Περί Νηστείας (Τμήματα ομιλίας του Μεγάλου Βασιλείου)

-…Ἔλα λοιπόν, βαδίζοντας μέσῳ τῆς ἱστορίας, ἐρεύνησε τήν ἀρχαιότητά τής νηστείας. Διότι δέν εἶναι νεώτερο  τό ἐφεύρημα. Τό κειμήλιο εἶναι τῶν πατέρων. Κάθε τί πού εἶναι ἀρχαῖο, εἶναι σεβαστό. Νά σέβεσαι τήν παλαιότητα τῆς νηστείας. Εἶναι συνομήλικη μέ τήν ἀνθρωπότητα· ἡ νηστεία ἐνομοθετήθηκε στόν παράδεισο. Εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή πού ἔλαβε ὁ Ἀδάμ· «ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ δέν θά φᾶτε» (Γεν. 2, 17). Τό «δέν θά φάγετε» εἶναι νομοθεσία νηστείας καί ἐγκρατείας. Ἐάν εἶχε νηστεύσει ἀπό τόν καρπό τοῦ δένδρου ἡ Εὔα, τώρα δέν θά εἴχαμε ἀνάγκη ἀπό τήν νηστεία αὐτή. «Διότι δέν ἔχουν ἀνάγκη ἰατροῦ οἱ ὑγιεῖς, ἀλλά οἱ ἄῤῥωστοι» (Ματθ. 9, 12).

-…Ἐπειδή δέν ἐνηστεύσαμε, ἐφύγαμε ἀπόν τόν παράδεισο· ἂς νηστεύσουμε λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε σ᾿ αὐτόν. Δὲν βλέπεις τόν Λάζαρο, πῶς μέ τήν νηστεία μπῆκε στόν παράδεισο; (Λουκ. 16, 20-31). Νά μήν μιμηθεῖς τήν παρακοή τῆς Εὔας, νά μήν παραδεχθεῖς τό φίδι πάλι σάν σύμβουλο, πού προτείνει τήν βρώση, φροντίζοντας γιά τό σῶμα.

-…Νά μήν προφασίζεσαι ἀῤῥώστια τοῦ σώματος καί ἀδυναμία. Διότι τίς δικαιολογίες δέν τίς λέγεις σέ μένα, ἀλλά σ᾿ αὐτόν πού γνωρίζει. Πές μου, δέν μπορεῖς νά νηστεύεις; Μπορεῖς ὅμως νά παραχορταίνεις γιά ὅλη τή ζωή καί νά συντρίβεις τό σῶμα σου μέ τό βάρος τῶν φαγητῶν. Καί ὅμως στούς ἀσθενεῖς ὄχι ποικιλία φαγητῶν, ἀλλά ἀσιτία καί δίαιτα γνωρίζω ὅτι ἐπιβάλλουν οἱ ἰατροί. Πῶς λοιπόν ἐσύ ποῦ μπορεῖς αὐτά, προφασίζεσαι ὅτι δέν μπορεῖς ἐκεῖνα; Τί εἶναι εὐκολότερο γιά τήν κοιλιά, νά περάσει τή νύκτα μέ τήν λιτότητα τῆς δίαιτας, ἢ μέ τήν ἀφθονία τῶν φαγητῶν νά κείτεται βαρειά; Μᾶλλον δέ μήτε νά κείτεται, ἀλλά νά πυκνοστριφογυρίζει παραφορτωμένη καί στενοχωρημένη μέ κίνδυνο νά ἀνοίξει; Ἐκτός ἂν πεῖς ὅτι οἱ κυβερνῆτες σῴζουν εὐκολότερα τό βαρυφορτωμένο πλοῖο ἀπό τό καλά ἐφοδιασμένο καί ἐλαφρό. Διότι αὐτό μέν τό ὁποῖο πιέζεται ἀπό τό πλῆθος τοῦ φορτίου, ἡ μικρή τρικυμία τό καταβυθίζει, ἐκεῖνο δέ πού ἔχει σύμμετρα τά ἐμπορεύματα εὔκολα διαπλέει τήν τρικυμία, ἐπειδή τίποτα δέν τό ἐμποδίζει νά ἀνέβει εὐκολότερα. Καί τά σώματα λοιπόν τῶν ἀνθρώπων ὅταν παραφορτώνονται μέ τόν συνεχῆ χορτασμό, εὔκολα ὑποκύπτουν στίς ἀσθένειες· ὅταν δέ κάνουν χρήση στερεᾶς καί ἐλαφρᾶς τροφῆς, καί τό ἀναμενόμενο ἀπό τή νόσο κακό ξεφεύγουν, ὅπως τήν κακοκαιρία τό πλοῖο καί τό ἤδη παρόν ἐνοχλητικό τό ξεπερνοῦν, σάν κάποια ἕφοδο δίνῃς. Ὅμως καί ἡ ἡσυχία κατά τήν γνώμη σου εἶναι πιό κουραστική ἀπό τό τρέξιμο καί ἡ ἠρεμία ἀπό τήν πάλη, ἐάν ἀκριβῶς ἰσχυρίζεσαι ὅτι καί ἡ τρυφή εἶναι καταλληλότερη ἀπό τήν δίαιτα γιά τούς ἀσθενείς.

-…Η δύναμη πού κυβερνᾷ τόν ἄνθρωπο, τήν αὐτάρκεια καί τήν λιτότητα εὔκολα μέν ἐπεξεργάσθηκε καί τήν ἔκαμε οἰκεία στό τρεφόμενο· ὅταν ὅμως παρέλαβε τήν πολυτέλεια καί ποικιλία τῶν φαγητῶν, (ἔπειτα ἐπειδή δέν μπόρεσε πρός τό τέλος νά ἀντέξει), ἐδημιούργησε τά διάφορα εἴδη τῶν ἀσθενειῶν.

-…Ὁ  Κύριός μας, ἀφοῦ ὀχύρωσε μὲ νηστεία τὴν σάρκα, ποὺ ἐπῆρε γιὰ χάρη μας, ἔτσι ἐδέχθηκε σ᾿ αὐτὴ (Ματθ. 4, 2) τοῦ διαβόλου τὶς προσβολές, καὶ γιὰ νὰ μᾶς διδάσκει νὰ ἑτοιμαζόμαστε μὲ νηστεῖες καὶ νὰ γυμναζόμαστε γιὰ τοὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν πειρασμῶν, καὶ γιὰ νὰ προσφέρει στὸν ἀντίπαλο μὲ τὴν στέρηση κατὰ κάποιο τρόπο λαβή. Ἀπρόσιτος θὰ ἦταν σ᾿ αὐτὸν λόγω τοῦ ὕψους τῆς θεότητος, ἐὰν μὲ τὴν φτώχεια δὲν εἶχε κατεβῇ πρὸς τὸ ἀνθρώπινο. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν στοὺς οὐρανούς, ἔφαγε, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴν φύση τοῦ ἀναστάντος σώματος.

-Τί ἀνάπαυσε τὸν Λάζαρο στοὺς κόλπους τὸν Ἀβραάμ; Ὄχι ἡ νηστεία; Ἢ ζωὴ δὲ τοῦ Ἰωάννου ὑπῆρξε μιὰ συνεχὴς νηστεία· ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κρεββάτι, οὔτε τραπέζι, οὔτε καλλιεργήσιμη γῆ, οὔτε βόδι γιὰ ὄργωμα, οὔτε ἀρτοποιό, οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς ζωῆς. Γιὰ τοῦτο «μεταξὺ τῶν γεννηθέντων ἀπὸ τὶς γυναῖκες μεγαλύτερος δὲν ἔχει ἀναφανεῖ ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή» (Ματθ. 11, 11).

-…Τὸν Παῦλο μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα καὶ ἡ νηστεία, ποὺ ἀπαρίθμησε στὰ καυχήματα γιὰ τὶς θλίψεις του, τὸν ἀνέβασε στὸν τρίτο οὐρανὸ (Β´ Κορινθ. 11, 27· 12, 2).

-…Σὺ δὲ παραπαχαίνοντας τὸν ἑαυτό σου καὶ ὄντας πολύσαρκος, δὲν γίνεσαι μαλθακός; Ἐξασθενίζοντας δὲ τὸ νοῦ μὲ ἀτροφία, γιὰ τὰ σωτήρια καὶ ζωοποιὰ διδάγματα μπορεῖς νὰ μιλήσεις; Ἢ ἀγνοεῖς ὅτι, ὅπως σὲ πολεμικὴ παράταξη, ἡ συμμαχία μὲ τὸν ἄλλον φέρνει τὴν ἧττα τοῦ ἀντιπάλου, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ συμμαχεῖ μὲ τὴν σάρκα, ἀνταγωνίζεται τὸ πνεῦμα καὶ αὐτὸς ποὺ πηγαίνει μὲ τὴν παράταξη τοῦ πνεύματος ὑποδουλώνει τὴν σάρκα; «Διότι αὐτὰ μεταξὺ τοὺς εἶναι ἀντίθεται» (Γαλατ. 5, 17). Ὥστε, ἐὰν θέλεις νὰ κάνεις ἰσχυρὸ τὸ νοῦ, νὰ δαμάσεις τὴν σάρκα μὲ τὴ νηστεία. Διότι αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ ἀπόστολος· ὅτι «ὅσον ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος φθείρεται, τόσον ὁ ἐσωτερικὸς ἀνακαινίζεται» (Β´ Κορ. 4,16)· καὶ τό· «ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός» (Β´ Κορ. 12, 10). Δὲν θὰ περιφρονήσεις τὰ φαγητὰ ποῦ χάνονται; Δὲν θὰ ἐπιθυμήσεις τὴν τράπεζα τῆς βασιλείας, τὴν ὁποία ἐξάπαντος ἡ ἐδῶ νηστεία θὰ ἐξωραΐσει; Ἀγνοεῖς ὅτι μὲ τὴν ἀμετρία τοῦ χορτασμοῦ ἑτοιμάζεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου παχὺ τὸν βασανιστὴ σκώληκα; Διότι ποιὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μὲ πλούσια τροφὴ καὶ διαρκὴ τρυφὴ ἐδέχθηκε κάποια κοινωνία πνευματικοῦ χαρίσματος; Ὁ Μωυσῆς γιὰ νὰ λάβει δεύτερη νομοθεσία ἐχρειάσθηκε μία ἀκόμη δεύτερη νηστεία. Στοὺς Νινευίτες, ἐὰν καὶ τὰ ζῷα δὲν εἶχαν νηστεύσει, δὲν θὰ εἶχαν διαφύγει τὴν ἀπειλὴ τῆς καταστροφῆς (Ἰωνᾶς 3, 4-10). Ποίων τὰ σώματα ἔπεσαν στὴν ἔρημο; (Ἑβρ. 3, 17). Ὄχι αὐτῶν ποῦ ἐπιζητοῦσαν τὴν κρεοφαγία; (Ἀριθμ.11, 33). Ἐκεῖνοι μὲν ἕως ὅτου εἶχαν ἀρκεσθεῖ στὸ μάννα καὶ στὸ νερὸ ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν πέτρα, ἐνικοῦσαν τοὺς Αἰγυπτίους, περπατοῦσαν μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσα. «Δὲν ὑπῆρχε στὶς φυλὲς τους κανένας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει» (Ψαλμ. 104, 37)· ἐπειδὴ δὲ ἐθυμήθηκαν τὰ κρέατα στοὺς λέβητες (Ἔξοδ.16, 3) καὶ ἐστράφησαν μὲ τὶς ἐπιθυμίες τους στὴν Αἴγυπτο, δὲν εἶδαν τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας.

-Ἀλλ᾿ οὔτε ὁ σοφὸς Δανιὴλ θὰ ἔβλεπε τὰ ὁράματα, ἐὰν μὲ τὴ νηστεία δὲν ἔκανε καθαρότερη τὴν ψυχή. Διότι ἀπὸ τὴν παχειὰ τροφὴ κατὰ κάποιο τρόπο καπνώδεις ἀναθυμιάσεις ἀνερχόμενες, σὰν πυκνὸ σύννεφο, διακόπτουν τὶς ἐλλάμψεις ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ νοῦ.

-Ἐὰν δὲ καὶ ἀγγέλων ὑπάρχει κάποια τροφή, εἶναι ὁ ἄρτος, καθὼς λέγει ὁ προφήτης· «ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ὁ ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 77, 25). Ὄχι κρέας, οὔτε οἶνος, οὔτε ὅσα εἶναι στὴν φροντίδα τῶν δούλων τῆς κοιλιᾶς.

-Ἡ νηστεία εἶναι ὅπλο γιὰ τὴν ἐκστρατεία κατὰ τῶν δαιμόνων. «Διότι τὸ γένος αὐτὸ δὲν ἐξέρχεται, παρὰ μόνον μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία» (Μαρκ. 9, 28).

-…Καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴ νηστεία εἶναι τόσα πολλά· ὁ δὲ κορεσμὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν πτώσεων. Διότι συγχρόνως εἰσορμᾶ μὲ τὴν τρυφὴ καὶ τὴν μέθη καὶ τὰ ποικίλα καρυκεύματα κάθε εἶδος κτηνώδους ἀκολασίας. Ἀπ᾿ ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἵπποι θηλυμανεῖς» (Ἱερεμ. 5, 8) ἀπὸ τὸν οἶστρο τῆς τρυφῆς ποὺ γεννᾶται στὴν ψυχή. Οἱ διαστροφὲς τῆς φύσεως προέρχονται ἀπὸ τοὺς μεθύσους, ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν μὲν γυναῖκα στὸν ἄνδρα, τὸν δὲ ἄνδρα στὴν γυναῖκα. Ἡ νηστεία ὅμως γνωρίζει ὅρια καὶ στὰ ἔργα τοῦ γάμου καὶ τιμωρώντας τὴν ἀμετρία τῶν ἐπιτρεπομένων ἀπὸ τὸ νόμο, ἐπιφέρει σύμφωνη ἀνάπαυλα, γιὰ νὰ ἀφιερωθοῦν στὴν προσευχὴ (Α´ Κορ. 7, 5).

-…Μὴ λοιπὸν περιορίζεις τὸ καλό της νηστείας στὴν ἀποχὴ μόνον ἀπὸ τὰ φαγητά. Διότι ἡ ἀληθινὴ νηστεία εἶναι ἀποξένωση ἀπὸ τὰ κακά. «Νὰ λύσεις τὰ δεσμὰ τῆς ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6)· συγχώρησε τὸν πλησίον γιὰ τὴν λύπη, συγχώρησε τὸν γιὰ τὰ χρέη. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ φιλονικίας» (Ἡσ. 63, 4). Δὲν τρώγεις κρέατα, ἀλλὰ τρώγεις τὸν ἀδελφό σου. Δὲν πίνεις οἶνο, ἀλλὰ δὲν εἶσαι ἐγκρατὴς στὶς ὕβρεις. Περιμένεις τὸ βράδυ γιὰ νὰ λάβεις τροφή, ἀλλὰ ξοδεύεις τὴν ἡμέρα στὰ δικαστήρια. «Ἀλλοίμονο σ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν μεθοῦν μὲ κρασί» (Ἡσ. 28, 1).

-… Ἡ νηστεία δὲν γνωρίζει τὴν φύση τοῦ δανείου· δὲν μυρίζει ἀπὸ τόκους ἡ τράπεζα τοῦ νηστευτῆ· δὲν πνίγουν τὸ ὀρφανὸ παιδὶ οἱ πατρικοὶ τόκοι τοῦ νηστευτῆ, σὰν φίδια περιπλεκόμενα. Καὶ διαφορετικὰ ἡ νηστεία γίνεται ἀφορμὴ γιὰ εὐφροσύνη. Διότι ὅπως ἡ δίψα γλυκὸ τὸ ποτὸ καθιστά, καὶ ἡ πεῖνα ποὺ προκλήθηκε κάνει εὐχάριστο τὸ τραπέζι, ἔτσι καὶ τὴν ἀπόλαυση τῶν φαγητῶν φαιδρύνει ἡ νηστεία. Διότι μὲ τὸ νὰ παρεμβληθεῖ στὸ μέσο καὶ νὰ διακόψει τὴν συνέχεια τῆς τρυφῆς, θὰ κάμει ὥστε νὰ σοῦ φανεῖ ἡ λήψη τῆς τροφῆς ἐπιθυμητὴ σὰν ἀπόδημη. Ὥστε ἐὰν θέλεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου νὰ ἑτοιμάσεις ἐπιθυμητὴ τράπεζα, δέξου τὴν μεταβολὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ νηστεία. Σὺ δὲ περικυκλωμένος πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν τρυφή, ἔχεις ξεχάσει τὸν ἑαυτό σου ἀμαυρώνοντας τὴν ἀπόλαυση καὶ ἀπὸ φιληδονία ἐξαφανίζοντας τὴν πραγματικὴ εὐχαρίστηση. Διότι, τίποτε δὲν ὑπάρχει τόσον ἐπιθυμητό, ὥστε νὰ μὴν καταφρονεῖται μὲ τὴν συνεχῆ ἀπόλαυση. Ἐκείνων δὲ ποὺ εἶναι σπάνια ἡ ἀπόκτηση, αὐτῶν ἡ ἀπόλαυση γίνεται περισπούδαστη. Ἔτσι καὶ ὁ κτίστης μας ἐπενόησε μὲ τὴν ποικιλία στὴ ζωὴ νὰ παραμένει σέ μας ἡ χάρη αὐτῶν ποὺ ἔχουν δοθεῖ. Δὲν βλέπεις ὅτι καὶ ὁ ἥλιος εἶναι λαμπρότερος μετὰ τὴν νύκτα; Καὶ ἡ ἀγρυπνία γλυκύτερη μετὰ τὸν ὕπνο; Καὶ ἡ ὑγεία πιὸ ἐπιθυμητὴ μετὰ τὴν πεῖρα τῶν ἀντιθέτων; Καὶ ἡ τράπεζα λοιπὸν εἶναι πιὸ εὐχάριστη μετὰ τὴ νηστεία· ὅμοια μὲν στοὺς πλουσίους καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ παρέχουν πλούσια γεύματα καὶ στοὺς λιτοὺς καὶ στοὺς πρόχειρους κατὰ τὴν δίαιτα.

– …Ἡ νηστεία ἀναπέμπει τὴν προσευχὴ στὸν οὐρανό, μὲ τὸ νὰ γίνεται σ᾿ αὐτὴν κατὰ κάποιο τρόπο φτερὸ πρὸς τὴν ἄνω πορεία της. Ἡ νηστεία εἶναι προκοπὴ τῶν οἴκων, ὑγείας μητέρα, νεότητος παιδαγωγός, στολίδι στοὺς γέροντες, καλὴ συνοδοιπόρος στοὺς πεζοπόρους, ἀσφαλὴς ὁμόσκηνος στοὺς συγκατοίκους. Ὁ ἄνδρας δὲν ὑποψιάζεται κίνδυνο τοῦ γάμου, ὅταν βλέπει τὴν γυναῖκα νὰ ζεῖ μὲ τὴ νηστεία. Δὲν λυώνει ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὴν ζηλοτυπία, ὅταν βλέπει τὸν ἄνδρα νὰ νηστεύει. Ποιὸς ἐζημίωσε τὸ σπίτι του μὲ τὴ νηστεία; Ὑπολόγισε σήμερα τὰ πράγματα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ὑπολόγισε τὰ καὶ μετά· δὲν θὰ λείψει τίποτε μὲ τὴ νηστεία ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στὸ σπίτι. Κανένα ζῷο δὲν βγάζει κραυγὲς θανάτου, πουθενὰ αἷμα, πουθενὰ ἀπόφαση, ποὺ ὑπαγορεύεται κατὰ τῶν ζῴων ἀπὸ τὴν ἄκαμπτη κοιλιά. Ἔχει σταματήσει τὸ μαχαῖρι τῶν μαγείρων· τὸ τραπέζι ἀρκεῖται στὰ πρόχειρα. Τὸ Σάββατο ἐδόθηκε στοὺς Ἰουδαίους, «γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ, λέγει, τὸ ὑποζύγιό σου καὶ o δοῦλος σου» (Ἔξοδ. 20, 10).

-… Νὰ φοβᾶσαι τὸ παράδειγμα τοῦ πλουσίου. Ἐκεῖνον παρέδωσε στὸ πῦρ ἡ συνεχὴς τρυφή. Διότι ἂν καὶ δὲν κατηγορήθηκε γιὰ ἀδικία, ἀλλὰ γιὰ τρυφηλὴ ζωή, ἐτηγανιζόταν στὴν φλόγα τῆς καμίνου. Γιὰ νὰ σβήσουμε λοιπὸν τὸ πῦρ ἐκεῖνο, χρειάζεται νερό. Καὶ ὄχι μόνον γιὰ τὰ μέλλοντα πράγματα εἶναι ὠφέλιμος ἡ νηστεία, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν σάρκα πιὸ ἐπωφελής. Διότι oι μεγάλες παχυσαρκίες ἔχουν ὑποτροπὲς καὶ μεταπτώσεις, ὅποτε ἡ φύση κάμπτεται καὶ ἀδυνατεῖ νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῆς παχυσαρκίας.

-…Ἡ νηστεία εἶναι ἡ εὐπρέπεια τῆς πόλεως, ἡ σταθερότητα τῆς ἀγορᾶς, ἡ εἰρήνη τῶν σπιτιῶν, ἡ σωτηρία τῶν ὑπαρχόντων. Θέλεις νὰ δεῖς τὴν μεγαλοπρέπειά της; Σύγκρινε, παρακαλῶ, τὴν σημερινὴ ἑσπέρα μὲ τὴν αὔριο καὶ θὰ δεῖς νὰ μεταπίπτει ἡ πόλη ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ζάλη σὲ βαθειὰ γαλήνη. Εὔχομαι δὲ ἡ σημερινὴ νὰ μοιάζει μὲ τὴν αὐριανὴ κατὰ τὴν σεμνότητα καὶ ἡ αὐριανὴ νὰ μὴν ὑπολείπεται σὲ φαιδρότητα ἀπὸ τὴν σημερινή. Ὁ δὲ Κύριος ποὺ μᾶς ὁδήγησε σ᾿ αὐτὴ τὴν περίοδο τοῦ χρόνου, εἴθε νὰ μᾶς χαρίσει, κατὰ κάποιο τρόπο σὰν ἀγωνιστές, ἀφοῦ ἐπιδείξουμε στοὺς προκαταρκτικοὺς ἀγῶνες τὴν στερεότητα καὶ τὴν δύναμη τῆς καρτερίας, νὰ φθάσουμε καὶ στὴν κυρία ἡμέρα τῶν στεφάνων· τώρα μὲν τῆς ἀναμνήσεως τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος, στὸν μέλλοντα δὲ αἰῶνα, τῆς ἀνταποδόσεως αὐτῶν ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς ζήσει κατὰ τὴν δίκαιη κρίση αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ, διότι σ᾿ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Συνέχεια ανάγνωσης

“Αφέντες τας εαυτών πατρίδας, εις την ημετέραν πόλιν συρρέουσι” (ιερός Χρυσόστομος)

     Δημοσιεύουμε στον παρόντα χώρο κείμενο του ιερού Χρυσοστόμου, το οποίο αναφέρεται στο θέμα της ελεημοσύνης, που αναλογικά αφορά και στους μετανάστες και πρόσφυγες που εισρέουν κατά τις ημέρες μας στην πατρίδα μας. Ο ιερός πατήρ και δια του παρόντος κειμένου, μας συνεπαίρνει.  Μας εντυπωσιάζει  το ξεχείλισμα της αγάπης του για τον συνάνθρωπο που πάσχει και για τον οποίον Χριστός απέθανε. 

Σημειώνουμε όμως ότι το κείμενο πρέπει:

  1. να αναγνωσθεί με σοβαρότητα και να ερμηνευθεί με διάκριση, αφού ληφθεί υπ΄ όψιν το περιβάλλον εντός του οποίου δημιουργήθηκε, αλλά και το “συγκεκριμένο” του ζητήματος στο οποίο αναφέρεται.
  2. Οι αναγωγές προς το σημερινό “προσφυγικό-μεταναστευτικό” πρέπει να γίνουν με προσοχή και με σφαιρική μελέτη του θέματος, προς αποφυγήν παρερμηνειών και εξαγωγής λαθεμένων  συμπερασμάτων.
  3. Για το σημερινό ζήτημα πρέπει να βγουν συμπεράσματα αφού λάβουμε υπ΄ όψιν μας την διάκριση μεταξύ προσφύγων και προσφυγιάς.  Τους πρόσφυγες τους συμπονάμε, διότι δεν είναι δυνατόν να αδιαφορήσει ο ορθόδοξος χριστιανός για τον οποιονδήποτε που υποφέρει. Την προσφυγιά που δημιούργησαν οι “μεγάλοι” για να επιτύχουν την άλωση της Ελληνορθοδόξου Πατρίδος μας, την απορρίπτουμε και την μαχόμαστε, διότι έχουμε νούν ζωντανό και συνετό που μπορεί να καταλαβαίνει τα καταχθόνια σχέδιά τους, δηλαδή την ισλαμοποίηση της πατρίδος μας – και όχι μόνον.
  4. Ο Αναγνώστης του άρθρου θα πρέπει να μελετήσει  τις εισαγωγικές  παρατηρήσει μας το ίδιο προσεκτικά με  το κείμενο που ακολουθεί. Στην ιστοσελίδα μας θα αναρτήσουμε εκτενέστερο κείμενο για το θέμα, λίαν συντόμως.

“Δραπέται τινες εισι, φησι, και ξένοι, και μαστιγίαι, και τας αυτών αφέντες πατρίδας, εις την ημετέραν πόλιν συρρέουσι. Δια τούτο ουν αγανακτείς, ειπέ μοι, και τον στέφανον της πόλεως διατίλλεις, ότι κοινόν λιμένα πάντες αυτήν είναι νομίζουσι, και της ενεγκούσης την αλλοτρίαν προτιθέασι; Διά τούτο μεν ούν αγάλλεσθαι έδει και χαίρειν, ότι καθάπερ εις κοινόν εμπορίαν τας υμετέρας χείρας τρέχουσιν άπαντες, και μητέρα κοινήν είναι ταύτην την πόλιν νομίζουσι. Μη δη διαφθείρητε το εγκώμιον, μηδέ ακρωτηριάσητε τον έπαινον πάτριον όντα αυτή και αρχαίον.  prosfyges

Και γαρ ποτε λιμού μέλλοντος εις την γην εμβάλλειν άπασαν, οι την πόλιν ταύτην οικούντες τοις εν Ιεροσολύμοις καθημένοις, αυτοίς δε τούτοις, περί ων ημίν ούτος ο λόγος άπας κεκίνηται, διά χειρός Βαρνάβα και Σαύλου χρήματα έπεμψαν ουκ ολίγα. Τίνος ούν εν είημεν ημείς συγγνώμης άξιοι, ποίας δε απολογίας, όταν οι μεν πρόγονοι οι ημέτεροι και τους πόρρωθεν καθημένους φαίνωνται διά των οικείων τρέφοντες χρημάτων, και αυτοί προς εκείνους τρέχοντες· ημείς δε και τους αλλαχόθεν προς ημάς καταφεύγοντας απελαύνωμεν, και απαιτώμεν ευθύνας ακριβείς, και ταύτα ειδότες, ότι μυρίων υπεύθυνοί εσμεν κακών; Καν ο Θεός ούτως ακριβώς τα καθ’ ημάς εξέταση, ώσπερ ημείς τα των πενήτων, ουδεμιάς τευξόμεθα συγγνώμης, ουδέ ελέου τινός· «Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε, φησί, και υμείς κριθήσεσθε». Γενού τοίνυν φιλάνθρωπος και ήμερος τω συνδούλω, και πολλά άφες των ημαρτημένων, και ελέησον, ίνα και αυτός τοιαύτης τύχης της ψήφου. Τι πράγματα σαυτώ πλέκεις· τι περιεργάζη; Άρα ει προσέταξεν ο Θεός βίους ερευνάν, και ευθύνας απαιτείν, και πολυπραγμονείν τρόπους, ουκ αν εδυσχέραινον πολλοί;”.

(Περί Ελεημοσύνης. Εκφωνηθείς εν τω παριέναι αυτόν χειμώνος ώρα, και ιδείν τους πένητας και πτωχούς ανεπιμελήτους ερριμμένους κατά την αγοράν, PG 51, 269-70)

Συνέχεια ανάγνωσης

Ζηλοφθονία: Η κατάργηση της ετερότητος (Ομιλία του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου εις το Σπυροπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Ενορίας μας)

     Την Τετάρτη 10 Μαρτίου τ.ε. ο Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεώς μας Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Κωστόπουλος, Διδάκτωρ Θεολογίας, ομίλησε στο Σπυροπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Ενορίας μας με θέμα ” Ζηλοφθονία: Η κατάργηση της ετερότητος”. Τον ομιλητή προσεφώνησε ο προϊστάμενος της Ενορίας μας π. Απόστολος Δημητρόπουλος, θυμίζοντας στο πολυπληθές ακροατήριο την πνευματική εργασία του πατρός Κυρίλλου στην Ενορία μας.

Μετά την εικοσάλεπτη ομιλία, ο π. Κύριλλος δέχθηκε ερωτήσεις, στις οποίες ευστόχως απήντησε και δια των οποίων ολοκληρώθηκε η παρουσίαση του σπουδαίου θέματος της ζηλοφθονίας. Στο τέλος ο ομιλητής έκλεισε με μικρά αναφορά στην περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τονίζοντας ότι η ταπείνωση και η αγάπη συνοψίζουν την ουσία του αγώνος μας προκειμένου να φθάσουμε στην ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου μας και να ζήσουμε αυτήν ως συνανάσταση μετά του Χριστού μας.

IMG_20160309_173242

Στην συνέχεια δημοσιεύουμε περίληψη της ομιλίας του πατρός Κυρίλλου, όπως ο ίδιος την κατέγραψε προκειμένου να δημοσιευθεί.

   “Ο άνθρωπος, ως δημιούργημα του Θεού της Αγάπης, φανερώνει την αιώνια αλήθεια ότι μπορεί να πραγματώσει την αγαπητική ελευθερία στο να αγαπά τον αδελφό ή να τον απορρίπτει. Το ότι ο άνθρωπος είναι πνευματική οντότητα και αξία αποδεικνύεται από την ουσιαστική και αληθινή αγάπη που διαθέτει για τον πλησίον, τον αδελφό. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος προτρέπει τους Ρωμαίους να χαίρουν με εκείνους που έχουν χαρά και να συμπάσχουν με εκείνους που έχουν λύπη: «Χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» (12, 15). Στην αντίθετη περίπτωση ο άνθρωπος απορρίπτει την όντως εν Χριστώ ζωή της αγάπης, κλειδαμπαρώνεται στον εγωκεντρικό του χώρο, πικραίνεται αφάνταστα, όταν έρχεται σε επαφή με την ψυχοσωματική αξία του άλλου, βασανίζεται υπαρξιακά και πολλές φορές χάνει τα λογικά του. Αυτή η απαράδεκτη κατάσταση, τόσο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία όσο καιστην αγιοπατερική διδασκαλία, αποκαλείται «φθόνος». Ο φθόνος ξεκινά από την ζήλεια και φθάνει στην ζηλοφθονία (ζήλεια και φθόνος μαζί). Ο Πλάτωνας έλεγε: «Πρώτον μεν ζήλος, από ζήλου δε φθόνος» (Mενέξενος 242a4). Ο δε Αριστοτέλης ορίζει τον φθόνο ως εξής: «Εστίν ο φθόνος λύπη τις επί ευπραγία φαινομένη των ειρημένων αγαθών περί τους ομοίους» (Ρητορ. 1387b 22-23). Αλλά και στην Πατερική Γραμματεία διαβάζουμε ότι «ο ζήλος και ο φθόνος αλλήλοις εκκρέμανται (αλληλοεξαρτώνται) και ο έχων τούτων τα συναμφότερα έχει» (Εφραίμ Σύρου, Έργα, τόμ. 1, σ. 61).Στην Παλαιά Διαθήκη, με τη δέκατη εντολή Του ο Θεός εντοπίζει την ρίζα της ζήλειας και του φθόνου στην επιθυμία για τα παντός είδους αγαθά του άλλου: «Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου, ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου, ούτε […] όσα τω πλησίον σου εστιν» (Έξ. 20, 17). Οι Ιεροί Ευαγγελιστές διασώζουν ότι οι Ιουδαίοι «διά φθόνον παρέδωκαν» τον Θεάνθρωπο Κύριο στον Σταυρικό θάνατο (Ματθ. 27, 18, Μάρκ. 15, 10). Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος Νύσσης αποφαίνεται ότι ο φθόνος είναι «το αρχέκακον πάθος, ο του θανάτου πατήρ, η πρώτη της αμαρτίας είσοδος, η της κακίας ρίζα, η της λύπης γένεσις, η των συμφορών μήτηρ, η της απειθείας υπόθεσις, η της αισχύνης αρχή» (Γρ. Νύσ., Περί του βίου Μωϋσέως, PG 00, 000).

   Είναι αποδεδειγμένο ότι το δηλητήριο της ζήλειας που καταλήγει σε ζηλοφθονία διαλύει μακροχρόνιες φιλίες, οικογενειακές εστίες, καταστρέφει ακόμη και αυτή την κοινωνική συνοχή ενός ολοκλήρου έθνους. Ο Μ. Βασίλειοςτονίζει ότι «ώσπερ ιός σίδηρον, ούτως ο φθόνος την έχουσαν αυτόν ψυχήν εξαναλίσκει (κατατρώγει)» (Ομ. ΙΑ’, Περί φθόνου, PG 31, 373-384). Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, περιγράφοντας τον εσωτερικό κόσμο του ζηλόφθονου, παρατηρεί ότι αυτός έχει τάση να απαξιώνη κάθε τι, το οποίο θεωρεί ανώτερο γύρω του: «Αυτός που έχουν καλή φήμη τους μειώνει […] Ποτέ δεν χαίρεται ο φθονερός για την προκοπή του άλλου» (ΙΘ’ Περί φθόνου και ζήλου, τ. 1, σ. 63). Γι’ αυτό και ο Οσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφωνεί: «Φθόνου πάθος ουδέν ολεθριώτερον ψυχαίς ανθρώπων εμφυτεύεται» (PG 96, 413).

   Είναι γεγονός ότι η ζηλοφθονία δεν προσβάλει μόνον την συνείδηση αυτού που πάσχει από αυτήν, αλλά έχει ως συνέπειες την έχθρα, την χαιρεκακία, την φιλονεικία, την καταλαλιά, την απάτη και ακόμη και αυτήν την αχαριστία. Ο περισσότερο μορφωμένος, ο εξυπνότερος, ο πλουσιώτερος και γενικότερα ο ανώτερος γίνεται εχθρός του ζηλόφθονου. Αυτή η κατάσταση οδηγεί τον άνθρωπο στον αυτοβασανισμό και στην απώλεια της ψυχικής ισορροπίας. Ο Ιερός Χρυσόστομος το επιβεβαιώνει: «Δεινόν η ζηλοτυπία κακόν· και γαρ εις αφροσύνην εκπίπτει» (PG 54, 491). Με όλα όσα εκθέσαμε πιο πάνω, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, μπορεί να πραγματώση την όντως ζωή μόνον με την αγάπη. Αγάπη προς τον Θεό και την εικόνα Του, τον συνάνθρωπο.”

Φωτογραφίες:

 


 

 

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Σερβίας προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο περί της Μεγάλης Συνόδου

Η από 24.7.2015 επιστολή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Σερβίας εστάλη προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο πριν από την Ε΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 10-17.10.2015).

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΣΕΡΒΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ)
 
 
 
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Αρ. πρωτ. 439
Εν Βελιγραδίω την 24ην Ιουλίου 2015
Τω Παναγιωτάτω Αρχιεπισκόπω
Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης
και Οικουμενικώ Πατριάρχη
Κυρίω ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΩ
Εις Κωνσταντινούπολιν.
Παναγιώτατε,
Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά την τακτικήν συνεδρίασίν Της του παρελθόντος Μαΐου ε.ε. εξήτασε την έκθεσιν των εκπροσώπων τής καθ΄ ημάς Τοπικής Εκκλησίας,

που αφορούσε εις την τρίτην συνάντησιν της Ειδικής Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον και αποφάσισεν όπως κοινοποιήση τας προτάσεις Αυτής διά την Πέμπτην Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, εν ταυτώ ειπείν διά την μέλλουσα Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας.
Η απόφασις και αι προτάσεις της ημετέρας Συνόδου της Ιεραρχίας κοινοποιούνται εις τους Προκαθημένους πασών των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών επί κεφαλής όντος του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η απόφασις και αι προτάσεις αι αφορώσαι εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον έχουν ως ακολούθως:
«Μετά πλήρους συναισθήσεως της εξαιρέτου ιστορικής σπουδαιότητος της προετοιμαζομένης Μεγάλης Συνόδου διά την μαρτυρίαν και αποστολήν της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον, η Σύνοδος της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν όψει της προετοιμασίας της Μεγάλης Συνόδου, η οποία επρογραμματίσθη όπως συνέλθη το 2016, γνωρίζει εις τους Προκαθημένους και τας Ι. Συνόδους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών τας επισήμους απόψεις και προτάσεις Της:
1. Είναι εις όλους γνωστόν, ότι η Σερβική Ορθόδοξος Εκκλησία συμμετέχει ενεργώς και απ’ αρχής εις τας προετοιμασίας της Μεγάλης Συνόδου καθώς και ότι έχει λάβει μέρος εις όλας τας Πανορθοδόξους Προπαρασκευαστικάς Επιτροπάς από της πρώτης εν έτει 1961 έως και σήμερον. Το γεγονός αυτό διατρανώνει την επιθυμία Της διά την σύγκλησιν της Συνόδου και την συναίσθησιν των ευθυνών δια την καλυτέραν προετοιμασίαν του οροσήμου τούτου διά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την υλοποίησιν της ευαγγελικής αποστολής Της.
Προκαλεί όμως ανησυχίαν εις την καθ’ ημάς Τοπικήν Εκκλησίαν το γεγονός ότι ενώ η Σύνοδος συνέρχεται λίαν προσεχώς, τα προγραμματισθέντα θέματα της Συνόδου δεν απαντούν εις ουσιαστικά ζητήματα, με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπος η σημερινή Ορθόδοξος Εκκλησία. Ως γνωστόν, αι Οικουμενικαί Σύνοδοι και άπασαι αι της αυτής σπουδαιότητος Σύνοδοι εν τη ιστορία της Εκκλησίας αντιμετώπιζαν εν πρώτοις τα εμφανισθέντα δογματικά ζητήματα και ακολούθως, εν συσχετισμώ προς αυτά, και τα ζητήματα διοργανώσεως και κανονικής ευταξίας εν τη Εκκλησία.
Αδιαμφισβητήτως το κεντρικόν δογματικόν ζήτημα από του Μεγάλου Σχίσματος (1054 μΧ) και εντεύθεν, μετά την εμφάνισιν της Διαμαρτυρήσεως (από του 16ου αι.) έως και της σήμερον, είναι το εκκλησιολογικό ζήτημα: το περί Εκκλησίας ερώτημα.
Συνεπώς το προβλεπόμενον θέμα της Συνόδου, προερχόμενον από τον συγκερασμόν δύο πρώην θεμάτων (περί Οικουμενισμού και περί του Διαλόγου μετά των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών) υπό τον τίτλον Η σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού Χριστιανικού κόσμου, αναποφεύκτως απαιτεί προκαθορισμόν τινά της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής, εν η πιστεύομεν, εν τω Συμβόλω της Πίστεως ομολογούντες, ότι αύτη εστίν η Ορθόδοξος Εκκλησία – η Εκκλησία του Συμβόλου. Μόνον υπό το φως τοιαύτης προκαθορισμένης αυτογνωσίας της Εκκλησίας δύναται το προβλεπόμενον θέμα, ήτοι «Η σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού Χριστιανικού κόσμου», να εύρη την πραγματικήν αυτού θέσιν. Τούτο ακριβώς το ουσιώδες δογματικο-εκκλησιολογικό ζήτημα έχουσα υπ’ όψιν η καθ’ ημάς Τοπική Εκκλησία προέτεινε διά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απόφασιν της Συνάξεως αυτής (υπ’ αριθμ. 771/зап. 160 της 26ης Μαΐου 2011), επικύρωσιν τινά της οικουμενικής σπουδαιότητος της Συνόδου του Φωτίου (879/890), ειδικώς δε της διδασκαλίας αυτής περί του Filioque, το οποίο και ήτο ο κύριος λόγος διά τον χωρισμόν της Εκκλησίας της Ρώμης από το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Διά τον αυτόν λόγον, η ημετέρα Σύναξις προέτεινε, και πάλιν προτείνει, διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, την επικύρωσιν υπό της Μεγάλης Συνόδου των Ησυχαστικών Συνόδων του 14ου αι., και την αποδοχήν της διδασκαλίας των εξ ολοκλήρου ορθοδόξου περί της θείας Ουσίας και των αιωνίων Θείων Ενεργειών ως μίαν ουσιώδη διαφοράν εν σχέσει με την Ρωμαιοκαθολικήν διδασκαλίας περί της Θείας Χάριτος, τουτ’ έστιν εν γένει περί της σχέσως του Θεού προς την κτίσιν Αυτού, διδασκαλίαν από της οποίας οργανικώς συνάγεται η ρωμαιοκαθολική κατανόησις του Filioque, καθώς και η υπερτροφία, η ρωμαϊκή κατανόησις της θέσεως του Πρώτου εις την Εκκλησίαν (πρωτείον) – αφ’ ης η απουσία του Αγίου Πνεύματος ανταλλάσσεται από το αλάθητον ανθρώπου τινός.
Θεωρούμεν επίσης ως ουσιώδες η Μεγάλη Σύνοδος να επικυρώση τας αποφάσεις της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (1282-84), διά της οποίας η ένωσις της Λυώνος ηκυρώθη, και της Μεγάλης Συνόδου (1484) διά της οποίας αι αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας ηκυρώθησαν. Εις τα πλαίσια αυτά θα ήτο εξαιρετικής σημασίας να ορισθή η θέσις της Εκκλησίας επί του (Πετρείου) Πρωτείου, και επί της σφαλεράς διδασκαλίας των Συνόδων Λυώνος, Φλωρεντίας, και Βατικανής Ι και ΙΙ, επί του θέματος αυτού, καθώς επίσης και η θέσις του Πρώτου εις την Εκκλησίαν.
Η καθ΄ ημάς Εκκλησία έχει έτοιμον σχέδιόν τι επί του θέματος «Περί της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας», και είναι ετοίμη να το αποστείλη διά την Πέμπτην Προσυνοδικήν Διάσκεψιν προς μελέτην και προετοιμασίαν διά την τελικήν μορφήν εις την Σύνοδον.
Μόνον υπό το φως της Εκκλησιολογίας θα λάβουν άπαντα τα άλλα θέματα την θέσιν την οποίαν δικαιούνται.
2. 2α. Τα επεξεργασθέντα θέματα: «Περί της αποστολής της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως μαρτυρίας αγάπης εν διακονία» και «Περί της σπουδαιότητος της νηστείας και της τηρήσεως αυτής σήμερον», θεωρούμεν ότι έχουν ολοκληρωθεί διά την ημερησίαν διάταξιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
2β. Προκειμένου να δικαιολογηθή η προώθησις του θέματος «κωλύματα γάμου» εις την Μεγάλην Σύνοδον, είναι αναγκαίον πρώτον μεν να εξετασθή το υπαρξιακόν ζήτημα της συγχρόνου ανθρωπότητος και της Εκκλησίας – το ζήτημα του ιερού μυστηρίου του Γάμου και της χριστιανικής Οικογενείας, η οποία απειλείται την σήμερον περισσότερον από ποτέ (εδώ πρέπει να υπογραμμισθή: βιοηθική, ο «γάμος» συντρόφων του αυτού φύλου, το πρόβλημα της εκτρώσεως, αντισύλληψις, τεχνητή γονιμοποίησις, κλωνοποίησις κ.α.). Μόνον εις τα πλαίσια αυτά δύναται να δικαιολογηθή η συμπερίληψις του θέματος «κωλύματα γάμου». Και επί του θέματος αυτού η καθ’ ημάς Εκκλησία είναι ετοίμη να προσφέρη σχέδιόν τι προς μελέτην και προετοιμασίαν διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Ει δε μη, ελλείψει τούτου, η γνώμη της Εκκλησίας ημών είναι ότι τούτο δεν είναι ζήτημα διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, αλλά μάλλον διά μίαν άλλην Πανορθόδοξον Κανονικήν Επιτροπήν.
Το αυτό ισχύει και επί του ζητήματος του Ημερολογίου. Επικεντρώνοντες το ζήτημα αυτό περί την ερώτησιν του ενδεχομένου εορτασμού του ΠΑΣΧΑ ουδέν επιλύεται (η Εκκλησία έχει λύσει το ζήτημα αυτό διά της οικονομίας), δύναται δε να προκαλέση μόνον νέαν αντίδρασιν και σκάνδαλον εντός της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου, αυτά τα θέματα καθ’ αυτά θα πρέπει να αφαιρεθούν από τον κατάλογον των θεμάτων διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον.
3. Η καθ’ ημάς Εκκλησία θεωρεί άκρως σημαντικόν όπως εισαχθή εις την Σύνοδον το ήδη προετοιμασμένο θέμα «Περί του Αυτοκεφάλου και του Αυτονόμου», ως αυτό προετάθη εις την Προσυνοδική Διάσκεψιν (2009). Δεν είναι φρόνιμον να αφαιρεθή διά τυπικούς λόγους (τρόπος υπογραφής του Τόμου) το καθοριστικόν τούτο θέμα διά την οργάνωσιν, αποστολήν και κανονικήν ευταξίαν της Εκκλησίας.
Εις το ανωτέρω πλαίσιον, συμφώνως προς την πρότασιν της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (αρ. πρωτ. 1365 της 25ης Σεπτεμβρίου 2014), το οποίο επεδόθη εις τον Πρόεδρον της Ειδικής Επιτροπής Μητροπολίτην Περγάμου κ. Ιωάννην Ζηζιούλαν το 2014, η Σύνοδος της Ιεραρχίας εκτιμώντας ως ιδιαίτερα σημαντικό, προέτεινε όπως εντός του πλαισίου του θέματος «Αυτοκέφαλον» συμπεριληφθή και εξετασθή πρώτον το ζήτημα της επικυρώσεως πάντων των αυτοκεφάλων, των χορηγηθέντων υπό μόνης της Μητρός Εκκλησίας (αι Οικουμενικαί Σύνοδοι έχουν επικυρώσει μόνο τα τέσσερα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και την Εκκλησίαν της Κύπρου). Εκ των νεωτέρων Εκκλησιών μόνον ο Τόμος Ανακηρύξεως του Πατριαρχείου Μόσχας έχει υπογραφεί υπό των τεσσάρων Προκαθημένων των πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Η πρότασις αύτη είναι σύμφωνος προς την εισήγησιν της Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως εν Σαμπεζύ, ότι το Αυτοκέφαλον δεν χορηγεί, αλλά προτείνει η Μήτηρ Εκκλησία, επικυρώνει δε αυτό το ορθόδοξον πλήρωμα εκδίδοντας τον Τόμον από κοινού.
Η επικύρωσις αύτη θα αποτρέψει δύο μελλοντικούς κινδύνους:
α) Την επανάληψιν του ιστορικού προηγουμένου (το οποίο τελούσε εν συναρτήσει συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών) σύμφωνα με το οποίο το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ως Μήτηρ Εκκλησία έχει απονείμει μόνο του το αυτοκέφαλον, ενώ έχουν παρατηρηθεί νεώτερες απόπειρες Μητέρων Εκκλησιών να απονείμουν αυτές μόνες αυτοκέφαλα (πχ. το Πατριαρχείο Μόσχας εις την «Αμερικανικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν»).
β) Θα αποφευχθή ο πειρασμός της καταργήσεως αυτοκεφάλων εκ μέρους της Μητρός Εκκλησίας (πχ. περίπτωσις του Πατριαρχείου Ιπεκίου το 1463 και το 1766, και του Πατριαρχείου Τυρνόβου το 1767 και της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος).
Θα πρέπει να συνεκτιμήσωμεν ότι εις την εποχή μας η Ορθόδοξος Εκκλησία, διά πρώτην φοράν εν τη δισχιλιετή ιστορία Της εξαπλούται εις όλην την Οικουμένην όχι πλέον ως Πενταρχία ή Τετραρχία. Έχει οργανωθεί εις δεκατέσσαρας Τοπικάς Αυτοκεφάλους Εκκλησίας με την προοπτική εις το άμεσον ή απώτερον μέλλον όπως προκύψουν νέαι τοπικαί Εκκλησίαι εις την σημερινήν διασποράν εν Ευρώπη, Βορείω και Νοτίω Αμερική, Καναδά, Αυστραλία εκ των υπαρχουσών κατά περιοχάς σημερινών Επισκοπικών Διασκέψεων. Όθεν καθίσταται αναγκαίον όπως το ζήτημα της απονομής τού Αυτοκεφάλου εδρασθή επί υγειών, συνοδικών, κανονικών θεμελίων, ούτως ώστε να αποτραπούν και να θεραπευθούν σχίσματα τα οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία κατά το παρελθόν αντιμετώπισε και, δυστυχώς, αντιμετωπίζει και την σήμερον ημέρα.
4. Διά την τελικήν προετοιμασίαν και διεξαγωγήν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, καθίσταται απαραίτητος, το ταχύτερον δυνατόν, η συμμετοχή εις την σύνθεσιν της Γραμματείας Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Σαμπεζύ, ενός, τουλάχιστον, εκπροσώπου εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, κατόπιν προτάσεως των ιδίων Τοπικών Εκκλησιών.
Η Πανορθόδοξος Γραμματεία Προπαρασκευής και Οργανώσεως της Συνόδου καλείται όπως αναλάβη τις αρμοδιότητες των άχρι του νυν Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων και των Ειδικών Διορθοδόξων Επιτροπών, μετά την ολοκλήρωσιν του έργου των, ώστε η διεξαγωγή της Συνόδου να τελεσφορήση.
5. Συμφώνως τη ημετέρα προτάσει, διατυπωθείσα εν τη τελευταία Διασκέψει των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών εν Κωνσταντινουπόλει, η καθ’ ημάς Σύνοδος της Ιεραρχίας εισηγείται όπως η Πέμπτη Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις εξετάση την σύστασιν Μονίμου Ειδικού Ταμείου ώστε μέσω ετησίων εισφορών εκ μέρους όλων των Εκκλησιών εις το Ορθόδοξον Κέντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Σαμπεζύ ή αλλού, συγκεντρωθούν τα απαραίτητα κεφάλαια όχι μόνον διά την κάλυψιν των εξόδων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αλλά και διά την μελλοντικήν εκκλησιαστικήν διακονίαν εις την προαγωγήν της Πανορθοδόξου Ενότητος, της ανά τον κόσμον Πανορθοδόξου Ιεραποστολής, εις την βοήθειαν εις ενδεείς Εκκλησίας, εις την προαγωγήν της θεολογικής εκπαιδεύσεως, του επιστημονικού έργου πανορθοδόξως, των κοινών εκδόσεων κοκ.
Η καθ’ ημάς Σύνοδος της Ιεραρχίας εκφράζει την βαθυτάτην ευγνωμοσύνην της προς την πανορθόδοξον διακονίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θεωρώντας εν ταυτώ ότι η Πρωτόθρονος Εκκλησία, ευρισκομένη επί αιώνες επί μεγάλου Σταυρού, δεν υποχρεούται μόνη αύτη να επωμίζεται το οικονομικό βάρος της πανορθοδόξου Διακονίας, συμφώνως προς το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσετε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2).
Αι αποφάσεις και προτάσεις να διαβιβασθούν αρμοδίως εις τους Προκαθημένους όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών».
Όθεν, διαβιβάζοντες τας αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, διατελούμεν,
 
Εν Χριστώ αδελφός της Υμετέρας Παναγιότητος
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιπεκίου,
Μητροπολίτης Βελιγραδίου και ΚΑρλοβικίου
και Πατριάρχης Σερβίας
+Ειρηναίος
Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου
της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας
 
Συνέχεια ανάγνωσης

Κριτική θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού Διαλόγου (πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού).

Ο Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) διείδε την κατάληξιν των οικουμενιστικών σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ απεμακρύνθη από το Π.Σ.Ε. το 1961. Ο καθ. Ιωάννης Καρμίρης εδήλωσε το 1953: η άνευ όρων συμμετοχή της Ορθοδοξίας εις δογματικά συνέδρια δεν είναι σύμφωνος προς την διδασκαλίαν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής.

 


1. Η τραγωδία του σχίσματος (1054) και η οδυνηρή παράτασή της, ως και οι καταθλιπτικές πολιτικές εξελίξεις στον χώρο της Ανατολής, λειτούργησαν ως προϋπόθεση μιας σειράς διαλογικών προσπαθειών για την αποκατάσταση της ενότητας, με την επιστροφή των αιρετικών – σχισματικών στο ένα και αδιαίρετο εκκλησιαστικό σώμα για την σωτηρία τους: Με τις αιρέσεις και τα σχίσματα το ένα και αδιάτμητο εκκλησιαστικό σώμα, ως σώμα του Ιησού Χριστού, δεν διαιρείται, αλλά – κατά τον ιερό Χρυσόστομο – «το σεσηπός εκκόπτεται». Ο διάλογος ανήκει στην ουσία του αυθεντικού Χριστιανισμού, έχει δε εισαχθεί και εξαγιασθεί από τον ίδιο τον Δημιουργό στον ανθρώπινο βίο. «Δεύτε διαλεχθώμεν» λέγει ο Θεός (Ησ. 1, 18) στο πλάσμα Του. Η λατρεία μας, άλλωστε, είναι ένας συνεχής διάλογος Πλάστου και πλάσματος για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως και η «ατομική» προσευχή. Την οδό του διαλόγου με τα αποσχιζόμενα από το Σώμα του Χριστού τέκνα της ακολουθεί η Ορθοδοξία.
Μετά το μεγάλο σχίσμα (1054) και ως τον 15ο αιώνα έγιναν, μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Χριστιανοσύνης, δηλαδή μεταξύ Παπισμού και Ορθοδοξίας, περισσότεροι από έντεκα (11) διάλογοι με κορύφωση τη Σύν­οδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438 -39), που απεδείχθη ψευδοσύνοδος–ουνιτική και αιρετική και γι᾽ αυτό την απέρριψε η Ορθοδοξία, ενώ ο Παπισμός προσπαθεί αιώνες τώρα να την επιβάλει στην Ορθόδοξο Ανατολή.
Οι προ της αλώσεως (1453) ενωτικοί διάλογοι ήσαν καταδικασμένοι σε αποτυχία από την γένεσή τους, διότι κινητήρια δύναμή τους ήταν η πολιτική στοχοθεσία της διασώσεως του Βυζαντινού Κράτους και των συνδεομένων με αυτό υλικών συμφερόντων. Αυτό – τηρουμένων των αναλογιών – είναι ευδιάκριτο και στις σημερινές οικουμενι(στι)κές σχέσεις, με τη σχετικοποίηση της Πίστεως και την «Χρήση» της από τους διαλεγομένους, για την εξυπηρέτηση «σκοπιμοτήτων κοσμικού χαρακτήρος, επιβαλλομένων από την Νέα Παγκόσμια Τάξη (Νέα Εποχή – New Age), που τελικά κατευθύνει και τους διαχριστιανικούς και τους διαθρησκειακούς διαλόγους προς πραγμάτωση της «Πανθρησκείας» και την επίτευξη της «Παγκοσμιοποίησης».
2. Προσπάθειες διαχριστιανικού διαλόγου έγιναν και μετά την άλωση (1453), στην διάρκεια της δουλείας. Η στάση της Ορθοδοξίας, σ᾽ όλη την διάρκεια της δουλείας (οθωμανοκρατίας και λατινοκρατίας), υπαγορευόταν από την Πίστη στον Χριστό και την αγάπη προς την (σώζουσα) Αλήθεια, και όχι από την πολιτική κατάσταση, όπως θέλουν οι «επιφανείς» οικουμενιστές μας. Η υπόδουλη Ρωμηοσύνη εγνώριζε την αποχριστιανοποιημένη «Δύση» περισσότερο και αυθεντικότερα από όσο οι ουνιτίζοντες ημέτεροι σήμερα, που οι αγαπολογικές σχέσεις οδηγούν σε συσκότιση της συνειδήσεως και συνεχείς υποχωρήσεις. Τα βασικά πορίσματα της έρευνας για την στάση των Ορθοδόξων, και μάλιστα του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, κατά την δουλεία, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:
α) Η Ορθόδοξος Εκκλησία από τον 15ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα παρέμεινε αμετακίνητη στη στάση της απέναντι στον δυτικό χριστιανισμό, τον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό (Λουθηριανισμό, Καλβινισμό, κ.λπ.) και τον Αγγλικανισμό, που χαρακτηρίζονται σαφώς ως αιρέσεις και αποσχίσεις από τη Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία.
β) Εκφράζεται θετικά η ορθόδοξη εκκλησιαστική πίστη και αποκρούονται οι πλάνες των δυτικοχριστιανικών Ομάδων, διότι έχουν στερηθεί τον χαρακτήρα της Εκκλησίας.
γ) Παραμένει, έτσι, ακμαία η ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, κατά την οποία «ο μικρόν τι τούτων παραβαίνων ως σχισματικός και αιρετικός κατακρίνεται και αναθεματίζεται και ακοινώνητος παρά πάσι λογίζεται». Δεν πρόκειται για αθεμελίωτη εχθρότητα, αλλά για ομολογία της αληθείας.
δ) Ομολογείται, επίσης, χωρίς περιστροφές, ότι «αυτή μόνη η των Ανατολικών Ορθοδόξων (πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων) Χριστιανών πίστις εστίν αληθής μόνη ακραιφνεστάτη».
ε) Μόνη, συνεπώς, παραδεκτή βάση της εκκλησιαστικής ενώσεως είναι η απόλυτος «ενότης της πίστεως και η ομοφροσύνη στην πίστη των Αποστόλων, και των Πατέρων, στην Αγία Γραφή και στις Οικουμενικές Συνόδους, κατά την σχετική δήλωση του Αγίου Μάρκου: «Εν τοις θείοις δόγμασιν ουδαμού χώραν έχει ποτέ η οικονομία η συγκατάβασις».
στ) Η στάση αυτή κορυφώνεται με την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο του 1895, η οποία απήντησε στον Πάπα Λέοντα ΙΓ´ που εκάλεσε τους Ορθοδόξους σε ένωση, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «η Εκκλησία των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των εννέα πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, επομένως η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, στύλος και εδραίωμα της αληθείας». Συνεπώς, η ένωση πρέπει να γίνη «εν τω ενί κανόνι της πίστεως και επί του θεμελίου της αποστολικής και πατροπαραδότου διδασκαλίας». Ειδικά ο Παπισμός χαρακτηρίζεται: «Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των εκκλησιαστικών Πατέρων και της τε αγίας Γραφής και των όρων των αγίων Συνόδων», «Ουδέποτε εθεωρήθη ο Επίσκοπος Ρώμης ως η ανωτάτη αρχή και αλάνθαστος κεφαλή της Εκκλησίας».
Σήμερα οι υψηλόβαθμοι Οικουμενιστές θεωρούν τον Πάπα (και ως αιρετικόν) κανονικό Επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, που χαρακτηρίζεται «αδελφή Εκκλησία», όπως δηλαδή τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία!
3. Η αταλάντευτη αυτή στάση της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Ηγεσίας απέναντι στην ετερόδοξη Δύση άλλαξε επίσημα στις αρχές του 20ου αιώνα, επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ (†1912). Η ασυνέχεια αυτή γίνεται αντιληπτή και μόνο με την σύγκριση των δογματικοσυμβολικών κειμένων, από το 1902 και εξής, με εκείνα του 19ου αιώνα.
Αυτό όμως σημαίνει, ότι εγκαινιάζεται στο εθναρχικό Κέντρο μία νέα στάση απέναντι στην αποκρουόμενη ως τότε Δύση, κατά το πνεύμα του φιλοδυτικισμού και των «οικουμενικών σχέσεων». Το κύριο σημείο αναφοράς δεν θα είναι πλέον η Ανατολή, αλλά η Δύση, με ό,τι αυτή εκφράζει. Η αλλαγή αυτή οριοθετείται από τρία σπουδαία Κείμενα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εγκύκλιο του πατριάρχου Ιωακείμ Γ τo 1902, το Διάγγελμα του 1920 και την Εγκύκλιο του 1952. Η πρώτη πραγματοποιεί το οικουμενιστικό άνοιγμα στην Δυτική Χριστιανοσύνη, ενώ τα άλλα έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα, εγκαινιάζοντας και προωθώντας την πορεία προς τον Οικουμενισμό με την «Οικουμενική Κίνηση». Η συμμετοχή μας σ’ αυτήν οδήγησε στις σημερινές ελεγχόμενες από την ορθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Την επελθούσα αλλαγή μαρτυρεί η χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Οι «αναδενδράδες», όπως χαρακτηρίσθηκαν οι δυτικές χριστιανικές ομάδες το 1902, γίνονται το 1920 «Εκκλησίες», κάτι, βέβαια, που επαινείται από τους Οικουμενιστές, δικούς μας και ξένους. Αυτό όμως σημαίνει προοδευτική εξίσωση των δυτικών Ομολογιών με την Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία. Στο σημείο αυτό είναι περισσότερο ειλικρινής ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´, όταν το 2008 αρνήθηκε στον Προτεσταντισμό τον χαρακτήρα της «Εκκλησίας», την Ορθοδοξία δε εχαρακτήρισε «ελλειμματική», διότι δεν αποδέχεται το πρωτείο του.
Με το Διάγγελμα του 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσέφερε τον καταστατικό χάρτη για την στάση, που όφειλε να τηρήσει στο μέλλον η ορθόδοξη παράταξη μέσα στην Οικουμενική Κίνηση. Αν η Εγκύκλιος του 1902 άνοιξε τον δρόμο για την συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση, το Διάγγελμα του 1920 προετοίμασε την είσοδό μας στο ΠΣΕ.
Κατά τον καθηγητή Χρήστο Γιανναρά, η Εγκύκλιος «υποκαθιστά η αποσιωπά την αλήθεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του υπαρκτικού μυστηρίου της σωτηρίας, για χάρη της κοινωνιστικής και πιετιστικής αντίληψης ενός ιδεολογικού χριστιανισμού, μια και σ’ αυτή «δεν υπάρχει ούτε υπαινιγμός της αλήθειας» (Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας, Αθήνα 1997, σ. 196 επ.).
Η επί Πατριάρχου Αθηναγόρα Εγκύκλιος του 1952 λειτούργησε ως ολοκλήρωση και επισφράγιση της προγραμματισμένης αυτής πορείας. Γι’ αυτό μεγάλοι ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Ιωάννης Καρμίρης και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά την αφοσίωσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν τον δισταγμό τους στα ανοίγματα αυτά και τις επιφυλάξεις τους για τις μέσω αυτών δρομολογηθείσες εξελίξεις.
Ο μεν π. Φλωρόφσκυ το 1961 απομακρύνθηκε από το ΠΣΕ, ο δε Ιωάννης Καρμίρης (το 1953) δηλώνει περίφροντις από τις εξελίξεις: «Είναι προφανές ότι η ανεπιφύλακτος και άνευ όρων συμμετοχή (της Ορθοδοξίας) εις δογματικά συνέδρια και η οργανική σύνδεσις αυτής μετά πολυαρίθμων ποικιλωνύμων Εκκλησιών και Ομολογιών και αιρέσεων επί βάσεως δογματικής και εκκλησιολογικής εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών θα εσήμαινε παρέκκλισιν από της υπό του Πατριαρχικού Διαγγέλματος του 1920 χαραχθείσης γραμμής περί συν­εργασίας αυτής μόνον εν τοις ζητήμασιν του Πρακτικού Χριστιανισμού και γενικώς δεν θα ήτο σύμφωνος προς τας θεωρητικάς αρχάς της Ορθοδοξίας και την μακραίωνα παράδοσιν αυτής, ως και την διδασκαλίαν και πράξιν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής».
Στην Εγκύκλιο του 1952 το Οικουμενικό Πατριαρχείο λέγει, ότι «δια της άχρι τούδε συμμετοχής της εις την παγχριστιανικήν Κίνησιν η Ορθόδοξος Εκκλησία εζήτησε κυρίως, ίνα γνωρίση και μεταδώ τοις ετεροδόξοις τον πλούτον της πίστεως, της λατρείας και της οργανώσεως αυτής, και την θρησκευτικήν άμα και ασκητικήν αυτής πείραν, πληροφορηθή δε και αυτή τας νέας μεθόδους και αντιλήψεις της εκκλησιαστικής ζωής και δράσεως αυτών». Φοβούμενος όμως την σχετικοποίηση της πίστεως, αισθάνεται την ανάγκη ο Ιωάννης Καρμίρης να υπογραμμίσει: «Η συμμετοχή των Ορθοδόξων… και η συν­εργασία… έχει την έννοιαν κοινωνίας αγάπης και ουχί κοινωνίας εν τη δογματική διδασκαλία και τοις μυστηρίοις».
4. Τους αληθινούς στόχους όμως του διαχριστιανικού Οικουμενισμού δεν διστάζουν να ομολογούν διακεκριμένοι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, όπως ο Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος), αναφερόμενος δια μακρών στο Διάγγελμα του 1920, το οποίο και συνέταξε μαζί με άλλους καθηγητές της Θεολ. Σχολής της Χάλκης. «Είναι ανάγκη, είπε, να συνειδητοποιήσουν οι Εκκλησίες ότι εκτός από την ενότητα, υπό την στενή της λέξεως έννοια…, υπάρχει και μία άλλη, πιο περιεκτική έννοια της ενότητος, κατά την οποία όλοι όσοι παραδέχονται την θεμελιώδη διδασκαλία της αποκαλύψεως του Θεού εν Χριστώ, και αποδέχο-νται Αυτόν ως Σωτήρα και Κύριο, θα έπρεπε να θεωρούν ο ένας τον άλλο ως μέλη του ιδίου σώματος και όχι ως ξένους». «Χωρίς να εισχωρήσουμε στην εξέταση των δογματικών διαφορών, που χωρίζουν τις Εκκλησίες», πρόσθεσε ο Θυατείρων, «πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτήν ακριβώς την ιδέα της ευρυτέρας ενότητος…». Είναι φανερή εδώ η θεωρία περί «διευρυμένης Εκκλησίας», που απαιτεί την περιθωριοποίηση της πίστεως και του σωτηριολογικού χαρακτήρα του δόγματος, σ’ αντίθεση με την αποστολική και πατερική παράδοση, όλων των αιώνων.
Καθαρότερα όμως τον σκοπό της Οικουμενικής Κινήσεως έδωσε ο επίσης διακεκριμένος Ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εκ των πρωτεργατών της, πρώην Αμερικής Ιάκωβος σε συνέντευξή του το 1999 στο περιοδικό ΝΕΜΕΣΙΣ: «Πρώτον με επίκραναν οι πόλεμοι και δεύτερον η σχετική αποτυχία του Οικουμενικού Διαλόγου, ο οποίος απέβλεπε στην ένωση η την προσέγγιση των Εκκλησιών και κατόπιν γενικότερα όλων των θρησκειών». Είναι μια έντιμη ομολογία για τις επιδιώξεις της Οικουμενικής Κινήσεως και την διασύνδεσή της με τον πανθρησκειακό Διάλογο, αλλά και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής, για την επίτευξη της Πανθρησκείας.
Υπεύθυνη όμως και αντικειμενική κριτική στην Οικουμενική Κίνηση έχει ασκήσει ο όσιος Ιουστίνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τον Οικουμενισμό με τον ακόλουθο τρόπο: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών Ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικόν όνομά των είναι η παναίρεσις». Και διερωτάται: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθή τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το ΠΣΕ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία».
Ο Άγιος Ιουστίνος μπόρεσε να διίδει την κατάληξη των οικουμενιστικών σχέσεων, που κορυφώθηκαν στις αποφάσεις του Balamand (1993) (=κατάφαση της παπικής αιρέσεως ως αδελφής Εκκλησίας και της Ουνίας, που συμμετέχει επίσημα στον Διάλογο) και του Porto Allegre (2005) (= αποδοχή της προτεσταντικής Εκκλησιολογίας), αλλά και στην καταξίωση de facto της «βαπτισματικής Θεολογίας», «της κοινής διακονίας» χωρίς ενότητα πίστεως, της «διευρυμένης Εκκλησίας» και του «πολιτιστικού πλουραλισμού».
Ο Οικουμενισμός σ’ όλες τις διαστάσεις και εκδοχές του έχει αποβεί αληθινή βαβυλώνιος αιχμαλωσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων σχεδόν των τοπικών ηγεσιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η καύχηση και ο αυτοθαυμασμός των Οικουμενιστών μας «για μια δήθεν νέα εποχή, που άνοιξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις πατριαρχικές Εγκυκλίους των ετών 1902 και 1920, δεν δικαιώνονται», διότι «αυτό που κατορθώθηκε είναι να νομιμοποιήσουμε τις αιρέσεις και τα σχίσματα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού». Αυτό είναι το κατασταλαγμένο συμπέρασμα του αγαπητού αδελφού π. Θεοδώρου Ζήση, το οποίο αδίστακτα προσυπογράφω.
5. Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι ο Οικουμενισμός αποδείχθηκε πλέον ως εκκλησιολογική αίρεση, ως ένας «δαιμονικός συγκρητισμός», που επιδιώκει μία ομοσπονδιακή ενότητα της Ορθοδοξίας με την δυτική αιρετική πανσπερμία. Έτσι όμως, η ορθοδοξία δεν επηρεάζει σωτηριολογικά τον μη ορθόδοξο κόσμο, διότι έχει εγκλωβισθεί αυτή, στα πρόσωπα των κατά τόπους Ηγεσιών της, στις παγίδες του Οικουμενισμού, που κατεργάζονται την φθορά και την αλλοτρίωσή της.
Αντί λοιπόν, η εκκλησιαστική Ηγεσία μας, να ακολουθεί το παράδειγμα των Αγίων μας Πατέρων στη διαφύλαξη της Ορθοδοξίας, ως της μόνης δυνατότητος σωτηρίας ανθρώπου και κοινωνίας, πράττει ακριβώς το αντίθετο: συμφύροντας την Ορθοδοξία με την αίρεση, στα όρια του Οικουμενισμού, και ουσιαστικά καταξιώνοντας την αιρετική πλάνη, επιφέρει την άμβλυνση των κριτηρίων του ορθοδόξου πληρώματος και στερεί και αυτό και τον κόσμο από την δυνατότητα σωτηρίας.
Με αυτό τον τρόπο απορρίπτονται οι άγιοι Πατέρες και η διδασκαλία τους, με την ανατροπή της πίστεως και πράξεως της αρχαίας Εκκλησίας. Η «μεταπατερικότητα», δηλαδή, είναι στην ουσία της αντιπατερικότητα, διότι η προτεσταντίζουσα αυτή κίνηση απο­δυναμώνει την πατερική παράδοση, χωρίς την οποία η Ορθοδοξία παραμένει αθωράκιστη στην δίνη του Οικουμενισμού και την εξυπηρέτηση των σχεδίων της Νέας Εποχής. Και για να παραφράσουμε τον Ντοστογιέφσκυ: «Χωρίς Πατέρες όλα επιτρέπονται»! Κατά τον Άγιο Γρηγόριο όμως τον Παλαμά, «τούτό εστιν αληθής ευσέβεια, το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν».

Πηγή: “Θρησκευτικά”

Συνέχεια ανάγνωσης