Άγιος Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο Θαυματουργός

agiosnikolaos

Απολυτίκιο (Ἦχος δ’)
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Βιογραφία
 Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3 αιώνα μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους και έδρασε την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284 – 304 μ.Χ.), Μαξιμιανού (286 – 305 μ.Χ.) και Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Αλλά ο Νικόλαος, εμπνεόμενος από φιλάνθρωπα συναισθήματα, διέθετε την περιουσία του για να ανακουφίζει άπορα, ορφανά, φτωχούς, χήρες, στενοχωρημένους οικογενειάρχες. Ένας μάλιστα, θα διέφθειρε τις τρεις κόρες του, προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Νικόλαος, μυστικά σε τρεις νύκτες εξασφάλισε την προίκα των τριών κοριτσιών, αφήνοντας 100 χρυσά φλουριά στην κάθε μία. Έτσι, οι τρεις κόρες αποκαταστάθηκαν και γλίτωσαν από βέβαιη διαφθορά.

Στην συνέχεια αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο, λόγω όμως της ξεχωριστής αρετής του τιμήθηκε, χωρίς να το επιδιώξει, αρχικά με το αξίωμα του Ιερέα στα Πάταρα και συνέχεια με το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Μύρων. Από τη θέση αυτή καθοδηγούσε με αγάπη το ποίμνιό του και ομολογούσε με παρρησία την αλήθεια. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τους τοπικούς άρχοντες και ρίχτηκε στη φυλακή.

Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μάλιστα έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, όπου ξεχώρισε για τη σοφία και την ηθική του τελειότητα.

Ο Άγιος Νικόλαος ήταν προικισμένος και με το χάρισμα της θαυματουργίας με το οποίο έσωσε πολλούς ανθρώπους και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του το 330 μ.Χ. Για παράδειγμα όταν κάποτε κινδύνευσε κάποιος στη θάλασσα – λόγω σφοδρών ανέμων – και επικαλέστηκε το όνομα του αγίου σώθηκε και μάλιστα ενώ βρισκόταν στη μέση του πελάγους βρέθηκε αβλαβής στο σπίτι του. Το θαύμα έγινε αμέσως γνωστό στην Πόλη και ο λαός προσήλθε αμέσως σε λιτανεία και αγρυπνία προκειμένου να τιμήσει το θαυματουργό Άγιο.

Περί των Ιερών Λειψάνων του Αγίου

Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται στoν Ναό Αγίου Γεωργίου του Νέου Βουκουρεστίου.
Ο αριστερός βραχίονας του Αγίου βρίσκεται στον ομώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ρίμινι Ιταλίας.
Απότμημα του αριστερού βραχίονος του Αγίου βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Ναό Βόλου.
Μέρος των Λειψάνων του Αγίου βρίσκεται στην ομώνυμη ρωμαιοκαθολική Βασιλική του Μπάρι Ιταλίας.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Αγ. Νικολάου Άνω Βάθειας Ευβοίας και Φανερωμένης Σαλαμίνος, στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος Μόσχας, στον ομώνυμο Ναό Αγίας Πετρουπόλεως και στη Λαύρα Αγ. Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Ένας εκ των οδόντων του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων.

Ο τάφος του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική του Μπάρι, ανοίχθηκε αναγκαστικά το 1953 μ.Χ., κατά την διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, την νύκτα της 5ης προς 6ης Μαΐου. Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε επιτροπή από τον Πάπα, με Πρόεδρο τον τότε Ρωμαιοκαθολικό Αρχιεπίσκοπο του Μπάρι Ερρίκο Νικόδημο, στην οποία ανατέθηκε η κανονική αναγνώριση των λειψάνων του τάφου. Παράλληλα ο αναγνωριστικός έλεγχος και η καταμέτρηση των οστών ανατέθηκε στον Καθηγητή της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι Λουΐτζι Μαρτίνο και τον βοηθό του Γιατρό Αλφρέντο Ρουγγίερι.

Τα Λείψανα μέσα στη λάρνακα έπλεαν σέ ένα διαυγές, άχρωμο και άοσμο υγρό, το οποίο είχε βάθος τρία περίπου εκατοστά. Η εξέταση του υγρού αυτού από τα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Μπάρι απέδειξε, ότι επρόκειτο για καθαρό νερό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς! Η έρευνα απέδειξε, ότι το υγρό αυτό προήρχετο από τις μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστέων!

Η τρίτη ιστορικά ανακομιδή έγινε την νύκτα της 7ης προς 8ης Μαΐου 1957 μ.Χ., με σκοπό νέα αναγνώριση, καταμέτρηση, ανατομική και ανθρωπολογική μελέτη, πριν την οριστική κατάθεση στην λάρνακα, μετά το πέρας των αναστηλωτικών εργασιών. Στην ιατρική ομάδα συμμετείχε την φορά αυτή και ο Γιατρός Λουΐτζι Βενέζια. Τα αποτελέσματα της ανθρωπολογικής εξετάσεως των Ιερών Λειψάνων υπήρξαν εντυπωσιακά. Διαπιστώθηκε, ότι ανήκαν σέ ένα και το αυτό άτομο και μάλιστα σε άνδρα που είχε ύψος 1.67 περίπου, τρεφόταν κυρίως με φυτικά προϊόντα και πέθανε σε ηλικία μεγαλύτερη των 70 ετών. Το άτομο αυτό ανήκε στην λευκή Ινδοευρωπαϊκή φυλή.

Η κατάσταση ορισμένων οστών έδειξε ακόμη, ότι το άτομο στο οποίο ανήκαν, πρέπει να είχε υποφέρει πολύ κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης, που του άφησαν σημάδια στην υπόλοιπη ζωή του. Η αγκυλωτική σπονδυλοαθρίτιδα και η διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση, πρέπει να κληρονομήθηκαν από κάποια υγρή φυλακή, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία.

Η ιχνογραφική ανάπλαση του προσώπου, με την μέθοδο της υπερσκελετικής αναπλάσεως των μαλακών μερών της κεφαλής, απέδωσε επίσης θεαματικά αποτελέσματα. Τα σχετικά ιχνογραφήματα που δημοσίευσε ο Καθηγητής Μαρτίνο, βρίσκονται σε συμφωνία με τις παλαιότερες απεικονίσεις του Αγίου, εκείνη της Αγίας Μαρίας της Πρώτης (στη Ρώμη, 8ος ή 9ος αιώνας μ.Χ.) και αυτή του Παρεκκλησίου του Αγίου Ισιδώρου, στον Ναό του Αγίου Μάρκου (στη Βενετία, ψηφιδωτό του 12ου αιώνα μ.Χ.).

Δηλαδή, με τις εξετάσεις των Λειψάνων του Αγίου Νικολάου, πιστοποιήθηκε η γνησιότητά τους, αποδείχθηκε επιστημονικά η μυροβλυσία του και επίσης ότι η πάροδος του χρόνου δεν άμβλυνε την μνήμη των βασικών χαρακτηριστικών της μορφής του, όπως τα διέσωσε η Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση (πρόσωπο ασκητικό, ευγενικό, με αρμονικές αναλογίες, υψηλό και πλατύ μέτωπο, μεγάλα μάτια – ελαφρά βαθουλωτά – έντονα ζυγωματικά, φαλάκρα). (Βλ. Αντ. Μάρκου, «Τα Λείψανα του Αγ. Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας και οι ιστορικές τους περιπέτειες»· Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Λευκωσίας, φ. 44/1994, σελ. 98 – 106· αγγλική έκδοση από το Κέντρο Παραδοσιακών Ορθοδόξων Σπουδών Έτνας Καλιφορνίας, 1994).

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τοῖς Μύροις Ἅγιε, ἱερουργὸς ἀνεδείχθης· τοῦ Χριστοῦ γὰρ Ὅσιε, τὸ Εὐαγγέλιον πληρώσας, ἔθηκας τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ λαοῦ σου, ἔσωσας τοὺς ἀθώους ἐκ τοῦ θανάτου· διὰ τοῦτο ἡγιάσθης, ὡς μέγας μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ποταμὸν ἰαμάτων ὑπερχειλῆ, καὶ πηγήν σε θαυμάτων ἀνελλιπῆ, ἔδειξε Νικόλαε, τοῦ ἐλέους ἡ ἄβυσσος· οἱ γὰρ βαρείαις νόσοις, πικρῶς πιεζόμενοι, καὶ συμφοραῖς τοῦ βίου, δεινῶς ἐταζόμενοι, πάσης ἀθυμίας, ἀκεσώδυνον ὄντως, εὑρίσκουσι φάρμακον, τὴν θερμήν σου ἀντίληψιν· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.Ὁ Οἶκος
Ἀνυμνήσωμεν νῦν τὸν Ἱεράρχην ᾄσμασι, τὸν ἐν Μύροις λαοὶ ποιμένα καὶ διδάσκαλον, ἵνα ταῖς πρεσβείαις αὐτοῦ ἐλλαμφθῶμεν· ἰδοὺ γὰρ ὤφθη ὅλος καθάρσιος, ἀκήρατος πνεύματι, Χριστῷ προσάγων θυσίαν ἄμωμον, τὴν εἰλικρινῆ καὶ Θεῷ εὐπρόσδεκτον, ὡς ἱερεὺς κεκαθαρμένος τῇ ψυχῇ καὶ τῇ σαρκί· ὅθεν ὑπάρχει ἀληθῶς, τῆς Ἐκκλησίας προστάτης, καὶ ὑπέρμαχος ταύτης, ὡς μέγας μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθόδοξη πίστη και φυσικές επιστήμες, Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού (Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών)

1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμά­τωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό αντικείμενο.

imageΗ Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλι­στα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρη­σιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη πα­ράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστο­λος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.). Υπάρχει η γνώση του ακτίστου (=Θεός) και η γνώση του κτι­στού (=ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). Η γνώ­ση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνέργεια του ανθρώπου με τον Θεό. Η γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτά­ται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη – κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 – Ματθ. 5, 8). Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιο­λογία και γνώση του κτιστού. Η γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και ακτίστου, εργά­ζονται με διαφορετικά όργανα και γι’ αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύ­ξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία (=ενέργεια του νου στην καρδιά). Η παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι της επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη της πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του ακτίστου φωτός – της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επα­νάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ’ ό­λους τους επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τους Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τους φυσικούς επιστήμο­νες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τους επιστή­μονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνε­ται ένα είδος «θεοσκοπίου». Η Θεολογία, ως λόγος πε­ρί του Θεού, μ’ αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακροκόσμου και του μικροκόσμου. Η επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θε­ού, ως ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη κατά την Ορθοδοξία δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. Η σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο της επιστήμης είναι η γνώση της ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων. Έργο ό­μως της Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, του δη­μιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς. η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων Πατέρων (των επιστημόνων της πίστεως) είναι δυνατόν να έ­χουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεο­λογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος – ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία της ύπαρ­ξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. Η διε­ρεύνηση όμως, όπως είπαμε, της ουσίας και της λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. Η Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κό­σμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστή­μες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατό­τητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυ­νατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας – θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους, τις οποίες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα της Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδή­γηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνα­τόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνω­σία. Η διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποι­μαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επι­στήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. Η οπτική όμως της πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής – επιστήμονας στην γνώση του ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής της ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση της Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμ­πιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώ­ρου τους. Σ’ αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθό­δοξη σημασία του δόγματος. Η διδασκαλία της πί­στεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος της θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. Η Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματι­κή, όσο και η επιστήμη. Δόγματα της επιστήμης με την κοσμική κατανόησή τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Μarc Bloch, και η επι­στημονική έρευνα είναι «προκατειλημμένη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προ­κατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διπλής αυτής επιστήμης.

4. Η αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επι­στημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ή­δη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογεί­ται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αι­κατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λάβουσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη η ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύμα­τα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμο­ποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέ­σεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα ση­μείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επι­στήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυ­τά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρη­σκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονι­κές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδο­ξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρ­ξει περίπτωση Γαλιλαίου. Η αρνητική στάση των ορ­θοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνο­νται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πί­στεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορί­σματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ω­ρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επι­στημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία ε­πέμενε σ’ αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματι­σμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγι­ναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδή­γησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνω­ση. Η Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλι­λαίου, εξάλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρου­ση θεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20ον αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξάλλου, στην σύγ­κρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησια­στικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. Η θεμελίω­ση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). Η προτεραιό­τητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μό­νο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που ήσαν και θεολόγοι. Η πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την ανα­γνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παρά­δοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Ε­πιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, ΡG, 29, 3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατα­σκευής ανθρώπου, ΡG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δη­μιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ο την αρχήν αυτήν δους και τις ο ποιη­τής». Αλλά σ’ αυτή την υπόθεση οδηγεί και η θεωρία του Big Bang.

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, 77D) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβλη­θείσης, ενεργεία δε τα καθ’ έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτιστεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώ­τη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, δια την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τους καθήκοντας χρόνους ( =κα­τάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτό δε διότι -κατά τον Γρηγόριο (ΡG 44, 72Β) «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξάλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡG 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσ­σόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «Η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξαμενή, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (ΡG 44, 148C) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ δια βαθμών η φύ­σις, των της ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότε­ρων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονι­κή έρευνα: «…πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνη­ση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)…» (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική-κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γι’ αυτό σ’ αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως α­ντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερ­μηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμη­νευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμέ­νει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγμα­τα: Η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisemberg) βοή­θησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της ( = αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξάλλου ένας αμερικανός αστρονό­μος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιά­ζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστή­μης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγ­κρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού ό­μως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλι­κία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέ­ρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολο­γία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν πα­ραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην ε­ρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλή­θεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πί­στη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξάλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επι­στημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπα­ράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υπο­κειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδρα­ση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstandis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητα της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι α­ποτελεσματικότερη, όταν o Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντί του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής – α­ναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κορά­νιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη με­τριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. Η Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιο­καθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου. (Πρόσφατα α­παγορεύθηκε στον νυν πάπα, ως πρώην αρχηγό της Ιε­ράς Εξέτασης, να επισκεφθεί το Πανεπιστήμιο του Γαλιλαίου «Sapienza». Ο Πρύτανης είπε: Δεν λογο­κρίνουμε τον Πάπα. Ας διδάξει όπου θέλει, αλλά όχι σ’ αυτό το Ίδρυμα…).

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της (πρβλ. Ε. Θεοδώρου, πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ: Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως, Αθήναι 1981). Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το περί Θε­ού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. Η επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχό­μενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργα­να, για να Τον συλλάβει. Γι’ αυτό δεν μπορεί να κατη­γορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλά ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτή­ρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργα­σία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ’ αυτή την κοι­νή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «Η επιστήμη προσφέρει ασφαλέ­στερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; Η θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκ­πληξη (στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής 3.2.08) σε συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας ανθρω­πολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν α­πάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: Η επιστήμη α­παντά στο πώς και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. Η επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχε­ται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώ­ντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αφού η Θεο­λογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), ή ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» ( = έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπο­ρεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενι­κός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιω­άννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουρ­γίας αποκαλύπτεται δια της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστή­μη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα της εκα­τέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ’ όσον «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άν­θρωπος» (Ματθ. 4, 4)

«ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ»
Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Συνέχεια ανάγνωσης

Ελληνική φιλοσοφία και πατερική θεολογία (Γράφει ο π.Κυρίλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυξ, Δρ.Θεολογίας)

Πάντοτε υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχη διαμάχη μεταξύ εκείνων, οι οποίοι υπερασπίζονται την ελληνική φιλοσοφία και εκείνων, οι οποίοι την απορρίπτουν, για να διασώσουν δήθεν την Πατερική θεολογία.
Η αλήθεια, όμως, για την σχέση Ελληνικής φιλοσοφίας και Πατερικής imageθεολογίας ευρίσκεται στο μέσον. Δεν πρέπει να υποτιμούμε την λογική σκέψη των Ελλήνων φιλοσόφων, αλλ’ ούτε να παραγνωρίζουμε την εμπειρική μετοχή των Πατέρων και Διδασκάλων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στην αποκαλυφθείσα αλήθεια.
Είναι γεγονός ότι η πρώτη Εκκλησία και θεολογία αναπτύχθηκε μέσα στα όρια του Ελληνικού κόσμου, της εξελληνισμένης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέσα στον χώρο της Αρχαιοελληνικής και ελληνιστικής φιλοσοφικής παραδόσεως. Στην καινούρια αυτή αποκαλυπτική εμπειρική χριστιανική θεολογία βρήκε την πλήρωσή του ο φιλόσοφος της ελληνιστικής εποχής, ο οποίος αναζητούσε απάντηση στα θεολογικά, κοσμολογικά και υπαρξιακά του ερωτήματα.
Υπήρχε, βεβαίως, μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ Ελληνικής φιλοσοφίας και χριστιανικής Πατερικής θεολογίας. Η πρώτη αναζητούσε την γνώση μέσω πολλών λογικών μεθόδων, έχοντας ως βάση τις λογικές αρχές. Η δεύτερη, έχουσα επίγνωση των λογικών και γνωστικών ορίων του ανθρώπου, κινήθηκε στον χώρο της αποκαλυπτικής εμπειρικής λογικής.
Η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, για να φθάση στον Θεό, πορεύεται μέσω της μίας εκ των δύο ακολούθων οδών: ή ορίζει αξιωματικά τον Θεό και προχωρεί στην ανάλυση των όσων απορρέουν εξ αυτής της πραγματικότητος ή αποδέχεται την κτίση και τις φυσικές της δυνάμεις και στοχαστικά πορεύεται προς τον Δημιουργό της Θεό.
Η Ορθόδοξος Πατερική θεολογία έχει ως αφετηρία το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, ο Οποίος είναι ο Δημιουργός Λόγος των όντων. Τοιουτοτρόπως, ο Σαρκωθείς Λόγος, ως Αυτοαλήθεια –«εγώ ειμί… η αλήθεια»[i]- οδηγεί τα όντα στην α-λήθεια, τα εξάγει δηλαδή από τη λήθη και φανερώνει το «είναι» τους.
Είναι, βεβαίως, αληθές ότι η Πατερική θεολογία χρησιμοποίησε την Ελληνική γλώσσα, την αρχαία Ελληνική φιλοσοφική μέθοδο, καθώς και πολλούς όρους της Ελληνικής φιλοσοφίας, για να εκφράση τις αιώνιες αποκαλυφθείσες αλήθειες[ii].
Την συνεργασία αυτή, με τις ορθές προτεραιότητες και αναλογίες, προσπάθησαν να πραγματώσουν και το πέτυχαν «εν Αγίω Πνεύματι» οι Άγιοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας[iii]. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ ήταν υπέρμαχος αυτής της συνεργασίας, εν τούτοις, επικοινωνώντας με τον φιλόσοφο Ήρωνα, ξεκαθαρίζει την θέση του: «Επειδή ούτω διενοήθη, τούτο μέν ουδέ βουλής ηξίωσε, ποτέραν δει των φιλοσοφιών ελέσθαι μάλλον, την έξω και παίζουσαν τας της αληθείας σκιάς εν τω της φιλοσοφίας σχήματι και προβλήματι, ή την ημετέραν και ταπεινήν μεν τω φαινομένω, υψηλήν δε τω κρυπτομένω και προς Θεόν άγουσαν»[iv].
Αυτή η συνάντηση της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας με την Πατερική θεολογία, αλλά και ο εκατέρωθεν αγώνας για επικράτηση, γέννησε τις μεγάλες αιρέσεις των πρώτων, κυρίως, αιώνων της χριστιανικής ζωής και θεολογίας. Ήταν μια δύσκολη έως δραματική συνύπαρξη. Και τα δύο μέρη, Ελληνική φιλοσοφία και χριστιανική εμπειρία, αντιπροσώπευαν μια δυναμική γνώσεως και ζωής- ασχέτως της τοποθετήσεως του κάθε μέρους ως προς την αντικειμενική αλήθεια- η οποία τελικώς έφερε το επίτευγμα της συζεύξεως και την γέννηση του «καινού» τέκνου, του Αποκαλυφθέντος Λόγου, μέσα από την σάρκα της Ελληνικής φιλοσοφίας.
Πρωτεργάτες αυτής της συνεργασίας και επιτεύξεως υπήρξαν αναμφιβόλως οι Έλληνες Πατέρες και Διδάσκαλοι, με την βαθειά πίστη τους στον ενανθρωπήσαντα Λόγο, την ένθεο βιωτή τους και την πλατειά Ελληνική Παιδεία τους.

==================================================

[i] Ιωάν. 14, 6.
[ii] «Γιατί αν η Καινή Διαθήκη πρόσφερε το σώμα των εξ αποκαλύψεως αληθειών, η Ελληνική Φιλοσοφία στάθηκε το πλούσιο οπλοστάσιο, από το οποίο οι Πατέρες άντλησαν τις θέσεις και τις μεθόδους, τα πολύτιμα όπλα, για την ανάπτυξη και την συστηματική ερμηνεία του σώματος τούτου των αληθειών». Τατάκη Β., Η Ελληνική και Πατερική Φιλοσοφία, Αθήνα 2000, σελ. 22.
[iii] «Είναι γνωστό, ότι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούσαν εκφράσεις των Στωικών και ότι εδημιουργήθησαν ακόμη και θρύλοι περί αλληλογραφίας μεταξύ του Απ. Παύλου και στωικών της εποχής του (λ.χ. του Σενέκα)». Θεοδώρου Ευαγγ., Θεός, κόσμος και άνθρωπος, Πρακτικά ΣΤ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου 2004.
[iv] ΕΠΕ 3, 256, Θεσ/νίκη 1976.

(Aπό το βιβλίο του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου «Θεολογικές και Φιλοσοφικές Προσεγγίσεις», Πάτρα 2006, σελ. 118-121).

Συνέχεια ανάγνωσης

Λαϊκισμός και οντολογική ελευθερία (Του Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας)

imageΟ όρος «λαϊκισμός» δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί με σαφήνεια και να προσδιορισθεί με βεβαιότητα. Και τούτο για τον λόγο ότι μεταφέρεται η ιστορική αλήθεια μέσω του συναισθηματικού κόσμου του ανθρωπίνου «είναι» και όχι μέσω της ιστορικής οντολογικής ερεύνης, της απαλλαγμένης από υποκειμενισμούς και προκαταλήψεις.

Το στοιχείο που κυρίως απουσιάζει από τον λαϊκισμό είναι η αλήθεια και η ελευθερία. Αντιθέτως κυριαρχούν ο έπαινος και η κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού. Τονίζεται και προβάλλεται ό,τι ευχαριστεί τους πολλούς, χωρίς να επιχειρείται η ωφέλειά του. Ο λαϊκιστής καθίσταται «ὄχλου διάκονος» (Διογ. Λαερτ., Vitae Philos. 6, 24, 4) καὶ του «δήμου κόλαξ» (Αριστοτέλους, Πολιτικά, 1313b, 41), «χαριζόμενος τοῖς πολλοῖς» (Πλουτάρχου, Λυκούργος, 2, 2,12).

Ο λαϊκισμός υποτίθεται ότι στοχεύει στην αναβάθμιση του οικονομικού, πολιτισμικού και ηθικού επιπέδου του λαού, αλλά στην πραγματικότητα επικεντρώνεται σε πολιτισμικά πρότυπα του παρελθόντος που στην ουσία τους είναι νεκρά και συνήθως εκχυδαϊσμένα. Έτσι επιτυγχάνεται μια ύπουλη υποδούλωση του λαού με το πρόσχημα μιας αχαλίνωτης ελευθερίας.

Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι το παρελθόν του λαϊκισμού ανάγεται σε μεγάλο ιστορικό βάθος. Οι δημαγωγοί της Αρχαίας Αθήνας -όπως, δυστυχώς, και της τωρινής- μίλησαν την γλώσσα του και την έκαμαν πράξη μέσω του απολυταρχισμού. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ωστόσο, τέτοιου είδους τιθασεύσεις των λαών δεν διαφέρουν από το κυνήγι και το περιμάντρωμα ζώων: «Αἱ δὲ τοιαῦται τιθασεύσεις τῶν ὄχλων οὐδὲν ἀλόγων ζῴων ἄγρας καὶ βουκολήσεως διαφέρουσιν» (Πολιτικά παραγγέλματα, H.N. Fowler, 802, Ε,2).

Στην σύγχρονη εποχή ο λαϊκισμός πήρε τελικά την μορφή του φασισμού, του ναζισμού και παρόμοιων μορφωμάτων, κρυπτόμενος κάτω από τον μανδύα της ελευθέρας βουλήσεως του λαού. Αυτή η ελεύθερη βούληση του λαού, όμως, εγκρύπτει την αναρχία, την ακόρεστη εγωκεντρική βουλιμία του καθενός, την ενστικτώδη τάση να κατέχει, να καταναλώνει και να ευφραίνεται αισθησιακά, δίχως όρια και φραγμούς.

Σε αντίθεση με τα πιο πάνω έρχεται η οντολογική ελευθερία, η οποία είναι κάτι διαφορετικό. Η πραγματική ελευθερία είναι μια προσωπική κυρίως δυνατότητα. Μια δυνατότητα ενεργοποιημένης, δυναμικής καταφάσεως στην οντολογική αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια, μακριά από κάθε λαϊκισμό, εμπεριέχεται μόνον στην εκκλησιαστική ορθόδοξη θεολογία και ζωή. Εκεί βρίσκει και βιώνει ο άνθρωπος την οντολογική ελευθερία μέσω της γνώσεως της αληθείας: «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ιωάν. 8, 32). Γι᾽ αυτό ο Μ. Βασίλειος συμφωνεί ότι η ελευθερία είναι πάνω από κάθε άλλο αγαθό, η απώλεια του οποίου είναι μηδαμινή εμπρός στην απώλεια της πρώτης: «Πάντα προέσθαι κατάδεξαι, πλὴν τῆς ἐλευθερίας» (PG 29, 269).

Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η ελευθερία, ως βίωση της αληθείας, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ως μέθοδος αναρχισμού. Στην αντίθετη περίπτωση δεν αποφεύγεται ο λαϊκισμός, η ανατροπή κάθε πνευματικής και ηθικής αξίας και η απώλεια κάθε αρμονικής τάξεως, την οποία συνιστούν το ανθρώπινο και εκκλησιαστικό Δίκαιο. Τα πάντα καταλύονται στο όνομα του λαϊκισμού. Σε ένα τέτοιο σύστημα δεν χωρούν οι έννοιες πατρίδα, πατέρας, μητέρα, δάσκαλος, καθηγητής, αρχιερεύς, ιερεύς, λειτουργός του Υψίστου κ.ο.κ. Όλες αυτές οι αξίες προσπερνούνται και ευτελίζονται μπροστά στην δύναμη του λαϊκισμού.

Τελικά, μπορεί να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος; Ναι, όταν σκέπτεται και δρα ελεύθερα. Και δρα ελεύθερα, όταν σέβεται τον εαυτόν του και τον δέχεται ως εικόνα του Θεού -«ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾽εἰκόναν ἡμετέραν καὶ καθ᾽ὁμοίωσιν» (Γέν. 1, 26). Το ανθρώπινο ον δεν συνιστά ένα από τα κτίσματα που συγκροτούν τον κόσμο, αλλά διαστέλλεται από όλα τα άλλα, για να είναι εικόνα του Δημιουργού Θεού και άρα ελεύθερο ον.

Μόνον η αμαρτία είναι δυνατόν να αφαιρέσει και να αναιρέσει το δώρο της ελευθερίας από τον άνθρωπο. Ο Ιερός Χρυσόστομος επεξηγεί ότι η εισβολή της αμαρτίας κατέστρεψε την ελευθερία και την φυσική της αξία με την συνακόλουθη συνέπεια της δουλείας: «Ἐπειδὴ δὲ εἰσῆλθεν ἡ ἁμαρτία, ἐλυμήνατο τὴν ἐλευθερίαν, καὶ διέφθειρε τὴν ἀπὸ τῆς φύσεως δεδομένην ἀξίαν, καὶ τὴν δουλείαν ἐπεισήγαγεν» (PG 53,270).

Επομένως, η κατάλυση του λαϊκισμού και η αντικατάστασή του από την οντολογική ελευθερία επιτυγχάνεται, όταν ο άνθρωπος ενταχθεί στο Σώμα της Εκκλησίας και βιώσει την Ευαγγελική και Πατερική διδασκαλία. Εκεί θα συνειδητοποιήσει ότι «ἐὰν ὁ υἱὸς (ο Ιησούς Χριστός) ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» (Ιωάν. 8, 36).

Συνέχεια ανάγνωσης

Ελλάδα: μια χώρα σε πορεία πληθυσμιακής μετάλλαξης…(Αναστασίου Λαυρέντζου)

Ενώ η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στο τέλμα της οικονομικής κρίσης, σε ένα άλλο πεδίο – πολύ πιο θεμελιώδες – συντελούνται διεργασίες, οι οποίες θα αλλάξουν μεσοπρόθεσμα την πληθυσμιακή της υπόσταση: η μία διεργασία είναι η εν εξελίξει και πλέον επιταχυνόμενη δημογραφική της κατάρρευση και η άλλη είναι η αθρόα είσοδος μεταναστών και προσφύγων, φαινόμενο το οποίο θα μας συνοδεύσει στις επόμενες δεκαετίες…
imageΓιατί ο ελληνικός πληθυσμός καταρρέει δημογραφικά;
Η δημογραφική κατάρρευση του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησε αθόρυβα στη δεκαετία του 1980, όταν οι ετήσιες γεννήσεις μειώθηκαν από τις 160 στις 100 χιλιάδες και αντίστοιχα η γονιμότητα των Ελληνίδων έπεσε κάτω από το όριο ανανέωσης των γενεών (2,1 παιδιά ανά γυναίκα), φθάνοντας μόλις στα 1,3-1,4 παιδιά ανά γυναίκα. Για περισσότερο από μια 25ετία λοιπόν, κάθε Ελληνίδα γεννά λιγότερα από τα δύο παιδιά που απαιτούνται, ώστε (κατά μέσο όρο) να φέρει στη ζωή μια κόρη που θα την αντικαταστήσει, και άρα κάθε γενιά γυναικών είναι μικρότερη από την προηγούμενη. Αυτή είναι η “περίφημη” παγίδα χαμηλής γονιμότητας στην οποία όταν εγκλωβίζεται ένας πληθυσμός, εισέρχεται σε ένα αυτοτροφοδοτούμενο και ως εκ τούτου ασταμάτητο καθοδικό σπιράλ…
Γιατί οι συνέπειες της υπογεννητικότητας θα αρχίσουν να φαίνονται εντονότερα τώρα; Οι παραπάνω εξελίξεις δεν είχαν έως τώρα πολύ ορατές συνέπειες, γιατί οι μεταναστευτικές εισροές της δεκαετίας του 1990 και οι γεννήσεις των αλλοδαπών (περίπου 17% στο σύνολο) “μασκάρησαν” κάπως το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα. Ως σύνολο imageλοιπόν ο πληθυσμός της χώρας περέμεινε περίπου σταθερός στη δεκαετία 2001-2010, αλλά στις αρχές της ο ελληνογενής πληθυσμός ήδη είχε εισέλθει σε τροχιά συρρίκνωσης, ενώ παράλληλα συνέχισε να γερνά… (Σημείωση: Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, ο ελληνικός πληθυσμός το 2015 ήταν ο 6ος πιο γηρασμένος στον κόσμο, με μέσο όρο ηλικίας τα 44 έτη.)
Με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης μετά το 2010, το ήδη υπάρχον ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα επιτείνεται με διπλό τρόπο: από τη μια μεριά συμπιέζεται περαιτέρω η ήδη χαμηλή γονιμότητα του ελληνικού πληθυσμού, ενώ από την άλλη μεριά διαρρέει προς το εξωτερικό σημαντικό τμήμα της ελληνικής νεολαίας, παίρνοντας μαζί του και τις γεννήσεις που θα παρήγε… Δηλαδή έχει δημιουργηθεί ο ίδιος καταστροφικός συνδυασμός αρνητικού ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων και αρνητικού μεταναστευτικού ισοζυγίου γηγενών, τον οποίο γνώρισε η Βουλγαρία μετά το 1990 με συνέπειες δραματικές για τον πληθυσμό της, ο οποίος μέσα σε 25 χρόνια συρρικνώθηκε από τα 9 στα 7 εκατομμύρια (!) και σήμερα συνεχίζει να μειώνεται με έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς στον κόσμο…
Τί προβλέπεται για τον ελληνικό πληθυσμό στο μέλλον;
Η περίπτωση της Βουλγαρίας μας δείχνει ξεκάθαρα τί περιμένει την Ελλάδα: Για να έχουμε μια ποσοτική αίσθηση των όσων θα συμβούν, αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Eurostat image(2013), αναμένεται ότι στο μέσον του 21ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας δεν θα ξεπερνά τα 9 εκατομμύρια (και βέβαια θα συνεχίσει να μειώνεται όσο η γονιμότητα θα παραμένει στα παρόντα επίπεδα). Αυτό όμως που είναι πιο συνταρακτικό είναι η βαθιά γήρανσή του η οποία σταδιακά θα συντελεστεί: από τα 9 εκατομμύρια του 2050, τα 3 εκατομμύρια θα είναι άνω των 65 ετών! Δηλαδή σε χρονική απόσταση μιας γενιάς ο ελληνικός πληθυσμός θα είναι ένας πληθυσμός στα πρόθυρα της δημογραφικής κατάρρευσης με ό,τι αυτό συνεπάγεται…
Αντικατάσταση πληθυσμού…
Την ίδια ώρα που συμβαίνουν αυτά, η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης δέχεται μια αφόρητη μεταναστευτική πίεση από την Ασία και από την Αφρική, η οποία θα συνεχιστεί στις επόμενες δεκαετίες καθώς θα τροφοδοτείται από την καλπάζουσα δημογραφία, τη φτώχεια και την πολιτική αστάθεια που χαρακτηρίζουν πολλές χώρες αυτών των περιοχών, αλλά και από τις κλιματικές αλλαγές οι οποίες θα προκαλέσουν κύματα “κλιματικών προσφύγων”. Με άλλα λόγια στις επόμενες δεκαετίες αναμένεται να συμβεί μια αντικατάσταση πληθυσμού με απρόβλεπτες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες…
Οι δύο παράλληλες εξελίξεις τις οποίες επισημαίνουμε εδώ οδηγούν πολλούς στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι μέσω των μεταναστευτικών εισροών θα λυθεί το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα. Όμως το δημογραφικό έλλειμμα της χώρας είναι τόσο μεγάλο, ώστε μια ολοκληρωτική του κάλυψη με μεταναστευτικές εισροές θα σήμαινε ότι περίπου στο μέσο του τρέχοντος αιώνα θα μιλάμε για μια άλλη χώρα. Και το πρόβλημα βεβαίως εδώ δεν είναι μόνο η διατήρηση της πολιτιστικής της φυσιογνωμίας που ίσως κάποιους δεν τους συγκινεί ή δεν τους ενδιαφέρει, αλλά ότι μια τέτοια κοινωνία πολύ δύσκολα θα μπορέσει να είναι συνεκτική. Διότι κάτι τέτοιο θα είναι πρακτικά imageαδύνατο, αν τότε ο μισός περίπου νεανικός πληθυσμός θα προέρχεται από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν ή χώρες της Αφρικής, δηλαδή θα συντίθεται από πληθυσμούς πολιτισμικά πολύ μακρινούς από τον ελληνικό…
Το μείζον πρόβλημα της χώρας είναι η επερχόμενη μεταβολή της πληθυσμιακής της υπόστασης. Τα παραπάνω σκιαγραφούν το μείζον πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα οι πολιτικές και οι πνευματικές ηγεσίες της χώρας και το οποίο δεν είναι άλλο από την επερχόμενη (και μη αναστρέψιμη) μεταβολή της πληθυσμιακής της σύστασης. Η αναγνώριση της σημαντικότητας αυτού του ζητήματος καθόλου δεν θέτει στο περιθώριο την άμεση ανάγκη οικονομικής ανασύνταξης, η οποία όμως δεν είναι τελικά ο σκοπός, αλλά το μέσον για να παραμείνει αυτή η κοινωνία βιώσιμη. Διότι μια χώρα μπορεί να ζήσει και ως φτωχή. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει χωρίς πληθυσμό ή με μια κοινωνία κατακερματισμένη, αποτελούμενη από ξένα ή και αντιτιθέμενα μεταξύ τους υποσύνολα…

* Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Αναστάσιου Λαυρέντζου, “Σιωπηρή Άλωση – Το Δημογραφικό και το Μεταναστευτικό πρόβλημα της Ελλάδας” (Εκδόσεις Πραγματεία).
* * Ο κ. Αναστάσιος Λαυρέντζος είναι Σύμβουλος Επιχειρήσεων – Συγγραφέας

Πηγή: capital. gr

Συνέχεια ανάγνωσης