδή της ημών μετριότητος συνοδικώς προκαθημένης εδηλώθη ασφαλώς, ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης […] ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοίς προσιούσιν ασθενέσι τε και δεομένοις θεραπείας την ίασιν δίδωσιν […] , έδοξεν ημίν…» (23).

Για τον άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας, η πατριαρχική πράξη παρατηρεί:

«Και εν τοίς καθ’ ημάς χρόνοις ευδόκησεν ο Θεός, οσίως θεαρέστως βιώσαντα τον […] θείον Γεράσιμον, τύπον γενέσθαι του κατά Χριστόν πολιτεύματος και θείας αρετής χαρακτήρα, ούπερ αι εν βίω αρεταί τε και κατορθώματα, ου μόνον υπ’ ανθρώπων θαυμάζονται και πανταχού κηρύττονται παρά των ειδότων, αλλά και υπό Θεού πολλώ μάλλον επιβεβαιούνται και επισφραγίζονται καθ’ εκάστην τοίς θαύμασιν, όσα εις ωφέλειαν των δεομένων και καταφυγόντων εις το θείον αυτού τέμενος η μεγαλόδωρος του αγαθαρχικού Πνεύματος απεργάζεται χάρις…» (24).

Το ίδιο ίσχυσε και στην περίπτωση του αγίου Διονυσίου Ζακύνθου (25).

δ) Για να έλθουμε δε στην εποχή μας, στην πατριαρχική πράξη ανακηρύξεως του αγίου Νεκταρίου Αιγίνης, δηλώνεται μεταξύ των άλλων:

«…και ζών δε και μετά θάνατον του χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς…». Καί: «…υπόψιν λαβόντες τον άγιον βίον και την αγίαν τελευτήν του Οσίου τούτου ανδρός, άμα δε και τα δι αυτού ενεργηθέντα και νύν δ’ έτι ενεργούμενα θαύματα» (26).

Γιά τον όσιο Ευγένιο τον Αιτωλό (1982), η πατριαρχική πράξη αιτιολογεί ως εξής την απόφασή της: «…πολλά δείγματα οσιότητος παρασχών» και «επιδόντες προς την οσίαν και θεάρεστον βιοτήν πολιτείαν και τας εξαιρέτους υπηρεσίας αυτού προς την Μητέρα Εκκλησίαν και την Ορθοδοξίαν» (27).

Είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, στις οποίες ο λόγος δεν είναι περί θαυμάτων, αλλά περί των υπηρεσιών προς την Εκκλησία. Βέβαια, το περιεχόμενο αυτών των υπηρεσιών πρέπει να σχετίζεται με την παρατήρηση τού ιδίου κειμένου: «συντελέσας τα μάλιστα εν τη αναδείξει πολλών νεομαρτύρων» (28).

Πολύ όμως περισσότερο από τις αποδείξεις των «επιστημόνων» τις οποίες επικαλείται η εξ Ελλάδος «γνωμοδότησις» (29), ισχύει, πιστεύουμε, η μαρτυρία του μοναχού και μαθητού εν ασκήσει τού Οσίου, Αναστασίου Γορδίου: «εγώ δε και προορατικού τούτον ισχυρισαίμην αν μετέχειν χαρίσματος» (30), η οποία όμως παραδόξως απουσιάζει από το πατριαρχικό κείμενο. Η ίδια έμφαση δίνεται στα θαύματα και στην περίπτωση του αγίου Παναγή (Μπασιά) (31), τού αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης (32), αλλά και του αγίου Μαξίμου του Γραικού, για τον οποίο το σχετικό έγγραφο-πρόταση του μακαριστού Άρτης Ιγνατίου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σημειώνει: «ανεδείχθη ομολογητής και εδοξάσθη εν θαύμασιν» (33).

5. ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ της παροχής «εξεχουσών υπηρεσιών» προς την Εκκλησία δεν απομονώνεται ποτέ στην εκκλησιαστική πράξη. Αυτό αποδεικνύει το ασίγητο στόμα της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, η ορθόδοξη Λατρεία.

Αντίθετα, και στην περίπτωση αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση δεν παύει να αναζητεί την άνωθεν επιβεβαίωση της αγιότητας τού συγκεκριμένου προσώπου. Η χαρακτηριστικότερη παρόμοια περίπτωση είναι ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την υμνογραφία της εορτής του, εκείνο που ουσιαστικά βάρυνε την κατάταξή του μεταξύ των Αγίων είναι η θεοπτική του εμπειρία (το όραμα τού σταυρού), η οποία δήλωνε την εκ μέρους τού Θεού εκλογή του:

«τύπον σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας…, όθεν δεξάμενος την γνώσιν τού Πνεύματος». Καί «ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος».

Παράλληλα δε προβάλλονται και τα απτά τεκμήρια της αγιότητός του: «ού η λάρναξ ιάσεις βρύει» (34).

Ανάλογα ισχύουν και για την αγία Θεοδώρα, σύζυγο του αυτοκράτορος Θεοφίλου, της οποίας το άφθαρτο ιερό λείψανο είναι τεθησαυρισμένο στον μητροπολιτικό Ναό της Κερκύρας. Η ένταξή της στον χορό των Αγίων δεν στηρίζεται μόνο στη σημαντική φιλορθόδοξη ενέργειά της τού 843, ούτε στα οσιακά τέλη της, αλλά και στην ενοικούσα στο ιερό λείψανό της χάρη, φανέρωση της οποίας είναι η αφθαρσία και τα θαύματά του: «η θήκη, θεόστεπτε, των σών αγίων λειψάνων, πλήρης ούσα χάριτος, καταφλέγει δαίμονας» (35). σημειώνεται στην ακολουθία της.

Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι η πίστη στη φανέρωση της αγιότητας μέσω των θαυμάτων έχει αναπτύξει ιστορικά μια σθεναρά δυναμική στον χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας, η οποία, ως γνωστόν, διασώζει αποτυπωμένα στην ιστορική της μνήμη, αλλά και στις πρακτικές της, πολλά ησυχαστικά στοιχεία. Είναι, έτσι, ευρύτατα διαδεδομένη στον ορθόδοξο λαό η πίστη, ότι «ο Άγιος, αν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται».

Πρόκειται για παροιμία, η οποία σε διάφορες παραλλαγές απαντά -τόσο στην κυριολεκτική όσο και μεταφορική της σημασία- όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στους άλλους ορθοδόξους λαούς, όπως ακόμη και στη Δύση, κάτι που βεβαιώνει την αρχαιότητα αυτής της πεποιθήσεως και το βαθύρριζό της (36).

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, θα παρατηρήσουμε ότι η αισθητή αλλοίωση των εκκλησιαστικών κριτηρίων στους τελευταίους αιώνες, λόγω των συνεχών και ισχυρών έξωθεν επιρροών, δικαιώνει τη στάση τού Ιεροσολύμων Νεκταρίου στο θέμα της αναγνωρίσεως της αγιότητας. Η θεολογική δε τοποθέτησή του βρίσκει και την απόλυτη κατάφαση τού μεγάλου Ευγενίου Βουλγάρεως.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδοχή της αγιότητας θεωρούν και οι δύο τα θαύματα, «την των σημείων επίδειξιν», εξηγούν δε τον λόγο:

«Καίτοι τοίς πάλαι, ειλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, ου πάνυ τούτο αντεξητάζετο, αλλά τοίς καθ ημάς χρόνοις της πονηρίας, ήδη και τα θαύματα παραπλαττούσης και τας αρετάς τη υποκρίσει μάλλον κιβδηλευούσης, και λίαν θηρεύομέν τε και απαιτούμεν και εις κρίσιν καλούμεν» (37).

Με βάση δε αυτή την προϋπόθεση -κυρίως- τόσο ο Πατριάρχης Νεκτάριος, όσο και ο Βούλγαρις, απορρίπτουν τα δυτικά λείψανα, αρνούμενοι συνάμα την ύπαρξη αληθινής αγιότητας στη Δύση μετά το σχίσμα. Αυτό, όμως, τι άλλο σημαίνει παρά άρνηση της δυνατότητας υπάρξεως αγιότητας εκεί, όπου χάνονται τα ορθά κριτήριά της, ο αγιοπνευματικός φωτισμός και η θέωση;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Κατά την τελευταία τριετία αναγνωρίσθηκαν ως Άγιοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Παναγής (Μπασιάς) (4.2.1986), Αρσένιος ο Καππαδόκης (11.2.1986), Μάξιμος ο Γραικός (31.5.1988), ο Ευστάθιος και ο Συμεών, Αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης (10.6.1988), έχουν δε υποβληθεί προτάσεις για νέες ανακηρύξεις (ως π.χ. τού οσίου Σάββα τού εν Καλύμνω ασκήσαντος). Εννέα νέους Αγίους κατέταξε στο Αγιολόγιό της η Ρωσική Εκκλησία (1988), με την ευκαιρία τού εορτασμού της χιλιετηρίδος της εισόδου της στην Ορθοδοξία. Βλ. Information aus der Orthodoxen Kirche, Sondernummer 11.1988. Celebration of the Millennium of the Baptism of Russ. Στις σσ. 124-129: Brief lives of the Saints canonized by the Local Council of the Russian Orthodox Church of 1988. Οι νέοι Άγιοι και οι λόγοι της ανακηρύξεώς τους είναι:

α) Ο μέγας πρίγκηπας Δημήτριος Ντονσκόϊ (1350-1389) («is glorified as a national Saint in recognition of his services to the Church and the Nation»).

β) Αντρέϊ Ρουμπλιώφ (1360-1400) («…in recognition of his saintly life, witnessed by his contemporaries and his feat of icon-painting,through which he proclaims to men to the day the truth…»).

γ) Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) («…in recognition of his saintly life and miracles worked by him»).

δ) Μητροπολίτης Μακάριος (1482-1563) («…in recognition of his saintly life witnessed by many of his contemporaries, his gift of prophetic vision and great services for the Russian Church»).

ε) Αρχιμανδρίτης Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) («…for his holy, ascetic life, as a great man of prayer and teacher of the Jesus prayer, who revived in modern monasticism the salvific feat of the starchestvo and as a religious writer, who painted out in his works the path of spiritual rebirth for all seeking salvation»).

στ΄) Ξένη Γρηγορίεβα [Γρηγορίεβνα] (1732- αρχές τού 19ου αι.) («…the light of christian love that was kindled by the blessed ascetic life during her earthly life is shining ever more radiantly to us after demise»).

ζ) Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ (1807-1867) («…for the sanctity of his life, which is revealed in his works written in the spirit of truly orthodox patristic tradition»).

η) Στάρετς Αμβρόσιος (1812-1891) («for the holiness of his life, which was manifest in efficatious love of his fellow man, humility, sagacity and miracle-working, and also for the profound veneration of him by the orthodox people»).

θ) Θεοφάνης Γουόροφ [Γκόβορωφ] (1815-1894) («…as an ascetic of the faith and piety, who laboured extensively and expounding in his works the christians path to eternal life»). Τη διαδικασία της ανακηρύξεως των νέων Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας ελέγχει έμμεσα ο καθηγητής κ. Ευάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «Εκκλησία» (αρ. 14/1.10,1988, σ. 515, σημ. 51. Πρβλ. περιοδικό «Επίσκεψις» αρ. 398/10.5.1988, σ. 8). Αντιρρήσεις όχι μόνο για την τηρηθείσα διαδικασία, αλλά και για την αγιότητα μερικών από τους νέους Αγίους, διατυπώθηκαν σε ελληνικά θρησκευτικά έντυπα, όπως εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» (αρ.794/17.6.1988). Ο θεολόγος Αθαν. Σακαρέλλος σε άρθρο του μιλεί για «προσπάθεια εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης» και κριτήρια «ελάχιστα θεολογικά». Επίσης για «σκοπιμότητα» και «νόθευση τού Αγιολογίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

  1. Για τη σημασία τού όρου «Άγιος» στην αρχαία Εκκλησία βλ. H. Delehaye, Sanctus, Bruxelles 1927. M. R. Asting, Die Heiligkeit im Urchristentum, Gottingen 1930, σ.202 ε. Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Αθήναι 1955, σ. 6 ε., όπου και βιβλιογραφία. Γιά τα ευρύτερα προβλήματα της ανακηρύξεως Αγίων βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις κατά της τιμής των Αγίων εν τή αρχαία Εκκλησία και τα αίτια αυτών, Αθήναι 1956.
  2. Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δʹ (15) 88, P.G. 94, 1164B-1168C.
  3. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, P.G. 91, 1144ΑΒ. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 31.
  4. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 27.
  5. Πρβ. Ιω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 25.
  6. Αμ. Αλιβιζάτου, Η αναγνώρισις των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Θεολογία» ΙΘʹ (1941-48), σ. 44. Πρβλ. και σ. 36: «Σύσσωμος η Εκκλησία, κλήρος και λαός, εν αδιασπάστω ομοφωνία και άνευ τυπικών και οργανωτικών πράξεων, ανεγνώριζον την αγιότητα των τιμωμένων, η δε πάνδημος αύτη αναγνώρισις απετέλει οιονεί και την επικυρωτικήν και καθιερωτικήν πράξιν της των μαρτύρων και αγίων εν τη Εκκλησία ανακηρύξεως». Πρβ. παρουσίαση τού ίδιου θέματος στου Χρυσ. Παπαδοπούλου, Περί της ανακηρύξεως Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία» ΙΒʹ (1934), σ. 331-335 και Μητροπολίτου Δέρκων Κωνσταντίνου (Χαρισιάδου), Η αναγνώρισις Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία κατά την τάξιν τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, «Επιστημονική παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης», τόμ. Αʹ, Αθήναι 1987, σ. 225-241. Πέρα από την παλαιότερη βιβλιογρφία, που δίνει ο Αλιβιζάτος, βλ. και Μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου, Περί αναγνωρίσεως των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, «Θεολογία» ΚΖʹ (1956), σ. 609-615.
  7. Βλ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως προς Πέτρον τον Κλαίρκιον, Περί των μετά το σχίσμα Αγίων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και των γινομένων εν αυτή Θαυμάτων, Αθήνησι 1844, σ. 6.
  8. Βλ. παραπάνω, σημ. 7.
  9. Οπ. π., σ. 45/6.
  10. Για το μη αποδεκτό από Εκκλησία μαρτύριο των αιρετικών και ως ψευδές θεωρούμενο βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις…, όπ. π., σ. 22 ε.ε.
  11. Πρβ. Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλίαι πνευματικαί 50, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Θεσσαλονίκη 1985 (εκδ. Νικ. Τσιομεσίδη). Ομιλ. Θʹ, 8, σ. 166: «Ο πνευματικός πάντας ανθρώπους ανακρίνει κατά το γεγραμμένον, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί και που έστηκε και εν ποίοις μέτροις εστίν. Αυτόν δε ουδείς ανθρώπων των εχόντων το πνεύμα τού κόσμου γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιον της θεότητος πνεύμα γιγνώσκει τον όμοιον…».
  12. Βλ. σχετικά με το θέμα αυτό στού Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Οι Νεομάρτυρες και το δούλον Γένος, Αθήναι 1974, σ. 24 ε.ε. Για τον ευρύτατο περί Νεομαρτύρων προβληματισμό βλ. στά «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου», εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986) Θεσσαλονίκη 1988.
  13. Βλ. για το πρόσωπο, το άρθρο τού Ν.Ε. Τ(ζιράκη), στή Θ.Η.Ε., τόμ. Αʹ (1966), στ. 396/7.
  14. Πρός τας προσκομισθείσας θέσεις παρά των εν Ιεροσολύμοις φρατόρων διά Πέτρου τού αυτών μαίστορος, Περί της αρχής τού Πάπα αντίρρησις, Ιάσιον 1682, σ. 201 ε., 209 ε. Πρβ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως…, όπ. π., σ. 20 ε., 112 ε.
  15. Πρβ. το μελέτημα τού Αθαν. Παρίου, Περί Νεομαρτύρων: Ότι είναι Άγιοι και πρέπει να τιμώνται ως τοιούτοι, πριν ή εκδοθεί επικυρωτική απόφανσις της Διοικούσης Εκκλησίας.
  16. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Αθήναι 1963, σ. 24 σημ.
  17. Βλ. στου Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων…, όπ. π., σ. 9 ε.
  18. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά. Ομιλία ΚΕʹ, τή Κυριακή των αγίων Πάντων, παρ. 6: «τις λόγος αξίως εξείποι την εν ταίς σοροίς των αγίων και τοίς λειψάνοις των οστών παρά Θεού δόξαν, παντί χρόνω συμπαρατεινομένων, την αναδιδομένην εκ τούτων ιεράν ευωδίαν, τα πηγάζοντα μύρα, τα χαρίσματα των ιαμάτων, τα ενεργήματα των δυνάμεων, τας πολυειδείς και σωτηρίους ημίν εν τοιούτοις επιφανείας;». (Απαντα τα έργα, έκδ. Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1985, τόμ. 10, σ. 134). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίνει τή Θεολογική ερμηνεία της θαυματουργίας των ιερών λειψάνων με τον ακόλουθο τρόπο: «Καθάπερ γάρ κοινή εστί σώματος και ψυχής η τού ενανθρωπήσαντος Λόγου τού Θεού θεότης, διά μέσης ψυχής θεώσασα την σάρκα, ως και Θεού έργα εκτελείσθαι δι αυτής, ούτως επί των πνευματικών ανδρών η τού Πνεύματος χάρις, διά μέσης ψυχής προς το σώμα διαπορθμευομένη, πάσχειν και αυτώ τα θεία δίδωσι και μακαρίως συμπάσχειν τή ψυχή τα θεία πεπονθυία… Προελθόν ούν εις την μακαρίαν ταύτην εντελέχειαν και σώμα θεουργεί… ού τεκμήριον εναργές αι των αγίων θαυματοποιοί σοροί».

(Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 2, 12).

  1. Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΑʹ, P.G. 67, 885 και Ζʹ P.G. 67, 1497.
  2. Βλ. τα Πρακτικά τού J.D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio, τόμ. 12 και 13 (Graz 1960).
  3. «Τόμος Συνοδικός» ανακηρύξεως σε άγιο Γρηγορίου τού Παλαμά, P.G. 151, 711. Πρβ. Φιλοθέου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών

Γρηγόριον, Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν, P.G. 151, 648/9.

  1. Βλ Τζέρπου, Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Παρακλητικός Κανών, Βίος και έργον, Αθήναι 19882, σ. 10.
  2. Πρωτοπρ. Κων. Γ. Γκέλη, Ο Αγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας, Αθήναι 19782, σ. 113-4. Πρβ. σ. 110.
  3. Το λείψανόν του «πνέον υπερφυούς ευωδίας και μύρα βλύζον ιαματικά και σωτήρια». Η πατριαρχική πράξη μιλεί περί «ανδρός τα μάλιστα κατ αρετήν πολλούς των πρότερον διαπρεψάντων υπερελάσαντος και θείων δωρεών δαψιλεία

χάριτος ευπορήσαντος, το τε διορατικόν χάρισμα εκ περιουσίας καταπλουτήσαντος…». Χαρακτηρίζεται δε «αυτουργός θαυμάτων πολλών και παραδόξων» ήδη εν ζωή.

(Βλ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη, Μητροπολίτου Ζακύνθου, Ο Άγιος Διονύσιος, Ζάκυνθος 1987, σ. 71, 69, 70).

  1. Ακολουθίαι και Βίος τού εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου, επισκόπου Πενταπόλεως τού θαυματουργού… υπό Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου,

Αθήναι 1976, σ. 9.

  1. Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Βίος και έργον. Η εις άγιον ανακήρυξις αυτού. Ασματική ακολουθία, Αθήναι 1983, σ. 105/106.
  2. Στό ίδιο, σ. 105
  3. Στο ίδιο, σ. 98.
  4. Στο ίδιο, σ. 88.
  5. Πρωτοπρ. Κων. Γκέλη, Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς. 1801-1888, Αθήνα 1979, σ. λʹ. Στην πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεώς του (αρ. πρωτ. 91/4.2.1986)

σημειώνεται: «Εστιν ότε δε σημείοις και θαύμασιν, οίς εμαρτυρήθη παρά Θεού, αυτόν (= τον λαόν) ευεργετών».

  1. Βλ. έγγραφο τού Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αριθμ. πρωτ. 567/16.12.1987: θαυματουργός βάσει

παλαιών μαρτυριών (Ευδ. Τσολάκη, Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 72/3).

Κατά το ίδιο έγγραφο, «η μαρτυρία τού λογιωτάτου και εν αγίοις Πατρός ημών Μιχαήλ τού Αθηνών (βλ. Σπ. Λάμπρου, «Νέος Ελληνομνήμων», 13-1916, σ. 361) θα ήρκει να πιστοποιήση, ότι ο Θεός κατέταξε τον Ευστάθιον εν τοίς Αγίοις αυτού και ο χριστώνυμος λαός εβεβαιώθη περί της αγιότητος αυτού διά πολλών θαυμάτων».

  1. Βλ. το έγγραφο τού Αρτης Ιγνατίου από 10 Ιουλίου 1986 προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ανακήρυξη σε άγιο τού Αγίου Μαξίμου (αριθμ. πρωτ. 793).
  2. Βλ. την Ακολουθίαν του στό Μηναίο (21η Μαίου), έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  3. Βλ. Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών, Ασματική Ακολουθία και Βίος της αγίας θεοστέπτου Βασιλίδος Θεοδώρας της Αυγούστης, της στερεωσάσης την Ορθοδοξίαν, Κέρκυρα 19666, σ. 17, 23.
  4. Νικολάου Πολίτου, Παροιμίαι, τόμ. Αʹ, Αθήναι 1965, σ. 216 ε.ε.
  5. Επιστολή Ευγενίου τού Βουλγάρεως, όπ. π., σ. 113.

Αγιότητα – Ένα λησμονημένο όραμα, Αθήνα 2001, σελ. 45-57.

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον (www.egolpion.com)

Συνεχίστε την ανάγνωση