Περί Νηπιοβαπτισμού

   Τις ημέρες που διανύουμε, η λογική και ο παραλογισμός δεν αποτελούν απολύτως διακεκριμένες έννοιες. Αιτία του τραγικού αυτού φαινομένου, είναι κατά την γνώμη μας η αποστασιοποίηση του συγχρόνου ανθρώπου από το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, και η προσκόλλησή του -στην καλύτερη περίπτωση- σε έναν άθεο ουμανισμό. Σύγχυση, ημιμάθεια, και συγκρητισμός οδηγούν τους συγχρόνους βεβαπτισμένους Χριστιανούς, σε άρνηση ακόμα και αυτών των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Σε αυτό το πλαίσιο διαβάσαμε προσφάτως στο διαδίκτυο και άρθρα που προέρχονται από ευρωπαϊκές ανθρωπιστικές οργανώσεις και διαβάλουν τον Νηπιοβαπτισμό, τον χαρακτηρίζουν αντιδημοκρατική πράξη και ζητούν την δια νόμου απαγόρευσή του. Σημειώνουν μάλιστα κάποιοι πονηροί από αυτούς, ότι και στην αρχαία Εκκλησία δεν υπήρχε νηπιοβαπτισμός. Βεβαίως αργότερα κάποιοι ομίλησαν περί υπερβολών που ποτέ δεν υποστηρίχθηκαν σοβαρά. Πιστεύουμε όμως ότι δεν επρόκειτο για κάποιο λάθος, αλλά για βολιδοσκόπιση των χριστιανών και των αντιδράσεών τους, (αλλά και για επηρεασμό αυτών δια μέσου των περί δημοκρατίας φληναφημάτων των συγκεκριμένων αρθρογράφων). Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω, δημοσιεύουμε κείμενο του αειμνήστου πατρός Αντωνίου Αλεβιζόπουλου για το θέμα του νηπιοβαπτισμού, προκειμένου να κατηχήσουμε και στηρίξουμε του Χριστιανούς μας.

   image

   Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όπου οι άνθρωποι εγίνοντο χριστιανοί ως μεμονωμένα άτομα, εβαπτίζοντο εις μεγάλη ηλικίαν, αφού προηγουμένως εκατηχούντο και επίστευαν εις τον Χριστόν. Δια τον σκοπόν αυτόν η Εκκλησία είχε σχηματίσει ιδιαιτέραν τάξιν, την τάξιν των Κατηχουμένων. Την τάξιν αυτήν διακρίνομεν και σήμερον εις την ορθόδοξον θείαν λειτουργίαν. Το πρώτο τμήμα της, το οποίον περιλαμβάνει τα “ειρηνικά”, τα αντίφωνα και τα αναγνώσματα και καταλήγει εις τας ευχάς υπέρ των κατηχουμένων, ονομάζεται λειτουργία των Κατηχουμένων. Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν βεβαίως ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν απεκλείοντο απο το ιερόν βάπτισμα τα μικρά παιδιά ή και αυτά ακόμα τα νήπια. Τούτο θα εσήμαινεν αποκλεισμόν των απο την σωτηρίαν. (Ιων.3,5). Ο ίδιος ο Χρισός εκάλεσε τα μικρά παιδιά, έβαλε τα χέρια Του επάνω των, τα ευλόγησε, τους μετέδωσε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και διεκήρυξε ότι εις αυτά ανήκει η Βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 19,14. Μαρκ.10,13-16. Λουκ. 18,15-17). Όταν προσήρχοντο εις την πίστιν ολόκληροι οικογένειαι, οι Απόστολοι εβάπτιζον όλα τα μέλη των, χωρίς διάκρισιν (Πραξ. 16,15. 33. Α΄Κορ. 1,15). Είναι επίσης χαρακτηριστικόν να αναφέρωμεν, ότι εις την Αγίαν Γραφήν παρουσιάζεται η περιτομή ως τύπος του βαπτίσματος (Κολ.2,11-12). Είναι δε γνωστόν, ότι η περιτομή εγένετο την ογδόην ημέραν μετά την γέννησιν του παιδιού.(Γεν. 17,12. Λευ. 12,3). Δι΄αυτόν τον λόγον φαίνεται ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν η συνηθισμένη πράξις ήτο ο νηπιοβαπτισμός, ενώ η αναβολή του βαπτίσματος είναι μεταγενεστέρα.

  Ο  Ειρηναίος (150 μ.Χ.) μαρτυρεί την  πράξιν αυτήν της Εκκλησίας, ενώ ο Άγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) παρατηρεί: “Αν ηλικιωμένοι άνθρωποι αξιούνται της χάριτος του βαπτίσματο, οι οποίοι προ του βαπτίσματος είχον περιπέσει εις μεγάλα εγκλήματα, πόσο μάλλον πρέπει να αξιώνται της χάριτος του βαπτίσματος τα παιδιά, τα οποία οικειοθελώς δεν ημάρτησαν, είναι δε μόνον μέτοχα του προπατορικού αμαρτήματος, ξένου προς την θέλησίν των”. Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει ότι πρέπει να βαπτίζωνται τα παιδιά εις νηπιακήν ηλικίαν, ώστε να αγιάζωνται και να καθιερώνονται από την βρεφικήν ηλικίαν.

   Αλλά θα ερωτήσει κανείς: ημπορεί το παιδί να κατανοήση το ιερόν μυστήριον; Εις το ερώτημα αυτό πρέπει να παρατηρήσωμεν, ότι η γνώσις του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την διανοητικήν ικανότητα του ανθρώπου, αλλά από την αγάπην του Θεού. “Δεν τον εζητήσαμεν, αλλά μας εζήτησε”, λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας και προσθέτει,  ότι το πρόβατον δεν εζήτησε τον ποιμένα, αλλά ο ποιμήν το πρόβατον. Ούτε η δραχμή τον οικοδεσπότην, αλλά ο οικοδεσπότης την δραχμήν. Το πάν προέρχεται απο τον Θεόν. Ο άνθρωπος δέχεται τας ενεργείας της χάριτος του Θεού, χωρίς να προβάλη συνειδητήν αντίδρασιν. Τούτο όμως γίνεται, και με το μικρόν παιδί και μάλιστα, κατά τρόπον καλύτερον, διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να προβάλη  συνειδητήν αντίδρασιν εις τη χάριν του Θεού. Βεβαίως η συνειδητή συμμετοχή του μικρού παιδιού και η αντιληπτική του ικανότης είναι μικροτέρα, αλλά τούτο δεν έχει σημασία όσον αφορά το αποτέλεσμα, διότι και εις τον μεγάλον η αντιληπτική ικανότης ευρίσκεται εις πλήρη δυσαναλογίαν σχετικώς με το ακατανόητον και άρρητον αποτέλεσμα του ιερού μυστηρίου. Αυτοί είναι οι λόγοι δια του οποίους η ορθόδοξος Εκκλησία βαπτίζει τα νήπια και πιστεύει ότι αυτή είναι η ορθή πράξις και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθ. 19,14-15). Είναι φανερόν ότι εις την περίπτωσιν του νηπιοβαπτισμού, την ευθύνην δια την κατήχησιν και τη αύξησιν εις την πίστιν του νέου μέλους της Εκκλησίας την φέρουν οι χριστιανοί γονείς και ο ανάδοχος…

ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟ

    Ο Άγιος Ειρηναίος(†202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι’ αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι’ αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τους έχοντας την ηλικίαν αυτήν…» (Ειρ.,MPL 7,784).

   Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων… μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε’ 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).

   Ο Άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί ότι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ’ 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;…Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι’ αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες»(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).

   Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, που γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ’ 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ’ 7) και υπογραμμίζει: «Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, που ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλοιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ’ 28, ΕΠΕ 4,339)… Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

 Όσοι καταδικάζουν τον νηπιοβαπτισμό, εμποδίζουν τα παιδιά από τον Χριστό και την βασιλεία του Θεού. Σύμφωνα με το πνεύμα της αντιρρήσεως περί νηπιοβαπτισμού, και προεκτείνοντας την λογική της συνέπεια στα άκρα, δεν θα έπρεπε κανείς να φέρνει στον κόσμο παιδιά, αφού δεν έχει εξασφαλίσει προηγουμένως την συγκατάθεσή τους. Η αντίρρησις μπορεί να προβληθή και για μια σειρά πράξεων των γονέων προς το παιδί από την απλή διατροφή, και το είδος της, την μέριμνα για την υγεία και τα εμβόλια, την αγωγή, την εκπαίδευση μέχρι τον οικονομικοκοινωνικό προσαναταλισμό, τον αριθμό των αδελφών του και τέλος, γιατί όχι, την κληρονομικότητά του.

Κάτω από το πνεύμα του “καλώς εννοουμένου συμφέροντος” τελείται και το βάπτισμα. Βαπτίζουμε το παιδί όχι από έλλειψη σεβασμού της ελευθερίας του, αλλά με σκοπό την διασφάλιση της ελευθερίας του και της σωτηρίας του. Τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα, όποιος δεν βαπτίσθηκε, δεν θα σωθεί. Οι ανάδοχοι αναπληρώνουν την πίστη και τη συνείδηση των παιδιών, γιατί πρέπει να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη του άλλου. “Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού” (Γαλ.ΣΤ΄2). Είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας και ο ένας αναπληρώνει τον άλλον.

Και έπειτα, ας υποθέσουμε ότι μερικά παιδιά δεν ζουν αρκετά ώστε να μεγαλώσουν. Τι θα συμβεί τότε, αφού δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς βάπτισμα; Πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε η χάρη του βαπτίσματος να ενεργεί σωστικά επάνω τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν, θα παρουσιαστούν η πίστη και η συνείδηση.

Και αν κανείς ιςχυριςθεί ότι παιδιά που βαπτίσθηκαν μικρά μπορεί αργότερα να διαφθαρούν – πράγμα που συμβαίνει – σημειώνομε ότι και όσοι βαπτίσθηκαν μεγάλοι μπορούν επίσης να διαφθαρούν.

Και αν επίσης ίσως ιςχυριστεί κανείς ότι δεν αναφέρεται ρητά στο Ευαγγέλιο ότι πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται μικρά, λέγομε: Η Αγία Γραφή δεν λέει καθαρά ότι πρέπει να βαπτίζουμε τα παιδιά μικρά, πολύ περισσότερο δεν λέει ότι δεν πρέπει. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας κηρύσσει ότι το βάπτισμα είναι υποχρεωτικό για όλους. Όποιος αντιτίθεται στο βάπτισμα των μικρών παιδιών έχει μεγάλη ευθύνη γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε τα λόγια του Χριστού “άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με” (Ματθ.ΙΘ΄14). “Πορευθέντες ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ πάντα τα έθνη, ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΕΣ αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν” (Ματθ.ΚΗ΄19-20).

Στο εδάφιο αυτό υπάρχει αντίθεσις μεταξύ του αορίστου χρόνου “μαθητεύσατε” και του ενεστώτος χρόνου “διδάσκοντες”. Η αντίθεσις αυτή δεικνύει, ότι εδώ το “μαθητεύω” δεν έχει την αυτήν σημασίαν με το “διδάσκω”. Άξιον παρατηρήσεως επίσης είναι, ότι προηγείται το “βαπτίζοντες” και έπετε το “διδάσκοντες”.
Και τούτο, όχι μόνον διότι χριστιανός γίνεται κάποιος δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, αλλά και διότι ο Κύριος αποβλέπει εις τα νήπια, τα οποία πρώτον βαπτίζονται και ύστερον διδάσκονται. Άξιον παρατηρήσεως και ότι αι μετοχαί του χωρίου τίθενται παραλλήλως και ασυνδέτως. Δεν λέγει δηλαδή “βαπτίζοντες και διδάσκοντες”, αλλά “βαπτίζοντες, διδάσκοντες”. Τούτο σημαίνει, ότι είτε το βάπτισμα ή η διδαχή πρέπει να εφαρμόζωνται αναλόγως της περιπτώσεως. Το βάπτισμα εις τα νήπια, η διδαχή εις τους μεγάλους (ακολουθουμένης βεβαίως υπό του βαπτίσματος).

Το “μαθητεύσατε” δεν έχει την έννοιαν της διδαχής, αλλά της ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΕΩΣ. Αυτό αποδεικνύεται από τα κάτωθι χωρία. Εκ του χωρίου Πράξ.ΙΔ΄21 “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΑΜΕΝΟΙ τε την πόλιν εκείνην και ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΝΤΕΣ ικανούς, υπέστρεψαν εις Λύστραν”. Δηλαδή “και αφού εκήρυξαν το ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ εις την πόλιν εκείνην και ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΑΝ αρκετούς, επέστρεψαν εις την Λύστραν”. Ότι το “μαθητεύσατε” σημαίνει “εκχριστιανίσατε” φαίνεται και εκ του ότι εις τας Πράξεις των Αποστόλων το “μαθητής” σημαίνει “πιστός”, “οπαδός του Χριστού”, “μέλος της Εκκλησίας”, “χριστιανός”. Ούτω εν Πραξ.Θ΄26 γράφεται: “Παραγενόμενος δε ο Σαύλος εις Ιερουσαλήμ επειράτο κολλάσθαι ΤΟΙΣ ΜΑΘΗΤΑΙΣ, και πάντες εφοβούντο αυτόν, μη πιστεύοντες ότι έστι ΜΑΘΗΤΗΣ”.

Πηγές: 1. nikodhmos2001/2008 

               2. Αλεβιζόπουλου: Η Ορθοδοξία μας

               3. Δικές μας παρεμβάσεις ( παράγραφοι ).

Συνεχίστε την ανάγνωση

O Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ

Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.
imageΑμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.
Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ

Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.
Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.
Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.

ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ

Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.
Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.
Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος – λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως – να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.
Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό – ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων – άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.

Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ

Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως – εν συνεννοήσει μετά των παπικών – μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.
Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.

Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ

Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση -γενόμενοι θύματα των παπικών- ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.
Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν». Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ’ ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.
Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ’ εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς…Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ’ εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».

Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ

Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας – Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ’ επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992).
Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ’ ο άγιός μας ηρνήθη.

Η ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ

Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ’ ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως…».
Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι’ αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ

Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ’ επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών. Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.

ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ

Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν…νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.
Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.
Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ’ άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)
Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ’ αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου – ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση

H καύσις των νεκρών, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

    Ἐπειδή τελευταῖα πολύς λόγος γίνεται γιά τό θέμα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν καί γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου στήν πόλη τῶν Πατρῶν καί ἐπειδή οἱ πολίτες ἀπευθύνονται πρός τόν Μητροπολίτη καί τήν Ἐκκλησία γενικώτερα ὥστε νά γνωρίζουν ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος, σημειώνομε μέ πολλή ἀγάπη καί συνείδηση εὐθύνης ἔναντι τοῦ ποιμνίου μας τά ἑξῆς.

μητροπολιτης-πατρων   Ἡ Ἐκκλησία ἔχει συγκεκριμένη διδασκαλία περί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ, ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὁ σύνδεσμος σώματος καί ψυχῆς εἶναι ἱερός, ἡ ψυχή περιφρουρεῖται μέσα στό σῶμα τό ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει ναόν τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό τό σῶμα τό σεβόμαστε, δέν τό ρυπαίνομε, δέν τό χρησιμοποιοῦμε γιά ἡδονικές ἀπολαύσεις, δέν βιαιοπραγοῦμε ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁποιαδήποτε διαφορετική θεώρηση καί ἀντιμετώπιση τοῦ σώματος, θεωρεῖται ἀσέβεια πρός αὐτό καί βεβαίως πρός τόν Θεό.

Γι’ αὐτό καί τό φροντίζομε ὄχι μόνο ἁπλά ἰατρικά ἀλλά καί πνευματικά μέσα ἀπό τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Βάπτισμα – Εὐχέλαιο – Θεία Κοινωνία (μετοχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς).

    Ὅταν τό σῶμα χωρισθῇ ἀπό τήν ψυχή, δέν γίνεται πτῶμα, ὅπως συμβαίνει μέ τά ἄλογα ὄντα, ἀλλά γίνεται καί ὀνομάζεται λείψανο.

    Δέν καταστρέφεται τό σῶμα, δέν τυγχάνει βάναυσης συμπεριφορᾶς, δέν κακοποιεῖται, ἀλλά περιποιεῖται καί τίθεται στήν γῆ καί φυλάσσεται ἐκεῖ εἰς ἀνάστασιν.

    Ἀφήνομε τήν σοφία τοῦ Θεοῦ μετά ταῦτα νά ἀναλάβῃ τήν,  κατά τό πλέον φυσικό τρόπο, διάλυσή του ἀπό τήν ἴδια τήν φύση, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης δημιούργημα τοῦ Θεοῦ.

    Ἀπό αὐτήν τήν διάλυση τοῦ σώματος ἡ φύση ἀφήνει τά ὀστᾶ τά ὁποῖα φυλάσσονται ὡς λείψανα, στά κοιμητήρια καί ἐκεῖνα τῶν Ἁγίων στούς Ἱερούς Ναούς, πρός τιμήν καί προσκύνησιν ὑπό τῶν πιστῶν.

    Ὅταν λοιπόν ἡ ἴδια ἡ φύση μᾶς διδάσκει πάνω στό θέμα αὐτό γιατί ἐμεῖς καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή πού ἔχουν πληθυνθῆ οἱ φωνές γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς φύσεως τήν ὁποία ὁ Θεός ἐν σοφίᾳ ἐποίησεν καί τῆς φυσικῆς τάξεως, τότε γιατί ἐμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, θέλομε ὁπωσδήποτε νά ἐπέμβωμε βίαια καί καταστροφικά, τραγικά καί βάναυσα, ὥστε νά ἀφανίσωμε ὅτι καί ἡ αὐτή ἡ φύση σέβεται;

    Ἡ Ἐκκλησία μας ἀρνουμένη τήν καύση-ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν, δέν ἐπιμένει σέ μιά ἰδεολογία, ὅπως ἐκεῖνοι πού ὑποστηρίζουν καί νομοθετοῦν τήν ἀποτέφρωση, ἀλλά παραμένει ἀταλάντευτα στήν θεολογία περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί ἐμμένει στήν ἀπό αἰώνων παράδοση ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη) περί τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν κεκοιμημένων.

    Ἡ καύσηἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν δηλώνει τήν ἐμμονή στόν μηδενισμό, ἐνῶ ἡ ταφή μαρτυρεῖ τήν τιμή στό πρόσωπο, στόν κεκοιμημένο καί τήν ἀνάγκη διατηρήσεως τῆς ζωντανῆς σχέσεως μαζί του.

    Ἡ καύση δηλώνει μηδενιστική στάση ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου, τήν πορεία μιᾶς κοινωνίας πού θέλει τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου καί ἐν τέλει τήν ἐξαφάνισή της. Εἶναι υἱοθέτηση ,πανηγυρικῷ τῷ τρόπῳ, τῆς ἀθεΐας καί ἐπιμονή νά περάσουν τά μηνύματα τῆς ἀπαξίας περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Εἶναι σημεῖο ἐκπτώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς καταπτώσεως τῶν ἀξιῶν, τῆς ὑπάρξεως χωρίς σκοπό καί τῆς πορείας ἡ ὁποία θά καταλήξῃ μέ μαθηματική ἀκρίβεια στό φρικτό βάραθρο τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογοήτευσης.

    Αὐτή ἡ βίαιη ἐπέμβαση στό ἀνθρώπινο σῶμα, εἶναι φρικτή παρέμβαση στήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.

   Ἄν ἐπισταμένως μελετήσετε καί ἐνημερωθῆτε περί τοῦ τρόπου καύσεως καί ἀποτεφρώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος καί τῆς ὠμῆς καί φρικαλέας διαδικασίας ὥστε νά φθάσωμε στό ἐλάχιστο ὑπόλειμμα (τέφρα), ἄν παρακολουθήσετε σέ video τήν ὅλη διαδικασία, θά ἀρνηθῆτε ὁποιαδήποτε σκέψη θετική ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Οὐδείς πιστεύομε θά ἤθελε ἕνα ἀγαπημένο πρόσωπο νά ταλαιπωρηθῇ κατά ἕνα τρόπο τόσο ἄσπλαχνο καί φρικτό καί μετά τήν κοίμησή του. Ποιός θά ἄντεχε, ἀλήθεια, νά δῇ ὅ,τι δέν καίγεται ἀπό τό σῶμα ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός δικοῦ του ἀνθρώπου, νά συντρίβεται σέ εἰδικό μηχάνημα, νά θρυματίζεται, νά ροκανίζεται  γιά νά γίνῃ σκόνη; Ἀντέχεις νά βλέπῃς, τά ἐναπομείναντα ἀπό τήν καύση ὀστᾶ τοῦ πατέρα σου, τῆς μητέρας σου, τοῦ παιδιοῦ σου, νά τυγχάνουν αὐτῆς τῆς βάναυσης συμπεριφορᾶς καί μάλιστα μέ τήν δική σου θέληση, ἢ καί τήν δική του τήν ὁποία μπορεῖ νά ἔλαβε σέ στιγμές ὀδύνης, πόνου, ἀνθρώπινης ἀδυναμίας κ.λ.π.

  Ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται νά συναινέσῃ σέ μιά τέτοια θεώρηση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὄχι ἀπό ἰδιοτροπία ἤ ἰδεολογία, ἀλλά ἀπό σεβασμό στό ἀνθρώπινο σῶμα καί τιμή στό ἀνθρώπινο πρόσωπο.

   Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα εἶναι θησαυροί ἀτίμητοι καί αὐτά τοποθετεῖ στήν Ἁγία Τράπεζα ὅταν ἐγκαινιάζονται οἱ Ναοί.

    Προσκυνοῦμε τά ἅγια Λείψανα τά ὁποῖα εἶναι πνευματικοί ζωντανοί ὀργανισμοί καί φορεῖς τῆς θείας χάριτος καί γνωρίζομε ὅτι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν Ἱερῶν Λειψάνων θαύματα καί σημεῖα  ἐπιτελοῦνται.

    Ἀλήθεια τί θά ἦταν ἡ Πάτρα, χωρίς τήν Κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου;

  Τί θά ἦταν ἡ Ζάκυνθος χωρίς τό ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ἤ ἡ Κεφαλληνία χωρίς τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου καί ἡ Κέρκυρα χωρίς τόν, ἀγγέλοις αἰδέσιμο θησαυρό της, τό ἐπίσης ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος;

  Ἡ καύση- ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν δηλώνει τέλος τήν ἔλλειψη πίστεως στήν Ἀνάσταση.

    Ὡς ἐκ τούτου ἡ καύση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος δέν εἴναι σύμφωνη μέ τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας γιά λόγους, ἀνθρωπολογικούς, κανονικούς  καί βεβαίως θεολογικούς.

    Γιά τόν λόγο αὐτό ,γιά ὅποιον ἔχει ἐκπεφρασμένη τήν βούληση καί, ἀποδεδειγμένως καί οἰκοιοθελῶς ἔχει δηλώσει τήν ἐπιθυμία νά καῇ τό σῶμα του καί δηλώνει μέ τόν τρόπο αὐτό τήν αὐτονόμησή του ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν δυνάμεθα νά τελοῦμε τήν ἐξόδιο ἀκολουθία, οὔτε ἱερό μνημόσυνο.(βλ.σχετική ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπ ἀριθμ.2959, 29.10.2014.)

    Αὐτά ὡς πρός τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ δυνατότητα ἀποτέφρωσης στή χώρα μας, ἔχει κατοχυρωθῆ μέ εἰδικό νόμο, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε τόν δρόμο γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίων. Ἡ ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ νόμου προϋποθέτει τήν συμβατότητα τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Γι’ αὐτό ἀναφέραμε παραπάνω ὅτι ὅποιος ἐπιθυμεῖ τήν καύση αὐτονομεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία.

     Τό δικαίωμα τῆς ὅποιας Δημοτικῆς Ἀρχῆς νά θέσῃ πρός συζήτηση τό θέμα τῆς δημιουργίας ἀποτεφρωτηρίου δέν τό ἀμφισβητεῖ κανείς. Τό θέμα εἶναι ἄν ὑπάρχῃ λόγος νά γίνῃ αὐτή ἡ συζήτηση καί μάλιστα στήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο πού ἡ κοινωνία μας ἀντιμετωπίζει ποικίλα προβλήματα καί ὁ Λαός ἀναζητεῖ ἀπεγνωσμένα λύσεις γιά νά ζήσῃ καί ὄχι γιά νά καῇ.

     Τό μεγάλο, τό πολύ ὑψηλό ποσό πού ἀπαιτεῖται γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου, θά ἠδύνατο νά χρησιμοποιηθῇ γιά τήν ὑποβοήθηση τῆς ζωῆς καί ὄχι πρός κατασκευή φρικαλέων ἀποτεφρωτηρίων.

   Μέ πολλή ἀγάπη, ὡς πνευματικός πατήρ καί Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως καί τῆς Μητροπόλεως τῶν Πατρῶν, ἐθέσαμε τό θέμα ἐπί θεολογικῶν βάσεων καί μέ ζέον τό ἐνδιαφέρον πρός τόν τόπο μας καί τούς ἀνθρώπους μας, ἐκφράζομε τήν ἄποψη καί θέση, ὅτι ὁ Λαός μας ἔχει ἄλλες ἀνάγκες καί οὐδέν ὄφελος θά ἀποκομίσῃ ἀπό τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου.

     Τέτοιες συζητήσεις καί ἐνέργειες στό συγκεκριμένο τόπο καί στήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο δυναμιτίζουν τήν ἡρεμία καί δροῦν ἐναντίον τῆς ἑνότητος.

     Στό Δημοτικό Συμβούλιο δύναται νά συζητηθῆ ὁποιοδήποτε θέμα. Ἐπίσης ὁ κάθε πολίτης ὡς μέλος ἐνεργό τῆς κοινωνίας ἐκφέρη τήν ἂποψή του. Πόσο μάλλον ὁ Μητροπολίτης.

    Βεβαίως ἀπό τήν συζήτηση καί τήν ὅποια στάση τῶν προσώπων πού θά ἀποφασίσουν, μέχρι τήν ὑλοποίηση, ὑπάρχει ἕνας πολύ μακρύς καί δύσκολος δρόμος, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται χωροθέτησις, οἰκονομικοτεχνική μελέτη, ἐξεύρεση τῶν πόρων κ.λ.π.

   Ἐπιθυμοῦμε, ὅμως νά θέσωμε καί μιά ἄλλη παράμετρο τοῦ θέματος. Πόσοι ἐκφράζουν τήν θέληση νά καοῦν; Ἄς μιλήσω σέ τοπικό ἐπίπεδο. Κατά τά 11 χρόνια τῆς διαποιμάνσεως, ὑπό τῆς ἐλαχιστότητός μου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, μετρημένοι στά δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός κατέληξαν στό ἀποτεφρωτήριο καί ἀπό ὅσο δυνάμεθα νά γνωρίζωμε κάποιοι χωρίς τήν ἰδικήν τους θέληση παρά μόνο μέ τήν ἐπίμονη καί παράλογη θέληση τῶν οἰκείων των.

  Ἡ πόλη μας ἔχει πολλούς τομεῖς, πού μᾶς περιμένουν ὅλους, νά ἐργαστοῦμε γιά τήν ζωή καί ὄχι γιά τόν θάνατο. Ἄς ἑνώσουμε λοιπόν, τίς δυνάμεις μας γιά νά δῇ αὐτός ὁ τόπος καλύτερες ἡμέρες καί νά βρῇ τόν δρόμο του καί τήν ὑγειά του.

Ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος      

                                                                                                                      Πάτρα, 19 Ιανουαρίου 2016

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η κοπή της Βασιλόπιτας στα μικρά Κατηχητικά μας

     Το Σάββατο 16 Ιανουαρίου στις 11 το πρωί και στο Χατζοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Ενορίας μας, ο π.Απόστολος ευλόγησε και έκοψε την Βασιλόπιτα, κατά την Ιερά Παράδοσή μας. Στην συνέχεια  έκανε το Κατηχητικό μάθημα στα παιδιά, αναφερθείς στην Ιστορία της Βασιλόπιτας, αλλά και στην προσωπικότητα και το έργο του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Βασιλείου. Μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής:

“Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε μια σπουδαία Εκκλησιαστική προσωπικότητα. Στην σύντομη ζωή του, κατάφερε με την Χάρη του Θεού και τον δικό του προσωπικό αγώνα, να αναδειχθεί σπουδαίος Θεολόγος και κανόνας  Αγίας ζωής. Καμία σχέση δεν έχει με τον κόκκινο μπαρμπα-βασίλη  του συγχρόνου εμπορίου, που μας παρουσιάζουν τα μέσα ενημερώσεως αυτήν την περίοδο.

Η Θεολογική του προσφορά εντοπίζεται κυρίως στην περί Αγίου Πνεύματος διδασκαλία του, στην καταπολέμηση των αιρέσεων, στην Θεία λειτουργία που φέρει το όνομά του, στις σπουδαίες ερμηνευτικές ομιλίες του πάνω σε χωρία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, αλλά και στις φοβερές επιστολές του μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η πολυσχιδής προσωπικότητα του και η ευρυτάτη  μόρφωσή του…..

Η χαριτωμένη ζωή του, δεν έχει να προσφέρει πληθώρα οραμάτων και θαυμάτων, όπως ίσως να περίμενε ο σύγχρονος θρησκόληπτος άνθρωπος. Είναι γεμάτη με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, πολύωρες ακολουθίες, εκούσιες στερήσεις και απόρριψη κάθε σωματικής ανέσεως και υλικών απολαύσεων… Ταυτοχρόνως η ζωή του γέμει από πράξεις αγάπης για τον συνάνθρωπο (πτωχοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο,νοσοκομείο κ.α.λ.). Και σε όλα αυτά, δεν προΐσταται απλώς ως “ψιλός” υπεύθυνος, αλλά συμπάσχει, υπηρετεί πονά και χαίρεται με τον πόνο και την χαρά του άλλου, προσωπικά υπηρετεί τον ασθενή και ανήμπορο στο πρόσωπο του  οποίου βλέπει τον ίδιο τον Χριστό… Ο Μέγας Βασίλειος είναι πρότυπο ανθρώπου του Θεού, και μέγα παράδειγμα για όλους μας.”

Φωτογραφικό Υλικό

 

 

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, Πατριάρχαι Αλεξανδρείας

Την Δευτέρα 18 Ιανουαρίου η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά δύο μεγάλους Πατέρες της. Τον Μέγα Αθανάσιο και τον Άγιο Κύριλλο. Οι βίοι των δύο αυτών Αγίων Πατέρων μας, πολλά διδάσκουν τον σημερινό Ορθόδοξο Χριστιανό, γι΄ αυτό και ευθύς τους παραθέτουμε. 3110 

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε κατά το έτος 295 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από Χριστιανούς γονείς. Έτυχε επιμελημένης εκπαιδεύσεως, φιλοσοφικής και θεολογικής. Κατά τη νεανική του ηλικία συνδέθηκε με τον Μέγα Αντώνιο και ασκήτευσε μαζί του στην έρημο.

Στην αρχή χειροθετήθηκε αναγνώστης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και το 318 μ.Χ. ήταν ήδη διάκονος. Το έτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τον γέροντα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο στη Νίκαια, όπου συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, «του χορού των διακόνων ηγούμενος». Εκεί, χάρη στη μόρφωσή του και μάλιστα στη θερμουργό και ακλόνητη πίστη του, αναδείχθηκε ένας από τους θαρραλέους αγωνιστές κατά της αιρέσεως του Αρείου. Μάλιστα δε, όπως αποφάνθηκε η εν Αλεξανδρεία Σύνοδος του 399 μ.Χ., κυρίως ο Αθανάσιος «την νόσον του Αρειανισμού έστησεν». Κανένας, ίσως, άλλος από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, της περιόδου εκείνης, δεν αντιμετώπισε τόσο σπουδαία εκκλησιαστικά και θεμελιώδη προβλήματα της Εκκλησίας, όπως ήταν τα περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οικουμενικής Συνόδου κ.α.

Η φήμη του Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τη Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.), ώστε μετά από λίγο, όταν πέθανε ο γέροντας Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος (κοιμήθηκε 17 Απριλίου 328 μ.Χ.), εξελέγη Επίσκοπος Αλεξανδρείας πιθανότατα τον ίδιο χρόνο.

Ο Μέγας Αθανάσιος, κατά τα 46 έτη της αρχιερατείας του, υπήρξε ο στύλος της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν Πατήρ της Ορθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιηγούμενος την επαρχία του, μετέβη στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Κάτω Αίγυπτο για να δει από κοντά τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο τον υποδεχόταν παντού με ενθουσιασμό. Εγκαθιστούσε στις διάφορες πόλεις άξιους και ικανούς Επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Άγιο Φρουμέντιο (τιμάται 30 Νοεμβρίου), τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο Αξώμης.

Όμως, οι Αρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές και οχλήσεις στον Άγιο, τον οποίο συκοφαντούσαν. Ο Άγιος εξορίστηκε πέντε φορές και διήλθε περισσότερα από δεκαέξι χρόνια της αρχιερατείας του στην εξορία. Εσύρθη κατ’ επανάληψη από τους Αρειανούς ενώπιον Συνόδων και καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε από αυτοκράτορες, υπέφερε ανεκδιήγητες ταλαιπωρίες και στερήσεις, είδε πολλούς από τους συνεργάτες του να υποκύπτουν στις πιέσεις και στην βία των Αρειανών και τον Επίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352-366 μ.Χ) να υπογράφει αρειανικό όρο πίστεως, για να αποφύγει την εξορία. Ήλθαν στιγμές, κατά τις οποίες ο χριστιανικός κόσμος φαινόταν αντίθετος προς τον Άγιο, αλλά αυτός ποτέ δεν κάμφθηκε και αγωνιζόταν για την αλήθεια.

Αφορμή για τις διώξεις κατά του Αγίου, έδωσε η άρνησή του να αποκαταστήσει στην εκκλησιαστική κοινωνία τον υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου καθαιρεθέντα Άρειο, ο οποίος παρουσιαζόταν υποκριτικά ως αποδεχόμενος την ορθόδοξη διδασκαλία.  Όταν ο Άρειος ανακλήθηκε από την εξορία υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. ομολογία πίστεως, στην οποία απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τις αρειανικές εκφράσεις. Ο Άγιος Αθανάσιος είδε την απάτη και το δόλο του Αρείου και αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχθεί σε κοινωνία τον Άρειο παρά τη διαταγή του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά την άρνηση του Αγίου, οι εχθροί του άρχισαν να οργανώνουν συστηματικά τον κατ’ αυτού αγώνα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αν και τιμούσε τον Άγιο Αθανάσιο για το ήθος και το θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά από τις συνεχείς εναντίον του μηχανορραφίες των Αρειανών και διέταξε τη σύγκλιση Συνόδου στην Καισάρεια, το 335 μ.Χ., με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών κατά του Αθανασίου. Η Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης. Ο Αθανάσιος συνήλθε στη Σύνοδο, στην οποία παρέστησαν 60 Αρειανοί Επίσκοποι. Οι κατηγορίες δεν ήταν δυνατόν να σταθούν, παρά τα εφευρήματα των αιρετικών. Επειδή όμως, έγινε αντιληπτό ότι οι εχθροί του Αθανασίου ζητούσαν να τον φονεύσουν, οι άνθρωποι του βασιλέως, που είχαν επιφορτισθεί την τήρηση της τάξεως και της ειρήνης, τον φυγάδευσαν κρυφά. Έτσι κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, ο οποίος λόγω των διαβολών, αρνήθηκε να τον δεχθεί σε ακρόαση και διέταξε την εξορία του στη Γαλατία. Επανήλθε στην έδρα του μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλην όμως και πάλι οι εχθροί του άρχισαν τις κατ’ αυτού διαβολές και συκοφαντίες. Τότε ο Αθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, το 339 μ.Χ στην οποία έλαβαν μέρος 100 Επίσκοποι. Οι εχθροί του τότε, συγκρότησαν αρειανική Σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία τον καθαίρεσε και όρισε ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Ευσέβιο τον Εμισηνό, αντ’ αυτού δε, επειδή δεν αποδέχθηκε την εκλογή, τον Καππαδόκη Γρηγόριο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια διά της βίας μετά την απομάκρυνση του Αγίου Αθανασίου.

Τότε ο Άγιος κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ευρίσκονταν και άλλοι εξόριστοι ιερείς και Επίσκοποι. Εκεί, τον δέχθηκαν όλοι με τιμή και αναγνώρισαν τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο Πάπας Ιούλιος συγκάλεσε, το έτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, η οποία αναγνώρισε τον Άγιο Αθανάσιο ως κανονικό Επίσκοπο Αλεξανδρείας και τον κήρυξε αθώο από όλες τις κατηγορίες των εχθρών του.

Όταν το 345 μ.Χ. πέθανε ο Αλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν υποδείξεως του Κώνσταντος, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ανακάλεσε τον Άγιο Αθανάσιο από την εξορία. Ο Άγιος επέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά από το ποίμνιό του. Αλλά και αυτή τη φορά μόνο για λίγο έμεινε αδιατάρακτος στην έδρα του, διότι μετά την δολοφονία του Κώνσταντος, το έτος 350 μ.Χ., ο Κωνστάντιος, πεισθείς σε νέες διαβολές και πιέσεις των φίλων των Αρειανών, καταδίκασε συνοδικώς τον Άγιο Αθανάσιο. Απέστειλε μάλιστα και στρατιώτες, για να τον συλλάβουν την νύκτα της 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ενώ τελούσε παννυχίδα με πλήθος πιστών στο Ναό του Αγίου Θεωνά. Ο Άγιος φυγαδεύτηκε στην έρημο, όπου παρέμεινε έξι χρόνια, παρακολουθώντας τις κινήσεις και ενέργειες των Αρειανών και στηρίζοντας τους κλονιζόμενους Χριστιανούς.

Τέλος, επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) μπόρεσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια και να συγκροτήσει Σύνοδο η οποία αποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στην ιστορία των αγώνων της Ορθοδοξίας κατά του Αρειανισμού.

Οι διωγμοί συνεχίστηκαν και επί αυτοκράτορα Ουάλη, που εξόρισε τον Άγιο. Φοβούμενος όμως εξέγερση του λαού της Αλεξανδρείας, αναγκάσθηκε να ανακαλέσει τον Άγιο από την εξορία.

Αγωνιζόμενος για την ορθόδοξη πίστη μέχρι το τέλος του βίου του, κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σε ηλικία 75 ετών, αφού κατεκόσμησε το θρόνο της Αλεξανδρείας.

Η Εκκλησία πολύ νωρίς του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Πατρός αυτής. Είναι εκείνος που διαισθάνθηκε και αντιλήφθηκε άριστα τις λεπτεπίλεπτες σχέσεις αλληλεξαρτήσεως των επί μέρους αληθειών της πίστεως, οι οποίες στη σκέψη του αποτελούν τμήματα μιας και της αυτής αλήθειας, ώστε η πλάνη περί την μία επί μέρους αλήθεια, να συνεπάγεται αναπότρεπτα την ανατροπή ολόκληρου του συστήματος της χριστιανικής διδασκαλίας και την δημιουργία αιρέσεως.

Αλλά ο Άγιος και με τον καθόλου βίο του, απέδειξε το ενάρετο και το ευσεβές του ήθους αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε το όνομά του να αποβεί ταυτόσημο προς την αρετή. Γι’ αυτό λέγει επιγραμματικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : «Αθανάσιον επαίνων, αρετήν επαινέσομαι, ταύτον γαρ εκείνόν τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι». Ο Άγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεί ότι ο Μέγας Αθανάσιος έγινε κατ’ εξοχήν δέκτης του θείου φωτισμού, έφθασε σε ύψος βιβλικών προσώπων και ίσως μάλιστα κάποια από αυτά να υπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ενώθηκε και έγινε ένα με το θείο φως. Και έτσι μόνο κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής του.

 Ο Άγιος Κύριλλος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού (408-450 μ.Χ.) και γεννήθηκε περί το 370 ή 375 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Ήταν θερμού και ζωηρού χαρακτήρα, ανήσυχος, τολμηρός, ενεργητικός και πολύ δραστήριος. Διακρινόταν για την ευστροφία, την ταχύτητα και αποφασιστικότητα  των ενεργειών του και κυρίως, για την επιμονή, ορμητικότητα και το ανυποχώρητο στις επιδιώξεις των σκοπών για τους οποίους αγωνιζόταν. Είχε ισχυρό το αίσθημα της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως και την αγάπη του για την ειρήνη και εκκλησιαστική ενότητα, η δε συναίσθηση του καθήκοντος και ο αγνός ενθουσιασμός του για την αλήθεια τον καθιστούσαν άφοβο στην επιτέλεση της διακονίας του και ικανό αγωνιστή υπέρ της αλήθειας μέχρι θανάτου. Για όλα αυτά τα χαρίσματα δικαίως θεωρείται ως ένας από τους Μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν υπερασπιστής της ιεράς παραδόσεως.

Ήταν ανεψιός του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, τον οποίο πάντοτε ευγνωμόνως ανέφερε. Έλαβε ευρεία μόρφωση στην Αλεξάνδρεια και μάλιστα στην περιώνυμο Κατηχητική Σχολή, όπου παρακολουθούσε παραδόσεις του μεγάλου διδασκάλου της Σχολής αυτής Διδύμου του Τυφλού. Φοίτησε, ακόμη, στις φιλοσοφικές σχολές της Αλεξάνδρειας και συμπλήρωσε τις σπουδές του με επιπλέον ιδιαίτερες μελέτες της θύραθεν και της χριστιανικής φιλοσοφίας, όπως τούτο προκύπτει από τους λόγους και τα συγγράμματά του.

Όταν μελετούσε την Αγία Γραφή εφάρμοζε την υγιή και ορθή ερμηνευτική μέθοδο, διά της οποίας αναζητούσε πάντοτε να ερευνά την σύνθεση του κειμένου και κατόπιν να αναζητεί τα νοήματά του. Κατά την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και γενικώς την έκθεση των δογμάτων προτιμούσε περισσότερο την πίστη, έχοντας ως κριτήριο της Ορθοδοξίας την παράδοση της Εκκλησίας, όπου όμως θεωρούσε αναγκαίο χρησιμοποιούσε και τον λόγο.

Για την καλύτερη πνευματική ανάπτυξή του και τον πληρέστερο καταρτισμό του, κατέφυγε σε μονές της Αιγύπτου, όπου ασκήτευε για ένα χρονικό διάστημα. Έλεγε μάλιστα σχετικά: «Εις χείρας πατέρων τεθράμμεθα ορθοδόξων και αγίων». Μάλιστα κατά τους χρόνους εκείνους, ο μοναχικός βίος της Αιγύπτου βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή, από την οποία είχε αρχίσει να εξασθενεί, ιδίως μετά τις βίαιες επιθέσεις, τις οποίες εξαπέλυσε εναντίων του ο Θεόφιλος, λόγω των ωριγενιστικών ερίδων.

Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, ο Άγιος Κύριλλος, απεστέλη από τον θείο του Θεόφιλο, μετά τις σπουδές του, στις μονές της Νιτρίας όπου διέμενε επί πενταετία στη μονή του Αγίου Μακαρίου, μελετώντας την Αγία Γραφή και ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του γέροντος Σεραπίωνος.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου, αλλά πάντως μετά την συμπλήρωση του 26ου έτους, χειροτονήθηκε αναγνώστης και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον θείο του Θεόφιλο.

Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, στις 15 Οκτωβρίου 412 μ.Χ., προβλήθηκε ως διάδοχός του, όπως και ο αρχιδιάκονος Τιμόθεος, ο οποίος ήταν αξιόλογος κληρικός και μάλιστα αρεστός στην αριστοκρατία της αλεξανδρινής κοινωνίας καθώς και στη δημόσια διοίκηση της πόλεως. Τελικά Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας εξελέγη ο Άγιος Κύριλλος, που ενθρονίσθηκε στις 17 Οκτωβρίου 412 μ.Χ. και διεποίμανε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας επί 32 έτη, έχοντας πάντοτε τη βαριά συναίσθηση ότι κατείχε το θρόνο του Ευαγγελιστού Μάρκου.

Ο Άγιος Κύριλλος, αφενός μεν έλεγχε την κοινωνική ανισότητα, καυτηρίαζε την αναλγησία των πλουσίων και τις κακές συνήθειες, καθώς και πολλά άλλα φαινόμενα της ευημερούσης κοινωνίας, αφετέρου δε προέβαλλε στους πιστούς το ιδεώδες της χριστιανικής ζωής και αγάπης και τους συνιστούσε να ζουν ζωή σύμφωνη με το θέλημα του Θεού και το χριστιανικό τους όνομα.

Ο Άγιος θεώρησε βασικό καθήκον του την αντιμετώπιση διαφόρων αιρέσεων και σχισμάτων, υπολείμματα των οποίων διασώζονται ακόμη, όπως και των Αρειανών, Μαρκίωνος, Παύλου Σαμοσατέως, Ναυατιανών. Επίσης στράφηκε και κατά των Εθνικών, οι οποίοι επηρέαζαν το λαό διά της μαγείας, της αστρολογίας και τις δεισιδαιμονίες και του μαντείου τους στο Μένουθις. Το μαντείο αυτό αντιμετώπισε διά της μεταφοράς των ιερών λειψάνων των Μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου και των Παρθένων Θεοκτίστης, Ευδοξίας και της μητέρας τους Αθανασίας στο ναό των Ευαγγελιστών, τον οποίο ανήγειρε ο Θεόφιλος και τα οποία λείψανα είχαν ευρεθεί σε αρχαίο χριστιανικό ναό του Αποστόλου Μάρκου.

Ο Άγιος Κύριλλος στράφηκε και κατά των Ιουδαίων, επειδή είχαν τη μεροληπτική  υπέρ αυτών στάση του έπαρχου Ορέστη και συμπεριφέρονταν προκλητικά στους χριστιανούς. Ο Άγιος επίσης, αντιμετώπισε τις αιρετικές δοξασίες του Πελαγίου και τέλος του Νεστορίου. Ο αγώνας του κατά του Νεστορίου ή του Μονοφυσιτισμού γέμισε την ιστορία του Μεγάλου αυτού Πατρός της Εκκλησίας.

Ο Νεστόριος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως από τον Απρίλιο του έτους 428 μ.Χ., δημιούργησε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Αρνιόταν δηλαδή την καθ’ υπόσταση ένωση των δύο εν Χριστώ φύσεων, θείας και ανθρώπινης, αποδεχόταν μόνο ενοίκηση ή συνάφειά τους και θεωρούσε την Παναγία όχι Θεοτόκο, αλλά «Χριστοτόκο» ή «ανθρωποτόκο». Ο Άγιος Κύριλλος διαφύλαξε τη Χριστολογία της Εκκλησίας, από την πλάνη των αιρετικών, διδάσκοντας την αλήθεια της Εκκλησίας. Ο Χριστός κατά την Θεία Του φύση χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Κύριλλο ως «του Πατρός φύσει Υιός και υπέρ ημάς Λόγος», «εκ Θεού Λόγος», «άνωθεν εκ Θεού Πατρός», ο οποίος είναι Θείος Λόγος και ο οποίος «οικονομικώς κατεφοίτησε δι’ ημάς εις ανθρωπότητα», «γέγονε σαρξ» και «καθ’ ημάς άνθρωπος», «ηνώθη κατά φύσιν και καθ’ υπόστασιν τη σαρκί». Έτσι, η Παναγία είναι Θεοτόκος διότι στον Όρο αυτό συμπεριλαμβάνεται και το πραγματικό της Θείας ενανθρωπήσεως του Λόγου, της κατά σάρκα γεννήσεως του Θεού από την Παρθένο και της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπό του. Ο Όρος Θεοτόκος συνοψίζει άριστα την ενότητα του προσώπου του Χριστού.

Το 430 μ.Χ., η Σύνοδος που συγκάλεσε στην Αλεξάνδρεια ο Άγιος Κύριλλος, διατύπωσε σε 12 αναθεματισμούς, τις διδασκαλίες που όφειλε να αποκηρύξει ο Νεστόριος. Το σκάνδαλο που δημιουργήθηκε και αναστάτωσε την Εκκλησία από τη διδασκαλία του Νεστόριου ήταν μεγάλο. Αυτό ανάγκασε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Β’ να συγκαλέσει στις 7 Ιουνίου του έτους 431 μ.Χ., στην Έφεσσο, την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Η Σύνοδος συνήλθε στις 22 Νοεμβρίου 431 μ.Χ. υπό την προεδρία του Αγίου Κυρίλλου. Ο Νεστόριος δεν εμφανίσθηκε. Η Σύνοδος καταδίκασε τη δυσσεβή διδασκαλία του Νεστόριου και τον ίδιο τον αιρεσιάρχη και εξακολούθησε τις εργασίες της επί άλλων θεμάτων. Με καθυστέρηση έφθασε και ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας και οι περί αυτόν Επίσκοποι. Όταν έμαθαν την καταδίκη του Νεστόριου, συνήλθαν σε δική τους Σύνοδο, αφόρισαν όλα τα μέλη της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου και καθαίρεσαν τον Άγιο Κύριλλο και τον Επίσκοπο Εφέσου Μέμνονα. Με αυτοκρατορικό διάταγμα, που εκδόθηκε μετά από υπόμνημα των βασιλικών επιτρόπων, που ήσαν φίλοι του Νεστορίου, φυλακίστηκαν ο Άγιος Κύριλλος και ο Επίσκοπος Εφέσου. Με επέμβαση της ευσεβούς Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορα, ο Θεοδόσιος Β’ κάλεσε να εμφανισθούν ενώπιων του αντιπρόσωποι των δύο πλευρών. Τους άκουσε και αποδέχθηκε τις θέσεις των Ορθοδόξων. Τότε επικυρώθηκαν από όλους τα Πρακτικά της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Άγιος Κύριλλος κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη, στις 27 Ιουνίου του έτους 444 μ.Χ. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων».

Η Εκκλησία θέλησε να αδελφώσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων αυτής και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, του Μεγάλου Αθανασίου, πρωταγωνιστή κατά του Αρειανισμού, και του Αγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά του Νεστοριανισμού και όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.

Η Σύναξη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως

Έργοις λάμψαντες, Ορθοδοξίας, πάσαν σβέσαντες, κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε, τη ευσέβεια τα πάντα πλουτήσαντες, την Εκκλησίαν μενάλως κοσμήσαντες, αξίως εύρατε, Χριστόν τον θεόν ημών, δωρούμενον πάση το μέγα έλεος.

 Κοντάκιον Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον

Ιεράρχαι μέγιστοι της ευσεβείας, και γενναίοι πρόμαχοι, της Εκκλησίας του Χριστού, πάντας φρουρείτε τους μέλποντας. Σώσον Οικτίρμον, τους πίστει τιμώντας σε.

ΠΗΓΗ: http://anavaseis.blogspot.com/2010/01/18.html
  

 

Συνεχίστε την ανάγνωση