Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (ο βίος του)

Α΄. Γέννηση – ανατροφή    

Το 1749 γεννήθηκε στη χώρα της Νάξου Κυκλάδων ο Νικόλαος Καλιβούρτζης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αντώνιος και η μητέρα του Αναστασία.  Είχε και ένα μικρότερο αδελφό, τον Πιέρο, που αργότερα έγινε ένας από τους βασικούς συνδρομητές του πολυγραφότατου Αγίου μας. Από μικρό παιδί πήρε την εκκλησιαστική ευσέβεια από την μητέρα του .

Δίπλα στο σπίτι του ήταν ο  ενοριακός Ι. Ναός της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο σύχναζε σε όλες τις ακολουθίες, όπου και έμαθε πολλούς ύμνους. Ο ιερέας τον έχει μαζί του σ’ όλες τις ιεροπραξίες. Σε ηλικία 12 ετών, εισάγεται στην ονομαστή σχολή της Νάξου, πραγματική Ακαδημία. Λειτουργούσε στην Ι. Μ. του Αγίου Γεωργίου Γρώττας, με Διευθυντή τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τον Αρχ. Χρύσανθο τον Εξωχωρίτη.

Β΄.  Ανώτερες Σπουδές στη Σμύρνη

 Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Νησί του κοντά στον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.  Όχι μόνον οι γονείς του, αλλά και ο δάσκαλός του Χρύσανθος αισθάνθηκαν την ανάγκη να τον προωθήσουν για ανώτερες σπουδές. Με πατρική μέριμνατου μητροπολίτη Παροναξίας Άνθιμου Βαρδή, στέλνεται στην «Ευαγγελική Σχολή» της Σμύρνης.

Ο Νικόλαος έγινε γνωστός για την πολυμάθειά του και την δυνατή μνήμη του. Αρκούσε να διαβάσει μία φορά ένα βιβλίο και να το θυμάται πάντα! Η ευφυΐα του, η ταπεινότητά του και ο πληθωρισμός των γνώσεων, εκκλησιαστικών και κοσμικών, τον ανέδειχναν σε δάσκαλο ακόμα και των συμμαθητών του. Πέρα από την βαθιά γνώση των Θεολογικών γραμμάτων και  των επιστημών της εποχής, έμαθε τέλεια την Λατινική, την Ιταλική και την Γαλλική Γλώσσα. Μετά από την πενταετή οικότροφη φοίτησή του, σε ηλικία 21 ετών, παρά τις προσπάθειες να μείνει ως δάσκαλος στη Σχολή, αυτός τον νου του τον είχε αλλού…

 Γ΄. Στην Νάξο με τους κολλυβάδες

Το 1770 (ήταν 21 ετών) ο Ρωσικός στόλος κατέκαψε τον Τουρκικό στα Δωδεκάνησα. Οι Τούρκοι για αντίποινα σήκωσαν στην Σμύρνη αντίποινα, όπου έσφαξαν πολλούς Χριστιανούς. Μεγάλο προσφυγικό κύμα φτάνει μέχρι την Πελοπόννησο, ο δε Νικόλαος στη Νάξο. Τότε, για μια πενταετία περίπου εργάστηκε ως Γραμματέας της Μητροπόλεως Παροναξίας. Του πρότεινε μάλιστα να γίνει κληρικός και με τις γνώσεις του να αντιμετωπίσει την θεολογία των Φράγκων, που υπήρχαν στο νησί.

 Την εποχή αυτή (1774) βρέθηκαν στην Νάξο εξόριστοι από το Άγιο Όρος, οι υπέρμαχοι της Ορθοδοξίας αγιορείτες πατέρες, Ιερομόναχοι Γρηγόριος και Νήφων και ο Γερο-Αρσένιος. Γνωρίστηκαν και μίλησαν για το «κολυβαδικό» κίνημα, με το οποίο οι μοναχοί υπερασπίζονταν την Κυριακή, ημέρα της Ανάστασης, ημέρα χαράς και όχι… μνημοσύνων και γονυκλισιών! Εκεί τους συνάντησε ο Νικόλαος, και πήρε την ευλογία να μονάσει στο Άγιο Όρος και να γνωρίσει την Φιλοκαλική παράδοση, στοιχεία της οποίας είναι η γιορτή της Ανάστασης, η άσκηση, η νήψη (εσωτερική εγρήγορση)  και η καρδιακή προσευχή.

Ζήτησε την ευλογία του επισκόπου και της μητέρας του (ο πατέρας του είχε κοιμηθεί). Παρ’ ότι ο επίσκοπος τον ήθελε κοντά του, δεν τον εμπόδισε. Με την μητέρα του συμφώνησαν την ημέρα της αναχώρησής του να την ανεβάσει στην Ι. Μ. Χρυσοστόμου του νησιού. Η μητέρα του αργότερα κάρηκε μοναχή με το όνομα Αγάθη!Όταν αυτό έγινε και κατέβηκε στην παραλία για να πάρει το πλοιάριο, αυτό αναχώρησε χωρίς να προλάβει ν’ ανέβει. Ο αποφασισμένος Νικόλαος κολυμπώντας ανάγκασε μετά από ώρα να γυρίσουν να τον πάρουν…

 Δ΄. Στο Άγιο Όρος

 Ο Νικόλαος σε πελάγη ευτυχίας, φτάνει το 1775, στο άγιο Όρος, στη Ι. Μ. Διονυσίου. Οι συστατικές επιστολές του Γερο – Σίλβέστρου πολύ τον βοήθησαν. Γνώρισε τους κολυβάδες αδελφούς Σκουρταίους και τον ασκούμενο στην καλύβα της καψάλας μοναχό Ευθύμιο, αργότερα παραδελφό του και βιογράφο του.

Μετά από λίγους μήνες στη Ι. Μ. Διονυσίου και οι αρετές του ανάγκασαν τον ηγούμενο να κάρει μικρόσχημο μοναχό, με το όνομα Νικόδημος. Μετά από δύο χρόνια (1777) έφτασε ο πρώην Κορίνθου άγιος Μακάριος στο Όρος και έμεινε στο κελί «Άγιος Αντώνιος». Από εκεί μήνυσε στο Νικόδημο για συνάντηση.

Με ευλογία έφτασε εκεί και ο άγιος του εμπιστεύτηκε να συντάξει προοίμιο στη «Φιλοκαλία» και τον «Ευεργετινό» και να διορθώσει τυχόν ορθογραφικά σφάλματα. Παρέλαβε ακόμη και το πόνημα περί «Συνεχούς Θείας Μεταλήψεως» για να το πλατύνει με υποσημειώσεις. Το βιβλίο μάλιστα «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», που αποτελεί ανθολογία πατερικών κειμένων, είναι έργο του ίδιου του πρώην Κορίνθου αγίου Μακαρίου, ο οποίος το παρέδωσε στον άγιο Νικόδημο, το 1777, «προς πληρεστέραν επεξεργασίαν, συμπλήρωσιν και έκδοσιν», και εξεδόθη το 1782 στην Βενετία. Όλα αυτά έγιναν σ’ αυτό το κελί και με τις συχνές επισκέψεις του Ευθύμιου…

Όταν τελείωσε αυτά τα σημαντικά έργα για το δούλο Ορθόδοξο Γένος, ήλθε στο κελί του Ευθύμιου στην Καψάλα (1778). Εκεί αποκάθαρε τα αβλεπήματα στην «Αλφαβηταλφάβητο» ή «Παράδεισο» του αγίου Μελετίου του Ομολογητή.

Ε΄. Στην Σκυροπούλα

Πολλές φορές θελγόταν από τον έρωτα της αναχώρησης και έλεγε: «Πάμε πατέρες μου σε κανένα ερημονήσι για να γλιτώσουμε από τον κόσμο». Έτσι το 1781 (32 ετών), φτάνει με τον γέροντά του στο άνυδρο ερημονήσι της Σκυροπούλας, βόρεια της Εύβοιας. Σύντομα ο γέροντάς του Αρσένιος επέστρεψε στον Άθωνα, ο όσιος όμως έσπερνε χειρονακτικά λίγο σιτάρι  και με λίγο νερό είχε τροφή για όλο το χρόνο. Ρούχα του έστειλε ο εξάδελφός του, επίσκοπος Ευρίπου Ιερόθεος, από την Κύμη. Στις τρομερές δυσκολίες της άσκησης ήλθε να προστεθεί η υπερβολική πίεση του Ιερόθεου να …συγγράψει  «συμβουλευτικό εγχειρίδιο για Αρχιερείς»

Στο τέλος ταπεινά το αποδέχτηκε, το οποίο έγραψε με σημειώσεις και παραπομπές, όλες από μνήμης! Οι δαίμονες σε αντιπερισπασμό δεν τον άφηναν σε… χλωρό κλαρί…

 Στ΄. Μεγαλόσχημος

Αυτό τον καιρό μετά από δύο χρόνια φοβερής άσκησης, επέστρεψε στο κελί του παραδέλφου του Ιερομόναχου Ευθύμιου στον Άθωνα. Επιθυμούσε περισσότερες μοναχικές υποχρεώσεις, ζήτησε και πήρε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα από τον γέροντα του Ευθύμιου, Δαμασκηνό Σταυρουδά τον Κολυβά. Ήταν το 1783 (34 ετών).

Με την άδεια του γέροντά του αγόρασε άλλο κελί, στο ύψωμα του Κυριακού Ναού. Σύντομα σε διπλανά κελιά έφτασαν αρκετοί μοναχοί, για να παίρνουν κι αυτοί από τα χαρίσματά του.

 Το 1784 δέχτηκε πάλι επίσκεψη του φίλου του Αγίου Μακαρίου για να παραφράσει τα «άπαντα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου». Ο δεινός ερμηνευτής τελείωσε το έργο το 1790 το οποίο καλλιγράφησε και εξέδωσε με προτροπή του ο φίλος του Κολυβάς Ιερομόναχος Διονύσιος Ζαγοραίος το 1790.

 Την εποχή αυτή έγραψε το «Εξομολογητάριον» για βοήθεια τόσο των εξομολόγων, όσο και των μοναχών. Αργότερα έγραψε το «Θεοτοκάριο», όπου συμπεριέλαβε  ονομαστών υμνογράφων κανόνες προς την Κυρία Θεοτόκο, σε όλους τους ήχους. Το βιβλίο αυτό κάνει χρήση η Αγία μας εκκλησία.

Έγραψε εδώ και τα εποικοδομητικά του συγγράμματα «Αόρατο πόλεμο» και  «Πνευματικά Γυμνάσματα».

Ζ΄. Νέα σκάνδαλα

 Μέχρι την εποχή εκείνη  ζούσε ασκητικά και ειρηνικά. Ήδη η «Φιλοκαλία», ο «Ευεργετινός» και το «περί συνεχούς θείας μεταλήψεως» κυκλοφορούσαν και πολλοί του ομολογούσαν χάριτες για την ωφέλεια που απολάμβαναν. Όμως δεν ήταν δυνατόν να μην περάσει και το καμίνι των μεγάλων πειρασμών, τι άγιος θα ήταν άλλωστε…

Με αφορμή τα γραφόμενά του, τον κατογόρησαν για αιρετικές απόψεις. Έτσι άρχισαν νέες ταραχές και διωγμοί… Παρ’ όλα αυτά ήρεμος και με αγάπη προς τους συκοφάντες του, συνέχιζε το πολλαπλό έργο του. Στην ερημική Καψάλα, στο κελί του Αγίου Βασιλείου, έγραψε την «Χρηστοήθεια» και έκανε διορθώσεις στα«Εγκώμια του Επιτάφιου», κυρίως όμως έκανε συλλογή στα «άπαντα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», αλλά κάηκαν στο Τυπογραφείο της Βιέννης μαζί με επαναστατικά κείμενα του Ρήγα Φερραίου… Στενοχωρήθηκε πολύ γι’ αυτό .

 Έπειτα έκανε την συλλογή και σχολιασμό όλων των Ιερών Κανόνων, που ονομάστηκε «Πηδάλιο της νοητής νηός». Ο λόγιος Αχιμ. από τα Ιωάννινα Θεοδώρητος, που μαζί με τον Ιεροκήρυκα Δωρόθεο του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ΄ (που έδωσε την έγκριση, μετά το ταξίδι του Ιερομονάχου Αγάπιου) πήγαν στη Λειψία για την εκτύπωση, έκανε αλλαγές στα σχόλια τόσο για τα μνημόσυνα, όσο και για τη Συνεχή Θεία Μετάληψη… Και πάλι ο μέγας κανονολόγος έφαγε «μαχαιριά», τώρα από τον «ψευδάδελφο» Θεοδώρητο…

 Η΄.  Έργα οικοδομής

 Μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Καψάλα, κοντά στη θάλασσα, σε νέα καλύβα, του Αγίου Σεργίου. Ήταν τότε 45 ετών, πλήρης από δημιουργική δύναμη. Βρέθηκε εκεί από μοναχούς τόσο απορροφημένος, που ξέχναγε και την μπουκιά στο στόμα του επί ώρες… Έγραψε στο κελί αυτό διορθωμένο το «Ευχολόγιο»,νέο «Εξομολογητάριο», «Ερμηνεία» στις 14 Επιστολές του απ. Παύλου, στις 7 Καθολικές, στο ψαλτήρι του Ευθύμιου Ζυγαβινού και στη Στιχολογία των εννέα Ωδών, που ονόμασε «Κήπο Χαρίτων».

Ποτέ δεν έμεινε αργός, ούτε άφησε την άσκηση και την αδιάλειπτο, μονολόγιστο και νοερά προσευχή. Ποτέ δεν άφησε την αγάπη του προς το πλήρωμα της Εκκλησίας με τα έργα οικοδομής… Τα έργα αυτά τα είχε τελειώσει μέχρι το 1799 (48 ετών).

Θ΄. Τα τελευταία χρόνια του

Το 1800 βρισκόταν εξόριστος ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, κοντά στον Νικόδημο. Επειδή πολλοί χριστιανοί γινόντουσαν Μωαμεθανοί από την πίεση των Τούρκων, έφταναν απ’ αυτούς αρκετοί στο Άγιο Όρος να συμβουλευτούν τον Πατριάρχη. Αυτός τους έστελνε στη συνέχεια στο Νικόδημο… Ανάμεσα σ’ αυτούς που εμψυχώθηκαν είναι και ο Νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ο Υδραίος.

Εκείνη την εποχή είχαν έλθει παπικοί για να συζητήσουν δογματικά ζητήματα στο Άγιο Όρος. Η Ιερά κοινότητα τους έστειλε στον Άγιό μας. Αυτός εμφανίστηκε, όπως πάντα, ρακένδυτος και τσαρουχοφόρος! Αυτοί το πήραν για προσβολή. Δόθηκαν εξηγήσεις και μετά έπαθαν τέτοια ήττα στη συζήτηση που σιώπησαν και τράπηκαν σε άτακτο φυγή…

 Ο Νικόδημος έχει φτάσει σε ηλικία 57 ετών (1805) και το χαλκέντερο κορμί του αρχίζει να λυγίζει. Αισθάνεται την ανάγκη κάποιας περιποίησης και πηγαίνει στους Σκουρταίους. Δεν γηροκομείται, αλλά συνεχίζει να ωφελεί. Συ ντάσσει τώρα τον «Συναξαριστή των 12 μηνών» με υπομονή για 2 χρόνια!

Από λεπτότητα αναχωρεί και πάλι για την Καψάλα, κοντά σε ευλαβή μοναχό. Τότε ξεσπάει και άλλο κύμα επιθέσεων και κατηγοριών, για την συνεχή Θεία μετάληψη! Τότε όμως επενέβη η Ιερά Κοινότητα και προστάτεψε το κύρος του: «ει τις … ανοίγει στόμα και λαλεί κατά του ανωτέρω διδασκάλου κυρ Νικοδήμου αδίκως και συκοφαντοικώς, ούτος προφανώς ελεγθείς, όχι μόνον θέλει παιδευθεί αυστηρώς υπό της κοινής ημών Συνάξεως, οποίας τάξεως και καταλόγου είναι, αλλά και θέλει εξορισθεί τελείως και τον ιερόν τούτον τόπον, ως σκανδαλοποιός».

Αλλά και ο ίδιος αναγκάστηκε να απολογηθεί για την Ορθόδοξη πίστη του ήρεμα…Συνέχισε μάλιστα με διάθεση ψυχής το έργο του με ογκώδη βιβλία, το«Εορτοδρόμιο» και την «Νέα κλίμακα»!

 Μεγάλη αδυναμία εξάντληση (1805).

Το 1805, του ήταν απαραίτητο καθημερινά το μαγειρεμένο φαγητό και το κρασί. Παρόλο όμως πού έτρωγε και έπινε, δεν αισθανόταν να ανακτά δύναμη. Αλλά ενόσω ερμήνευε τους «Αναβαθμούς» επιδεινώθηκε η αρρώστια του, πού ήταν αδυναμία και ανορεξία. Ότι και να έτρωγε, δεν αισθανόταν να δυναμώνει το σώμα του, αντίθετα καταβαλλόταν περισσότερο. Έπεσαν τα δόντια του και έχασε λίγο την ακοή του.

 Ημιπληγία από υπερκόπωση (1809).

Το 1809  αρρώστησε βαριά .Ότι και να έτρωγε, δεν αισθανόταν να δυναμώνει το σώμα του, αντίθετα καταβαλλόταν περισσότερο. Έπεσαν τα δόντια του και έχασε περισσότερο την ακοή του.Μετά από είκοσι ημέρες περίπου συνήλθε και ολοκληρώνοντας τους «Αναβαθμούς» δόξασε τον Θεό λέγοντας: «Πάρε με, Θεέ μου, διότι βαρέθηκα ετούτο τον κόσμο». Αυτό το λόγο τον έλεγε συχνά, καθώς διαπίστωνε στον εαυτό του μεγάλη αδυναμία. Στις 5 Ιουλίου θέλησε να κάνει περίπατο μέχρι τη Μονή Κουτλουμουσίου, φτάνοντας εκεί τον δέχθηκαν οι πατέρες με χαρά. Μετά τον Εσπερινό του διέθεσαν ένα μουλάρι για να ανέβει στο Κελί, ώστε να μη κουραστεί.  Όταν έφτασε στο Κελί και ξεπέζεψε, πιάστηκε το δεξί του χέρι, την άλλη μέρα πιάστηκε η γλώσσα του. Βρέχοντάς την με νερό μιλούσε, αλλά μετά από λίγο πάλι «πιάνονταν».

 «Πεθαίνω… μεταλάβετέ με!»

 ΄Αυτές τις τελευταίες ημέρες του έκαναν όλα όσα αρμόζουν πριν την έξοδο του [από την παρούσα ζωή], δηλαδή γενική εξομολόγηση, Ευχέλαιο και καθημερινή μετάδοση των αχράντων Μυστηρίων. Στις 13 του μηνός βάρυνε περισσότερο και στενοχωριόταν. Επειδή δεν μπορούσε να λέει την Ευχή με το νου, κατά τη συνήθειά του, την έλεγε ακουόμενος.

Και διαρκώς επανελάμβανε στους αδελφούς: «Να με συγχωρήσετε, πατέρες μου. Κουράστηκε ο νους μου, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στην Ευχή και γι’ αυτό τη λέω δυνατά.»

Οι αδελφοί στο μεταξύ έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα, περιμένοντας την έξοδο του. Συχνά τον πλησίαζαν και τον ρωτούσαν: «Διδάσκαλε, πώς είσαι;» και μιλούσαν για λίγο.

Κατά την έκτη ώρα της νύχτας, μετά την ερώτηση, τους απάντησε: «Πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω. Αλλά σας παρακαλώ, να με μεταλάβετε». Αφού ετοιμάσθηκε, κοινώνησε τωναχράντων Μυστηρίων. Ύστερα από λίγη ώρα πήγαν και τον βρήκαν με τα χέρια σταυρωμένα, τα πόδια απλωμένα και τον ερωτούν: «Διδάσκαλε, τι κάνεις; Ησυχάζεις;».

Εκείνος αποκρίθηκε: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;» Συνομίλησε για λίγο και σώπασε.

 «Βασίλεψε ο νοητός ήλιος»

Στις 14 Ιουλίου κι ενώ ανέτελε ο αισθητός ήλιος στη γη, βασίλευε ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Αλλά οι ακτίνες των διδαχών του είναι μαζί μας, μας φωτίζουν και θα φωτίζουν την Εκκλησία…

 Τα «Άπαντα» του Αγίου

 Είναι ευτύχημα ότι το μέγα —σε ποιότητα και ποσότητα— συγγραφικό έργο του αγίου Νικοδήμου όχι μόνο διασώθηκε σχεδόν στο σύνολο του, αλλά γνώρισε και γνωρίζει σημαντική απήχηση μεταξύ των χριστιανών. Στην εποχή του είχε αναδειχθεί ως ο πολυγραφότερος, μετά την Άλωση της Πόλης (1453), εκκλησιαστικός συγγραφέας και είχε συντελέσει όσον ολίγοι στην πνευματική αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού.

Βιβλία του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη:

1. Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών (στο πρωτότυπο και σε νεοελληνική απόδοση).

2. Ευεργετινός (κείμενο απόδοση).

3. Περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως.

4. Αλφαβηταλφάβητος όσιου Μελετίου Γαλησιώτου.

5. Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, ήτοι περί φυλακής των πέντε αισθήσεων.

6. Αόρατος Πόλεμος.

7. Πνευματικά γυμνάσματα.

8. Άπαντα αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (πιθανόν όχι δικό του έργο).

9. Χρηστοήθεια.

10. Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου.

11. Συναξαριστής (Βίοι αγίων των 12 Μηναίων, 6 τόμοι).

12. Συναξαριστής Μέγας (14 τόμοι).

13. Νέον εκλόγιον (Βίοι όσιων).

14. Νέον Μαρτυρολόγιον (Συναξαριστής Νεομαρτύρων).

15. Εξομολογητάριον.

16. Ιερόν Πηδάλιον.

17. Ερμηνεία Ψαλτηρίου (3 τόμοι).

18. Ερμηνεία Καθολικών Επιστολών.

19. Ερμηνεία Επιστολών του αποστόλου Παύλου (3 τόμοι).

20. Εορτοδρόμιον (3 τόμοι).

21. Κήπος Χαρίτων.

22. Νέα Κλίμαξ.

23. Θεοτοκάριον.

24. Απάνθισμα λίαν κατανυκτικών ευχών…

25. Ομολογία Πίστεως.

Πρόσφατα άναγνωρίσθηκαν ως έργα του άγιου Νικοδήμου και τά:

26. Επίσκεψις πνευματικού προς ασθενή, και

27. Εξέτασις της συνειδήσεως.

Η συγκαταρίθμηση του Νικοδήμου μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας έγινε σχετικά πρόσφατα με την υπ’ αρ. 1717/31.5.1955 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η μνήμη του άγεται τη 14η Ιουλίου.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Σχόλια Αγίου Νικοδήμου, εις το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής

Οἱ χριστιανοί ὀφείλουν νά μή μεριμνοῦν γιά τ᾽ ἀγαθά τῆς γῆς, οὔτε ν᾽ ἀγαποῦν τόν κόσμο καί τά κοσμικά πράγματα, ἀλλά νά ἐπιζητοῦν τά αἰώνια καί οὐράνια ἀγαθά.

Μήν ἔχετε ἄγχος καί μήν ἀρχίσετε νά λέτε «τί θά φᾶμε;» ἤ «τί θά πιοῦμε;» ἤ «τί θά φορέσουμε;» ἐπειδή γιά ὅλ᾽ αὐτά ἀγωνιοῦν οἱ ἄπιστοι μόνο (Ματθ. 6, 31-32).

Νά ζητᾶτε πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματός Του, καί ὅλ᾽ αὐτά θά σᾶς δοθοῦν ἀπό τό Θεό σάν χάρισμα, χωρίς νά τά ζητᾶτε (Ματθ. 6, 33).

Τοῦτο σᾶς λέω, ἀδελφοί, ὅτι ὁ καιρός τῆς ἐπίγειας ζωῆς εἶναι λιγοστός, ἔτσι ὥστε καί ὅσοι ἔχουν γυναῖκες νά ζοῦν σάν νά μήν ἔχουν, νά μήν εἶναι δηλαδή προσκολλημένοι σ᾽ αὐτές. Κι ἐκεῖνοι πού κλαῖνε καί θλίβονται γιά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου, νά ζοῦν σάν νά μήν ἔχει συμβεῖ κάτι θλιβερό. Καί ὅσοι δοκιμάζουν χαρές, νά ζοῦν σάν νά μήν ἔχουν λόγο νά χαίρονται. Καί ὅσοι ἀγοράζουν ὑλικά πράγματα, νά ἀντιμετωπίζουν τ᾽ ἀγορασμένα σάν νά μήν πρόκειται νά τ᾽ ἀπολαύσουν. Καί ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τ᾽ ἀγαθά τοῦ κόσμου τούτου, ν᾽ ἀποφεύγουν κάθε ὑπέρμετρη ἀπόλαυσή τους καί μόνο στ᾽ ἀναγκαῖα νά ἀρκοῦνται. Γιατί ἡ σημερινή μορφή αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ κόσμου δέν θά κρατήσει πολύ, ἀλλά περνᾶ καί φεύγει συνεχῶς (Α’ Κορ. 7, 29-31).

Ἐμεῖς οἱ χριστανοί δέν στοχεύουμε σ᾽ αὐτά πού βλέπονται, ἀλλά σ᾽ αὐτά πού δέν βλέπονται μέ τά σωματικά μάτια. Γιατί ὅσα βλέπονται εἶναι προσωρινά, ἐνῶ ὅσα δέν βλέπονται εἶναι αἰώνια (Β’ Κορ. 4, 18).

Ἐμεῖς εἴμαστε πολίτες τ᾽ οὐρανοῦ, ἀπ᾽ ὅπου περιμένουμε νά ἔρθει καί νά μᾶς λυτρώσει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός (Φιλιπ. 3, 20).

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν ἔχουμε σ᾽ αὐτό τόν κόσμο τή μόνιμη πατρίδα μας, ἀλλά λαχταροῦμε τή μελλοντική οὐράνια πατρίδα (Ἑβρ. 13, 14).

Προδότες τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ! Δέν ξέρετε ὅτι ἡ ἀγάπη γιά τόν ἁμαρτωλό κόσμο εἶναι ἔχθρα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ; Ὅποιος λοιπόν θέλει νά εἶναι φίλος τοῦ κόσμου, γίνεται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ (Ἰακ. 4, 4).

Ἀγαπητοί, μήν ἀγαπᾶτε τόν κόσμο, μήτε ὅσα εἶναι τοῦ κόσμου. Ἄν κάποιος ἀγαπᾶ τόν κόσμο, δέν ἔχει μέσα του τήν ἀγάπη γιά τόν οὐράνιο Πατέρα (Α’ Ἰω. 2, 15).

Συνέχεια ανάγνωσης

“ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ”, Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος I. M. Πατρών, Δρ. Θεολογίας

Όταν λέμε «εγώ», εννοούμε την εμπειρική συνείδηση και ατομικότητα. Με άλλους λόγους εκφράζουμε την ψυχοσωματική οντότητά μας σε σχέση με τον άλλον, τον πλησίον μας.

 Ποιος είναι, όμως, ο «άλλος»; Για να υπάρξει ορθή απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει πρωτίστως να διερευνηθεί το «εγώ», επειδή η ύπαρξη του άλλου διαπιστώνεται όταν είμαστε βέβαιοι για την κατανόηση του «εγώ» μας.

 Αυτό το «εγώ» -όπως το ορίσαμε προηγουμένως- είναι πρόσωπο. Και είναι πρόσωπο επειδή ο Δημιουργός του Τριαδικός Θεός είναι Πρόσωπο και παραχώρησε και στον άνθρωπο-πλάσμα Του αυτή την δυνατότητα προσωπικής υπάρξεως. Μέσω αυτής της δυνατότητος ο άνθρωπος μπορεί να κινείται προς τις τρείς διαστάσεις που συνθέτουν την έκφραση και αποκάλυψη του προσώπου, δηλαδή προς τον Δημιουργό του Θεό, τον άλλον-τον πλησίον, και τον εαυτόν του. Κατ΄αυτόν τον τρόπον έχει την δυνατότητα να κοινωνή αγαπητικά με τον πλησίον –τον άλλον και να δικαιώνη αφ΄ενός την δική του υπόσταση και αφ΄ετέρου την ύπαρξη του «άλλου».

 Είναι πλέον βεβαιωμένο ότι ο σημερινός μηδενιστικός πολιτισμός μας, οδηγεί τον άνθρωπο στο περιθώριο, στο κλείσιμο στον εαυτόν του, στην βία ή στην κατάθλιψη. Αυτό βρίσκει την αιτία του στην απομάκρυνση του ανθρώπου από τον προσωπικό Θεό και ως εκ τούτου στην αδυναμία του να κατανοήσει το «εγώ» του και την ύπαρξη του «άλλου». Το «εγώ» το αντιλαμβάνεται ως άτομο-ατομικότητα. Κυρίως στον χώρο της κοινωνιολογίας και της πολιτικής το «εγώ» ταυτίζεται με την έννοια της αριθμητικής ατομικότητος. Έτσι η ανθρώπινη ύπαρξη εντάσσεται στην απρόσωπη κοινωνική μονάδα, χωρίς να αντιλαμβάνεται την σχέση της με τον «άλλον».

Ο άνθρωπος, όμως, ο οποίος κοινωνεί με τον Προσωπικό Τριαδικό Θεό, δικαιώνεται ως οντότητα, όταν έχει άμεση σχέση με τον «άλλον», αφού είναι πρόσωπο. Αυτή η αποκάλυψη και γνώση του «άλλου» είναι πλήρης, όταν εγώ ως πρόσωπο κινούμαι αγαπητικά και ολοκληρώνω την κοινωνία με αυτόν, στον χώρο της αγάπης. Η αγάπη είναι η σταθερή οδός που με φέρνει στην οντολογική γνώση του «άλλου». Η πραγματική αγάπη είναι αυτή, η οποία δεν προβάλλει ατομικές προτιμήσεις, επειδή προέρχεται από πρόσωπο και όχι από άτομο και έτσι αποδέχεται τον «άλλον» ως προσωπική μοναδικότητα.

Άξια προσοχής, πράγματι, είναι η απάντηση του Ιδίου του Θεανθρώπου Κυρίου  προς τον νομικό, ο οποίος του έθεσε το ερώτημα: «Τις εστί μου πλησίον;». Και ο Κύριος του απήντησε με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη (Λουκ. 10,29).

Η απάντηση του θεανθρώπου Κυρίου μέσω αυτής της παραβολής είναι ακριβώς το ζητούμενο στο ερώτημα «ποιος είναι ο άλλος». Ο «άλλος» είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Ο «άλλος» είμαι εγώ. Η ετερότητα στον «άλλον» εικονίζει τον Θεό στον άνθρωπο. «Είδες τον αδελφόν σου, είδες τον Κύριο και Θεόν σου» ( R.G. 65,136,Β- Αββάς Απολλώ). Επομένως, εγώ, ως πρόσωπο, διαθέτω την μοναδική οδό κοινωνίας με τον Θεό και αγαπητικής σχέσεως με τον «άλλον». Και αυτή η οδός είναι η καθολική αποδοχή, μέσω της αγάπης, του «άλλου».

Η όλη διδασκαλία του Θεανθρώπου Κυρίου αποβλέπει στην αγαπητική κοινωνία του ανθρώπου μετά του συνανθρώπου. Εκεί όπου συντελείται η αυθυπέρβαση της εγωκεντρικής ατομικότητος.

Η Ευαγγελική αγάπη –όπως την ερμηνεύουν οι αυθεντικοί ερμηνευτές της Αγίας Γραφής, οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας-   είναι η αποκατάσταση της ζωής και της ανθρωπίνης υπάρξεως. Ο Θεάνθρωπος Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα Του για τους Μαθητές Του «ίνα ώσιν έν καθώς ημείς» (Ιωαν. 17,11)

Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Ρωμ. 13,8 «Μηδενί μηδέν οφείλετε, ει μη το αλλήλους αγαπάν», μας λέγει ότι η φύση της αγάπης δεν γνωρίζει χορτασμό, αλλά πάντοτε, απολαμβάνοντας εκείνα που αγαπάει, υψώνεται σε μεγαλύτερη φλόγα: <<Η γάρ της αγάπης φύσις, κόρον ουκ οίδεν, αλλ΄αεί των αγαπωμένων απολαύουσα, προς μείζονα αίρεται φλόγα» (P.G. 51,17)

Εάν ο άνθρωπος στερηθεί την αγαπητική κοινωνία με τον πλησίον του και τον Θεό, αμαυρώνει το «κατ΄εικόνα» και καταντά κατώτερος κι από τα ζώα. Και τούτο αποδεικνύεται, όταν βλέπεις ένα τέτοιον άνθρωπο να μην αποδέχεται και να μην αγαπά ούτε αυτούς που τον αγαπούν.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ομιλία Περί Πίστεως, Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

1. Πιστεύομε στο Θεό, και πιστεύομε τον Θεό· άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Πραγματικά πιστεύω τον Θεό σημαίνει ότι θεωρώ βέβαιες κι’ αληθινές τις επαγγελίες που μας έδωσε· πιστεύω δε στον Θεό σημαίνει ότι φρονώ περί αυτού ορθώς.

 Πρέπει δε να τα έχουμε και τα δύο, να είμαστε αληθινοί και στα δύο και να συμπεριφερόμαστε έτσι, ώστε και να πιστευόμαστε από εκείνους που βλέπουν σωστά και πιστοί να είμαστε ενώπιον του Θεού προς τον οποίο απευθύνεται η πίστις, και ως πιστοί ακριβώς να δικαιούμαστε από αυτόν «διότι», λέγει, «επίστευσε ο Αβραάμ και τούτο υπολογίσθηκε για την δικαίωσή του».

Πώς λοιπόν πιστεύσας εδικαιώθηκε ο Αβραάμ; Έλαβε από τον Θεό υπόσχεση για το σπέρμα του, που ήταν ο Ισαάκ, ότι θα ευλογηθούν όλες oι φυλές του Ισραήλ. Έπειτα διατάσσεται από τον Θεό να θυσιάσει, παιδί ακόμη, τον Ισαάκ που ήταν ο μόνος διά του οποίου επρόκειτο να εκπληρωθεί η υπόσχεσις. Και χωρίς ν’ αντείπει τίποτε ο πατέρας, έσπευσε να γίνει αυτόχειρας του παιδιού του, ενώ εθεωρούσε αυτήν την δι’ αυτού υπόσχεση βέβαιη και έγκυρη.

2. Βλέπετε ποια είναι η πίστις που δικαιώνει; Αλλά επαγγέλθηκε και σε μας ο Χριστός κληρονομιά ζωής αΐδιας και τρυφής και δόξης και βασιλείας, ενώ έπειτα παρήγγειλε να πτωχεύουμε, να νηστεύουμε, να ζούμε με ευτέλεια και θλίψη, να είμαστε έτοιμοι για θάνατο, να σταυρώνουμε τους εαυτούς μας μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Εάν λοιπόν σπεύδουμε προς αυτά και πιστεύομε εκείνη την επαγγελία του Χριστού, πραγματικά πιστεύσαμε τον Θεό κατά το παράδειγμα του Αβραάμ, και τούτο θα υπολογισθεί για την δικαίωσή μας.

3. Και παρατηρήσατε την ακολουθία των προτάσεων. Το ότι δηλαδή δέχθηκε να προσφέρει για σφαγή τον Ισαάκ δεν έγινε μόνο ισχυρά μαρτυρία και απόδειξις της πίστεως του Αβραάμ, αλλά υπήρξε και αίτιο του ότι ο Χριστός γεννήθηκε από το σπέρμα του, δια του οποίου ευλογήθηκαν όλες οι φυλές της γης κι εκπληρώθηκε η επαγγελία. Διότι κατά κάποιον τρόπο ο Θεός έγινε οφειλέτης σ’ αυτόν που έδωσε για τον Θεό τον μονογενή και γνήσιο υιό του· οφειλέτης ν’ αντιδώσει γι’ αυτόν και την προς αυτόν επαγγελία τον δικό του μονογενή και γνήσιο υιό. Έτσι και σε μας· η χάρη των εντολών του Θεού σωφροσύνη και δικαιοσύνη και ταπείνωσις, η υπομονή των κάθε είδους κακώσεων και μετάδοσις των αγαθών, καθώς και η κακοπάθεια του σώματος με νηστείες και αγρυπνίες και γενικώς το να σταυρώνουμε τους εαυτούς μας μαζί με τα παθήματα και τις επιθυμίες, όχι μόνο είναι απόδειξις ότι πιστεύομε αληθινά στις επαγγελίες του Χριστού, αλλά και καθιστά κατά κάποιον τρόπο τον Θεό οφειλέτη να αντιπροσφέρει σε μας την αΐδια και άφθαρτη ζωή και τρυφή, την δόξα και βασιλεία.

4. Γι’ αυτό και ο ίδιος, απευθυνόμενος προς τους μαθητάς του, έλεγε· «μακάριοι είναι οι πτωχοί διότι δική σας είναι η βασιλεία των ουρανών· μακάριοι οι πενθούντες, μακάριοι οι ελεήμονες, μακάριοι οι διωκόμενοι για την δικαιοσύνη· και, αλίμονο στους πλουσίους, αλίμονο στους γελώντας, αλίμονο στους χορτασμένους, αλίμονό σας όταν όλοι οι άνθρωποι σας κολακεύουν». Αυτός λοιπόν που αποβλέπει όχι προς τα μακαριζόμενα από τον Κύριο, αλλά προς τα ταλανιζόμενα, ειπέ μου, πώς θα πιστευτεί ότι εμπιστεύεται τον Θεό; «Δείξε μου», λέγει, «την πίστη σου από τα έργα σου», και «όποιος είναι σοφός, ας δείξει τα έργα του από την καλή συμπεριφορά».

5. Ότι λοιπόν πιστεύομε αληθινά τον Θεό, δηλαδή αναγνωρίζουμε αληθινές και βέβαιες τις επαγγελίες ή απειλές του προς εμάς, και περιμένουμε να εκδηλωθούν γρήγορα, δεικνύεται δια των αγαθών μας έργων και της τηρήσεως των θείων εντολών. Ότι δε ορθώς πιστεύομε στον Θεό, δηλαδή καλώς και ασφαλώς και ευσεβώς φρονούμε γι’ αυτόν, από που προέρχεται η απόδειξις; από την συμφωνία προς τους θεοφόρους πατέρες μας. Ότι δε το να εμπιστευόμαστε αδιαψεύστως τον Θεό προκαλεί την αντίθεση όχι μόνο από τα πάθη της σαρκός και από τις παγίδες του πονηρού, αλλά και από τους εμπαθείς ανθρώπους, που θέλγουν και παρασύρουν κάτω προς τις εμπαθείς ηδονές, έτσι και το να πιστεύουμε ορθώς στον μόνο αληθινό Θεό προκαλεί την αντίθεση όχι μόνο από την άγνοια και από τις υποβολές του Αντικειμένου, αλλά και από τους δυσσεβείς ανθρώπους που τον αρπάζουν και τον ρίπτουν μαζί τους κάτω προς την δική τους απώλεια. Είναι όμως στη διάθεσή μας, για κάθε μια από τις περιπτώσεις, μεγάλη βοήθεια, όχι μόνο από τον ίδιο τον Θεό και την από αυτόν δοσμένη σ’ εμάς γνωστική δύναμη, αλλά και από τους αγαθούς αγγέλους και από τους θεοσεβείς ανθρώπους που ζουν κατά το θέλημα του Θεού.

6. Γι’ αυτό η πνευματική και κοινή μητέρα και τροφός μας, η Εκκλησία του Χριστού, σήμερα αφενός μεν αντικηρύσσει ολοφανέστερα και δημοσιότερα αυτούς που έλαμψαν κατά την ευσέβεια και αρετή και τις πανίερες συνόδους των και τα θεία δόγματα που διατυπώθηκαν σ’ αυτές, αφ’ ετέρου δε αποκηρύσσει επισημότερα τους οπαδούς της δυσσεβείας και τα πονηρά διδάγματα και φρονήματά τους· έτσι ώστε εμείς αυτούς μεν αποστρεφόμενοι, τους δε ορθοδόξους ακολουθώντας, να πιστεύουμε σ’ ένα Θεό, Πατέρα, Υιό και άγιο Πνεύμα, από τον οποίο και δια του οποίου και στον οποίο έγιναν τα πάντα, ο οποίος υπάρχει πριν από όλα και επάνω σε όλα και μέσα σε όλα και υπεράνω του παντός, μονάς σε τριάδα και τριάς σε μονάδα, ασυγχύτως ενωμένη και αμερίστως διαιρούμενη· μονάς η ίδια και τριάς παντοδύναμη.

7. Είναι Πατήρ άχρονος και άναρχος και αΐδιος, μόνος αιτία και ρίζα της θεότητος που ενυπάρχει στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα· όχι μόνος δημιουργός, αλλά μόνος Πατήρ ενός Υιού και μόνος προβολεύς ενός Αγίου Πνεύματος· πάντοτε ων και πάντοτε ων Πατήρ και πάντοτε ων μόνος Πατήρ και μόνος προβολεύς.

8. Του οποίου ένας είναι Υιός, συναΐδιος με αυτόν και χρονικώς συνάναρχος· όχι άναρχος δε, διότι έχει γεννήτορα και ρίζα, πηγή και αρχή τον Πατέρα, από τον οποίο μόνον προήλθε πριν από όλους τους αιώνες ασωμάτως, απαθώς, αρρεύστως, γεννητώς, αλλά δεν διαιρέθηκε· που είναι Θεός από Θεό, όχι άλλος κατά το ότι είναι Θεός και άλλος κατά το ότι είναι Υιός· πάντοτε ων και πάντοτε ων Υιός και πάντοτε ων ασυγχύτως προς τον Θεό· λόγος ζωντανός, φως αληθινό, ενυπόστατος σοφία, αιτία και αρχή όλων των δημιουργημάτων, αφού όλα αυτά έγιναν δι’ αυτού· αυτός εκκένωσε τον εαυτό του χάριν της συντελείας των αιώνων, όπως προείπαν οι προφήτες, παίρνοντας για μας την δική μας μορφή, και, αφού κυοφορήθηκε από την αειπάρθενο Μαρία μ’ ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος, γεννήθηκε κι’ εν ανθρώπισε αληθινά, έγινε όμοιος μ’ εμάς καθ’ όλα, πλην της αμαρτίας, ενώ έμεινε ό,τι ήταν, Θεός αληθινός σε μια υπόσταση και μετά την ενανθρώπηση, ενεργών όλα τα θεία ως Θεός και όλα τα ανθρώπινα πάθη· απαθής και αθάνατος ων και διαμένων ως Θεός, εκουσίως δε παθών για μας κατά την σάρκα ως άνθρωπος, σταυρωθείς και αποθανών, ταφείς και αναστάς κατά την τρίτη ημέρα και καταργήσας δια του θανάτου και της αναστάσεώς του αυτόν που έχει την κυριαρχία του θανάτου· και μετά την ανάσταση επιφανείς, αναληφθείς στον ουρανό και καθίσας από τα δεξιά του Πατρός αφού έκαμε ομότιμο και ομόθρονο ως ομότιμο το φύραμά μας, με το οποίο πρόκειται να έλθει πάλι ενδόξως να κρίνει ζώντας και νεκρούς, που θα επανέλθουν προς την ζωή εξ αιτίας της παρουσίας του, και ν’ αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του. Αναγνωρίζοντας κι εμείς αισθητό και περιγραπτό τούτο το από εμάς πρόσλημμά του και φύραμα, εικονίζομε και προσκυνούμε ευσεβώς και αυτήν που τον εγέννησε παρθενικώς και τους ευαρεστήσαντας αυτόν τελείως. Τούτου τα σύμβολα των παθών, και μάλιστα τον σταυρό, τιμούμε και προσκυνούμε ως θεία τρόπαια κατά του κοινού πολεμίου. Την ανάμνηση τούτου τελώντας κατά την εντολή του καθημερινώς, ιερουργούμε τα θειότατα μυστήρια και μετέχομε σ’ αυτά. Κατά την παραγγελία τούτου πριν από όλα βαπτιζόμαστε και βαπτίζομε σ’ ένα όνομα σεπτό και προσκυνητό του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος.

9. Διότι από τον αΐδιο και άναρχο Πατέρα εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, που είναι συνάναρχο με τον Πατέρα και τον Υιό ως άχρονο, όχι δε άναρχο, αφού και αυτό ρίζα και αρχή και αιτία έχει τον Πατέρα, από τον οποίο προήλθε πριν από όλους τους αιώνες αρρεύστως, απαθώς, εκπορευτώς, και είναι επίσης αδιαίρετο του Πατρός και του Υιού, ως προερχόμενο από τον Πατέρα και αναπαυόμενο στον Υιό· που έχει ασύγχυτη την ένωσι και αμέριστη τη διαίρεση· που είναι και αυτό Θεός από Θεό, όχι άλλος μεν ως Θεός, άλλος δε Παράκλητος ως Πνεύμα άγιο αυθυπόστατο· που έχει την ύπαρξη από τον Πατέρα και αποστέλλεται δια του Υιού, για την έναρξη αιωνίας ζωής, γι’ αρραβώνα των μελλοντικών και πάντοτε διατηρουμένων αγαθών που είναι κι’ αυτό αίτιο όλων των δημιουργημάτων, διότι σ’ αυτό έγιναν όλα, το ίδιο και απαράλλακτο με τον Πατέρα και τον Υιό, χωρίς την αγεννησία και τη γέννηση. Εστάλθηκε δε από τον Υιό προς τους μαθητάς του, δηλαδή εφανερώθηκε· διότι πως αλλιώς θα στέλνονταν το «παντού παρόν και μη χωριζόμενο» από τον πέμποντα; Γι’ αυτό όχι μόνο από τον Υιό, αλλά και από τον Πατέρα στέλλεται και από τον εαυτό του έρχεται· διότι η αποστολή, δηλαδή η φανέρωσις, είναι κοινό έργο Πατρός, Υιού και Πνεύματος.

10. Φανερώνεται δε όχι κατά την ουσία, διότι κανείς ποτέ δεν είδε ούτε απεκάλυψε την φύση του Θεού, αλλά κατά τη χάρη και τη δύναμη και την ενέργεια, η οποία είναι κοινή Πατρός, Υιού και Πνεύματος. Διότι ίδιο στο καθ’ ένα από αυτά είναι η υπόστασίς του και τα υποστατικώς γύρω από αυτήν παρατηρούμενα- κοινά δε αυτών δεν είναι μόνο η αφανέρωτη και υπερώνυμη και αμέθεκτη ουσία, αλλά και η χάρις και η δύναμις, η ενέργεια και η λαμπρότης, η αφθαρσία και η βασιλεία, και όλα εκείνα, δια των οποίων κοινωνεί κι’ ενώνεται κατά χάρη με τους αγίους αγγέλους και ανθρώπους ο Θεός, χωρίς να εκπίπτει από το ενιαίο και την απλότητα ούτε εξ αιτίας του μεριστού και διαφόρου των υποστάσεων ούτε εξ αιτίας του μεριστού και ποικίλου και θείων δυνάμεων και ενεργειών. Έτσι πιστεύομε σ’ ένα Θεό, σε μια τρισυπόστατη και παντοδύναμη θεότητα και ανακηρύσσουμε αυτούς που με τέτοια πίστη ευαρέστησαν τον Θεό, ενώ αυτούς που δεν πιστεύουν με όμοιο τρόπο, αλλά ή εγκαινίασαν ιδιαίτερη αίρεση ή ακολούθησαν μέχρι τέλους τους αρχηγούς της, τους απορρίπτομε. Να γνωρίζετε δε τούτο, αδελφοί, ότι τα πονηρά πάθη και τα δυσσεβή δόγματα αλληλοεισάγονται, πραγματοποιούμενα λόγω της δικαίας εγκαταλείψεως από τον Θεό.

11. Ότι λοιπόν το μεγάλο πλήθος των αμαρτιών διαπράττονται δια της δυσσεβείας, μας το εδίδαξε ο μέγας Παύλος γράφοντας περί των Ελλήνων «επειδή δεν εφρόντισαν να επιγνώσουν τον Θεό», «άλλ’ ενώ εγνώρισαν τον Θεό, δεν τον εδόξασαν ούτε τον εσεβάσθηκαν ως Θεό», «τους παρέδωσε ο Θεός σε νου αδόκιμο, ώστε να πράττουν τα ανεπίτρεπτα, γεμάτους κάθε αδικία, πορνεία, πλεονεξία, και τα παρόμοια». Ότι δε πάλι δια της αμαρτίας εισάγεται η δυσσέβεια, η απόδειξις παρέχεται από πολλούς που το έπαθαν αθλίως. Ο Σολομών εκείνος, αφού παρέδωσε τον εαυτό του στις σαρκικές επιθυμίες, ολίσθησε σε ειδωλολατρία. Ο Ιεροβοάμ, αφού ενικήθηκε από άκρα φιλαρχία, εθυσίασε στις χρυσές δαμάλεις. Ο προδότης Ιούδας αρρωστημένος από φιλαργυρία, περιέπεσε στη θεοκτονία.

12. Γι’ αυτά λοιπόν, επειδή και η πίστις χωρίς έργα είναι νεκρά και ανενέργητη, και τα έργα χωρίς πίστη είναι μάταια και άχρηστα, η χάρις του Πνεύματος σήμερα στον σεπτό καιρό της νηστείας και της ενάρετης ασκήσεως συνδύασε την ανακήρυξη των ορθοτομούντων τον λόγο της ευσεβείας και την αποκήρυξη εκείνων που δεν διάλεξαν την ορθοδοξία, έτσι ώστε εμείς, σπεύδοντας και στα δυό συνδυασμένα, και την πίστη να επιδείξουμε με τα έργα και των κόπων το κέρδος να αποκτήσουμε δια της πίστεως.

13. Όχι δε μόνο εισάγονται δι’ αλλήλων τα πονηρά πάθη και η δυσσέβεια, αλλά και ομοιάζουν μεταξύ τους. Και θα ειπώ λίγα προς την αγάπη σας για τους ετεροδόξους που αναφάνηκαν στην εποχή μας. Όπως ο Αδάμ, αφού έλαβε εξουσία από τον Θεό να τρώγη από κάθε δένδρο του παραδείσου, δεν αρκέσθηκε σ’ όλα εκείνα, αλλά πειθόμενος στη συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, έφαγε από το μόνο δένδρο που είχε προσταχθή να μη το εγγίση, έτσι συμβαίνει και με εμάς· ενώ τα υπάρχοντα στο Θεό αγαθά και οι πραγματικά αγαθοπρεπείς δωρεές προτίθενταν από αυτόν για μέθεξη στους θέλοντας, συμφώνως προς τον ειπόντα «όλα όσα είναι ο Θεός θα είναι και ο θεωμένος διά της χάριτος, χωρίς την ταυτότητα κατά την ουσία», υπάρχουν μερικοί που διδάσκουν ότι εμείς μετέχομε και της ιδίας της υπερουσίου ουσίας και ισχυρίζονται ότι μπορούν να την ονομάζουν αυθεντικώς, και μιμούμενοι τον αρχέκακο όφι, παρερμηνεύουν και διαστρέφουν τα λόγια των αγίων, όπως εκείνος τα του Θεού. Αλλά εμείς, αφού ελάβαμε δύναμη από τον Κύριο να πατούμε επάνω σε όφεις και σκορπιούς και σε κάθε δύναμι του εχθρού, αφού συντρίψωμε εύκολα κάθε μηχανή και παγίδα του, είτε κατά της ευσεβείας είτε κατά της ευσεβούς διαγωγής και φανούμε νικηταί εναντίον του σε όλα, θα επιτύχωμε τους ουράνιους και άφθαρτους στεφάνους της δικαιοσύνης, μέσα στον Χριστό, τον αδέκαστο κριτή και δοτήρα των ανταμοιβών.

14. Σ’ αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

πηγή: Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 9, Πατερικαί εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, μτφρ. Παναγιώτης Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1985.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Άγιοι δώδεκα Απόστολοι

ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ονομάζονται οι Δώδεκα μαθητές του Κυρίου πού άφησαν τα πάντα και ακολούθησαν τον Κύριο σε όλη τη δημόσια διακονία Του μέχρι της Αναλήψεως. Στη συνέχεια μετά την επιφοίτηση του Άγιου Πνεύματος (Πεντηκοστή), έγιναν κήρυκες και μάρτυρες της πίστεως στον Χριστό προς λύτρωση της ανθρωπότητας από την αμαρτία και  εξάπλωση της Βασιλείας του Θεού στη γη.

 Το ιερό και τιμητικό  όνομα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, τους δόθηκε από τον ίδιο τον Κύριο, όταν διανυκτέρευσε στο όρος προσευχόμενος. “᾿Εγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ᾿ αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε.” (Λουκ. 6, 12-13).

Οι Ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Ιωάννης χρησιμοποιούν περισσότερο το όνομα “οι Δώδεκα”, ενώ ο Λουκάς και Παύλος το όνομα “Απόστολοι”. Αργότερα χρησιμοποιείται η λέξη με ευρύτερη έννοια και ονομάζονται “Απόστολοι” και οι άλλοι πλην των Δώδεκα “οι εβδομήκοντα” ή οι “συνεργάτες” αυτών.

Κατάλογοι των ονομάτων των δώδεκα Αποστόλων υπάρχουν τέσσερις: Ματ. 10,2. Μαρ. 3,13. Λουκ. 6,14 και Πράξ. 1,13. Οι κατάλογοι αυτοί συμφωνούν ως προς την σειρά, μόνο στον πρώτο, τον Πέτρο και τον τελευταίο τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Η διαφωνία και η ασυμφωνία ως προς την σειρά των ονομάτων,  οφείλεται στο γεγονός ότι οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να έχουν δύο ονόματα και άλλοι Ευαγγελιστές αναφέρουν το πρώτο, ενώ άλλοι προτιμούν το δεύτερο.

Κατά την εκλογή των Μαθητών Του, ο Κύριος εξέλεξε δώδεκα, γιατί όπως οι δώδεκα υιοί του Ιακώβ, οι δώδεκα Πατριάρχες, θεωρούνται οι αρχηγοί των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, έτσι και οι Δώδεκα αυτοί Μαθητές του Κυρίου, έγιναν οι πνευματικοί αρχηγοί του νέου Ισραήλ, δηλαδή του Χριστιανισμού. Ο Ωσηέ προφήτευσε ότι δώδεκα δρύες θα ακολουθήσουν τον Θεό που θα φανεί στη γη.

Εκτός από τους Δώδεκα, ο Κύριος εξέλεξε και άλλους Εβδομήντα, οι οποίοι κατά διαστήματα Τον ακολουθούσαν. Αυτούς απέστειλε κάθε φορά για να προετοιμάσουν το έδαφος απ’ όπου επρόκειτο να περάσει και να διδάξει (Λουκ. 3,1).  Ο αριθμός αυτός,  ανταποκρίνεται επίσης προς τους εβδομήκοντα εκείνους Πρεσβυτέρους τους οποίους ο Μωϋσής, κατ’ εντολή του Θεού, εξέλεξε ως βοηθούς του. Αποδεικνύεται έτσι ότι  παραδείγματα της Παλαιάς Διαθήκης αποτελούσαν προτυπώςεις γεγονότων της  Καινής.

Μεταξύ των Δώδεκα ό Κύριος είχε ξεχωρήςει τρεις, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη οι όποιοι αποτελούσαν το στενότερο κύκλο Του και παρευρίσκοντο πλησίον Του μόνον αυτοί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στη Μεταμόρφωση στο Θαβώρειον όρος, στην προσευχή της Γεσθημανής.

Οι δώδεκα Απόστολοι πού εξέλεξε ό Κύριος για να τους μυήσει ιδιαιτέρως στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, ώστε να συνεχίσουν αργότερα το έργον Του, ούτε μόρφωση είχαν ούτε από ανώτερη κοινωνική τάξη προέρχονταν. Όλοι κατάγονταν από την φτωχή και καθυστερημένη πολιτιστικά Γαλιλαία, εκτός από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, που προήρχετο από την Ιουδαία. Ήσαν άνθρωποι απλοί, βιοπαλαιστές, ψαράδες στο επάγγελμα και τελώνες, αλλά με αγνά υπαρξιακά ενδιαφέροντα και με πίστη στον Θεό του Ισραήλ και στις Μεσσιανικές παραδόσεις. Οι υιοί του Ζεβεδαίου, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, ήσαν σχετικά εύποροι, γιατί και πλοίο ιδιόκτητο είχαν και γνωριμίες με τους Αρχιερείς της Ιερουσαλήμ διατηρούσαν.

Η εξωτερική τους εμφάνιση προξενούσε την εντύπωση ότι ήσαν άνθρωποι “αγράμματοι και ιδιώτες” (Πράξ. 4,13). Ήταν όμως αυτόπτες και ακόλουθοι του Κυρίου, γεγονός πού συνιστά την μαρτυρία τους ενώπιον των ανθρώπων  αξιόπιςτη.  Αυτό σημαίνει ότι η αυθεντία των Αποστόλων, κατά η δράση τους στην Εκκλησία, στηριζόταν στον ίδιο τον Θεό.

Οι Απόςτολοι συνέχισαν το έργο του Διδασκάλου τους κινούμενοι διαρκώς από πόλη σε πόλη, χειροτονώντας καταλλήλους πρεσβυτέρους και επισκόπους ως  διαδόχους τους.

Οι δώδεκα Αποστόλους υπήρξαν οι φωστήρες του κόσμου, οι κήρυκες της ευσέβειας και οι καταλύτες της πλάνης και της ειδωλολατρίας.

Οι δώδεκα Απόστολοι ήσαν οι εξής:

1.Ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος προηγουμένως ονομαζόταν Σίμων.

 Ο Πέτρος είναι ο κορυφαίος των Αποστόλων. Κατήγετο απο την Βηθςαϊδά της Γαλιλαίας. Ήταν έγγαμος,  ψαράς στο επάγγελμα, αγράμματος όσον αφορά την επίγεια εκπαίδευση. Ήταν αδελφός του Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και  υιός του Ιωνά. Αυτόν τον Απόστολο μακάρισε ο Κύριος και τον ονόμασε Πέτρο, γιατί η πίστη του στο Θεανδρικό πρόςωπό Του, ήταν δυνατή σαν πέτρα, και πάνω σε αυτήν την στέρεη πίςτη ότι ο Χριςτός είναι ο Υιός του Θεού ο Λυτρωτής του κόςμου, ο Κύριος διεκήρυξε ότι  θα οικοδομούσε την Εκκλησία Του (Ματ. 16, 17-18).

Κήρυξε το Ευαγγέλιο πρώτα στην Ιουδαία και στην Αντιόχεια, ακολούθως στη Μικρά Ασία και κατέληξε στη Ρώμη στην οποία ο Χριστιανισμός είχε ήδη διαθοθεί προτού το Πέτρος να φθάσει εκεί. Για την πεπαρισιασμένη διδασκαλία του και εξ´αιτίας θαύματος με το οποίο νίκησε τον μάγο Σίμωνα, σταυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Νέρωνα κατακέφαλα, (πάνω τα πόδια και κάτω το κεφάλι), και έτσι έλαβε το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου, μεταξύ των ετών 66 και 69, αφού άφησε δύο καθολικές επιστολές στην Εκκλησία του Χριστού.

2. Ο Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, ο αδελφός του Πέτρου.

Υπήρξε κατ´ αρχάς μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Όταν ο Χριστός εκκίνησε το έργο Του, ο Ανδρέας έτοιμος απο τον διδάσκαλό του Ιωάννη Πρόδρομο, εγκατέλειψε τα πάντα και ηκολούθηςε τον Χριςτό. Ο Ανδρέας είναι εκείνος που προςήλκυσε στον Χριστό  και τον αδελφό του Πέτρο. Θεωρείται ιδρυτής της Εκκλησίας της Κων/πόλεως.

Κήρυξε το Ευαγγέλιο σε όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Μαύρης θάλασσας, Βιθυνίας και Βυζαντίου. Αργότερα μέσω Θράκης και Μακεδονίας κατήλθε μέχρι την Αχαΐα. Στην Πάτρα ενήργησε πολλά θαύματα και επειδή πολλοί πίστεψαν στον Χριστό ο Ανθύπατος της πόλεως Αιγεάτης εςταύρωςε τον Απόστολο του Χριστού σε ένα Σταυρό σε σχήμα Χ, ανάποδα κι εκεί παρέδωσε το πνεύμα του.

3.Ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου, αδελφός του Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού.

Είναι ο τρίτος της τριάδος Απόστολος, τον όποιον ό Κύριος έπαιρνε μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη ιδιαιτέρως στις προσευχές, αλλά και στη Μεταμόρφωση Του. Κήρυξε το Ευαγγέλιο σ’ ολόκληρη την Ιουδαία. Ό Ηρώδης όμως ο Αγρίππας για την πολλή παρρησία πού είχε, τον θανάτωσε με μαχαίρι το 44 μ.Χ. και έτσι έγινε ο δεύτερος μάρτυρας της πίστεως μας μετά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο ( 43 μ.Χ.).

4.Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος, αδελφός του Ιακώβου.

Είναι ο ηγαπημένος του Χριςτού μας Απόστολος. Ο Ιωάννης έχει λάβει τα περισσότερα επίθετα: Απόστολος, Ευαγγελιστής, Θεολόγος, Μαθητής της αγάπης, Αγαπημένος μαθητής, Επιστήθιος, Παρθένος, Βοανεργές (υιός της Βροντής).

Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία. Εξορίστηκε στην Πάτμο, όπου πλήθη απίστων προσήλθαν στο Χριστιανισμό. Όταν επέστρεψε στην Έφεσο αναπαύθηκε εν ειρήνη (περίπου 95 χρονών). Νωρίτερα μας άφησε το Ευαγγέλιο του, τρεις Καθολικές επιστολές και την Αποκάλυψη.

5.Ο Φίλιππος από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας.

 Υπήρξε φίλος με το Ναθαναήλ και αυτός μίλησε στο φίλο του για τον Ιησού. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία (Λυδία και Μυσία) και στην Ιεράπολη μαζί με τον Βαρθολομαίο (Ναθαναήλ) και την αδελφή του Μαριάμνη. Μαρτύρησε τρυπημένος στους αστραγάλους και καρφωμένος σ’ ένα ξύλο στην Ιεράπολη.

6.Ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ.

 Όταν ο φίλος του Φίλιππος του είπε για τον Ιησού ο Κύριος τον προϋπάντησε λέγοντας: «Ιδέ αληθώς Ισραηλίτης, εν ώ δόλος ουκ εστί» (Ιω. 1,48). Κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ινδούς, οι οποίοι ονομάζονταν Ευδαίμονες και τους παρέδωσε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Από τους απίστους όμως σταυρώθηκε στην Ουρανούπολη. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.

7.Θωμάς πού λεγόταν και Δίδυμος.

 Είναι ο Μαθητής που έδειξε ῾῾καλή᾽᾽απιστία στην Ανάσταση του Κυρίου.  Η απο τον Θωμά ψηλάφιςη της λογχεφθείςης πλευράς Του  Αναςτάντος Κυρίου μας, πιςτοποίηςε στους αιώνας των αιώνων, ότι ο Χριςτός όντως ανέςτη εκ νεκρών και ότι η ανάςταςή Του δεν ήταν φανταςτικό γεγονός.  Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στους Πάρθους, Μήδους, Πέρσες και Ινδούς. Στην Ινδία επειδή ο Θωμάς βάπτισε τον γιό του βασιλιά κάποιας φυλής, φυλακόσθηκε και τελικά τον καταδίκασε σε θάνατο. Οι στρατιώτες τον κατατρύπησαν με τις λόγχες τους άχρι θανάτου.

8.Ο Ματθαίος ο Τελώνης.

Μετά το μεγάλο δείπνο πού προσέφερε στον Ιησού τον ακολούθησε και έγινε Απόστολος και Ευαγγελιστής. Το Ευαγγέλιο του το έγραψε στην Αραμαϊκή γλώσσα οκτώ χρόνια μετά την Πεντηκοστή, αργότερα όμως μεταφράστηκε στα Ελληνικά. Είναι αδελφός με τον Ιάκωβο του Αλφαίου.

Κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και Μήδους στους οποίους ίδρυσε Εκκλησία, μετά από πολλά θαύματα πού έκανε σ’ αυτούς. Τελικά θανατώθηκε από τους απίστους δια πυράς.

9.Ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου.

Αδελφός του Λευί δηλ. του Ματθαίου. Λέγεται και Ιάκωβος ο μικρός, προς διάκριση από τον Ιάκωβο το μεγάλο, τον αδελφό του Ιωάννου, αλλά και προς διάκριση από τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. Ο τόπος στον όποιο κήρυξε ο Απόστολος Ιάκωβος δεν είναι εξακριβωμένος. Αναγράφεται ότι κήρυξε στα έθνη . Κηρύττοντας και ελέγχοντας τους απαίδευτους λαούς κρεμάστηκε σε σταυρό και έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό.

10.Ο Σίμων ο Κανανίτης ή ο Ζηλωτής.

Ο Σίμων από την Κανά της Γαλιλαίας. Ανήκε στο κόμμα των Ζηλωτών (πού στα Αραμαϊκά ο ζηλωτής λέγεται Κanana και με Ελληνική κατάληξη Κανανίτης = Ζηλωτής) και διατήρησε την ονομασία του αυτή και ως Απόστολος.

Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στη Μαυριτανία και γενικά στην Αφρική. Τελικά μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο.

11.Ο Ιούδας του Ιακώβου, αλλιώς Λεββαίος ή Θαδδαίος.

Ο Ιούδας αυτός είναι αδελφός με τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο και επομένως υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Άρα είναι “αδελφός” του Κυρίου. Λεββαίος σημαίνει θαρραλέος και Θαδδαίος (στα Αραμαϊκά) σημαίνει μεγάθυμος, μεγαλόψυχος. Είναι συγγραφέας της Καθολικής επιστολής Ιούδα.

Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία και φώτισε τα έθνη στη χώρα αυτή. Πήγε και στην Έδεσσα. Τελικά τον εκρέμασαν και τον εθανάτωσαν με εκτοξευόμενα βέλη.

12.Ο Ματθίας, στη θέση του προδότη Ιούδα.

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι Απόστολοι, επέλεξαν δύο, τον Ματθία και τον Ιούστο, ως τους καταλληλότερους από τους εβδομήκοντα Αποστόλους, προκειμένου να αντικατασταθεί ο προδότης Ιούδας.  Στη συνέχεια έβαλαν κλήρο και κατόπιν προσευχής ο κλήρος έπεσε στον Ματθία. Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Αιθιοπία και αφού υπέμεινε πολλά βασανιστήρια από τους απίστους παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού.

Οι  δώδεκα Απόστολοι και οι ανήκοντες στον ευρύτερο κύκλο των εβδομήκοντα, μαζί με τις σεπτές Μυροφόρες και πιστές ακόλουθες του Κυρίου, πού ήσαν εκατόν είκοσι (120) στον αριθμό (Πράξ. 1,15), δεν βαπτίστηκαν με το βάπτισμα δι’ ύδατος, αλλά βαπτίστηκαν την ήμερα της Πεντηκοστής “εν Πνεύματι Αγίω”.

Πρώτον γιατί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει φανερά ότι ο Ιησούς δεν βάπτιζε (Ιω. 4,2) και δεύτερον γιατί ο Πρόδρομος κήρυξε λέγοντας για τον Κύριο: “Εγώ μεν βαπτίζω υμάς εν ύδατι, αυτός δε βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Άγίω καί πυρί” (Λουκ. 3,16). Ο ίδιος ο Ιησούς το βεβαίωσε λέγοντας: “Ιωάννης μεν έβάπτισε ύδατι, ύμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Άγίω ου μετά πολλας ταύτας ημέρας” (Πράξ. 1,5). Η υπόσχεση αυτή του Κυρίου πραγματοποιήθηκε την ήμερα της Πεντηκοστής. Γι’ αυτό δεν χρειάστηκαν άλλο βάπτισμα.

Οι Απόστολοι του Χριστού θα ξεχωρίζουν μέσα στην Ιστορία της Εκκλησίας, σαν οι υπέρλαμπροι αστέρες της πνευματικής ζωής. Η Εκκλησία μας εορτάζει τους δώδεκα Αποστόλους στις 30 Ιουνίου.

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Ἀπολυτίκιον   Ἦχος γ´.

Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾶ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίω καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμὰς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοώντας χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφὴν τῶν Μαθητῶν σου Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν, τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια

Συνέχεια ανάγνωσης