Τα μνημόσυνα και η ωφέλειά τους

Μία αρχαία και σταθερή παράδοσις της Εκκλησίας μας είναι η δέησις για τους νεκρούς. Η διήγησις του Ιερού Ευαγγελίου για την Θεία και φρικτή Μεταμόρφωση του Κυρίου παρουσιάζοντας μας τον Μωυσή και τον Ηλία, καθώς και η παραβολή του Λαζάρου και του πλουσίου, μας δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διαθέτουν τέλεια συνείδηση.

03 psixosabbatoΗ ζωή περνώντας από τον θάνατο συνεχίζεται. Αυτοί που φεύγουν διατηρούν την πνευματική τους επικοινωνία με τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται στη δια μέσου της κοινής αγάπης στο Χριστό. Αυτή η αγάπη συνδέει σε ένα σύνολο τους πιστους. τους συνδέει διότι η Εκκλησία είναι μία και έχει κεφαλή της το Χριστό. Σώμα της Εκκλησίας είμαστε εμείς που πιστεύουμε και ξεχωριστά κάθε ένα μέλος του σώματος αυτου.

   Ο Θάνατος μόνον αισθητά αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ εκείνων που πέθαναν και εκείνων που ζουν. «Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε, ανήκουμε στον Κύριο».

Η Εκκλησία διαιρείται σε Θριαμβεύουσα και Στρατευομένη (Ρωμ. 14,7-8)

Στην Θριαμβεύουσα ανήκουν εκείνοι που τελείωσαν νικηφόρα τον αγώνα τους στην επίγεια ζωή και αναμένουν τον στέφανο της δικαιοσύνης «εν εκείνη τη ημέρα».

Στην Στρατευομένη ανήκουν εκείνοι που ακόμη αγωνίζονται εναντίον της αμαρτίας για να φθάσουν στην τελείωση. Τα μέλη της Θριαμβεύουσας και της Στρατευομένης Εκκλησίας έχουν μία άρρηκτη σχέση μεταξύ τους.

Όσοι βρίσκονται στον ουρανό δεν αδιαφορούν για εκείνους που βρίσκονται ακόμη στην παρούσα ζωή. «Ο επίγειος Θάνατος, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταστρέφει την σχέση του πιστου με την Εκκλησία. Δεν τον ξεχωρίζει από τα άλλα εν Χριστώ  συμμέλη του».

Άλλωστε η αγάπη είναι αιωνία όπως και οι ψυχές. Από τις πολλές μαρτυρίες που υπάρχουν στην Αγία Γραφή, αλλά και προπαντώς στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία και Παράδοση, πληροφορούμαστε ότι υπάρχει αμοιβαία πνευματική επικοινωνία και συμπαράσταση με την αγάπη και την προσευχή υπέρ αλλήλων μεταξύ των μελών της ουράνιας και επίγειας Εκκλησίας, διότι όλοι μαζί αποτελούμε «μία κοινωνία αγίων». Όσοι εξήλθαν και όσοι ζούμε ακόμα στον Κόσμο αυτό βρισκόμαστε σε μυστική και υπερφυσική κοινωνία ζωής, προσευχής και αδελφικής αγάπης μεταξύ μας. Με τον δεσμό αυτό οι μεν βοηθούν τους δε. Έτσι όρισε η αγάπη του Θεού, θέλοντας ο ένας να σωθεί με την βοήθεια του άλλου.

Πάνω στη σχέση αυτή βασίζονται τα μνημόσυνα της Εκκλησίας μας, η οποία ανέκαθεν τα επιτελούσε και προσευχόταν για τους κεκοιμημένους. Αν δεν ωφελούσαν, δεν θα τα επιτελούσε και δεν θα εδέετο για τους κεκοιμημένους.

Μαρτυρίες περί των ιερών Μνημοσύνων 

Α. Από την Αγία Γραφή:

1. Από την Παλαιά Διαθήκη

Την πρώτη αναφορά την έχουμε στο βιβλίο του Νεεμία, όπου οι Ισραηλίτες παρακάλεσαν τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες των προκεκοιμημένων Πατέρων τους.«Την εικοστή τέταρτη μέρα του ιδίου μήνα, άρχισαν οι Ισραηλίτες νηστεία. Φορούσαν πένθιμα ρούχα και έριχναν χώμα στο κεφάλι τους. Αυτοί είχαν χωρισθεί από όλους τους μη Ιουδαίους που υπήρχαν στην περιοχή τους και είχαν συγκεντρωθεί για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Επί τρεις ώρες στέκονταν όρθιοι και άκουγαν την ανάγνωση από το βιβλίο του νόμου του Κυρίου του Θεού τους για να του ζητήσουν συγχώρεση» (Νεεμίας 9,1-5)

   Στο βιβλίο Β’ Μακκαβαίων 12,36-45 αναφέρεται το εξής περιστατικό: Σε μια μάχη του Ιούδα με το Γοργία φάνηκε νικητής ο Ιούδας, πλην όμως είχε και νεκρούς. Μετά την μάχη «την επόμενη μέρα ήρθαν επειγόντως οι άνδρες του Ιούδα να μεταφέρουν τα πτώματα των σκοτωμένων και να τα θάψουν μαζί με τους συγγενείς τους στους τάφους των προγονών τους. Κάτω όμως από τα ρούχα του κάθε νεκρού βρέθηκαν μικρά ειδώλια των Θεών της Ιάμνειας, πράγμα που απαγορεύεται αυστηρά από τον Ιουδαϊκό νόμο. Έτσι έγινε σε όλους φανερό ότι αυτοί σκοτώθηκαν εξ αιτίας αυτών των αντικειμένων… Ο γενναίος Ιούδας κάλεσε τον λαό να μην αμαρτήσουν πλέον… κατόπιν συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άνδρα και έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτηςει μία θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας αυτής. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών. Διότι αν δεν πίστευε ότι πρόκειται να αναστηθούν και αυτοί, θα ήταν περιττό και ανόητο να προσεύχεται γι’ αυτούς. Έτσι έκαναν την θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι να απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει».

2. Από την Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη αναφέρει ο Απόστολος Παύλος για τον Ονήσιμο που είναι ήδη νεκρός, στην Β’ προς Τιμόθεον επιστολή: «Είθε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να δώσει να βρει έλεος από τον Κύριο και Πατέρα την ημέρα εκείνη τις Δευτέρας Παρουσίας» (Β’ Τιμ. 1,18).

Υπάρχουν λοιπόν σαφή χωρία της Αγίας Γραφής που αναφέρονται στην προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων.

Γι’ αυτό και τα μνημόσυνα συναντώνται από τους πρώτους αιώνες στη ζωή της Εκκλησίας μας. Και τούτο, διότι, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, ζωντανοί και νεκροί είμαστε «σώμα Χριστου και μέλη εκ μέρους» (Α’ Κορ. 12,27). Αυτά από το χώρο της Αγίας Γραφής.

Β. Από την Ιερά Παράδοση 

Ι. Πατέρες της Εκκλησίας 

Πλούσιες όμως είναι οι πληροφορίες που έχουμε από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας.
1. Οι Αποστολικές Διαταγές, ένα από τα αρχαιότερα βιβλία της Εκκλησίας μας, διδάσκουν ότι πρέπει να τελούνται για τους νεκρούς τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά και ενιαύσια μνημόσυνα.

2. Ο Τερτυλλιανός, το 200 μ.Χ., ένας από τους αρχαιότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μνημονεύει συνέχεια των Λειτουργιών που εγένοντο υπέρ των κεκοιμημένων και ιδιαιτέρως στο βιβλίο του “Περί στεφάνου”.

3. Ο ιερομάρτυς Κυπριανός, το 250 μ.Χ., σε μία του επιστολή μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί θεωρούσαν βασικό τους καθήκον να προσφέρουν για τους κεκοιμημένους θυσίες και προσευχές.

4. Ο Ιστορικός Ευσέβιος περιγράφοντας την μεγαλοπρεπή κηδεία του Μ. Κωνσταντίνου στο ναό των Αγ. Αποστόλων, αναφέρει ότι το σκήνος της μακαρίας ψυχής ήτο «συναγελαζόμενον τω του Θεού λαώ, θεσμών τε θείων και μυστικής λειτουργίας αξιούμενον».

5. Ο αγ. Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-337 μ.Χ.), τελούσε καθημερινά Θεία Λειτουργία για τον Ουλεντιανό, τον Θεοδόσιο και τον Σατύρο.

6. Ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) αφού εκθέτει την κηδεία της μητέρας του, αναφέρει ότι ενώ το σώμα της ευρίσκετο ακόμη στον τάφο προσφερόταν «κατά το ειωθός ή θυσία της ημετέρας απολυτρώσεως». Διότι, καθώς σημειώνει ο ίδιος παρακάτω, η ίδια η μητέρα του δεν θεωρούσε τίποτε άλλο τόσο σπουδαίο πράγμα, όσο το να αναφέρεται το όνομα της την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Επίσης έγραψε ολόκληρο βιβλίο υπέρ των κεκοιμημένων με τον τίτλο «De curra pro mortuis».

7. Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων «μνημονεύομεν και των κεκοιμημένων, πρώτον Πατριαρχών, Αποστόλων, Προφητών, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ευχαίς αυτών και πρεσβείαις προσδέξηται ημών την δέησιν».

8. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έχει κάνει ολόκληρη πραγματεία με τίτλο «Υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων».

9. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά: «Δεν νομοθετηθήκαν αυτά τυχαία από τους θείους Αποστόλους, το να θυμούμαστε δηλαδή αυτους που έφυγαν από τη ζωή αυτή κατά την διάρκεια των φρικτών μυστηρίων, γνωρίζουν ότι από αυτό προκύπτει πολύ κέρδος, μεγάλη ωφέλεια» (ΕΠΕ 21,440).

10. Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιάκωβος, το 1520 μ.Χ., όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο, παρήγγειλε στους μαθητές του, να του κάνουν τα μνημόσυνα κατά την τάξη της Εκκλησίας.

11. Και για να αναφερθούμε στον άγιο του αιώνα μας, τον Άγιο Νεκτάριο, έχει γράψει ολόκληρη πραγματεία με θέμα: «Περί αθανασίας της ψυχής και περί Ιερών μνημοσύνων», όπου με πλήθος πατερικών χωρίων και περιστατικών από τους βίους των αγίων της Εκκλησίας μας, αποδεικνύει την ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

ΙΙ. Από τις Θείες Λειτουργίες

Σε όλες τις θείες Λειτουργίες αναφέρονται ευχές για τους κεκοιμημένους.

Στην αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου αναφέρεται για τους κεκοιμημένους η εξής ευχή: «Και τούτων (για τους όποιους πρόσφερε ο ιερεύς την Θεία Λειτουργία κι προσευχήθηκε) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων σου σκηναίς… Αυτάς μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας ουρανών αξίωσον». 

Στην Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου μετά την ανάμνηση των Αποστολών, Προφητών, κ.λ.π. αναφέρονται τα εξής:«Μνήσθητι Κύριε, ο Θεός τών πνευμάτων και πάσης σαρκός, ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν ορθοδόξων, εκεί αυτους ανάπαυσον… Δος γενέσθαι την προσφοράν ημων ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην έν Πνεύματι άγίω, εις έξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και’ των του λαού άγνοημάτων και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών».

Στην Θεία Λειτουργία του αγίου Κλήμεντος, μαθητού του αποστόλου Πέτρου αναφέρεται: «Έτι δεόμεθά σου Κύριε, και υπέρ της αγίας σου Εκκλησίας της από περάτων έως Περάτων… και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα» (ο Διάκονος προτρέπει τον λαό να δεηθή μαζί με τους ιερείς «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»).

Επίσης στις Θείες Λειτουργίες του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου γίνεται λόγος για τους κεκοιμημένους: «…μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». 

ΙΙΙ. Τα Δίπτυχα τις Εκκλησίας

Οι προσευχές για τους κεκοιμημένους είναι Αποστολική Παράδοσις και φαίνεται από τα Δίπτυχα της Εκκλησίας.

Τι είναι τα Δίπτυχα;

Είναι δύο σανίδια ενωμένα μεταξύ τους, όπως οι πλάκες που είχε ο Μωυσής στις οποίες ήταν γραμμένος ο Δεκάλογος. Στα Δίπτυχα ήταν γραμμένα τα ονόματα των Ορθοδόξων. Σύμφωνα με την απόφαση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και δη μετά το «Άξιων έστιν» ή το «Επί σοι χαίρει Κεχαριτωμένη…» ο Διάκονος μνημόνευε τα ονόματα τα οποία ήταν γραμμένα στα Δίπτυχα. Αυτή η τάξις και σήμερα τηρείται στο Άγιο Όρος.

Τα Δίπτυχα ήσαν τριών ειδών: Δίπτυχα αγίων, Δίπτυχα των ζώντων και Δίπτυχα των κεκοιμημένων.

Τα δίπτυχα των αγίων υπάρχουν από την εποχή του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Τα Δίπτυχα των κεκοιμημένων είναι και αυτά αρχαιότατα και αναφέρονται στην Θ. Λειτουργία του ευαγγελιστού Μάρκου.

Στα Δίπτυχα των ζώντων ήσαν γραμμένοι οι Αρχιερείς και οι αυτοκράτορες και όσοι ήταν στα αξιώματα και στις εξουσίες, και προ πάντων όσοι βοήθησαν στην Εκκλησία εκείνη, και γενικά όλος ο λαός. Αυτά τα δίπτυχα εφυλάσσοντο με μεγάλη ακρίβεια στο Ιερό από τους ιερουργούντες. Η ακρίβεια αυτή της διαφυλάξεως των Διπτύχων οφείλετο στο ότι από εδώ φαίνεται ότι έπρεπε οι άγιοι της Εκκλησίας να δοξάζονται ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να καταδικάζονται οι αιρετικοί ως αποστάται, και να μνημονεύωνται «οι εν πίστει τελειωθέντες, ων ο Κύριος γινώσκει τα ονόματα».

Τις ευχές υπέρ των κεκοιμημένων και τις δεήσεις και συνεπώς τα μνημόσυνα, τα υποστηρίζει ή αδιαφιλονίκητη Αποστολική παράδοσις, από την οποία παραλάβαμε να ευχόμαστε στην Προσκομιδή των Τιμίων Δώρων υπέρ των κεκοιμημένων και να τοποθετούμε τις μερίδες τους ενώπιον του Αγίου Άρτου, κοντά στις μερίδες των ζώντων και κατόπιν μερίδες ζώντων και κεκοιμημένων να τοποθετούνται στο Άγιο Ποτήριο, όπου το Πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού θα επισπάση τον αγιασμό και την απολύτρωση, ενώ ο ιερεύς λέγει «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αιματί σου τω Αγίω• πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των αγίων. Αμήν».

ΙV. Οι Ομολογίες Πίστεως (16ος-17ος αιων.)

1.Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας(1589-1639)

Στην Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας αναφέρονται τα εξής που αφορούν κυρίως το θέμα μας:

«Επενόησε η Εκκλησία του Χριστού να προσφέρει ευχές και ικεσίες για τους κεκοιμημένους, ώστε με τις προσευχές αυτές που αναπέμπει στον Θεό ή να απαλλάξουν τελείως από τα δεινά που τους κατέχουν, η να βρουν κάποια άνεση και παρηγοριά στην φυλακή που βρίσκονται οι ψυχές τους. «Ευχόμεθα, λέγει, ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την πρώτη ημέρα, την τρίτη, την ενάτη, την εικοστή, την τεσσαρακοστή, κατόπιν μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά ένα χρόνο• και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς κείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τους νεκρούς που κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά που προσφέρεται η θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

2. Ομολογία Πέτρου Μογίλα, Πατριάρχου Μόσχας(1596-1646)

Αναφέρονται τα εξής στην Ομολογία αυτή: «Μεταμελείας και ευεργεσίας καιρός ουκ εστί μετά την ενθένδε αποβιώσαν• από τα οποία λόγια γίνεται φανερών, πώς υστέρα από τον θάνατον• η ψυχή δεν μπορεί να ελευθερωθεί ή να μετανοήσει και να κάμει τίποτες έργων οπου να λυτρωθεί από των δεσμών του Άδου• μόνον αι Θείε Λειτουγίαι, αι προσευχαί και έλεημοσύναι όπου γίνονται δι’ αυτήν από τους ζώντας, εκείνα την ώφελούσι πολλότατα και από τα δεσμά του Άδου την ελευθερούσιν». 

Ερμηνεύοντας το χωρίο Λουκά. 12,5• «Φοβήθητε τον εξουσίαν έχοντα βαλείν εις την γεννάν» γράφει• «Ουκ είπε τον μετά το αποκτείναι βάλλοντα εις την γεννάν, αλλά εξουσίαν έχοντα βαλείν (δηλαδή, δεν είπε μετά τον θάνατο να την βάλη στη γέεννα, αλλά ότι μπορεί να την βάλη)• διότι δεν βιάζονται στη γέεννα οπωσδήποτε οι αμαρτωλοί που πεθαίνουν, αλλά αυτό βρίσκεται στην εξουσία του Θεού• ώστε και η συγχώρεσης βρίσκεται και αυτή στην εξουσία του Θεού. Και αυτό το λέω για τις προσφορές και τις ελεημοσύνες που γίνονται για τους κεκοιμημενους, οι οποίες ωφελούν πολύ και αυτούς ακόμη που πέθαναν μέσα σε βαρεία αμαρτήματα. Διότι μετά τον Θάνατο δεν τις βάζει στην γέεννα τις ψυχές, αλλά έχει την εξουσία να τις βάλλει στη γέεννα. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν εμείς να παρακαλούμε αυτόν που έχει την εξουσία να βάλη τις ψυχές στη γέεννα, αλλά δε χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία, αλλά και μπορεί να συγχωρήσει».

3.Ομολογία Δοσθέου Νοταρά, Πατριάρχου Iεροσολύμων(1641-1707)

Το έτος 1672 έγινε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος όπου συζητήθηκε και το Θέμα των μνημοσύνων. Από εδώ μπορούμε να αντιληφθούμε και το μέγεθος του ζητήματος, ότι δηλαδή δεν είναι μία απλή παρένθεσης μέσα στα Θέματα της πίστεως, όταν μία Τοπική Σύνοδος αναγκάζεται να λαβή θέση επ’ αυτού. Στην Ομολογία λοιπόν του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, στο 18ο όρο αναφέρονται τα εξής: «Πιστεύουμε ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων ευρίσκονται ή σε άνεση ή σε οδύνη, ανάλογα με τα έργα τα οποία έκανε καθένας…» … « Ελευθερούσθαι δε δια της άκρας αγαθότατος δια της δεήσεως των Ιερέων, δια ευποιών, δια των απηχουμένων ένεκα οι έκαστου συγγενείς επιτελούσι, μεγάλα μάλιστα δυναμένης της αναίμακτου Θυσίας, ιδίως υπέρ των κεκοιμημένων συγγενών έκαστος και κοινώς υπέρ πάντων η Καθολική και Αποστολική οσημέραι ποιεί Εκκλησία». Εννοείται βεβαία ότι δεν γνωρίζουμε τον χρόνο της απαλλαγής. Και συμπληρώνει: «Ότι γαρ γίνεται ελευθερία των τούτων από των δεινών και προ της κοινής αναστάσεώς τε και κρίσεως είδαμεν και πιστεύομεν, πότε δε αγνοούμεν». Με απλά λόγια• «Το ότι αυτοί – ελευθερώνονται από τα δεσμά τους και πριν από την κοινή ανάσταση και κρίσι, το γνωρίζουμε και το Πιστεύουμε, πότε όμως το αγνοούμε.

V. Οι βίοι των αγίων

Aπό τους βίους των αγίων πληροφορούμαστε την ωφέλεια  που προκύπτει από τα μνημόσυνα.

Στον βίο του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου αναφέρεται το εξής περιστατικό: “Περπατώντας κάποια μέρα στην έρημο συνάντησε να κρανίο. Το σκούντησε με το ραβδί του και ρώτησε. Ποιος είσαι εσύ; Και απάντησε το κρανίο λέγοντας ότι εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδώλων και των ειδωλολατρών που έμεναν στον τόπο αυτό. Εσύ είσαι ο Μακάριος ο πνευματικός; Να γνωρίζεις ότι την ώρα που θα σπλαχνισθείς αυτούς που βρίσκονται στην κόλαση και προσευχηθείς γι’ αυτούς, ελευθερώνονται λίγο και βρίσκουν κάποια ανακούφιση”.

Αναφέρεται και στον βίο της Αγίας Θέκλας το εξής: Όταν την συνέλαβε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος για να μαρτυρήσει, πριν από το μαρτύριο την παρέδωσε στην πλούσια και ευμενέστατη Τρύφαινα για να την φυλάει μέχρις ότου έλθη η ώρα της θηριομαχίας. Ή θυγατέρα της Τρύφαινας είχε αποθάνει πριν από λίγες μέρες.
Παρουσιάσθηκε στην μητέρα της και της είπε: «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την αντ’ έμού θυγατέρα σου, διότι είναι δούλη του Θεού, και δύναται να κάνη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος στον τόπο των Δικαίων». Μόλις ξύπνησε η Τρύφαινα, είπε στην αγία: «Τέκνον μου, δεύτερον σε παρακαλώ, κάμε μου την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου του Χριστού σου, να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιων, ότι μου εζήτησε δι’ οράματος».
Τότε η αγία αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και προσευχήθηκε είπε: «Κύριέ μου, Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου, της δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις ζωήν την αιώνιον, κατά το θέλημά Σου το Άγιον» 
(βλ. Συναξ. 24ης Σεπτεμβρίου).

Αναφέρεται για τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο ότι με την προσευχή του έσωσε τον αυτοκράτορα Τραϊανό, πλην όμως άκουσε φωνή από τον Θεό που έλεγε: «της ευχής σου ήκουσα και συγγνώμην Τραϊανώ δίδωμι». Εσύ όμως στο εξής να μην προσεύχεσαι για τους ασεβείς.

Η βασίλισσα Θεοδώρα πάλι με τις ευχές των Ιερέων ελευθέρωσε τον σύζυγό της αυτοκράτορα Θεόφιλο από τα δεσμά της κολάσεως.

Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται στους βίους των οσίων και θεοφόρων Πατέρων που με τις προσευχές και τις δεήσεις βοήθησαν πολλούς. Και ακόμη περισσότερα μπορούν να λεχθούν και να γραφούν από τους σημερινούς λειτουργούς του Υψίστου, που με τις Λειτουργίες μπορούν και βοηθούν ψυχές κεκοιμημένων χριστιανών.

 Πότε όμως πρέπει να τελούνται τα μνημόσυνα;

Οι Αποστολικές Διαταγές μας αναφέρουν ότι πρέπει να τελούμε μνημόσυνα την 3η μέρα, την 9η, την 40ή, και στο χρόνο.

Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναφέρει ότι τελούνται την τρίτη ημέρα εις ανάμνηση της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου. Την 9η ημέρα εις τύπων των αγγελικών δυνάμεων. Την 40ήν σύμφωνα με τον παλαιών τύπων, διότι και οι Ιουδαίοι όταν απέθανεν ο Μωυσής τον πένθησαν για σαράντα μέρες.

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης στα τριήμερα και στα εννιάμερα βλέπει άλλο συμβολισμό: «Τα τρίτα τελούνται υπέρ του κεκοιμημένου, διότι ο άνθρωπος δια της Αγίας Τριάδος έλαβε το είναι και διότι μεταστάς θέλει αλλοιωθεί και θέλει φανεί εις το αρχαίoν καλλώπισμα, εις το οποίον ήτο προ της παραβάσεως ή και εις καλλίτερoν ίσως. Τα ένατα δια να συνταχθή το πνεύμα του ως άυλον, και της ιδίας φύσεως μετά των αγγέλων… Τα δε τεσσαράκοντα δια την του Σωτήρος Ανάληψιν, ήτις έγινε μετά την Ανάστασιν μετά τον αριθμόν αυτόν των ημερών, δια να αναληφθή και αυτός τότε, όταν αναστηθή… και διά να προϋπάντηση τον Κριτήν…»

Στην Ομολογία Μητροφάνους του Κριτοπούλου αναφέρεται, όπως είπαμε παραπάνω:

«Ευχόμεθα ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την Πρώτη ημέρα, την Τρίτη, την Ενάτη, την Εικοστή, την Τεσσαρακοστή, κατόπι μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά ένα χρόνο και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς εκείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τους νεκρούς που κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά που προσφέρεται η Θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

Εκτός από αυτά όμως η Εκκλησία μας έχει και δυο Ψυχοσάββατα στα οποία μνημονεύονται όλοι οι χριστιανοί από αρχής του κόσμου μέχρις εσχάτων.

Το πρώτο Ψυχοσάββατο το όρισαν οι Πατέρες την Κυριακή προ της Κρίσεως (Απόκρεω). Αυτή τη μέρα η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα για τα παιδιά της που πέθαναν σε ξένη γη, είτε στη Θάλασσα, είτε στην έρημο, γι’ αυτούς δεν έχουν γίνει κανονικά μνημόσυνα και έχουν στερηθεί την ωφελεία τους. Οι Θείοι Πατέρες κινούμενοι από φιλανθρωπία όρισαν να τελούνται μνημόσυνα όπερα όλων «των κεκοιμημένων», για να συμπεριλαμβάνονται και εκείνοι που δεν τους έγιναν ειδικά μνημόσυνα.

Για ποιο λόγω όμως διάλεξαν οι Πατέρες αυτό το Σάββατο; Επειδή θα τοποθετούσαν την επόμενη μέρα τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ταιριαστά μνημονεύουν και τις ψυχές, για να παρακαλέσουν τον φοβερό Κριτή να χρησιμοποίηση τη συνηθισμένη του συμπάθεια και να τις κατάταξη στην απόλαυση που τους υποσχέθηκε.

Το δεύτερο Ψυχοσάββατο το τελεί η Εκκλησία μας εννέα μέρες μετά την Ανάληψη του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, δηλαδή το Σάββατο προ της Πεντηκοστής.

Στο μνημόσυνο αυτό η Εκκλησία μας μνημονεύει όλους τους ευσεβείς κοιμηθέντες από Αδάμ μέχρι σήμερα. Προσεύχεται γι’ αυτούς και ζητά από το Χριστό, που αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός, να τους αξίωση την ώρα της Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία σ’ Αυτόν που Θα κρίνει όλη τη γη. Να παρασταθούν στα δεξιά Του, στη χαρά, με το μέρος των δικαίων και στην φωτεινή τάξη των αγίων. Να γίνουν άξιοι κληρονόμοι της Βασιλείας και δεν εύχεται μόνο για τους Χριστιανούς, διότι δεν ήταν κανένας χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό μπορεί να δη κανείς την αγάπη της Εκκλησίας μας για όλο το ανθρώπινο γένος.

Τα Υλικά:

Τα πιο αναγκαία για την τέλεση ενός μνημόσυνου είναι:

Η προσφορά άρτου (το Πρόσφορον), ο Οίνος, το Θυμίαμα, το Έλαιον (λάδι) και το Κερί, τα οποία πάντοτε προσέφεραν οι πιστοί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

Και όλα αυτά διότι η υπόθεσης του μνημόσυνου είναι στενά συνδεδεμένη με τη Θεία Λειτουργία. Η υπόθεσης του μνημόσυνου δεν είναι μόνον υπόθεσης ανθρώπων, αλλά κυρίως του Χριστού. Από εκεί θα ζητηήσουμε βοήθεια, και αυτή την βοήθεια μπορεί να την προσφέρει μόνον η Θεία Λειτουργία. Τα άλλα πρέπει να γίνονται, αλλά δεν είναι μνημόσυνα, είναι απλώς ένα Τρισάγιο, μία προσευχή υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του προσφιλούς μας νεκρού.

Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία την προσφορά, τον οίνον και κατάλογο των ονομάτων για τα οποία προσφέρονται τα δώρα αυτά.

Στη μνημόνευση αυτή ιδιαίτερα επιμένει ο Συμεών Θεσσαλονίκης τονίζοντας την μεγάλη ωφελεία που αποκομίζει η ψυχή από την τέλεση τις Θείας Λειτουργίας.

«Την τρίτη ημέρα», σημειώνει ο Συμεών Θεσσαλονίκης, από την κοίμηση του ανθρώπου «γίνονται τα λεγόμενα τρίτα, προσφέρομε εις τον Θεόν εκ σπερμάτων σίτου και εκ διαφόρων άλλων καρπών. Τι δε δηλουσών οι καρποί; δηλουσών ότι και ο άνθρωπος σπέρμα είναι και ως καρπός εκ της γης και ότι καταβαλλόμενος εις την ζην τώρα, ως σίτος παλιών με την δύναμιν του Θεού θέλει εξαναστηθεί, και αφού τρόπον τινά αναβλαστήσει εν τω μέλλοντι, τότε τέλειος και ζων θέλει προσεχθεί εις τον Χριστόν, επειδή, καθώς ο παρών καρπός θάπτεται μεν εις την ζην, βλαστάνει δε μετά ταύτα και τελεσφορεί, και αναδίδει πλούσιον τον καρπόν, με τον αυτόν τρόπον και ο άνθρωπος, διδόμενος τώρα εις την γην ένεκα του θανάτου, θέλει αναστηθεί πάλιν. Λέγει τούτο και ο Παύλος δηλών με το παράδειγμα των σπερμάτων την Ανάσταση».

Αυτά αναφέρει σχετικά με τα κόλλυβα και το υλικό που χρησιμοποιείται, αλλά και το συμβολισμό του ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Η παράδοσις αυτή των κολύβων συναντάται από τα μέσα του 4ου αιώνος. Μέχρι τότε προσέφερε, κατά τα ιερά μνημόσυνα, ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι. Εκείνοι που εδέχοντο αυτή την προσφορά ηύχοντο το «μακαρία ή μνήμη αυτού». Γι’ αυτό και ελέγοντο «μακαριαί». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά αρτίδια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τους συγγενείς του κοιμηθέντος.

Αντί Μνημοσύνου:

Υπάρχουν μερικοί που αντί μνημοσύνου κάνουν κάποια δωρεά εις μνήμην του αποθανόντος, «αντί μνημοσύνου». Άλλο όμως το μνημόσυνο και άλλο η ελεημοσύνη που μπορεί να κάνει κάποιος. Τίποτε, καμιά ελεημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Θεία Λειτουργία, όπου προσφέρεται «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία το πρόσφορο και το νάμα, που μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.

Από αυτό το πρόσφορο θα βγει και ή μερίδα του κεκοιμημένου, που τοποθετείται πάνω στο Δισκάριο, δίπλα στις μερίδες των αγίων και των Δικαίων της Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται και όλη η Εκκλησία, η Στρατευομένη και η Θριαμβεύουσα.

«Είναι μεγάλη τιμή, τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, να αναφερθεί και το όνομα του δικού μας εκεί που βρίσκεται ο Χριστός και ολόκληρη η Εκκλησία. Διότι πρόσεχε. Αναγγέλλεται τότε το φρικτό Μυστήριο, ότι ο Θεός έδωσε τον Εαυτό του για τη σωτηρία της οικουμένης…»

Επομένως η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη βοήθεια που μπορεί να δοθεί σε έναν που έχει αναχωρήσει από τη ζωή αυτή, είναι αυτή που προσφέρεται με την μνημόνευση του ονόματος του στη Θεία Λειτουργία.
Αυτό που δεν μπορούν να το κάνουν τα αγαθά που δίνονται στους φτωχούς, αυτό μπορεί να το κάνη η προσευχή ενός δικαίου. Πόσο περισσότερο η Θεία Λειτουργία!

Ωφελούν τα μνημόσυνα;

Κοινή είναι η μαρτυρία των Πατέρων της Εκκλησιάς αλλά και της ιδίας της Εκκλησίας από την πείρα των λειτουργών της ότι μεγάλη είναι η ωφελεία που προκύπτει από αυτά.

Ας δούμε όμως τι λένε οι μεγάλοι Πατέρες για την ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Αναφέρει ο Ιερός Δαμασκηνός ότι ο Θεός θέλει πολύ να ευεργετούμεθα όλοι από όλους και ζώντες και μετά Θάνατον.

Τους λόγους του Κυρίου και την φιλάνθρωπη βουλή Του έχουν υπ’οψιν τους οι θειοι Πατέρες όταν ομιλούν για τα μνημόσυνα και την ωφέλεια που προέρχεται από αυτά. Και όπως δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να θέσουμε όρια στην αγάπη του Θεού, στην αγάπη αυτή του Θεού βασιζόμαστε και στην ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Μεγάλη σημασία δίνει ο ιερός Χρυσόστομος στην προσφορά της αναίμακτης Θυσίας που γίνεται υπέρ των κεκοιμημένων.

Αναφέρει σχετικά: «Δεν γίνονται άσκοπα οι προσφορές για τους απελθόντες, ούτε οι ελεημοσύνες. Όλα αυτά έχει προστάζει το Άγιο Πνεύμα, διότι θέλει να ωφελούμαστε ο ένας από τον άλλον. Ωφελείται εκείνος από εσένα και εσύ από εκείνον… Να μην αμφιβάλλεις ότι ο νεκρός θα κερδίσει κάποια ωφέλεια…».

Στη συνέχεια παρουσιάζει μεγάλη τιμή τη μνημόνευση του ονόματος κατά την Θεία Λειτουργία.

«Διότι όπως όταν εορτάζονται τα επινίκια των βασιλέων, τότε εγκωμιάζονται όσοι βοήθησαν στη νίκη, και όσοι βρίσκονται στις φυλακές απελευθερώνονται για την περίσταση αυτή. Όταν όμως περάσει ο καιρός αυτός, όποιος δεν πήρε χάρη, δεν την παίρνει πλέον. Έτσι και εδώ, κατά την προσφορά της Θυσίας αυτός είναι ο Καιρός για τα επινίκια».

«Δεν νομοθετήθηκαν από τους αγίους Αποστόλους χωρίς λόγω οι ευχές για τους απελθόντες κατά την διάρκεια της προσφοράς του φρικτού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας. Γνώριζαν ότι προκύπτει μεγάλο κέρδος και πολύ ωφέλεια γι’ αυτούς. Όταν ένας ολόκληρος λαός υψώνει τα χέρια του σε προσευχή και μαζί με όλο το Ιερατείο προσφέρουν τη φρικτή θυσία, πως να μην πετύχουμε με τις ικεσίες μας την θεϊκή ευσπλαχνία;  Αλλά αυτό αφορά τους απελθόντας πιστούς».

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης ακολουθώντας την αποστολική παράδοση γράφει:

«Κανένα άλλον δεν είναι τόσον ωφελίμων εις τον κεκοιμημένον, μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο το οποίον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσίαν, και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο το οποίον θυσιάζεται επάνω εις το άγιον θυσιαστήριον».

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης «επωφελές και θεάρεστον» χαρακτηρίζει το να μνημονεύεται κάποιος την ώρα της τελέσεως της θείας Λειτουργίας.

Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων χαρακτηρίζει «μεγίστην την όνησιν», πάρα πολλή μεγάλη την ωφέλεια που Προέρχεται από την προσευχή αυτή.

Και ο Άγιος Αθανάσιος αναφωνεί: «Και αν ακόμη στον αέρα πεθάνει ο ευσεβής, μη διστάσεις να προσφέρεις γι’ αυτόν λάδι και κερί. Διότι αυτή την Προσφορά την δέχεται ο Θεός και ανταποδίδει την ωφέλεια».

Και όπως όταν κάποιος πατέρας έχει άρρωστο παιδί και αυτό δεν μπορεί να προσφέρει για τον εαυτό του στο ναό λάδι και κερί και θυμίαμα, και αντί γι’ αυτό τα προσφέρει ο πατέρας του, και την προσφορά αυτή την δέχεται ο Θεός το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση των νεκρών: Επειδή αυτοί δεν έχουν πλέον το σώμα για να μπορέσουν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, τους βοηθούν με τις προσφορές που κάνουν για χάρη τους οι φίλοι και συγγενείς τους.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να παραλείπουμε τα ιερά μνημόσυνα. Ιδιαιτέρως όμως πρέπει να μνημονεύονται τα ονόματα κατά την χωράν της φρικωδέστατης θυσίας, διότι αυτή μας δόθηκε για τον σκοπό αυτό.

Πώς ωφελούν;

Πώς όμως ωφελούν; Το πράγμα είναι μυστήριο. Δεν μπορεί να το ερμηνεύσει ο ανθρώπινος νους. Το 1652, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, συγκροτήθηκε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος Πατριαρχών, όπου μελετήθηκε και το θέμα αυτό. Αυτό δείχνει ότι το θέμα των μνημοσύνων δεν είναι μία παρωνυχίδα. Κατέχει κάποια θέση σημαντική μέσα στην Εκκλησία μας.

Το συμπέρασμα ήτο:

Το ότι ωφελούνται το πιστεύουμε και το γνωρίζουμε. Το πώς όμως και πότε, αυτό ανήκει στην κρίση του Δίκαιου Θεού.

Σημειώνει χαρακτηριστικά και ο πολύς Ανδρούτσος στη Δογματική του:

 «Ως δεν δυνάμεθα να καθορίσωμεν πώς ο Θεός, ο διέπων τον κόσμων καθ ορισμένους νόμους, προσδιορίζεται υπό τίνος ευχής και επεμβαίνει της πορείας των φυσικών και των ανθρωπίνων πραγμάτων, ούτως αδύνατον να κατανοήσομε πώς αι ευχαί ώφελούσι τους κεκοιμημένους». 

Ποιους ωφελούν και ποιους δεν ωφελούν

Ωφελούν

Όταν γίνονται εν πίστη και εύσεβεία.
Όταν οι νεκροί είναι δεκτικοί του Θείου ελέους.
Όταν η πλήρωσης των δεήσεων δεν αντιβαίνει στην Θεία δικαιοσύνη και αγαθότητα.

Δεν ωφελούν

Όταν ο άνθρωπος απωθεί την Θεία χάρη και γίνεται σατανικός και αμετανόητος.
Για εκείνον που έφυγε τελείως αμετανόητος δεν υπάρχει κάποια μεγάλη ωφελεία από τα μνημόσυνα. Το ότι όμως και εκείνος μπορεί να βρει κάποια αναψυχή είναι ομολογημένο αυτό από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Για αυτόχειρες, μη ψυχασθενείς βέβαια, δεν μπορούμε να κάνουμε μνημόσυνα.

Καθώς και για τους αιρετικούς που βρίσκονται εκτός Εκκλησίας.

Εκείνοι που έζησαν εδώ χριστιανικά και δεν μπόρεσαν να τελειωθούν έχουν πολύ μεγάλη ωφέλεια από τα μνημόσυνα. Πόση δε γνωρίζουμε. «Μη αμφέβαλλε ότι καρπώσηται τι χρηστόν», τονίζει ο Ι. Χρυσόστομος.

Πόση όμως είναι η ωφέλεια αυτή και μέχρι ποίου σημείου φθάνει δε μπορούμε να το γνωρίζουμε. Εκείνο που γνωρίζουμε και που τονίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι μεγάλη ωφελεία που προκύπτει από τα μνημόσυνα για εκείνους που δεν έφυγαν τελείως αμετανόητοι.

Γράφει ένας σύγχρονος εκκλησιαστικός συγγραφέας: «Γνωρίζω ότι υπάρχουν ηθικά πτώματα στα οποία ενέσεις δεν ισχύουν. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι υπάρχουν αμαρτωλοί, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, που μωλωπίστηκαν, αλλά δεν απέθαναν, έπεσαν μεν, αλλά κρατώντας στα χέρια το ξίφος, που είδαν τις τελευταίες ώρες την ασχήμια τους και ανάμιξαν κάποιο υπόκωφο «μνήσθητι μου, Κύριε» με τα τελευταία τους παραληρήματα. Και ποιος είναι εκείνος που θα υποστήριξη με πείσμα ότι δεν ωφελούν οι δεήσεις των πιστών; Η μέση κατάστασης των ψυχών είναι κατάστασης εισαγωγική. Κατά την έξοδο της ψυχής από τη ζωή αυτή, έχει γίνει κάποια κρίσις, αλλά ή τελική κρίσις που θα λαβή η ψυχή την τελική της θέση για την αιωνιότητα, δεν έχει γίνει ακόμη».

– Και προσθέτει: «Εφ’ όσον η τελευταία απόφασης του κριτού δεν βγήκε ακόμη, εφ’ όσον το κράτος του Χριστού φθάνει από τα επουράνια και τα επίγεια μέχρι και τα καταχθόνια, εφ’ όσον το “πορεύεσθε απ’ εμού” δεν ακούστηκε, καλλίτερη στάσης της Εκκλησιάς είναι η στάσης της δεήσεως, της προσευχής υπέρ των νεκρών αυτής».

Η περίπτωσης των βαρέως αμαρτανόντων

Τι όμως συμβαίνει με τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν τελείως αμετανόητοι και δεν πρόλαβαν να ετοιμασθούν καθόλου;

Η απάντησης του λόγου του Θεού είναι σαφής. Το ίδιο και ή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι τονίζουν καθαρά ότι η παρούσα ζωή αποτελεί το στάδιο του αγώνος, η μέλλουσα της ανταποδόσεως.

Τονίζει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος:

«Ας μη κλαίμε γι’ αυτούς που πέθαναν αλλά γι’ αυτούς που πέθαναν στην αμαρτία. Αυτοί είναι άξιοι για θρήνους και κοπετούς και δάκρυα… Όσο ζούσαν εδώ μπορούσε κανείς να ελπίζει σε αλλαγή και βελτίωση… Δεν μπορεί κανείς να μετανοήσει όταν φύγει από τη ζωή αυτή.
Κανένας αθλητής δεν μπορεί να παλαίψεί όταν τελειώσουν οι αγώνες και βγει από το στίβο και έχουν σκορπισθή οι θεατές… Όσο είμαστε εδώ μπορούμε σίγουρα να ελπίζουμε. Όταν όμως πάμε εκεί, δεν είμαστε πλέον κύριοι μετανοίας, δεν είναι πια στο χέρι μας ή μετάνοια, ούτε μπορούμε να ξεπλύνουμε τα αμαρτήματα μας. Γι’ αυτό πρέπει αδιάκοπα να ετοιμαζόμαστε για την έξοδο μας…».

Πλην όμως και σε αυτές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις οι Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν μας αφήνουν απαρηγόρητους.

Αναφέρει σχετικά για το θέμα αυτό ο Μ. Αθανάσιος ότι οι ψυχές των αμαρτωλών λαμβάνουν κάποια ευεργεσία, «μετέχουν ευεργεσίας τίνος» από την αναίμακτη Θυσία αυτό όμως συμβαίνει «ως μόνος εφίσταται και κελεύει ό ζώντων και νεκρών εξουσιαστής Θεός ημών». Το ζήτημα δηλαδή το αφήνει στη Θεία φιλανθρωπία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, μολονότι στο προηγούμενο τεμάχιο ήταν αυστηρός, όταν ασχολήται ειδικά με το θέμα αυτό αποκλειστικά, είναι πιο παρηγορητικός. Τονίζει:

«Ας τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε «βοηθήσωμεν αυτοίς κατά δύναμιν», επινοήσωμεν δι’ αυτούς τινά βοήθειαν (κάποια βοήθεια), μικράν μεν, βοηθείν όμως δυναμένην». Πώς και με ποιο τρόπο; Και απαντά: Ευχόμενοι και εμείς οι ίδιοι και παρακαλούντες και άλλους να προσεύχονται γι’ αυτούς. Με ελεημοσύνες και προσευχές που θα κάνουμε γι’ αυτούς που έφυγαν στην αμαρτία. Αυτά γίνονται για να λάβουν οι κεκοιμημένοι κάποια παρηγοριά, «παραμυθιών τινά». Διότι, αν τα παιδιά του Ιώβ τα καθάριζε η θυσία του πατέρα τους, γιατί αμφιβάλλεις ότι κερδίζουν κάποια ωφέλεια οι νεκροί μας από τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε γι’ αυτούς;

Μάλιστα ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακός και πιο παρηγορητικός, Θα λέγαμε, στο θέμα μας ακόμη και από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Σε μία ερώτηση που του υποβλήθηκε στο «Τι ωφελείται η ψυχή που έφυγε με τα αμαρτήματά της από τον παρόντα κόσμο;» απαντά με ένα παράδειγμα. Φαντάζεται βασιλιά ο οποίος εξόρισε υπηκόους που επαναστάτησαν εναντίον του. Στον βασιλιά αυτόν παρεμβαίνουν ενδιαφερόμενοι, φίλοι των εξόριστων, οι οποίοι αφού πλέξουν τον στέφανο τον προσφέρουν στο βασιλιά «υπέρ των εν εξορίαις».

Και ερωτά 0 άγιος: Ο βασιλιάς, δεν θα υποχώρηση στις επίμονες αυτές παρακλήσεις ώστε να δόση στους εξόριστούς του «άνεσιν των κολάσεων;»

Κατά παρόμοιο τρόπο, συνεχίζει, όταν και μείς προσφέρουμε στον Θεό δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων, και αν ακόμη αυτοί είναι αμαρτωλοί, δεν πλέκουμε και δεν προσφέρουμε στέφανων αλλά «Χριστόν εσφαγιασμένον υπέρ των αμαρτημάτων προσφέρομεν, ζητούντες και λαμβάνοντες συγγνώμην» από τον φιλάνθρωπο Θεό γι’ αυτούς και για μας. Ποιος όμως μπορεί να γνωρίζει από εμάς ποιος έφυγε εν μετανοία και ποιος όχι; Ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι καρδιογνώστης και να προδικάσει κάποιον από τους συνανθρώπους μας; Που γνωρίζουμε τι έγινε από το διάστημα της γέφυρας μέχρι το ποτάμι, να διάστημα αρκετό για να πει κάποιος ένα “μνήσθητί μου Κύριε;”. Το σχέδιο του Θεού μας απαγορεύει να κρίνουμε οποιονδήποτε άνθρωπο. Εμείς ας κάνουμε ότι μπορούμε, ας βοηθήσουμε τους ανθρώπους μας κατά δύναμιν, και τα αλλά ας τα αφήσουμε στην αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού, η οποία όρια δεν έχει. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας δεν προδικάζει κανένα, αλλά προσφέρει την αγάπη της σε όλα της τα μέλη της.

“Ως απόδειξη της ωφελείας από τα μνημόσυνα αυτών που έχουν πεθάνει με βαριά αμαρτήματα ή έχουν κάποιο δεσμό”, αναφέρει ο Άγιος Νεκτάριος.

Ωφέλειες για τους ζωντανούς

Αλλά από τα μνημόσυνα έχουμε και άλλες ωφέλειες, που αναφέρονται σε αυτούς που παραμένουν στη ζωή.

Αναπτύσσεται η αγάπη μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων.

Η ωφέλεια συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική αρετή. Ενισχύεται πίστις στην πέραν του τάφου ζωή. Ενισχύεται ελπίδα στο έλεος του Θεού. Κηρύττει την διαρκή παρουσία του Χριστου στον κόσμο. Διδάσκει πώς ό άνθρωπος είναι ούρανοπολίτης. Μεταβαίνει από τη στρατευομένη Εκκλησία της γης, στη Θριαμβευουσα Εκκλησία του ουρανού. Ώ Χριστός εισακούει τις δεήσεις όλων και λυγίζει στις πρεσβείες των Αγίων και της Θεοτόκου.

Η ελπίδα της σωτηρίας των χριστιανών δεν χάνεται και μετά τον θάνατο. Παρέχεται συγχώρεση των αμαρτημάτων σε αυτους που γίνονται μνημόσυνα εισακούοντας ο φιλάνθρωπος Θεός τις δεήσεις της Εκκλησίας μας. Ή οριστική απόφασης του Θεού για την μέλλουσα αμοιβή η τιμωρία δεν εκδόθηκε ακόμη αυτή επιφυλάσσεται για την Δευτέρα και Φρικτή Παρουσία. Μέχρι τότε η Εκκλησιά μπορεί να αναπέμπει δεήσεις και ικεσίες για τα μέλη της. Όπως στη Στρατευομένη Εκκλησία αυτοί που βρίσκονται σε εκκλησιαστική τιμωρία για τις αμαρτίες που διέπραξαν, στερούνται τα Θεία μυστήρια, έτσι και στην Θριαμβεύουσα, αυτοί που πέθαναν με τις αμαρτίες είναι μακριά από τους αγίους και τους δικαίους.
Αναπτύσσεται η φιλαδελφία. Ανακουφίζονται οι ζώντες και θλιβόμενοι για τον θάνατο του προσφιλούς
των προσώπου. Διότι ο θάνατος είναι πικρός, δημιουργεί θλίψη αφόρητη. Χωρίζει απότομα προσφιλείς. Η προσευχή και το μνημόσυνο είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί τους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος επικοινωνίας με τα προσφιλή μας πρόσωπα. Γίνεται ανάμνηση του θανάτου. Ενθύμηση της ματαιότητας του κόσμου και των πραγμάτων αυτου. Παρακίνηση προς την αρετή και την ενάρετη Πολιτεία. Ενθάρρυνση για ευεργεσίες και αγαθοεργίες.

Έτσι, τονίζει ο ιερός Δαμασκηνός, «ο Θεός βούλεται ίνα υπ’ αλλήλων οι πάντες ευεργετούμεθα και ζώντες και μετά θάνατον», αφού προσφέρουμε Χριστόν «έσφαγιασμένον υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων εξιλεούμενοι υπέρ αυτών και ημών τον φιλάνθρωπον Θεόν», όπως τονίζει και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.

Σπουδαίο Δίδαγμα-προτροπή:

Αδελφοί μου,  αντί να περιμένουμε μετά θάνατον τις ευχές και τα μνημόσυνα άλλων για μας, δεν θα ήταν καλλίτερα να φροντίζουμε από τώρα για την αθάνατη ψυχή μας, έχοντας στην διάθεση μας όλα τα σωστικά μέσα της αγίας μας Εκκλησίας; Επειδή λοιπόν είναι τόσο αβέβαιη η ημέρα του θανάτου ας είμαστε πάντοτε έτοιμοι μήπως σήμερα “είμεθα εν τω βίω και αύριον εν τω μνημείω»….

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΣ

Πηγή: egolpion.com

Συνέχεια ανάγνωσης

23 Φεβρουαρίου 532 μ.Χ.: θεμελιώνεται ο ναός της Αγίας Σοφιάς στην Κωνσταντινούπολη

 Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. 

Σαν σήμερα το 532 μ.Χ. θεμελιώνεται ο ναός της Αγίας Σοφιάς στην Κωνσταντινούπολη

 Κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404, η πρώτη Αγιά Σοφιά πυρπολείται και θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β’. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 10 Οκτωβρίου του 415, όμως ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α’ αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπή ναού θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος.

Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (περίπου 120.000.000 ευρώ). Από κάθε σημείο, όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλί από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν, για τη διακόσμηση του εσωτερικού, τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοντο .

Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφώνησε: «Δόξα των Θεώ το καταξιωσάντι με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».

Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.

Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαΐου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ’ Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο.

Πηγή: sansimera.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εις την παραβολήν του Aσώτου

…«Κάποιος άνθρωπος είχε δυο υιούς»: Ο Κύριος καλεί εδώ τον εαυτό του άνθρωπο παραβολικώς, κι’ αυτό δεν έχει τίποτε το παράξενο. Διότι, αν έγινε πραγματικά άνθρωπος για τη σωτηρία μας, τι το παράδοξο να προβάλλει τον εαυτό του ως ένα άνθρωπο για την ωφέλειά μας, αυτός που είναι πάντοτε κηδεμών και της ψυχής και του σώματός μας ως κύριος και δημιουργός και των δύο, αυτός που είναι ο μόνος που έδειξε σε μας έργα υπερβολικής αγάπης και κηδεμονίας, και πριν ακόμη εμφανισθούν.

«Κάποιος άνθρωπος λοιπόν» λέγει, «είχε δύο υιούς». Διότι η διαφορά της γνώμης εχώρισε σε δύο την μία φύση και η διάκρισις μεταξύ αρετής και κακίας συνήγαγε τους πολλούς σε δύο. Κι’ εμείς εξ’ άλλου μερικές φορές λέγομε διπλόν τον ένα κατά την υπόσταση, όταν έχει την διπλότητα του ήθους, και λέγομε επίσης τους πολλούς ένα, όταν συμφωνούν μεταξύ τους.

«Προσελθών λοιπόν ο νεώτερος υιός είπε στον πατέρα»»· ευλόγως παρουσιάζεται νεώτερος· διότι προβάλλει αίτημα παιδαριώδες και γεμάτο αφροσύνη. Και η αμαρτία δε, την οποία είχε στο νου του σχεδιάζοντας την αποστασία, είναι νεωτέρα, εφ’ όσον είναι υστερογενές εύρημα της κακής προαιρέσεώς μας· η δε αρετή είναι πρωτογενής, αφού στον Θεό μεν ήταν αϊδίως, στην ψυχή μας δε εμβλήθηκε από την αρχή από τον Θεό κατά χάρη.

Προσήλθε δε, λέγει, ο νεώτερος υιός και είπε στον πατέρα· «δος μου το ανάλογο μέρος της περιουσίας». Ω, ποία αφροσύνη! Δεν εγονάτισε, δεν ικέτευσε, αλλ’ απλώς είπε· και όχι μόνο αυτό, αλλ’ απαιτεί το μερίδιο και ως οφειλή από εκείνον που δίδει σε όλους κατά χάριν. Δος μου το ανάλογο μέρος της περιουσίας, που μου ανήκει κατά το νόμο, την μερίδα μου σύμφωνα με το δίκαιο. Και ποιος νόμος υπάρχει και από που προέρχεται αυτό το δίκαιο, να είναι οι πατέρες οφειλέτες στα παιδιά; Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει· τα παιδιά οφείλουν στους πατέρες, όπως η ίδια η φύσις δεικνύει, αφού έλαβαν από εκείνους την ύπαρξη. Αλλ’ είναι και αυτό δείγμα του νεωτερικού φρονήματος.

Τι κάμνει λοιπόν αυτός που βρέχει σε δικαίους και αδίκους, που ανατέλλει τον ήλιο σε πονηρούς και αγαθούς; Τους διεμοίρασε την περιουσία, λέγει. Βλέπεις ότι αυτός ο «άνθρωπος» και πατέρας είναι ανενδεής; Αλλιώς δεν θα εμοίραζε την περιουσία στους δυό μόνους ούτε σε δυο μερίδια μόνο, αλλά θα εκρατούσε και για τον εαυτό του μια τρίτη μερίδα. Αυτός όμως, ως Θεός, όπως λέγει και ο προφήτης Δαβίδ, μη έχοντας ανάγκη των αγαθών του είδους αυτού, εμοίρασε, λέγει στα δύο αυτά παιδιά μόνο την περιουσία, δηλαδή τον κόσμο όλον. Διότι, όπως διαιρείται η μία φύσις λόγω της διαφορετικής γνώμης, έτσι διαιρείται και ο ένας κόσμος λόγω της διαφορετικής χρήσεως. Πραγματικά ο ένας λέγει προς τον Θεό, «όλη την ημέρα άπλωσα προς σε τα χέρια μου», και «σε ύμνησα επτά φορές την ημέρα», και «το μεσονύκτιο εξυπνούσα», και «έκραξα πάρωρα», και «ήλπισα στα λόγια σου», και «τα πρωινά εφόνευσα όλους τους αμαρτωλούς της γης», δηλαδή απέκοψα τις ορμές της σαρκός που κινούνται προς ηδυπάθεια· ο άλλος περνά τις ημέρες του στο κρασί και κοιτάζει που γίνεται πότος, διέρχεται τις νύκτες με άσεμνες και άθεσμες πράξεις, και σπεύδει σε κρυφές δολοπλοκίες ή φανερές επιβουλές, σε αρπαγές χρημάτων και πονηρά σχέδια. Άρα δεν εμοίρασαν αυτοί την μια νύκτα και τον ένα ήλιο, και πριν από αυτά την ίδια τη φύση, αφού την καταχράστηκαν χωρίς συμφωνία μεταξύ τους; Ο δε Θεός διέθεσε όλη την κτίση αδιαιρέτως σε όλους, προθέτοντάς την σε χρήση κατά την βούληση του καθενός.

«Κι έπειτα από όχι πολλές ημέρες», λέγει, «αφού τα συγκέντρωσε όλα ο νεώτερος υιός, μετανάστευσε σε μακρινή χώρα». Πώς δεν μετανάστευσε αμέσως, αλλά έπειτα από όχι πολλές, δηλαδή μετά από λίγες ημέρες; Ο πονηρός υποβολεύς Διάβολος δεν υποβάλλει ταυτοχρόνως και την ιδιορρυθμία και την αμαρτία, αλλά με πανουργία υποκλέπτει βαθμιαίως την διάθεση, λέγοντάς μας ψιθυριστά· και συ ζώντας μόνος σου, χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού ούτε να προσέχεις τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς ν’ αντιληφθείς το καθήκον και μόνος σου και να μη απομακρύνεσαι από το αγαθό. Όταν δε αποσπάσει κάποιον από την ιερά υμνωδία και από την υπακοή προς τους ιερούς διδασκάλους, τον απομακρύνει και από τη θεία επίβλεψη, παραδίδοντάς τον στα πονηρά έργα. Διότι ο Θεός ευρίσκεται παντού· ένα είναι που ευρίσκεται μακριά από τον Θεό, το κακό, στο οποίο φθάνοντας δια της αμαρτίας αποδημούμε μακριά από τον Θεό. Όπως λέγει ο Δαβίδ προς τον Θεό, «δεν θα διαμείνουν παράνομοι απέναντι στους οφθαλμούς σου».

Αφού λοιπόν, λέγει, ο νεώτερος υιός απομακρύνθηκε με αυτόν τον τρόπο και απεδήμησε σε μακρινή χώρα «εκεί διεσκόρπισε την περιουσία του ζώντας ασώτως». Πώς όμως διεσκόρπισε την περιουσία του; Υπεράνω όλων ουσία και περιουσία μας είναι ο έμφυτος νους μας. Έως ότου λοιπόν εμμένομε στους τρόπους της σωτηρίας, τον έχομε συνηγμένο στον εαυτό του και στον πρώτο και ανώτατο νου, τον Θεό· όταν όμως ανοίξωμε θύρα στα πάθη, αμέσως σκορπίζεται, περιπλανώμενος διαρκώς γύρω στα σαρκικά και τα γήινα, προς τις πολύμορφες ηδονές και τους εμπαθείς λογισμούς γι’ αυτές. Του νου πλούτος είναι η φρόνησις, που παραμένει σ’ αυτόν και διακρίνει το καλύτερο από το χειρότερο, όσον καιρό κι αυτός παραμένει πειθαρχικός στις εντολές και συμβουλές του ανωτάτου Πατρός· όταν όμως αφηνιάσει αυτός, κι η φρόνησις σκορπίζεται σε πορνεία και αφροσύνη, μοιραζόμενη τις κακίες των δύο μερών.

Θα ιδείς τούτο και σε όλες τις αρετές και δυνάμεις μας, που είναι πραγματικά πλούτος μας, ο οποίος, αφού η κακία είναι πολυσχεδής, όταν κλίνη προς αυτήν, σκορπίζεται. Διότι ο ίδιος ο νους στρέφει την επιθυμία προς τον ένα και πραγματικά όντως Θεό, τον μόνον αγαθό, τον μόνον εφετό, τον μόνον παρέχοντα την ηδονή απηλλαγμένη από κάθε οδύνη. Όταν όμως ο νους αποχαυνωθεί, η δύναμις της ψυχής προς την όντως αγάπη εκπίπτει από το όντως ορεκτό και, διασπωμένη προς τις ποικίλες ορέξεις της ηδυπαθείας, σκορπίζεται, ελκυσμένη από το ένα μέρος προς την επιθυμία τροφών μη αναγκαίων, από το άλλο προς την επιθυμία πραγμάτων αχρήστων, και από το τρίτο προς την επιθυμία της κενής και άδοξης δόξας. Κι έτσι κατακερματιζόμενος ο άθλιος άνθρωπος και συρόμενος από τις ποικίλες γι’ αυτά φροντίδες, ούτε τον ήλιο ακόμη τον ίδιο ούτε τον αέρα, τον κοινό σε όλους πλούτο, δεν μπορεί να αναπνεύσει και να θεωρήσει ευχάριστα.

Αυτός ο ίδιος ο νους μας, αν δεν απομακρυνθεί από τον Θεό, διεγείρει τον θυμό που έχομε μέσα μας εναντίον μόνου του Διαβόλου και χρησιμοποιεί την ανδρεία της ψυχής κατά των πονηρών παθών, κατά των αρχόντων του σκότους, κατά των πνευμάτων της πονηρίας. Αν όμως δεν προσηλωθεί στις θείες εντολές του Κυρίου που τον εστρατολόγησε, μάχεται προς τους πλησίον του, μαίνεται κατά των ομοφύλων, αποθηριώνεται εναντίον εκείνων που δεν συναινούν στις παράλογες ορέξεις του και γίνεται, φευ, ανθρωποκτόνος άνθρωπος, ομοιωμένος όχι μόνο με τα κτήνη τα άλογα, αλλά και με τα ερπετά και με τα ιοβόλα ζώα, γινόμενος σκορπιός, όφις, γέννημα εχιδνών, αυτός που ωρίσθηκε να είναι στην τάξη των υιών του Θεού. Είδες πώς διεσκόρπισε κι έχασε την περιουσία του; «Αφού τα εδαπάνησε όλα ο νεώτερος υιός, άρχισε να στερείται και έπεσε σε πείνα». Αλλά δεν εσκεπτόταν ακόμη να επιστρέψει, διότι ήταν άσωτος. Γι’ αυτό, «επήγε και προσκολλήθηκε σ’ ένα από τους πολίτες της χώρας εκείνης και εκείνος τον έστειλε στο αγρόκτημα να βόσκει χοίρους».

Ποιοί δε είναι οι πολίτες και πολιτάρχες της χώρας που είναι μακριά από τον Θεό; Φυσικά οι δαίμονες, από τους οποίους ο υιός του ουρανίου Πατρός κατέστη πορνοβοσκός και αρχιτελώνης και αρχιληστής και στασιάρχης. Διότι ο χοιρώδης βίος λόγω της άκρας ακαθαρσίας του υπονοεί κάθε πάθος, χοίροι δε είναι όσοι κυλίονται στον βόρβορο των παθών τούτων. Όταν εκείνος έγινε προϊστάμενος τούτων, ως πρώτος από όλους αυτούς στην ηδυπάθεια, δεν μπορούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, δηλαδή δεν ήταν δυνατό να λάβει κορεσμό της επιθυμίας του.

Πώς όμως δεν αρκεί η φύσις του σώματος να εξυπηρετήσει τις ορμές του ακολάστου; Ο χρυσός ή ο άργυρος, όταν περιέλθη στον φιλόχρυσο και φιλάργυρο, αυξάνει την στέρηση και όσο περισσότερος εισρεύσει, τόσο μεγαλύτερη επιθυμία προκαλεί· μόλις θ’ αρκέσει σ’ έναν πλεονέκτη και φίλαρχο όλος ο κόσμος, ίσως δε ούτε αυτός. Επειδή λοιπόν αυτοί μεν είναι πολλοί, ο κόσμος δε ένας, πώς τότε θα μπορέσει κανείς από αυτούς να εύρει κόρο της επιθυμίας του; Έτσι λοιπόν και εκείνος ο αποστάτης από τον Θεό δεν μπορούσε να χορτασθεί. Διότι άλλωστε, λέγει, δεν του προσέφερε κανείς τον κόρο. Ποιος θα του τον προσέφερε; Ο Θεός απουσίαζε, με του οποίου και τη θέα μόνο προκαλείται αβάρετος κόρος στον βλέποντα, σύμφωνα με εκείνον που είπε, «θα χορτάσω μόλις θεαθεί από εμένα η δόξα σου». Ο Διάβολος δεν θέλει να προσφέρει κόρο των αισχρών επιθυμιών, επειδή εκ φύσεως ο κόρος στα τρεπτά πράγματα προκαλεί μεταβολή της σχέσεως προς αυτά. Ευλόγως λοιπόν κανένας δεν του έδιδε τον κόρο.

Μόλις πάντως κάποτε εκείνος ο αποστάτης από τον πατέρα ήλθε στα λογικά του και αντιλήφθηκε σε ποιο κατάντημα έφθασε, έκλαυσε τον εαυτό του λέγοντας· ε«πόσοι μισθωτοί του πατρός μου έχουν αφθονία άρτων, ενώ εγώ χάνομαι από την πείνα!». Ποιοι είναι οι μισθωτοί; Εκείνοι που δια των ιδρώτων της μετανοίας και της ταπεινώσεως παίρνουν σαν μισθό τη σωτηρία. Υιοί δε είναι εκείνοι που λόγω της αγάπης προς αυτόν υποτάσσονται στις εντολές του, όπως είπε και ο Κύριος, «όποιος με αγαπά, θα τηρήσει τις εντολές μου».

Έτσι λοιπόν ο νεώτερος υιός αφού απέπεσε από την υιοθεσία και εξέπεσε από την ιερά πατρίδα και περιέπεσε σε πείνα, αντιλαμβάνεται τη θλιβερή κατάστασή του και ταπεινώνεται και μετανοεί λέγοντας «θα σηκωθώ να υπάγω και να γονατίσω στον πατέρα μου και θα του ειπώ, πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα». Καλώς λοιπόν στην αρχή ελέγαμε ότι αυτός ο πατέρας είναι ο Θεός· διότι πώς θα αμάρτανε στον ουρανό ο νέος που απεστάτησε από τον πατέρα, αν ο πατέρας δεν ήταν ουράνιος; «Αμάρτησα λοιπόν», λέγει, «στον ουρανό», δηλαδή στους αγίους που ευρίσκονται στον ουρανό και είναι πολίτες του ουρανού, «και σε σένα», που κατοικείς μαζί με τους αγίους σου στους ουρανούς. «Και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζωμαι υιός σου· κάμε με σαν ένα από τους μισθωτούς σου». Καλώς λέγει, σωφρονισμένος από την τωρινή του ταπείνωση, «κάμε με»· διότι δεν λαμβάνει κανείς από τον εαυτό του τους βαθμούς της αρετής, αν και επίσης δεν τους λαμβάνει χωρίς την προαίρεσή του. «Αφού λοιπόν εσηκώθηκε, ήλθε στον πατέρα του. Ενώ δε απείχε ακόμη πολύ». Πώς και ήλθε και συγχρόνως απείχε πολύ, γι’ αυτό και ο πατέρας του τον ευσπλαγχνίσθηκε και εξήλθε προς συνάντησή του; Ο άνθρωπος που μετανοεί με την ψυχή του δια μεν της αγαθής προθέσεως και της αποχής από την αμαρτία φθάνει προς τον Θεό· από την κακή όμως συνήθεια και τις προλήψεις τυραννούμενος νοερώς, απέχει ακόμη πολύ από τον Θεό, και αν πρόκειται να σωθεί, χρειάζεται μεγάλη από άνω ευσπλαγχνία και βοήθεια.

Γι’ αυτό και ο πατέρας των οικτιρμών συγκαταβαίνοντας τον προϋπάντησε, τον αγκάλιασε και τον κατεφίλησε, παρήγγειλε δε στους δούλους του, δηλαδή στους ιερείς, να τον ενδύσουν την πρώτη στολή, δηλαδή την υιοθεσία, την οποία και πρωτύτερα είχε φορέσει δια του αγίου βαπτίσματος, και να του βάλουν δακτυλίδι στο χέρι του, δηλαδή στο πρακτικό μέρος της ψυχής που δηλώνεται με το χέρι, να τοποθετήσουν σφραγίδα θεωρητικής αρετής, ως αρραβώνα της μελλοντικής κληρονομιάς, αλλά και υποδήματα στα πόδια, θεία δηλαδή φρουρά και ασφάλεια που θα τον ενδυναμώνει να πατεί επάνω σε όφεις και σκορπιούς κι επάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού. Έπειτα παραγγέλλει να φέρουν και σφάξουν ένα σιτευτό μόσχο και να τον παραθέσουν σε τραπέζι. Ο δε μόσχος είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο οποίος εξέρχεται μεν από τα κρύφια της θεότητος και από τον θρόνο που ευρίσκεται υπεράνω του παντός και όταν εφάνηκε σαν άνθρωπος επάνω στη γη θυσιάζεται ως μόσχος για χάρη ημών των αμαρτωλών και ως σιτευτός, δηλαδή ως άρτος, παρατίθεται σε μας προς βρώσιν.

Κάμνει δε κοινή την μ’ αυτή την ευκαιρία ευφροσύνη και ευωχία ο Θεός με τους αγίους του, αναλαμβάνοντας από άκρα φιλανθρωπία τις συνήθειές μας και λέγοντας· «έλθετε να φάγωμε κι ευφρανθούμε». Αλλά ο πρεσβύτερος υιός οργίζεται. Πρέπει να υπονοείς, παρακαλώ, πάλι τους Ιουδαίους που οργίζονται γι’ αυτήν την πρόσκλησι, τους Γραμματείς και Φαρισαίους που σκανδαλίζονται, διότι ο Κύριος υποδέχεται αμαρτωλούς και συνεσθίει με αυτούς. Εάν δε θέλεις να εννοήσεις τούτο και επί των δικαίων, τι παράδοξο είναι, αν και ο δίκαιος αγνοεί τον ανώτερο κάθε συλλήψεως πλούτο της χρηστότητος του Θεού; Γι’ αυτό και παρηγορείται από τον κοινό πατέρα και διδάσκεται τα κατάλληλα από αυτόν με τα λόγια, «εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου», μετέχοντας στην αναλλοίωτη ευφροσύνη· «έπρεπε λοιπόν να ευχαριστηθείς και να χαρείς διότι αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και ανέζησε, ήταν χαμένος και ευρέθηκε». Ήταν νεκρός από την αμαρτία και ανέζησε με την μετάνοια, ήταν δε και χαμένος, αφού δεν ήταν μαζί με τον Θεό. Αφού λοιπόν ευρέθηκε, γεμίζει τον ουρανό με χαρά, όπως έχει γραφεί, «χαρά γίνεται στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί».

Τι δε είναι αυτό για το οποίο λυπείται ο πρεσβύτερος υιός; «Ότι εμένα», λέγει, «δεν μου έδωσες ποτέ ένα κατσίκι, για να διασκεδάσω με τους φίλους μου, όταν δε ήλθε αυτός ο υιός σου, που κατέφαγε την περιουσία σου με τις πόρνες, του έσφαξες τον μόσχο τον σιτευτό». Τόσο εξαίρετα είναι τα προς εμάς χαρίσματα του Θεού, ώστε και οι άγγελοι επεθύμησαν να κυττάξουν τα χαρισθέντα σ’ εμάς δια της ενανθρωπήσεώς του, όπως λέγει ο κορυφαίος των αποστόλων Πέτρος. Αλλά και οι δίκαιοι επεθύμησαν να έλθει γι’ αυτά ο Χριστός και πριν από την ώρα του ακόμη, όπως και ο Αβραάμ επεθύμησε να ιδεί την ημέρα του. Αυτός βέβαια τότε δεν ήλθε, και όταν ήλθε, δεν ήλθε να καλέσει δικαίους αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια, και κυρίως υπέρ αυτών σταυρώνεται αυτός που απαλείφει την αμαρτία του κόσμου· διότι υπερεπερίσσευσε η χάρις, όπου επλεόνασε η αμαρτία.

Ότι δε δεν δίδει ούτε ένα κατσίκι στους δικαίους, όταν ζητούν, δηλαδή ούτε ένα αμαρτωλό, γίνεται σ’ εμάς σαφές και από άλλα πολλά και ιδιαιτέρως από την οπτασία του ιερού και μακαρίου Κάρπου. Διότι αυτός όχι μόνο δεν εισακούσθηκε όταν καταράσθηκε μερικούς πονηρούς άνδρες και έλεγε ότι δεν είναι δίκαιο να ζουν άνδρες άθεοι που διαστρέφουν τους ευθείς δρόμους του Κυρίου, αλλά εδοκίμασε και την θεία αγανάκτησι και άκουσε φρικώδεις λόγους που ωδηγούσαν στην επίγνωση της αρρήτου και υπέρ νουν θείας ανοχής και έπειθαν όχι μόνο να μη καταράται, αλλά και να εύχεται υπέρ αυτών που ζουν στην πονηρία, διότι ο Θεός παρέχει σ’ εκείνους ακόμη προθεσμία μετανοίας. Για να δείξει λοιπόν τούτο ο Θεός των μετανοούντων, ο εύσπλαγχνος πατήρ, και για να παραστήσει επί πλέον ότι δίδει μεγάλα και επίφθονα δώρα στους επιστρέφοντας με μετάνοια, συνέθεσε με αυτόν τον τρόπο την παραβολή.

Ας επιληφθούμε λοιπόν κι εμείς, αδελφοί, της μετανοίας με έργα, ας εγκαταλείψωμε τον πονηρό και τα βοσκήματά του· ας μείνωμε μακριά από τους χοίρους και από τα ξυλοκέρατα που τους τρέφουν, δηλαδή από τα βδελυρά πάθη και τους προσκολλημένους σ’ αυτά· ας σταθούμε μακριά από την πονηρά νομή, δηλαδή την κακή συνήθεια ας αποφύγωμε την χώρα των παθών, δηλαδή την απιστία και απληστία και ακρασία, όπου συμβαίνει φοβερός λιμός αγαθών και επέρχονται πάθη χειρότερα από τον λιμό· ας τρέξωμε προς τον Πατέρα της αφθαρσίας, τον δότη της ζωής, βαδίζοντας την οδό της ζωής δια των αρετών. Εκεί θα τον εύρωμε να έχει εξέλθει από φιλανθρωπία για προϋπάντηση και να μας χαρίζει την άφεσι των αμαρτιών μας, το σύμβολο της αφθαρσίας, τον αρραβώνα της μελλοντικής κληρονομίας. Και ο άσωτος υιός άλλωστε, όπως εδιδαχθήκαμε από τον Σωτήρα, όσον καιρό ευρισκόταν στη χώρα των παθών, αν και εσκεπτόταν και έλεγε τα λόγια της μετανοίας, δεν επέτυχε τίποτε το καλό, έως ότου αφήνοντας όλα εκείνα τα έργα της αμαρτίας ήλθε τρέχοντας προς τον πατέρα κι αφού επέτυχε τα ανέλπιστα, έμεινε οπωσδήποτε στο εξής πλησίον του με ταπείνωση, σωφρονώντας, δικαιοπραγώντας και διατηρώντας ακέραια την ανανεωμένη από τον Θεό χάρη.

Αυτήν τη χάρη είθε να την επιτύχωμε όλοι μας και να την διατηρήσωμε αμείωτη, ώστε και στον μέλλοντα αιώνα να συνευφρανθούμε με τον σεσωσμένο άσωτο στην άνω Ιερουσαλήμ, την μητέρα των ζώντων, την Εκκλησία των πρωτοτόκων, εν Χριστώ τω Κυρίω ημών, στον οποίο πρέπει δόξα στους αιώνες. Γένοιτο. 

 (Ομιλία Γ’, Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ τ. 9, ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ”)

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Όσιος Παΐσιος: “Ο Φαρισαίος έδειξε στον Χριστό που βρισκόταν ο Τελώνης!”

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου: Αντί του Κυριακάτικου δικού μας κηρύγματος, δημοσιεύουμε το παρακάτω απλοϊκό και ταυτοχρόνως θεολογικό κείμενο του οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, προς πνευματική ωφέλεια όλων μας.

 Οἱ πολὺ ἁμαρτωλοί, ἂν γνωρίσουν τὸν ἑαυτό τους, ἔχουν φυσιολογικὰ καὶ πολὺ ὑλικὸ γιὰ ταπείνωση. Ἡ κάθε πτώση εἶναι φυσικὰ πτώση, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὑλικὸ γιὰ ταπείνωση καὶ προσευχή. Οἱ ἁμαρτίες, ἂν ἀξιοποιηθοῦν γιὰ ταπείνωση, εἶναι σὰν τὴν κοπριὰ ποὺ ρίχνουμε στὰ φυτά. Γιατί νὰ μὴ χρησιμοποιήση λοιπὸν κανεὶς αὐτὸ τὸ ὑλικό, γιὰ νὰ λιπάνη τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς του, γιὰ νὰ γίνη γόνιμο καὶ νὰ καρποφορήση; Ἕνας δηλαδὴ ποὺ ἔχει κάνει μεγάλες ἁμαρτίες, ἂν αἰσθανθῆ πόσο ἔφταιξε καὶ πῆ: «δὲν πρέπει νὰ σηκώνω κεφάλι, νὰ βλέπω ἄνθρωπο», ἐπειδὴ ταπεινώνεται πολύ, δέχεται πολλὴ Χάρη, προχωρεῖ σταθερὰ καὶ μπορεῖ νὰ φθάση σὲ μεγάλα μέτρα.
Ἐνῶ ἕνας ποὺ δὲν ἔχει κάνει μεγάλες ἁμαρτίες, ἂν δὲν τοποθετηθῆ σωστά, ὥστε νὰ πῆ: «μὲ φύλαξε ὁ Θεὸς ἀπὸ τόσες κακοτοπιές· εἶμαι πολὺ ἀχάριστος, εἶμαι πιὸ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὸν πιὸ ἁμαρτωλό», ὑστερεῖ πνευματικὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον.
                                             
Θυμηθῆτε π.χ. τὸν Φαρισαῖο καὶ τὸν Τελώνη. Ὁ Φαρισαῖος εἶχε ἔργα, ἀλλὰ εἶχε καὶ ὑπερηφάνεια. Ὁ Τελώνης εἶχε ἁμαρτίες, ἀλλὰ εἶχε ἀναγνώριση, συντριβή, ταπείνωση – τὸ κυριώτερο ποὺ ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὁ Χριστός – γι᾿ αὐτὸ μὲ εὔκολο τρόπο σώθηκε. Εἴδατε πῶς τὸν ἔχουν τὸν Φαρισαῖο σὲ μιὰ εἰκόνα! Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλό του τὸν Τελώνη: «Δὲν εἶμαι σὰν κι αὐτόν!»… Ὁ καημένος ὁ Τελώνης κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὴν κολόνα· δὲν εἶχε μοῦτρα νὰ δῆ γύρω του. Καὶ ὁ Φαρισαῖος ἔδειξε στὸν Χριστὸ ποῦ βρισκόταν ὁ Τελώνης! Τὸ προσέξατε; Λὲς καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἤξερε ποῦ ἦταν ὁ Τελώνης! Ὁ Φαρισαῖος, ἐνῶ ἔκανε ὅλα τὰ τυπικά, ὅλα πῆγαν χαμένα. Τί κάνει ἡ ὑπερηφάνεια! Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔχη ἁμαρτίες καὶ δὲν ἔχη ταπείνωση, τότε ἔχει τὶς ἁμαρτίες τοῦ Τελώνη καὶ τὴν ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου. Διπλά… χαρίσματα! «Ἒμ ψωριάρης, ἒμ κασσιδιάρης», ὅπως λένε στὴν Ἤπειρο.
Ὅσο μπορεῖτε, προσπαθῆστε νὰ ἀποβάλετε τὶς πνευματικὲς τοξίνες, τὰ πάθη, γιὰ νὰ ἀποκτήσετε τὴν πνευματική σας ὑγεία.
ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Γ΄, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, εκδ. ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2001, σσ. 71-72
Συνέχεια ανάγνωσης

Οι 4 λόγοι που απουσίασε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος από την Πανορθόδοξη

Δημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο από την εφημερίδα “Το Παρόν”, καθ΄ ότι τα εν αυτώ διαλαμβανόμενα είναι κατά την γνώμη μας  αναγκαίο να τα γνωρίζει κάθε μέλος της Εκκλησίας μας.

Στο Ανακοινωθέν της Σύναξης, 28 Ιανουαρίου 2016, δηλώνεται ότι η απουσία του Αρχιεπισκόπου ήταν «διά προσωπικούς λόγους». Η δήλωση είναι αναληθής. Ο Αρχιεπίσκοπος ουδεμία προσωπική διαφορά έχει έναντι όλων. Είναι πολύ φιλικός, ευγενής και διαλλακτικός.

barth iero

Η απουσία του οφείλεται σε «κανονικούς λόγους». Αφορούν το κύρος του θεσμού της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Προκαθημένου της. Κάποιοι λόγοι δημοσιοποιήθηκαν στο «ΠΑΡΟΝ» της 17ης Ιανουαρίου 2016, με τίτλο: «Ο Αρχιεπίσκοπος απαιτεί σεβασμό προς την Εκκλησία της Ελλάδος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη».

Πρώτος κανονικός λόγος: Η αντικανονική εμπλοκή του Πατριάρχη στην εκλογή Μητροπολίτη Ιωαννίνων. Στην κανονική γλώσσα αυτό ορίζεται ως «εισπήδηση» ή «επίβαση» στη διοίκηση άλλης τοπικής Εκκλησίας. Εδώ, της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή συγκροτείται από τους «εν ενεργεία Αρχιερείς» (άρθρο 3 του Συντάγματος) των Παλαιών και των Νέων Χωρών της Ελλάδος (πλην μίας εξαιρέσεως: Κρήτης, Δωδεκανήσων και Αγίου Όρους, που διοικούνται από τον Πατριάρχη), κατά τον Καταστατικό Χάρτη του 1977 και τα κανονικά κείμενα των δύο Εκκλησιών, Κωνσταντινουπόλεως και Ελλάδος, σεβαστά και από την Πολιτεία της Ελλάδος. Ανωτάτη Διοικητική Αρχή, η Σύνοδος της Ιεραρχίας, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, του και Προκαθημένου της Εκκλησίας. Έτσι μνημονεύεται ο Αθηνών στα Δίπτυχα από τον Πατριάρχη και τους άλλους Προκαθημένους των επίσημων τοπικών Εκκλησιών. Κορυφαία διοικητική πράξη της Ιεραρχίας είναι η εκλογή Αρχιερέων. Κάθε άλλη ξένη θεσμικά εμπλοκή -πολιτικής ή εκκλησιαστικής Αρχής- στο κορυφαίο αυτό γεγονός είναι νομικά και κανονικά απορριπτέα. Η κατάληξη της εκλογής Ιωαννίνων είναι γνωστή, σε σχέση με την εμπλοκή Πατριάρχη. Όμως το γινάτι βγάζει μάτι.

Δεύτερος κανονικός λόγος: Ο Πατριάρχης, αντί να προβληματισθεί ορθά, προχωρεί σε δεύτερη πρόκληση. Τον αποτυχόντα αλλά εκλεκτό του Πατριάρχη εκλέγει η Σύνοδος του Πατριαρχείου Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως. Ως εδώ, ουδέν μεμπτόν. Αντί όμως ο Πατριάρχης τον νέο Μητροπολίτη του να τον ποδηγετήσει πώς να αναδείξει την ιστορική Μητρόπολη Αδριανουπόλεως, το όνομα και την ουσία της οποίας σφετερίζεται, κακώς, η τοπική Εκκλησία Βουλγαρίας, τον τοποθετεί, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση προς επιτυχία του σκοπού, διευθυντή του Πατριαρχικού Γραφείου Αθηνών. Στην άμεση δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου. Ο οποίος, εύλογα, δεν τον αναγνωρίζει. Τον θέτει σε ακοινωνησία μη προσωπικής επικοινωνίας. Να επικοινωνεί με τον αρχιγραμματέα της Συνόδου για τα διεκκλησιαστικά και με τον πρωτοσύγκελό του για να λαμβάνει άδεια ιεροπραξίας στην αρχιεπισκοπική περιφέρεια, αν το επιθυμούσε ο νέος διευθυντής του Γραφείου Αθηνών. Πάλι καλά. Πολλή η επιείκεια. Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ αυτά προφήτευε όταν αρνιόταν την ίδρυση του Γραφείου αυτού. «Αντιπρόσωπος – Γραφείο του Πατριάρχη στην Αθήνα είναι ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος», έλεγε και πρόσθετε: «Οι Φαναριώτες θέλουν ανεξάρτητο Γραφείο, να αλωνίζουν στην Αρχιεπισκοπή μου και να προκαλούν έριδες». Η έξωθεν πρόκληση έριδας και διαίρεσης μιας άλλης τοπικής Εκκλησίας τιμωρείται πολύ αυστηρά από τους Ιερούς Κανόνες. Εμείς, όμως, δεν χαμπαρίζουμε από αυτά. Κανόνες είμαστε οι ίδιοι.

Τρίτος κανονικός λόγος: Ο Πατριάρχης, «σαν τσάμικος ταμπάκος στα ρουθούνια του Αρχιεπισκόπου», όπως λέει ο λαός, επιμένει στο ίδιο ζήτημα. Εισηγείται νομοθετική πρωτοβουλία επί κειμένου στον πρωθυπουργό και σε υπουργούς που είχαν επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη για πολιτικές συζητήσεις με την Τουρκία, ώστε το Πατριαρχικό Γραφείο των Αθηνών να προαχθεί νομοθετικά σε «Πατριαρχική Εξαρχία» Αθηνών. Η κυβέρνηση, νόμιμα και με σεβασμό της κανονικής τάξης, θέτει το ζήτημα, πριν από τη νομοθέτηση, υπ’ όψιν του Μακαριωτάτου, για να πεταχθεί στον κάλαθο των αχρήστων. Η νέα μεθόδευση εισπήδησης, εν αγνοία του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος, τέλη του 2015, συνιστά επανάληψη, υπό άλλες συνθήκες και σκοπούς, της ιδρύσεως Βουλγαρικής Εξαρχίας στην Κωνσταντινούπολη, το 1870, με πολιτική παρέμβαση του σουλτάνου, εν αγνοία και αρνήσει του Πατριαρχείου. Διότι στην έδρα του Πατριάρχη θα δρούσε και άλλη Εκκλησιαστική Αρχή, ως Εξαρχία. Τότε προέκυψε η μεγάλη διαίρεση και έριδα μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών. Τώρα τα σπέρματα διαιρέσεως μεταξύ πατριαρχικών και ελλαδικών στο κλίμα της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος. Κάποιοι Αρχιερείς διερωτώμεθα: Πώς ακόμη ο Αρχιεπίσκοπος εξακολουθεί και μνημονεύει τον Βαρθολομαίο στα Δίπτυχα; Ο Πατριάρχης διέκοψε το μνημόσυνο του Χριστόδουλου γιατί ενέργησε, το 2004, το αυτονόητο, βάσει του κανόνος και του νόμου, ως προς το μεταθετό για τη Θεσσαλονίκη.

Πέραν όμως της αντικανονικής μεθοδεύσεως, ο Πατριάρχης ελέγχεται και για ανακολουθία θέσεων επισήμων, γραπτώς. Στη δημοσιευθείσα ομιλία του «Νόμοι και Ιεροί Κανόνες», στις 22 Σεπτεμβρίου 2005, ενώπιον των δικαστών των Αθηνών (βλ. περιοδικό «Ορθοδοξία», Ιουλ. – Σεπτ. 2005), αντιτίθεται σφόδρα στην προτίμηση της εννόμου έναντι της κανονικής τάξεως. Είναι υπέρμαχος των ιερών κανόνων έναντι των νόμων. Στην εδώ περίπτωσή μας, όμως, το λησμόνησε. Άρα και ο νόμος είναι καλοδεχούμενος όταν μας συμφέρει, γι’ αυτό και τον εισηγούμεθα, άσχετα από τον κανόνα. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η εισήγησή του για νομοθετική ρύθμιση ιδρύσεως Πατριαρχικής Εξαρχίας, εν αγνοία της κανονικής τάξεως των Αθηνών, ως προς την Εκκλησιαστική Διοίκηση; Ο προκάτοχός του Φώτιος τα διδάσκει τόσο καθαρά. Ποιος διοικεί την Εκκλησία σε μια τοπική πολιτική επικράτεια και διοίκηση; Διδάσκει: «Τα εκκλησιαστικά, και δη τα περί ενοριών δίκαια, ταις πολιτικαίς επικρατείαις και διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι έωθεν». Άλλο πνευματική αναφορά και άλλο διοικητική αναφορά. Συμφυρμός και αλλοίωση δεν χωρούν εδώ. Κάθε νοικοκύρης είναι κυρίαρχος στο σπίτι του.

Τέταρτος κανονικός λόγος: Ο Πατριάρχης και Μητροπολίτες του Θρόνου, προσκαλούμενοι από Μητροπολίτες της Βορείου Ελλάδος, τονίζουν επί κειμένου ότι οι Μητροπόλεις αυτές είναι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι σωστή η θέση ως προς την πνευματική αναφορά. Ως εδώ, όμως, εκφέρουμε τη μισή αλήθεια.

Η πλήρης αλήθεια είναι ότι οι Μητροπόλεις της Βορείου Ελλάδος είναι μέρος αναπόσπαστο της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος. Έχουν διοικητική αναφορά στην Αθήνα. Προωθείται ηθελημένη σύγχυση. Η πρόθεση, εμφανής. Επιδιώκεται σιγά σιγά η γεωγραφική διχοτόμηση της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η Παλαιά Ελλάδα να ταυτισθεί με την τ. Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος του 1850, του 1866, του 1882, ως «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος». Η δε Νέα Ελλάδα, που απελευθερώθηκε από τον οθωμανικό ζυγό το 1912-1913 κ.ε., να υπαχθεί και διοικητικά -όχι μόνο πνευματικά- στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με την έδρα του, δηλαδή εκτός ελληνικής Επικράτειας.

Η Αθήνα δεν μπορεί να διοικήσει εκκλησιαστικά τη Β. Ελλάδα. Μπορεί το Πατριαρχείο, και δη ο Πατριάρχης, που δεν είναι σε θέση 25 χρόνια τώρα μια Θεολογική Σχολή της Χάλκης να επιτύχει να λειτουργήσει; Θέλει να διοικήσει τη Θράκη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου.

«Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου». Άθελά μας, αλείφουμε βούτυρο στο ψωμί των Ερντογάν – Νταβούτογλου. Υπερβολή; Καθόλου. Αυτοί ονειρεύονται και επιχειρούν σε γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο τη διχοτόμηση της νησιωτικής Ελλάδος, του Αιγαίου, με τις συνεχείς αναχαιτιζόμενες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου υπεράνω του Αιγαίου, αλλά θέλουν -και κόπτονται- τα προς Συρία σύνορα της Τουρκίας απαραβίαστα από τους Ρώσους.

Από την άλλη, σε εκκλησιαστικό πεδίο, επιχειρείται για άλλους λόγους το ίδιο: Η διχοτόμηση του διοικητικού εκκλησιαστικού χάρτη της Ελλάδος, με την επιποθούμενη και μεθοδευμένη συρρίκνωση της τοπικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στα μέχρι το 1882 σύνορα της Ελλάδος. Επιχειρήθηκε πρόσφατα (Σεπτέμβριος 2015) η διχοτόμηση της μίας και ενιαίας Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Προσκλήσεις του Πατριάρχη για μια σύσκεψη επί τρεχόντων θεμάτων απευθύνθηκαν μόνο στους Μητροπολίτες της Ν. Ελλάδος.

Υπάρχουν και άλλα τέτοια, αλλά δεν είναι του παρόντος. Προωθητές της νοσηρής, άκριτης και επιπόλαιης αυτής μεθοδεύσεως, πέραν κάποιων Φαναριωτών, και κάποιοι -μετρημένοι, ευτυχώς, στα δάκτυλα μισού χεριού- Μητροπολίτες των Νέων Χωρών.

Έχουν τη μητροπολιτική τιμή, συνδιοικούν την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά θέλουν να είναι και βοηθοί επίσκοποι του Πατριάρχη, για πολύ προσωπικούς λόγους, που δεν είναι του παρόντος. «Τίκτουν και παρθενεύουν» και «αλλού τρώνε, αλλού πίνουν και αλλού το δίνουν». Πρέπει όλοι να γνωρίζουν, προπαντός η πολιτική και η εκκλησιαστική ηγεσία, ότι η πατρίδα, η Ελλάδα, είναι μη διαιρετή γεωπολιτικά και γεωεκκλησιαστικά.

Για όλους, λοιπόν, τους παραπάνω βασικούς κανονικούς λόγους -υπάρχουν και άλλοι- και όχι «για προσωπικούς λόγους» απουσίαζε ο Αρχιεπίσκοπος από τη Γενεύη, ενώ προς τιμήν του, παρ’ όλα τα παραπάνω, απέστειλε αντιπροσωπεία Αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Πατριαρχείο είναι η Διοικούσα Εκκλησία της Δ. Ευρώπης, της Αμερικής, της Αυστραλίας και της Ασίας, κατά τους Ιερούς Κανόνες. Να αφήσει τη Διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος ήσυχη. Έχουμε ανάγκη μια ισχυρή Εκκλησία της Ελλάδος για την κοινωνική και πνευματική συνοχή μας και για στήριγμα της μητρός Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ως Πανορθοδόξου Κέντρου, κάτι που το πράττει, και όχι μια Εκκλησία μαριονέτα-υποτακτικό δορυφόρο του Πατριάρχη.

Ένας Μητροπολίτης
της Βορείου Ελλάδος

Συνέχεια ανάγνωσης