ΓΙΝΕΣΘΕ ΕΤΟΙΜΟΙ, το νέο επίκαιρο πόνημα του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου

     __________ (1) ΓΙΝΕΣΘΕ ΕΤΟΙΜΟΙ”      

(Κείμενα Ορθοδόξου Ομολογίας εν όψει της Συνόδου του 2016)

Με τον παραπάνω τίτλο εξεδόθη προσφάτως το νέο καλαίσθητο πόνημα του Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεώς μας.

Τον πρόλογο συνέταξε η καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Μπάλα Πατρών, Γερόντισσα Μαριάμ.

Η Επιμέλεια, σελιδοποίηση και η (δωρεάν) διάθεση του βιβλίου ανήκει στην ως άνω Ιερά Μονή.

Το Βιβλίο είναι λίαν διαφωτιστικό για το σημαντικότατο θέμα της, μελούσης να συνέλθη τον ερχόμενο μήνα στην Κρήτη, πανορθοδόξου Συνόδου.

Ο  έμπειρος συγγραφεύς, αναλύει στα πέντε κεφάλαια του βιβλίου,  με επιστημονική αρτιότητα, με ποιμαντική υπευθυνότητα, αλλά και με σαφήνεια και ακριβολογία,  όλες τις παραμέτρους του ζητήματος. Στην αρχή απαντά σε ερωτηματικές προτάσεις, σταθεροποιώντας και οριοθετώντας το “έδαφος” επί του οποίου εδράζει την ανάπτυξη του κυρίου θέματος, ήτοι της συγκλήσεως της Συνόδου του Ιουνίου του 2016.

Όλες οι θέσεις του βιβλίου στηρίζονται πλήρως σε εύστοχες παραπομπές στην Αγία Γραφή, στους Ιερούς Κανόνες και στην Πατερική  παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Αγαπημένη συνήθεια του συγγραφέα.

Το Βιβλίο είναι επίκαιρο και χρησιμότατο. Βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί,  την σημασία για την σωτηρία μας της διατηρήσεως αλωβήτου του Ιεράς και αμωμήτου ημών Πίστεως. Εξηγεί και διευκρινίζει ζητήματα σχέσεων Ορθοδοξίας και αιρέσεως. Παρουσιάζει τέλος  την σχέση Αγάπης και Αληθείας, που στην Πίστη μας πάντοτε αλληλοπεριχωρούνται και ουδέποτε συγκρούονται.

Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο το Βιβλίο αυτό πρέπει να αναγνωσθεί με προσοχή και σοβαρότητα από το κάθε μέλος της Εκκλησίας μας, για να έχουμε όλοι μια ξεκάθαρη θεολογία και πίστη, ιδιαιτέρως εν όψει της συγκλήσεως του Συνόδου του Ιουνίου.

 Τα πέντε κεφάλαια το βιβλίου έχουν τους εξής τίτλους: 

1.ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΑΓΑΠΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

2.ΕΦΙΚΤΗ Η ΕΝΩΣΗ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ;

3.ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ;

4.ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ 2016

5.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-ΣΑΜΠΕΖΥ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Δημητρόπουλος

Συνέχεια ανάγνωσης

Ομιλία Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στην Κυριακή των Μυροφόρων

    Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.

Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.

   Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.

᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.

᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.

Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.

 Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.

῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.

῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.

  “᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.

῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.

῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.

᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.

 ῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;

Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.

Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.

 

 
Συνέχεια ανάγνωσης

Των Αγίων Μυροφόρων Γυναικών, Ιωσήφ Του Εξ Αριμαθαίας και του Νυκτερινού Μαθητού Νικοδήμου

Χριστῷ φέρουσιν αἱ Μαθήτριαι μύρα,
ἐγὼ δὲ ταύταις ὕμνον, ὡς μύρον, φέρω.

Σύντομος Βιογραφία

Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου. Όταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν κι’ έλαβαν από το Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από το σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνα μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου. Με το άλλη Μαρία εννοούσε τη Θεομήτορα. Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει  ο Λουκάς.

Οι αναφερόμενες ονομαστικώς στο Ευαγγέλιο Μυροφόρες γυναίκες είναι οι εξείς:

Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.

 Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.

Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).

Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.

 Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).
Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.

Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.

Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

Απολυτίκιον
Ἦχος β΄.
Ὀ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρὰ εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο· ἀλλὰ τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ταῖς μυροφόροις γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα· τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια· Χριστὸς δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος· ἀλλὰ κραυγάσατε· Ἀνέστη ὁ Κύριος, παρέχων τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄ Κανόνας πίστεως.
(Ἀπολυτίκιον Νικοδήμου Μυροφόρου)
Χριστὸν τὸν Κύριον ἐν νυκτὶ ἐπεσκέψατο, ἀναγέννησιν ἄνωθεν ἐκδιδαχθεὶς ἐμαθήτευσεν, ὡς κεκρυμμένος ἀπόστολος. Εὐθαρσῶς διεφώνει πρὸς φαρισαίους καὶ γραμματεῖς, τὸν Σωτῆρα διώκοντας. Ὃν νεκρὸν καθεῖλεν ἐκ τοῦ Σταυροῦ, μῦρα τῇ ταφῇ ἐνεγκών, Νικόδημος ὁ ἔνθερμος.

Κοντάκιον
Ἦχος β΄.
Τὸ Χαῖρε ταῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τὸν θρῆνον τῆς προμήτορος Εὔας κατέπαυσας, τῇ Ἀναστάσει Σου Χριστὲ ὁ Θεός· τοῖς Ἀποστόλοις δὲ τοῖς σοῖς κηρύττειν ἐπέταξας· ὁ Σωτὴρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

 

 
 
 
 
 
 

:)

Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον εορτασμό του Αγίου Νικολάου Αλυκών Κάτω Αχαΐας

Λαμπροτάτη η εορτή της ανακομιδής και μετακομιδής των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού εφέτος στην Ενορία μας. Επίκεντρο της πανηγύρεως ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Αλυκών.

Στον πανηγυρικό Εσπερινό της παραμονής, στη Θεία Λειτουργία της κυριωνύμου ημέρας καθώς και στον Εσπερινό, στην Παράκληση και στην Ιερά λιτανεία, ανήμερα το απόγευμα, συμμετείχε όλος ο πληθυσμός του συνοικισμού, λαός από την Κάτω Αχαΐα αλλά και πολλοί επισκέπτες-προσκηνυτές.

Στον Εσπερινό της παραμονής ο αιδεσμολογιώτατος π. Γεράσιμος Δημητρόπουλος, στην ομιλία του ανεφέρθη στον βίο του Αγίου.

Στην ομιλία του, κατά την Θεία Λειτουργία, ο προϊστάμενος της Ενορίας μας και Αρχιερατικός Επίτροπος Δύμης, πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Δημητρόπουλος ανέφερε, “Ο Άγιος Νικόλαος -μεταξύ των άλλων- μας διδάσκει ότι η αγιότητα συνδέεται οπωσδήποτε:

1. Με την Ορθοδοξότητα της Πίστεως. 2 Με την Εκκλησιαστική Άσκηση και 3. Με την συμμετοχή στα Άγια Μυστήρια και στις Ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Στην συνέχεια ανέπτυξε επαρκώς τα ανωτέρω.”

Το απόγευμα της ημέρας της εορτής ο πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ιωσήφ Μήλιας, ανεφέρθη στην αγάπη του Αγίου Νικολάου για τον Θεό, και στην σημασία του ονόματός Του.

Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό ειλημμένο από τον “Ελληνορθόδοξο Παλμό”:

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ενορία μας τιμά πανηγυρικά τον Άγιο Νικόλαο

Σήμερα 9 και αύριο 10 Μαΐου, η Ενορία μας εορτάζει πανηγυρικά την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού. Επίκεντρο του εορτασμού θα είναι ο ομώνυμος Ιερός Ναός που ευρίσκεται στον οικισμό των Αλυκών, στην παραλία Κάτω Αχαΐας.

 Το πρόγραμμα των ιερών ακολουθιών θα έχει ως εξής:

Δευτέρα 9 Μαΐου, ώρα  7μμ: πανηγυρικός εσπερινός μετ΄αρτοκλασίας και θείου κηρύγματος υπό του πατρός Γερασίμου Δημητροπούλου.

Τρίτη 10 Μαΐου, ώρα 7πμ:  πανηγυρική θεία Λειτουργία μετά θείου κηρύγματος του πρωτοπρεσβυτέρου πατρός Απόστολου Δημητρόπουλου.

Τρίτη 10 Μαΐου, ώρα 7μμ: εσπερινός,  παράκληση προς τον Άγιο Νικόλαο και λιτάνευση της ιεράς εικόνος Του εις τον συνοικισμό. Των ιερών ακολουθιών θα προεξάρχει ο παν/τος Αρχιμανδρίτης π. Ιωσήφ Μήλιας ο οποίος και  θα κηρύξει τον θείον λόγον. 

image

Λίγα λόγια για τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου της ενορίας μας 

Ο νεώτερος οικισμός των Αλυκών, άρχισε να δημιουργείται στα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ου αιώνος, όταν ο Μιχάλης Καρράς, προερχόμενος από τις Σπέτσες, εγκαταστάθηκε εδώ με την οικογένειά του. Οι απόγονοι του πρώτου οικιστού, θεωρούν ότι η φτώχεια ήταν η κύρια αιτία που έκανε τον πρόγονό τους να εγκαταλείψει τις Σπέτσες. Στην περιοχή εγκαταστάθηκαν, μετά από λίγα χρόνια οι οικογένειες των Γεωργίου Μπιτούνη (από την Ιθάκη), Άγγελου Χαλιώτη (από την Κεφαλλονιά) και Γεωργίου Βουδούρη (από την Καστανιά Φενεού), οι οποίες ενώθηκαν με συγγενικούς δεσμούς με την οικογένεια Καρρά. Οι πρώτοι αυτοί εποικιστές δημιούργησαν πολυμελείς οικογένειες που απετέλεσαν τον πυρήνα του οικισμού. Οι πρώτοι κάτοικοι του οικισμού εκκλησιάζονταν στην Κάτω Αχαΐα. Περιστασιακά στην περιοχή λειτουργούσε και ο Ναός της «Παναγίας της Βλαχέρνας», ιδιοκτησίας Γεωργίου Μάνου. Ο Ναός αυτός υπήρχε ήδη το 1873 μέσα στα κτήματα του Μάνου, όπως φαίνεται από διανεμητήριο συμβόλαιο της οικογενείας και ανακαινίσθηκε στις αρχές του αιώνος μας.   Στις αρχές της δεκαετίας του 70 κάτοικοι κάνουν προσπάθειες για την ανέγερση ναού στον οικισμό τους. Συγκεκριμένα τον Μάιο του 1971 ζητούν από τον Μητροπολίτη Πατρών και τη Νομαρχία Αχαΐας την ίδρυση παρεκκλησίου της Ενορίας Κάτω Αχαΐας.

Τελικά ο Ι. Ναός Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται στην θέση που βρισκόταν παλαιότερα το τελωνείο αφού το κτίριο εκείνου κατεδαφίστηκε. Οι εργασίες ανέγερσης ολοκληρώθηκαν το 1973 και ο Ναός εγκαινιάσθηκε στις 18-9-197 υπό του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου.  Σήμερα ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Αλυκών, είναι ένας πολύ περιποιημένος Ιερός Ναός ο οποίος εξυπηρετεί τις θρησκευτικές-πνευματικές ανάγκες των μονίμων κατοίκων που ανέρχονται περίπου σε διακόσιους. Τους καλοκαιρινούς μήνες ο πληθυσμός του συνοικισμού υπερδιπλασιάζεται, επειδή πολλοί κάτοικοι των Πατρών αλλά και της ευρύτερης περιοχής, παραθερίζουν στο συνοικισμό των Αλυκών.

Λίγα λόγια για το ἱστορικό τῆς Ἀνακομιδῆς των λειψάνων τοῦ 1087
Κατά τόν Μεγάλο Συναξαριστή, «τό ἱερόν Λείψανον τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου Νικολάου, ἀνακομισθέν κατά τήν περίοδον τῆς Σταυροφορίας, μετηνέχθη ἐκ Μύρων τῆς Λυκίας εἰς τήν Βάρην (Μπάρι) τῆς Ἰταλίας» (Βίκτωρος Ματθαίου, «Ὁ Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. Μαΐου, σελ. 225). 
Ὁ Ἀπ. Τσαφερόπουλος σημειώνει, ὅτι «τό 1087, ἐπί Αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ (1081–1118), ἡ ἐπαρχία τῆς Λυκίας καί ἡ μητρόπολίς της, τά Μῦρα, δεινοπαθοῦσαν ἀπό τούς Ἀγαρηνούς καί τό τίμιο Λείψανο βρίσκεται σέ ἀνασφάλεια. Γι’ αὐτό οἱ μοναχοί πού διακονοῦν στό προσκύνημα τοῦ Ἁγ. Νικολάου, συναινοῦν στήν πρόταση «ἐμπόρων» ἀπό τό Μπάρι τῆς Ἰταλίας, πού στήν πραγματικότητα ἦταν κληρικοί, νά πραγματοποιήσουν τήν ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων καί τήν μετακομιδή στήν πατρίδα τους, ὥσπου νά περάσει ὁ κίνδυνος» (Ἀπ. Τζαφερόπουλου αὐτ., σελ. 17 – 18). 
Τήν ἄποψη αὐτή, τῆς ἀνακομιδῆς γιά διάσωση, δέχεται καί ὁ καθηγητής Ἀρ. Πανώτης. «Ἀπό τούς τέσσερεις μοναχούς – γράφει – οἱ δύο συνοδεύουν τό λείψανο στή Δύση, ὡς ἐγγυητές τῆς γνησιότητάς του καί τῶν δικαιωμάτων τους ἐπ’ αὐτοῦ, ἐνῶ οἱ δύο ἄλλοι παρέμειναν στόν προσκυνηματικό ναό, ἕως ὅτου οἱ καιροί ἐπιτρέψουν τήν πλήρη ἐπαναλειτουργία του. Τά τραγικά ὅμως γεγονότα πού ἔφθασαν στήν ἀποκορύφωσή τους τό 1090 – 1091, παράτειναν ἐπ’ ἀόριστον τήν παραμονή τῶν Λειψάνων στό Μπάρι» (Ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια», φ. 1. 5. 1987). 
Κατά τόν Ἃγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, «ἔγινε ἡ ἀνακομιδή αὕτη μέ τοιοῦτον τρόπον. Εἰς ἕνα Ἱερέα εὐλαβῆ τῆς ρηθείσης πόλεως ἐφάνη ὁ ἅγ. Νικόλαος καθ’ ὕπνον καί λέγει νά ὑπάγει ὁμοῦ μέ τόν Κλῆρον εἰς τά Μῦρα καί παραλαβών ἀπό ἐκεῖ τό Λείψανόν του νά τό φέρει εἰς τήν Μπάρ» (Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, «Συναξαριστής τῶν Δώδεκα Μηνῶν τοῦ ἑνιαυτοῦ», τ. 2ος, σελ. 161). 
Ὁ ἴδιος ὁ Ἃγ. Νικόδημος δικαιολογεῖ τό γεγονός ὡς ἐξῆς: «Εὐδόκησεν ὁ Θεός νά σηκωθῶσιν ἀπό ἐκεῖ τά Ἅγια Λείψανα τοῦ μεγάλου Πατρός ἡμῶν Νικολάου καί νά μεταφερθῶσιν εἰς τήν πολυάνθρωπον πολιτείαν τήν ὀνομαζομένην Μπάρ, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τήν Ἰταλίαν, καί διά νά μή μείνωσι τά Λείψανα τοιούτου Ἁγίου ἄτιμα καί ἄδοξα καί διά νά ἀπολαύση καί ἡ Δύσις τά τούτου θαυμάσια, ἥτις ἀκόμη δέν εἶχε πέση εἰς τάς αἱρέσεις καί κακοδοξίας, ἀλλ’ ἦτο Ὀρθόδοξος καί ἡνωμένη μέ τήν Ἀνατολικήν Ἐκκλησίαν». 
Ἤδη παρατηρεῖται μία ἱστορική ἀνακρίβεια: Ὁ χρόνος τοῦ γεγονότος, τό 1087, βρίσκεται σαφῶς μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054. Συνεπῶς οἱ Δυτικοί δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι καί ἑνωμένοι μέ τήν Ἐκκλησία. Δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτό –ἑπομένως– ὅτι ὁ Ἃγ. Νικόλαος ἐμφανίσθηκε στούς ἤδη ἀποκομμένους ἀπό τήν Ἐκκλησία Παπικούς καί τούς προέτρεψε νά «μετακομίσουν» τά Λείψανά του. Οὔτε ἐπίσης μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτό, ὅτι οἱ ἐμπερίστατοι– τότε – Βυζαντινοί, δέχθηκαν καί παρέδωσαν τά Λείψανα τοῦ κορυφαίου Ἁγίου. Οἱ μοναχοί –φύλακες ἤ ἐξαπατήθηκαν ἤ ἐξανασκάσθηκαν νά προχωρήσουν στήν ἀνακομιδή. Ὑποθέτουμε, ὅτι συνέβησαν καί τά δύο. Ὁ Μουσουλμανικός κίνδυνος καί ἴσως ἤ μή φιλικές διαθέσεις τῶν Βαριανῶν τούς ἀνάγκασαν νά ἐνδώσουν στίς «προτάσεις» καί οἱ πιθανές διαβεβαιώσεις τους γιά τό προσωρινό τῆς μετακομιδῆς, ἴσως τούς ἐμπόδισαν νά διακρίνουν τίς πραγματικές τους προθέσεις. 
Ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτική εἶναι ἡ ὁμολογία τῶν ἴδιων τῶν Παπικῶν. Μεταγενέστερα κείμενα ἀντί θείων ὀπτασιῶν καί ἀνακομιδῆς, ἀναφέρονται σέ ληστρική ἐπιδρομή καί κοινή κλοπή. Ἀναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά:
Τό «Δελτίο τοῦ Ἁγ. Νικολάου», πού ἐκδίδεται ἀπό τό παράρτημα τῶν Δομινικανῶν τοῦ Μπάρι στήν Ἑλλάδα, γράφει τά ἑξῆς: «Στίς 9 Μαΐου 1087, τρία ἐμπορικά καράβια ἀπό τό Ἰταλικό Μπάρι ἔμπαιναν ξανά στό λιμάνι τους, ὕστερα ἀπό ἕνα ταξείδι στήν Ἀντιόχεια τῆς Κοίλης Συρίας. Ἕνα ἀπό αὐτά ἔφερνε κάποιο «παράξενο φορτίο» πού προκάλεσε τήν συγκίνηση τῆς πόλης πού τό ὑποδέχθηκε μέ ἰδιαίτερο ἐνθουσιασμό καί εἶχε τόν λόγο της. Τό εἶχε παραλάβει ἀπό τά Μῦρα τῆς Μικρασιατικῆς Λυκίας, ὅπου προσέγγισε μαζί μέ τά ἄλλα δύο κατά τήν ἐπιστροφή τους στό Μπάρι. Τό φορτίο αὐτό δέν ἦταν ἄλλο ἀπό τά ἱερά Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἐπισκόπου Μύρων Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ. Τά εἶχαν ἀρπάξει οἱ ναῦτες τους ἀπό τόν τάφο του, σ’ ἕνα ληστρικό τους ἐγχείρημα κατά τῆς Βασιλικῆς τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἀναπαύονταν ἐπί αἰῶνες» (φ. 5, Μαΐου 1989). 
Ἀκόμη, οἱ Βενεδικτῖνοι Μοναχοί τοῦ Ἀββαείου τοῦ Ἁγ. Αὐγουστίνου στό Ράμσγκεϊτ τῆς Βρεττανίας, βασιζόμενοι στίς ἐγκυρότερες ἁγιολογικές πηγές, δέχονται ὅτι τά Λείψανα «ἐκλάπησαν ἀπό Ἰταλούς ναυτικούς» (“The Book of the Saints”, 1948, σελ. 441). 
Ἐκτός ἀπό τά προηγούμενα, τήν ἀρπαγή ἀποδεικνύουν καί κάποια ἄλλα στοιχεῖα. Στό κείμενο τοῦ Μεγ. Συναξαριστοῦ λ.χ. γράφεται, ὅτι οἱ Βαριανοί «ἀκούσαντες ἐκεῖ (στήν Ἀντιόχεια) ἀπό ἄλλους πραγματευτάς Ἑνετούς, ὅτι καί αὐτοί ἔχουν σκοπό νά μεταβούν εἰς τήν Λυκίαν καί δή είς τήν Μυραίων πόλιν, διά νά λάβουν τά ἱερά Λείψανα τοῦ Ἁγ. Νικολάου, ἔσπευσαν οὗτοι οἱ Βαριανοί νά προλάβουν» («Ὁ Μέγας Συναξαριστής…» αὐτ., σελ. 505). 
Βεβαίως, δέν εὐσταθεῖ κἄν ὑποψία, ὅτι ὁ Ἃγ. Νικόλαος ἐμφανίσθηκε καί στούς Ἑνετούς καί τούς προέτρεψε νά λάβουν τά Λείψανά του, ἀλλά μᾶλλον ἐπρόκειτο περί «ἀγῶνος δρόμου» μέ ἔπαθλο τά ἱερά Λείψανα, μεταξύ Ἑνετῶν, Βαριανῶν καί πιθανῶς καί ἄλλων Δυτικῶν. 
Ἀκόμη, κραυγαλέα λεπτομέρεια πού ἐποιβεβαιώνει τήν ἀρπαγή εἶναι ἡ ἴδια ἡ λάρνακα τοῦ Ἁγίου. «Ἡ κενή σαρκοφάγος τοῦ Ἁγίου – γράφει ὁ Ἀπ. Τζαφερόπουλος – ἔχει ἕνα ἀρκετά μεγάλο, βίαιο ἄνοιγμα, σέ μία ἀπό τίς ἐπιμήκεις πλευρές… Ὁ κενός τάφος τοῦ Ἁγ. Νικολάου, βρίσκεται παραβιασμένος ἐντός τοῦ ναοῦ του, στά Μῦρα τῆς Λυκίας» (Ἀπ. Τζαφερόπουλου αὐτ., σελ. 19 – 200. 
«Ἡ σπουδή τῶν ναυτικῶν – γράφουν οἱ Δομηνικανοί στό «Δελτίο…» – δέν εὐνόησε, ὅπως ἦταν φυσικό, τήν περισυλλογή τῶν Λειψάνων στό ἀκέραιο. Ἡ παρατήρηση αὐτή μπορεῖ νά ἐξηγήσει πῶς βρίσκονται σήμερα στό μουσεῖο τῆς Ἀττάλειας δύο ὀστᾶ τοῦ Ἁγ. Νικολάου» («Δελτίον…», σελ. 9). Τά ὀστᾶ αὐτά εἶναι κατά τόν Τζαφερόπουλο, «κάποια ὑπολείμματα πού στή βιασύνη τους προφανῶς οἱ μοναχοί δέν πρόλαβαν νά περιμαζέψουν κι ἔτσι παρέμειναν στή σαρκοφάγο, γιά νά καταλήξουν μέ τόν καρό ἀξιοθέατο μουσειακό ὑλικό» (Ἀπ. Τζαφερόπουλου αὐτ., σελ. 19 – 20). 
Μετά τά προηγούμενα, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν ἐπαρκέστατα τό γεγονός τῆς ἀρπαγῆς τῶν Λειψάνων, τίθεται εὔλογα τό ἐρώτημα, γιατί ἀναφέρεται σέ ὀπτασία καί «εὐδοκία Θεοῦ» ὁ Ἃγ. Νικόδημος. Ἡ ἀπάντηση ὑπάρχει στό κείμενο τοῦ ἰδίου τοῦ Ὁσίου. «Σημειοῦμεν –γράφει – ὅτι τό συναξάριον τοῦτο μετεφράσθη ἐκ τοῦ Σλαβονικοῦ» («Ὁ Μέγας Συναξαριστής…» αὐτ., σελ. 504). 
Ἔχουμε τήν γνώμη, ὅτι τό Σλαβονικό συναξάριο πού μετέφρασε ὁ Ἱερός Νικόδημος, εἶναι μετάφραση ἀντίστοιχου Λατινικοῦ (μέ δεδομένη τήν πώληση μέρους τῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγ. Νικολάου ἀπό τούς Λατίνους στούς Ὀρθόδοξους Ρώσους καί Ρουμάνους) καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς περιέχει τήν προσπάθεια τῶν Λατίνων νά ἐξωραϊσουν τήν ἀρπαγή καί νά τήν ἐμφανίσουν σάν θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἁγ. Νικολάου. 
Ὁ ἑορτασμός τῆς Ἀνακομιδῆς τοῦ 1087
 Μετά τά προηγούμενα τίθεται τό ἐρώτημα: Τόν Μάιο (τήν 9η, 10η καί 20η), ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ μία ἀρπαγή; Εἶναι ἀφορμή ἑορτῆς ἡ ἀρπαγή τῶν Λειψάνων κορυφαίου καί οἰκουμενικά γνωστοῦ καί τιμωμένου Ἁγίου; 
Ἔχουμε τήν γνώμη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία στήν περίπτωση αὐτή πράγματι τιμᾶ τήν μία καί μοναδική ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ μεγάλου Ἁγίου Της, ἀνεξαρτήτως τῶν συνθηκῶν κάτω ἀπό τίς ὁποίες ἔγινε. Στήν ὅλη προβληματική τοῦ ζητήματος πρέπει νά ἐντάξουμε ἐπίσης καί κάποιες ἄλλες παραμέτρους, ὅπως: 
Ὁ ἑορτασμός τῆς ἀνακομιδῆς εἶχε ἀρχικά τοπικό χαρακτῆρα (στίς παράκτιες περιοχές τῆς νότιας καί δυτικῆς Πελοποννήσου, τά Ἑπτάνησα καί ὅπου γενικά προσέγγισε τό πλοῖο πού μετέφερε τά Λείψανα). 
Οἱ Βαριανοί ἐμφανίσθηκαν σάν σωτῆρες τῶν Λειψάνων ἀπό τήν καταστροφική μανία τῶν Μωαμεθανῶν. Σέ ἄλλη περίπτωση δέν μπορεῖ νά δικαιολογηθεῖ ἡ δημόσια ἔκθεση τῶν Λειψάνων (ὅπως λ. χ. στήν Κέρκυρα, ὅπου «προσεκυνήθησαν ὑφ’ ὅλου τοῦ εὐσεβοῦς Κλήρου καί τοῦ λαοῦ»). Αὐτό, βεβαίως, πρέπει νά ἔγινε προηγουμένως καί σέ ἄλλες παράλιες πόλεις τῆς Πελοποννήσου καί τῶν Ἑπτανήσων. 
Ὁ Μητροπ. Ζακύνθου Παντελεήμων παρατηρεῖ σχετικά, ὅτι «ἡ Ἀνακομιδή ἤ Μετακομιδή τοῦ 1087 ἑορτάζεται καί σάν Πάροδος ἤ Διέλευσις τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου, τήν 9η Μαΐου στήν Ἀρκαδία καί ἄλλες περιοχές τῆς Πελοποννήσου, τήν 10η στή Ζάκυνθο καί τήν Κεφαλληνία, Ἠλεία καί Ἀχαΐα καί τήν 20η στήν Ἤπειρο, Εὐρυτανία καί Κέρκυρα» («Ἀκολουθία εἰς τήν Πάροδον…», ἔκδοσις Ἱ. Μητροπ. Ζακύνθου, 1980. Βλ. προλεγόμενα Μητροπ. Ζακύνθου Παντελεήμονος). 
Ὁ Μητροπ. Ἠλείας Γερμανός δέχεται, ὅτι «ἡ ἑορτή αὕτη ἑορτάζεται εἰς τήν Ἠλείαν τήν 10ην Μαϊου (μία περίπτωσις), τήν 9ην Μαΐου (πέντε περιπτώσεις) καί τήν 8ην Μαϊου (μία περίπτωσις). Εἰδικώτερα διαπιστοῦται, ὅτι ὁ Ἃγ. Νικόλαος Μύρων ἑορτάζεται τήν 9ην Μαϊου εἰς νοτιο-δυτικήν Ἠλείαν, τήν γειτνιάζουσαν – δηλαδή – πρός τήν Μεσσηνίαν καί τήν Ἀρκαδίαν), ἐνῶ τήν 10ην εἰς τήν βόρειο-δυτικήν τοιαύτην (περιοχή Ἀμαλιάδος καί ἁγ. Νικολάου Σπάτα), τήν εὑρισκομένην δηλαδή ἔναντι τῶν νήσων Ζακύνθου καί Κεφαλληνίας. Ἔτσι θεμελιώνεται καί ἡ διαφορετική παράδοσις τοῦ χρόνου ἑορτασμοῦ τῆς ἑορτῆς. Ὅτι, δηλαδή, ἡ ἡμερομηνία τοῦ ἑορτασμοῦ τοπικῶς συσχετίζεται μέ τόν χρόνο διελεύσεως ἤ προσεγγίσεως τοῦ φέροντος τό Ἱερόν Λείψανον πλοίου, ἐκ τῶν ἀκτῶν τῶν περιοχῶν αὐτῶν» (Μητροπ. Ἠλείας Γερμανοῦ αὐτ., σελ. 216). 
Τό αὐτό δέχεται καί ὁ Μητροπ. Ζακύνθου Παντελεήμων. «Ἡ ἀνάμνησις –γράφει– τῆς Παρόδου τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγ. Νικολάου ἑορτάζεται κατά περιοχάς εἰς διαφορετικάς ἡμέρας τοῦ μηνός Μαΐου, ἡ τοιαύτη δέ διαφορά –κατά παράδοσιν εὐσεβῆ– συσχετίζεται μέ τόν χρόνον προσεγγίσεως τοῦ φέροντος τό Ἱερόν Λείψανον πλοίου εἰς τούς διαφόρους τόπους» («Ἀκολουθία εἰς τήν Πάροδον…», σελ. 8). 
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή σημειώνεται, ὅτι ἡ παρατήρηση τοῦ Μητροπ. Ἠλείας, ὅτι «εἰς τήν Ἠλείαν δέν τιμᾶται ἡ κυρίως ἑορτή τῆς Ἀνακομιδῆς ἤ Μετακομιδῆς τῶν τιμίων Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου, ἀλλά ἡ Πρόοδος αὐτῶν ἐκ τῶν Μύρων τῆς Λυκίας εἰς τό Μπάρι τῆς Ἰταλίας» («Ἀκολουθία εἰς τήν Πάροδον…», σελ. 9), μᾶλλον ἰσχύει καί γιά τίς λοιπές περιοχές τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος. 
Μέ δεδομένο, ὅτι ἡ ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ σχετίζεται μέ τήν ἀντίστοιχη διεύλευση τοῦ πλοίου, ἡ μελέτη τῆς τοπικῆς πρός τόν ἅγ. Νικόλαο τιμῆς μπορεῖ νά ὁδηγήσει μᾶλλον ἀσφαλῶς στό ἄν διῆλθε ἤ ὄχι τό πλοῖο ἀπό κάποιες συγκεκριμένες περιοχές. Λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη τίς ἐπιχειρησιακές δυνατότητες τῶν πλοίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (11ος αἰ.) ὑποθέτουμε, ὅτι ἐκεῖνο πού μετέφερε τά Λείψανα πρέπει νά ἀκολούθησε τήν διαδρομή Μῦρα –Ρόδος– βόρεια Κρήτη – νότια καί δυτική Πελοπόννησος – Ἑπτάνησα – Μπάρι. Σ’ αὐτό ὁδηγούμεθα ἀπό τόν ἀριθμό τῶν πρός τιμήν τοῦ Ἁγ. Νικολάου ἐνοριακῶν ναῶν στίς περιοχές αὐτές (κύριο βοήθημα τά ἐτήσια Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος): Ρόδος. ὑπάρχουν 5 ναοί, ἐπί συνόλου 74).
 Βόρεια Κρήτη: Ὑπάρχει πιθανότητα προσέγγισις τοῦ πλοίου στό Χάνδακα – Ἡράκλειο (13 ναοί ἐπί συνόλου 193) καί στά Χανιά (8 ἐπί 102), ἐνῶ ἡ διαδρομή Κάρπαθος – νότια Κρήτη πρέπει μᾶλλον νά ἀποκλεισθεῖ (Κάρπαθος 0 πρός 20, νότια Κρήτη γενικά 13 ἐπί 345).
Πελοπόννησος: Ὑπάρχει μεγάλη πιθανότητα προσεγγίσεως στά Λακωνικά παράλια (13 ναοί ἐπί 141 στή Μητρόπολη Σπάρτης, 7 ἐπί 101 στή Μητρόπολη Γυθείου). Πιθανή εἶναι ἐπίσης ἡ προσέγγιση στά νότια καί δυτικά παράλια τῆς Μεσσηνίας (16 ναοί ἐπί 222 στή Μητρόπολη Μεσσηνίας, 17 ἐπί 151 στή Μητρόπολη Τριφυλλίας).
Βέβαιη εἶναι ἡ προσέγγιση στά παράλια τῆς Ἠλείας (37 ναοί ἐπί 215 καί ἀκόμη 26 παρεκκλήσια, συνολικά 63. Βλ. Μητροπ. Ἠλείας Γερμανοῦ, «Τά Ναϊκά τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἠλείας καί Ὠλένης», στά Πρακτικά τοῦ Β’ Τοπικοῦ Συνεδρίου Ἠλειακῶν Σπουδῶν, 1989).
Παρά τό γεγονός, ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Νικολάου εἶναι εὑρύτατα διαδεδομένη στήν Ἀχαΐα (14 ναοί ἐπί 170 στή Μητρόπολη Πατρῶν, 16 ἐπί 144 στή Μητρόπολη Καλαβρύτων), ὅπως καί στήν Αἰτωλοακαρνανία (30 ναοί ἐπί 208), εἶναι πιθανό ἡ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος νά μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἠλεία καί τήν Ζάκυνθο, παρά τό πλοῖο νά προσέγγισε στίς περιοχές αὐτές. 
Ἑπτάνησα. Τό πλοῖο προσέγγισε στή Ζάκυνθο (12 ναοί ἐπί 60), πιθανῶς καί στήν Κεφαλληνία (18 ναοί ἐπί 87) καί βεβαίως στήν Κέρκυρα (25 ναοί ἐπί 171 κ. ἄ. Μαρτυρίες). Ἡ μεγάλη διάδοση τῆς ἀναμνήσεως τοῦ γεγονότος στήν Ἥπειρο (λ.χ. 17 ναοί ἐπί 102 στή Μητρόπολη Ἄρτας), θά πρέπει μᾶλλον νά μεταδοθεῖ σέ μεταφορά ἀπό τά Ἑπτάνησα.
Πηγή: http://churchsynaxarion.blogspot.gr/
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
Συνέχεια ανάγνωσης