Θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την μεγάλη σύνοδο.

 ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

“ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ”

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016
   Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
   Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
   Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
   Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
   Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
   Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
   Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
   Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
   Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία… εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα… δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
   Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.    Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συνο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
   Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
   Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
   Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
   Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι

http://aktines.blogspot.gr/2016/02/e_7.html

Συνεχίστε την ανάγνωση

Επιτρέπεται η συμπροσευχή μετά αιρετικών;

 Τοῦ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Κανονικοῦ Δικαίου

   Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποδίδει ὑψίστη σημασία στὴν προσευχή. Ἡ τεσσαρακονθήμερος προσευχή Του στὴν ἔρημο ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ στὸν δημόσιο βίο Του (Ματθ. 4, 1κ.ἑξ.). Οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι πρὸ παντὸς σημαντικοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς Του προηγεῖτο ἡ προσευχή (Ματθ. 14, 23. 26, 36. Μάρκ. 6, 36. 14, 32. Λουκ. 5, 16. 6, 12. 9, 28).

  image Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐντοπίζουν τὴν σημασία ποὺ προσδίδει ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν προσευχὴ, στὴν προσπάθεια τοῦ πλάσματος νὰ ὑποστασιάση μέσῳ αὐτῆς τὸν διάλογο μετὰ τοῦ Δημιουργοῦ του Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκστατικῆς ἀναφορᾶς τοῦ προσώπου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητος καὶ ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν φανέρωση τοῦ προσώπου συντελοῦνται μέσῳ τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐκφράζοντας τὴν πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας, λέγει: «Οὐ γὰρ ἐστιν, οὐκ ἔστιν οὐδὲν εὐχῆς δυνατώτερον, οὐδὲ ἴσον» (PG 48, 766).

   Ἀλλὰ καὶ τὴν κοινὴ – ὁμαδικὴ προσευχὴ ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τὴν θεσπίζει, ὅταν μᾶς διαβεβαιοῖ: «Οὗ γὰρ εἰσὶν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Οἱ συμπροσευχόμενοι διαλέγονται μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς υἱοὶ Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ὁ προσευχόμενος κοινωνεῖ ἐσωτερικῶς μετὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ συμπροσευχόμενος, σὲ ἕναν κοινὸ διάλογο ἀληθείας καὶ γνώσεως «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἄλλωστε, αὐτὸ τὸ νόημα ἐμπεριέχει ἡ φράση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου «εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα». «Ἡ συμφωνία πολλὴν ἔχει τὴν ἰσχύν» (PG 62, 461), ὑπογραμμίζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

    Τὸ περιεχόμενο ἑπομένως τῆς συμπροσευχῆς εἶναι ἡ καθολικὴ ἀλήθεια τῆς μιας αγίας καθολικής καὶ αποστολικής εκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὅταν ἕνα ἢ περισσότερα μέλη ἀμφισβητοῦν ἢ ἀλλοιώνουν ἢ ἀπορρίπτουν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση, διασπᾶται ἡ κοινωνία τῶν συμπροσευχομένων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, πέρα ἀπὸ κάθε συμβατικὴ ἔννοια καὶ σκέψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ προηγεῖται τῆς συμπροσευχῆς ἡ ὁμολογία πίστεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη συμπροσευχή, ἐὰν δὲν προϋπάρχη ὁμοφωνία στὴν Ὀρθόδοξη Ἁγιοπατερικὴ πίστη.

   Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὸ ἀλλόκοτο εἶδος συμπροσευχῆς, τοῦ ὀρθοδόξου μετὰ αἱρετικοῦ, ἐπισημαίνουσα τὰ ὅρια τῆς ἀληθείας ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ συμπροσευχῆς τοῦ ὀρθοδόξου μέλους της μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ.

   Αὐτὴ ἡ ἀντίδρασή της ἐξεφράσθη μέσα ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Τοπικῶν, οἱ ὁποῖες ἔλαβον οἰκουμενικὸ κῦρος.

   Συγκεκριμένα ὁ ΜΕ´ κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 60).

   Ἡ συμπροσευχὴ τοῦ κληρικοῦ μετὰ αἱρετικοῦ ἐπιφέρει τὸν ἀφορισμό, ἀκόμη κι ἂν συμβῇ ἐκτὸς ἱεροῦ ναοῦ καὶ ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βάσει τοῦ Ι´ Ἀποστολικοῦ κανόνος: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ,  κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 14). Ἐὰν, ὅμως, διενεργηθῆ συμπροσευχὴ ἐν τῷ Ναῷ καὶ ἐπιτραπῆ στὸν αἱρετικὸ νὰ διενεργήση κάτι ὡς κληρικὸς, τότε  ἐπιβάλλεται ποινὴ καθαιρέσεως, κατὰ τὸν προαναφερθέντα ΜΕ´κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

   Κατηγορηματικὸς ὡς πρὸς τὴν συμπροσευχὴ σὲ αἱρετικὸ ναὸ εἶναι καὶ ὁ ΞΔ´ Ἀποστολικὸς κανόνας, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σσ. 81-82). Ἐδῶ σαφῶς ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν μετὰ Ἰουδαίων –σήμερα θὰ λέγαμε μετὰ ἀλλοθρήσκων– καὶ αἱρετικῶν. Ἡ ἐπιβαλλομένη δὲ ποινὴ στοὺς συμπροσευχηθέντες εἶναι γιὰ μὲν τοὺς κληρικοὺς ἡ καθαίρεση, γιὰ δὲ τοὺς λαϊκοὺς ὁ ἀφορισμός.

   Ἀκόμη καὶ ὁ συνεορτασμὸς καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς» (ΛΖ´ καν. Λαοδικείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 3, σ. 206. Βλ. ἐπίσης ΛΒ´, ΛΔ´, ΛΗ´, ΛΘ´τῆς ἰδίας Συνόδου). Ὁ δὲ ΛΓ´τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου διακελεύει: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» (ὅπ. π., σ. 198. Βλ. καὶ Θ´κανόνα Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 336).

   Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως διαπιστώνουμε, μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀποδεχόμενος τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ συνυπάρξη μὲ τὸν μὴ ἀποδεχόμενο τὴν προαναφερθεῖσα ἀλήθεια σὲ κοινὴ στάση προσευχῆς –ὁμολογίας τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον σὲ εὐχαριστιακὴ κοινωνία ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ.

   Δυστυχῶς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες βιώσαμε συνταρακτικὲς καταστάσεις στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.

   Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ἄμεσος συνεργάτης του Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ἄλλοι Πατριαρχικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, κληρικοὶ προέβησαν σὲ καθημερινὲς συμπροσευχὲς μὲ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο (τὸν ἀποδεχόμενο καὶ κηρύσσοντα δεκαπέντε καὶ πλέον αἱρέσεις), κινούμενοι στὸν χῶρο τῆς διανοητικῆς Θεολογίας καὶ ὄχι στὸν Ἁγιοπατερικὸ χῶρο τοῦ «λάλει Ἐκκλησία  μου καὶ ὁ δοῦλος σου (κληρικὸς ἢ λαϊκὸς) ἀκούει».

Εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἐν ταὐτῷ ἀντικανονικὸ ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ ἀποκαλῆ  ἀπερίφραστα τὸν Παπισμὸ «Ἐκκλησία», τὴν αἱρετικὴ αὐτὴ ὀργάνωση, ἡ ὁποία ἀπεκόπη γιὰ τὶς πολλές αἱρέσεις της ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν μια εκκλησια καὶ νὰ δηλώνη ὅτι ἀποσκοπεῖ νὰ «ἐπανεύρωμεν τὴν πλήρη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν κοινωνία».

   Δυστυχῶς, οἱ προαναφερθέντες δὲν ἔλαβαν ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ὁδό, τὴν ὁποία ὑποδεικνύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ μια εκκλησια, ποὺ εἶναι ἡ ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ἡ Θεανθρώπινη ὁδός. Δὲν ἐνήχησε στὰ ὦτα τους τὸ «ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», τὸ ὁποῖο δεσπόζει σὲ ὅλες τὶς Συνόδους, Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικές, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται «ἐν λόγῳ καὶ χρόνῳ» ἡ Θεανθρώπινη βούληση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

   Ἡ φωνὴ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀκούγεται καὶ πάλι τὶς θλιβερὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία αὐτὲς ἡμέρες: «Πάνυ με λυπεῖ ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καὶ φοβοῦμαι μή, κατὰ μικρὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 275).

   Πότε, λοιπόν, θὰ κατανοήση ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, οἱ περὶ αὐτὸν καὶ ὅλοι μας ὅτι ἡ πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι μαρτυρία ὑπακοῆς στὴν μία, Αγία, καθολική καὶ αποστολική εκκλησία, τὴν ορόοδοξο εκκλησία, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὑποταγῆς τῆς ἀτομικότητος στὴν κοινὴ μετοχὴ ὅλων τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, στὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια;

Συνεχίστε την ανάγνωση

Περί Νηπιοβαπτισμού

   Τις ημέρες που διανύουμε, η λογική και ο παραλογισμός δεν αποτελούν απολύτως διακεκριμένες έννοιες. Αιτία του τραγικού αυτού φαινομένου, είναι κατά την γνώμη μας η αποστασιοποίηση του συγχρόνου ανθρώπου από το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, και η προσκόλλησή του -στην καλύτερη περίπτωση- σε έναν άθεο ουμανισμό. Σύγχυση, ημιμάθεια, και συγκρητισμός οδηγούν τους συγχρόνους βεβαπτισμένους Χριστιανούς, σε άρνηση ακόμα και αυτών των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Σε αυτό το πλαίσιο διαβάσαμε προσφάτως στο διαδίκτυο και άρθρα που προέρχονται από ευρωπαϊκές ανθρωπιστικές οργανώσεις και διαβάλουν τον Νηπιοβαπτισμό, τον χαρακτηρίζουν αντιδημοκρατική πράξη και ζητούν την δια νόμου απαγόρευσή του. Σημειώνουν μάλιστα κάποιοι πονηροί από αυτούς, ότι και στην αρχαία Εκκλησία δεν υπήρχε νηπιοβαπτισμός. Βεβαίως αργότερα κάποιοι ομίλησαν περί υπερβολών που ποτέ δεν υποστηρίχθηκαν σοβαρά. Πιστεύουμε όμως ότι δεν επρόκειτο για κάποιο λάθος, αλλά για βολιδοσκόπιση των χριστιανών και των αντιδράσεών τους, (αλλά και για επηρεασμό αυτών δια μέσου των περί δημοκρατίας φληναφημάτων των συγκεκριμένων αρθρογράφων). Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω, δημοσιεύουμε κείμενο του αειμνήστου πατρός Αντωνίου Αλεβιζόπουλου για το θέμα του νηπιοβαπτισμού, προκειμένου να κατηχήσουμε και στηρίξουμε του Χριστιανούς μας.

   image

   Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όπου οι άνθρωποι εγίνοντο χριστιανοί ως μεμονωμένα άτομα, εβαπτίζοντο εις μεγάλη ηλικίαν, αφού προηγουμένως εκατηχούντο και επίστευαν εις τον Χριστόν. Δια τον σκοπόν αυτόν η Εκκλησία είχε σχηματίσει ιδιαιτέραν τάξιν, την τάξιν των Κατηχουμένων. Την τάξιν αυτήν διακρίνομεν και σήμερον εις την ορθόδοξον θείαν λειτουργίαν. Το πρώτο τμήμα της, το οποίον περιλαμβάνει τα “ειρηνικά”, τα αντίφωνα και τα αναγνώσματα και καταλήγει εις τας ευχάς υπέρ των κατηχουμένων, ονομάζεται λειτουργία των Κατηχουμένων. Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν βεβαίως ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν απεκλείοντο απο το ιερόν βάπτισμα τα μικρά παιδιά ή και αυτά ακόμα τα νήπια. Τούτο θα εσήμαινεν αποκλεισμόν των απο την σωτηρίαν. (Ιων.3,5). Ο ίδιος ο Χρισός εκάλεσε τα μικρά παιδιά, έβαλε τα χέρια Του επάνω των, τα ευλόγησε, τους μετέδωσε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και διεκήρυξε ότι εις αυτά ανήκει η Βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 19,14. Μαρκ.10,13-16. Λουκ. 18,15-17). Όταν προσήρχοντο εις την πίστιν ολόκληροι οικογένειαι, οι Απόστολοι εβάπτιζον όλα τα μέλη των, χωρίς διάκρισιν (Πραξ. 16,15. 33. Α΄Κορ. 1,15). Είναι επίσης χαρακτηριστικόν να αναφέρωμεν, ότι εις την Αγίαν Γραφήν παρουσιάζεται η περιτομή ως τύπος του βαπτίσματος (Κολ.2,11-12). Είναι δε γνωστόν, ότι η περιτομή εγένετο την ογδόην ημέραν μετά την γέννησιν του παιδιού.(Γεν. 17,12. Λευ. 12,3). Δι΄αυτόν τον λόγον φαίνεται ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν η συνηθισμένη πράξις ήτο ο νηπιοβαπτισμός, ενώ η αναβολή του βαπτίσματος είναι μεταγενεστέρα.

  Ο  Ειρηναίος (150 μ.Χ.) μαρτυρεί την  πράξιν αυτήν της Εκκλησίας, ενώ ο Άγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) παρατηρεί: “Αν ηλικιωμένοι άνθρωποι αξιούνται της χάριτος του βαπτίσματο, οι οποίοι προ του βαπτίσματος είχον περιπέσει εις μεγάλα εγκλήματα, πόσο μάλλον πρέπει να αξιώνται της χάριτος του βαπτίσματος τα παιδιά, τα οποία οικειοθελώς δεν ημάρτησαν, είναι δε μόνον μέτοχα του προπατορικού αμαρτήματος, ξένου προς την θέλησίν των”. Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει ότι πρέπει να βαπτίζωνται τα παιδιά εις νηπιακήν ηλικίαν, ώστε να αγιάζωνται και να καθιερώνονται από την βρεφικήν ηλικίαν.

   Αλλά θα ερωτήσει κανείς: ημπορεί το παιδί να κατανοήση το ιερόν μυστήριον; Εις το ερώτημα αυτό πρέπει να παρατηρήσωμεν, ότι η γνώσις του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την διανοητικήν ικανότητα του ανθρώπου, αλλά από την αγάπην του Θεού. “Δεν τον εζητήσαμεν, αλλά μας εζήτησε”, λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας και προσθέτει,  ότι το πρόβατον δεν εζήτησε τον ποιμένα, αλλά ο ποιμήν το πρόβατον. Ούτε η δραχμή τον οικοδεσπότην, αλλά ο οικοδεσπότης την δραχμήν. Το πάν προέρχεται απο τον Θεόν. Ο άνθρωπος δέχεται τας ενεργείας της χάριτος του Θεού, χωρίς να προβάλη συνειδητήν αντίδρασιν. Τούτο όμως γίνεται, και με το μικρόν παιδί και μάλιστα, κατά τρόπον καλύτερον, διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να προβάλη  συνειδητήν αντίδρασιν εις τη χάριν του Θεού. Βεβαίως η συνειδητή συμμετοχή του μικρού παιδιού και η αντιληπτική του ικανότης είναι μικροτέρα, αλλά τούτο δεν έχει σημασία όσον αφορά το αποτέλεσμα, διότι και εις τον μεγάλον η αντιληπτική ικανότης ευρίσκεται εις πλήρη δυσαναλογίαν σχετικώς με το ακατανόητον και άρρητον αποτέλεσμα του ιερού μυστηρίου. Αυτοί είναι οι λόγοι δια του οποίους η ορθόδοξος Εκκλησία βαπτίζει τα νήπια και πιστεύει ότι αυτή είναι η ορθή πράξις και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθ. 19,14-15). Είναι φανερόν ότι εις την περίπτωσιν του νηπιοβαπτισμού, την ευθύνην δια την κατήχησιν και τη αύξησιν εις την πίστιν του νέου μέλους της Εκκλησίας την φέρουν οι χριστιανοί γονείς και ο ανάδοχος…

ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟ

    Ο Άγιος Ειρηναίος(†202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι’ αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι’ αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τους έχοντας την ηλικίαν αυτήν…» (Ειρ.,MPL 7,784).

   Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων… μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε’ 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).

   Ο Άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί ότι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ’ 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;…Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι’ αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες»(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).

   Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, που γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ’ 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ’ 7) και υπογραμμίζει: «Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, που ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλοιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ’ 28, ΕΠΕ 4,339)… Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

 Όσοι καταδικάζουν τον νηπιοβαπτισμό, εμποδίζουν τα παιδιά από τον Χριστό και την βασιλεία του Θεού. Σύμφωνα με το πνεύμα της αντιρρήσεως περί νηπιοβαπτισμού, και προεκτείνοντας την λογική της συνέπεια στα άκρα, δεν θα έπρεπε κανείς να φέρνει στον κόσμο παιδιά, αφού δεν έχει εξασφαλίσει προηγουμένως την συγκατάθεσή τους. Η αντίρρησις μπορεί να προβληθή και για μια σειρά πράξεων των γονέων προς το παιδί από την απλή διατροφή, και το είδος της, την μέριμνα για την υγεία και τα εμβόλια, την αγωγή, την εκπαίδευση μέχρι τον οικονομικοκοινωνικό προσαναταλισμό, τον αριθμό των αδελφών του και τέλος, γιατί όχι, την κληρονομικότητά του.

Κάτω από το πνεύμα του “καλώς εννοουμένου συμφέροντος” τελείται και το βάπτισμα. Βαπτίζουμε το παιδί όχι από έλλειψη σεβασμού της ελευθερίας του, αλλά με σκοπό την διασφάλιση της ελευθερίας του και της σωτηρίας του. Τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα, όποιος δεν βαπτίσθηκε, δεν θα σωθεί. Οι ανάδοχοι αναπληρώνουν την πίστη και τη συνείδηση των παιδιών, γιατί πρέπει να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη του άλλου. “Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού” (Γαλ.ΣΤ΄2). Είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας και ο ένας αναπληρώνει τον άλλον.

Και έπειτα, ας υποθέσουμε ότι μερικά παιδιά δεν ζουν αρκετά ώστε να μεγαλώσουν. Τι θα συμβεί τότε, αφού δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς βάπτισμα; Πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε η χάρη του βαπτίσματος να ενεργεί σωστικά επάνω τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν, θα παρουσιαστούν η πίστη και η συνείδηση.

Και αν κανείς ιςχυριςθεί ότι παιδιά που βαπτίσθηκαν μικρά μπορεί αργότερα να διαφθαρούν – πράγμα που συμβαίνει – σημειώνομε ότι και όσοι βαπτίσθηκαν μεγάλοι μπορούν επίσης να διαφθαρούν.

Και αν επίσης ίσως ιςχυριστεί κανείς ότι δεν αναφέρεται ρητά στο Ευαγγέλιο ότι πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται μικρά, λέγομε: Η Αγία Γραφή δεν λέει καθαρά ότι πρέπει να βαπτίζουμε τα παιδιά μικρά, πολύ περισσότερο δεν λέει ότι δεν πρέπει. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας κηρύσσει ότι το βάπτισμα είναι υποχρεωτικό για όλους. Όποιος αντιτίθεται στο βάπτισμα των μικρών παιδιών έχει μεγάλη ευθύνη γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε τα λόγια του Χριστού “άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με” (Ματθ.ΙΘ΄14). “Πορευθέντες ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ πάντα τα έθνη, ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΕΣ αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν” (Ματθ.ΚΗ΄19-20).

Στο εδάφιο αυτό υπάρχει αντίθεσις μεταξύ του αορίστου χρόνου “μαθητεύσατε” και του ενεστώτος χρόνου “διδάσκοντες”. Η αντίθεσις αυτή δεικνύει, ότι εδώ το “μαθητεύω” δεν έχει την αυτήν σημασίαν με το “διδάσκω”. Άξιον παρατηρήσεως επίσης είναι, ότι προηγείται το “βαπτίζοντες” και έπετε το “διδάσκοντες”.
Και τούτο, όχι μόνον διότι χριστιανός γίνεται κάποιος δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, αλλά και διότι ο Κύριος αποβλέπει εις τα νήπια, τα οποία πρώτον βαπτίζονται και ύστερον διδάσκονται. Άξιον παρατηρήσεως και ότι αι μετοχαί του χωρίου τίθενται παραλλήλως και ασυνδέτως. Δεν λέγει δηλαδή “βαπτίζοντες και διδάσκοντες”, αλλά “βαπτίζοντες, διδάσκοντες”. Τούτο σημαίνει, ότι είτε το βάπτισμα ή η διδαχή πρέπει να εφαρμόζωνται αναλόγως της περιπτώσεως. Το βάπτισμα εις τα νήπια, η διδαχή εις τους μεγάλους (ακολουθουμένης βεβαίως υπό του βαπτίσματος).

Το “μαθητεύσατε” δεν έχει την έννοιαν της διδαχής, αλλά της ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΕΩΣ. Αυτό αποδεικνύεται από τα κάτωθι χωρία. Εκ του χωρίου Πράξ.ΙΔ΄21 “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΑΜΕΝΟΙ τε την πόλιν εκείνην και ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΝΤΕΣ ικανούς, υπέστρεψαν εις Λύστραν”. Δηλαδή “και αφού εκήρυξαν το ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ εις την πόλιν εκείνην και ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΑΝ αρκετούς, επέστρεψαν εις την Λύστραν”. Ότι το “μαθητεύσατε” σημαίνει “εκχριστιανίσατε” φαίνεται και εκ του ότι εις τας Πράξεις των Αποστόλων το “μαθητής” σημαίνει “πιστός”, “οπαδός του Χριστού”, “μέλος της Εκκλησίας”, “χριστιανός”. Ούτω εν Πραξ.Θ΄26 γράφεται: “Παραγενόμενος δε ο Σαύλος εις Ιερουσαλήμ επειράτο κολλάσθαι ΤΟΙΣ ΜΑΘΗΤΑΙΣ, και πάντες εφοβούντο αυτόν, μη πιστεύοντες ότι έστι ΜΑΘΗΤΗΣ”.

Πηγές: 1. nikodhmos2001/2008 

               2. Αλεβιζόπουλου: Η Ορθοδοξία μας

               3. Δικές μας παρεμβάσεις ( παράγραφοι ).

Συνεχίστε την ανάγνωση

H καύσις των νεκρών, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

    Ἐπειδή τελευταῖα πολύς λόγος γίνεται γιά τό θέμα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν καί γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου στήν πόλη τῶν Πατρῶν καί ἐπειδή οἱ πολίτες ἀπευθύνονται πρός τόν Μητροπολίτη καί τήν Ἐκκλησία γενικώτερα ὥστε νά γνωρίζουν ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος, σημειώνομε μέ πολλή ἀγάπη καί συνείδηση εὐθύνης ἔναντι τοῦ ποιμνίου μας τά ἑξῆς.

μητροπολιτης-πατρων   Ἡ Ἐκκλησία ἔχει συγκεκριμένη διδασκαλία περί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ, ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὁ σύνδεσμος σώματος καί ψυχῆς εἶναι ἱερός, ἡ ψυχή περιφρουρεῖται μέσα στό σῶμα τό ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει ναόν τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό τό σῶμα τό σεβόμαστε, δέν τό ρυπαίνομε, δέν τό χρησιμοποιοῦμε γιά ἡδονικές ἀπολαύσεις, δέν βιαιοπραγοῦμε ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁποιαδήποτε διαφορετική θεώρηση καί ἀντιμετώπιση τοῦ σώματος, θεωρεῖται ἀσέβεια πρός αὐτό καί βεβαίως πρός τόν Θεό.

Γι’ αὐτό καί τό φροντίζομε ὄχι μόνο ἁπλά ἰατρικά ἀλλά καί πνευματικά μέσα ἀπό τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Βάπτισμα – Εὐχέλαιο – Θεία Κοινωνία (μετοχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς).

    Ὅταν τό σῶμα χωρισθῇ ἀπό τήν ψυχή, δέν γίνεται πτῶμα, ὅπως συμβαίνει μέ τά ἄλογα ὄντα, ἀλλά γίνεται καί ὀνομάζεται λείψανο.

    Δέν καταστρέφεται τό σῶμα, δέν τυγχάνει βάναυσης συμπεριφορᾶς, δέν κακοποιεῖται, ἀλλά περιποιεῖται καί τίθεται στήν γῆ καί φυλάσσεται ἐκεῖ εἰς ἀνάστασιν.

    Ἀφήνομε τήν σοφία τοῦ Θεοῦ μετά ταῦτα νά ἀναλάβῃ τήν,  κατά τό πλέον φυσικό τρόπο, διάλυσή του ἀπό τήν ἴδια τήν φύση, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης δημιούργημα τοῦ Θεοῦ.

    Ἀπό αὐτήν τήν διάλυση τοῦ σώματος ἡ φύση ἀφήνει τά ὀστᾶ τά ὁποῖα φυλάσσονται ὡς λείψανα, στά κοιμητήρια καί ἐκεῖνα τῶν Ἁγίων στούς Ἱερούς Ναούς, πρός τιμήν καί προσκύνησιν ὑπό τῶν πιστῶν.

    Ὅταν λοιπόν ἡ ἴδια ἡ φύση μᾶς διδάσκει πάνω στό θέμα αὐτό γιατί ἐμεῖς καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή πού ἔχουν πληθυνθῆ οἱ φωνές γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς φύσεως τήν ὁποία ὁ Θεός ἐν σοφίᾳ ἐποίησεν καί τῆς φυσικῆς τάξεως, τότε γιατί ἐμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, θέλομε ὁπωσδήποτε νά ἐπέμβωμε βίαια καί καταστροφικά, τραγικά καί βάναυσα, ὥστε νά ἀφανίσωμε ὅτι καί ἡ αὐτή ἡ φύση σέβεται;

    Ἡ Ἐκκλησία μας ἀρνουμένη τήν καύση-ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν, δέν ἐπιμένει σέ μιά ἰδεολογία, ὅπως ἐκεῖνοι πού ὑποστηρίζουν καί νομοθετοῦν τήν ἀποτέφρωση, ἀλλά παραμένει ἀταλάντευτα στήν θεολογία περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί ἐμμένει στήν ἀπό αἰώνων παράδοση ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη) περί τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν κεκοιμημένων.

    Ἡ καύσηἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν δηλώνει τήν ἐμμονή στόν μηδενισμό, ἐνῶ ἡ ταφή μαρτυρεῖ τήν τιμή στό πρόσωπο, στόν κεκοιμημένο καί τήν ἀνάγκη διατηρήσεως τῆς ζωντανῆς σχέσεως μαζί του.

    Ἡ καύση δηλώνει μηδενιστική στάση ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου, τήν πορεία μιᾶς κοινωνίας πού θέλει τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου καί ἐν τέλει τήν ἐξαφάνισή της. Εἶναι υἱοθέτηση ,πανηγυρικῷ τῷ τρόπῳ, τῆς ἀθεΐας καί ἐπιμονή νά περάσουν τά μηνύματα τῆς ἀπαξίας περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Εἶναι σημεῖο ἐκπτώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς καταπτώσεως τῶν ἀξιῶν, τῆς ὑπάρξεως χωρίς σκοπό καί τῆς πορείας ἡ ὁποία θά καταλήξῃ μέ μαθηματική ἀκρίβεια στό φρικτό βάραθρο τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογοήτευσης.

    Αὐτή ἡ βίαιη ἐπέμβαση στό ἀνθρώπινο σῶμα, εἶναι φρικτή παρέμβαση στήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.

   Ἄν ἐπισταμένως μελετήσετε καί ἐνημερωθῆτε περί τοῦ τρόπου καύσεως καί ἀποτεφρώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος καί τῆς ὠμῆς καί φρικαλέας διαδικασίας ὥστε νά φθάσωμε στό ἐλάχιστο ὑπόλειμμα (τέφρα), ἄν παρακολουθήσετε σέ video τήν ὅλη διαδικασία, θά ἀρνηθῆτε ὁποιαδήποτε σκέψη θετική ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Οὐδείς πιστεύομε θά ἤθελε ἕνα ἀγαπημένο πρόσωπο νά ταλαιπωρηθῇ κατά ἕνα τρόπο τόσο ἄσπλαχνο καί φρικτό καί μετά τήν κοίμησή του. Ποιός θά ἄντεχε, ἀλήθεια, νά δῇ ὅ,τι δέν καίγεται ἀπό τό σῶμα ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός δικοῦ του ἀνθρώπου, νά συντρίβεται σέ εἰδικό μηχάνημα, νά θρυματίζεται, νά ροκανίζεται  γιά νά γίνῃ σκόνη; Ἀντέχεις νά βλέπῃς, τά ἐναπομείναντα ἀπό τήν καύση ὀστᾶ τοῦ πατέρα σου, τῆς μητέρας σου, τοῦ παιδιοῦ σου, νά τυγχάνουν αὐτῆς τῆς βάναυσης συμπεριφορᾶς καί μάλιστα μέ τήν δική σου θέληση, ἢ καί τήν δική του τήν ὁποία μπορεῖ νά ἔλαβε σέ στιγμές ὀδύνης, πόνου, ἀνθρώπινης ἀδυναμίας κ.λ.π.

  Ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται νά συναινέσῃ σέ μιά τέτοια θεώρηση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὄχι ἀπό ἰδιοτροπία ἤ ἰδεολογία, ἀλλά ἀπό σεβασμό στό ἀνθρώπινο σῶμα καί τιμή στό ἀνθρώπινο πρόσωπο.

   Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα εἶναι θησαυροί ἀτίμητοι καί αὐτά τοποθετεῖ στήν Ἁγία Τράπεζα ὅταν ἐγκαινιάζονται οἱ Ναοί.

    Προσκυνοῦμε τά ἅγια Λείψανα τά ὁποῖα εἶναι πνευματικοί ζωντανοί ὀργανισμοί καί φορεῖς τῆς θείας χάριτος καί γνωρίζομε ὅτι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν Ἱερῶν Λειψάνων θαύματα καί σημεῖα  ἐπιτελοῦνται.

    Ἀλήθεια τί θά ἦταν ἡ Πάτρα, χωρίς τήν Κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου;

  Τί θά ἦταν ἡ Ζάκυνθος χωρίς τό ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ἤ ἡ Κεφαλληνία χωρίς τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου καί ἡ Κέρκυρα χωρίς τόν, ἀγγέλοις αἰδέσιμο θησαυρό της, τό ἐπίσης ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος;

  Ἡ καύση- ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν δηλώνει τέλος τήν ἔλλειψη πίστεως στήν Ἀνάσταση.

    Ὡς ἐκ τούτου ἡ καύση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος δέν εἴναι σύμφωνη μέ τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας γιά λόγους, ἀνθρωπολογικούς, κανονικούς  καί βεβαίως θεολογικούς.

    Γιά τόν λόγο αὐτό ,γιά ὅποιον ἔχει ἐκπεφρασμένη τήν βούληση καί, ἀποδεδειγμένως καί οἰκοιοθελῶς ἔχει δηλώσει τήν ἐπιθυμία νά καῇ τό σῶμα του καί δηλώνει μέ τόν τρόπο αὐτό τήν αὐτονόμησή του ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν δυνάμεθα νά τελοῦμε τήν ἐξόδιο ἀκολουθία, οὔτε ἱερό μνημόσυνο.(βλ.σχετική ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπ ἀριθμ.2959, 29.10.2014.)

    Αὐτά ὡς πρός τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ δυνατότητα ἀποτέφρωσης στή χώρα μας, ἔχει κατοχυρωθῆ μέ εἰδικό νόμο, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε τόν δρόμο γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίων. Ἡ ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ νόμου προϋποθέτει τήν συμβατότητα τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Γι’ αὐτό ἀναφέραμε παραπάνω ὅτι ὅποιος ἐπιθυμεῖ τήν καύση αὐτονομεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία.

     Τό δικαίωμα τῆς ὅποιας Δημοτικῆς Ἀρχῆς νά θέσῃ πρός συζήτηση τό θέμα τῆς δημιουργίας ἀποτεφρωτηρίου δέν τό ἀμφισβητεῖ κανείς. Τό θέμα εἶναι ἄν ὑπάρχῃ λόγος νά γίνῃ αὐτή ἡ συζήτηση καί μάλιστα στήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο πού ἡ κοινωνία μας ἀντιμετωπίζει ποικίλα προβλήματα καί ὁ Λαός ἀναζητεῖ ἀπεγνωσμένα λύσεις γιά νά ζήσῃ καί ὄχι γιά νά καῇ.

     Τό μεγάλο, τό πολύ ὑψηλό ποσό πού ἀπαιτεῖται γιά τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου, θά ἠδύνατο νά χρησιμοποιηθῇ γιά τήν ὑποβοήθηση τῆς ζωῆς καί ὄχι πρός κατασκευή φρικαλέων ἀποτεφρωτηρίων.

   Μέ πολλή ἀγάπη, ὡς πνευματικός πατήρ καί Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως καί τῆς Μητροπόλεως τῶν Πατρῶν, ἐθέσαμε τό θέμα ἐπί θεολογικῶν βάσεων καί μέ ζέον τό ἐνδιαφέρον πρός τόν τόπο μας καί τούς ἀνθρώπους μας, ἐκφράζομε τήν ἄποψη καί θέση, ὅτι ὁ Λαός μας ἔχει ἄλλες ἀνάγκες καί οὐδέν ὄφελος θά ἀποκομίσῃ ἀπό τήν δημιουργία ἀποτεφρωτηρίου.

     Τέτοιες συζητήσεις καί ἐνέργειες στό συγκεκριμένο τόπο καί στήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο δυναμιτίζουν τήν ἡρεμία καί δροῦν ἐναντίον τῆς ἑνότητος.

     Στό Δημοτικό Συμβούλιο δύναται νά συζητηθῆ ὁποιοδήποτε θέμα. Ἐπίσης ὁ κάθε πολίτης ὡς μέλος ἐνεργό τῆς κοινωνίας ἐκφέρη τήν ἂποψή του. Πόσο μάλλον ὁ Μητροπολίτης.

    Βεβαίως ἀπό τήν συζήτηση καί τήν ὅποια στάση τῶν προσώπων πού θά ἀποφασίσουν, μέχρι τήν ὑλοποίηση, ὑπάρχει ἕνας πολύ μακρύς καί δύσκολος δρόμος, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται χωροθέτησις, οἰκονομικοτεχνική μελέτη, ἐξεύρεση τῶν πόρων κ.λ.π.

   Ἐπιθυμοῦμε, ὅμως νά θέσωμε καί μιά ἄλλη παράμετρο τοῦ θέματος. Πόσοι ἐκφράζουν τήν θέληση νά καοῦν; Ἄς μιλήσω σέ τοπικό ἐπίπεδο. Κατά τά 11 χρόνια τῆς διαποιμάνσεως, ὑπό τῆς ἐλαχιστότητός μου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, μετρημένοι στά δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός κατέληξαν στό ἀποτεφρωτήριο καί ἀπό ὅσο δυνάμεθα νά γνωρίζωμε κάποιοι χωρίς τήν ἰδικήν τους θέληση παρά μόνο μέ τήν ἐπίμονη καί παράλογη θέληση τῶν οἰκείων των.

  Ἡ πόλη μας ἔχει πολλούς τομεῖς, πού μᾶς περιμένουν ὅλους, νά ἐργαστοῦμε γιά τήν ζωή καί ὄχι γιά τόν θάνατο. Ἄς ἑνώσουμε λοιπόν, τίς δυνάμεις μας γιά νά δῇ αὐτός ὁ τόπος καλύτερες ἡμέρες καί νά βρῇ τόν δρόμο του καί τήν ὑγειά του.

Ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος      

                                                                                                                      Πάτρα, 19 Ιανουαρίου 2016

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Αναγνώρισις Αγίων στην Ορθόδοξη Παράδοση

Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Μεταλληνού, ομοτίμου καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ αθρόα (1) κατάταξη νέων Αγίων στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και στην Εκκλησία της Ρωσίας, προκάλεσε τις επόμενες σκέψεις πάνω σε μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας της «αναγνωρίσεως» Αγίων στην ορθόδοξη παράδοση.

image

    1.Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΑΤΕΡΙΚΗ παράδοση, αποδίδει τον χαρακτηρισμό του Αγίου (2) στα πρόσωπα εκείνα, τα οποία έχουν φθάσει στη θέωση και συνιστούν τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τιμούμε τους Αγίους «ως ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον και τη τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, όπερ αυτός εστί φύσει». Άγιοι είναι «οι έμψυχοι ναοί τού Θεού, τα έμψυχα του Θεού σκηνώματα», διότι «διά τού νού τοίς σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» (3).

Ένα από τα περισσότερο ανησυχητικά συμπτώματα της εποχής μας -καρπός της μακράς αλλοιώσεως των θεολογικών μας κριτηρίων- είναι η θεώρηση της σωτηρίας, και συνεπώς και της αγιότητας, σε πλαίσια ηθικά, στα όρια της ηθικής προσπάθειας και βελτιώσεως του ανθρώπου. Λόγω της βαθμιαίας επικρατήσεως ουμανιστικών και ηθικολογικών κριτηρίων νοείται και η θέωση ως ηθικό και όχι οντολογικό γεγονός, δηλαδή ως «κατά χάριν» αλλοίωση της φύσεως και σύνολης της υπάρξεως του ανθρώπου.

Κατά την ορθόδοξη, όμως, παράδοση «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντας αυτής «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους […] , καίτοι διά την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότας» (4).

Διά της θεώσεως, της εν χάριτι ενώσεως με τον Θεό, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «όλος εν όλοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Αγιοι τώ Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» (5).

Η απώλεια όμως ή αδρανοποίηση των ησυχαστικών κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρεταλογία (6).

2. Έχει ήδη τεκμηριωμένα αποσαφηνισθεί, ότι στην ορθόδοξη παράδοση «η αναγνώρισις των υπό τού Θεού δεδοξασμένων προσώπων, των ευαρεστησάντων αυτώ και η κατάταξις αυτών εις τον χορόν των Αγίων εγίνετο, γίνεται και οφείλει να γίνεται […] υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων τε και ποιμαινομένων άνευ άλλης πρωτοβουλίας και επισήμου επεμβάσεως της εκκλησιαστικής αρχής» (7).

Είναι, όμως, εξ ίσου γεγονός, ότι η αυθόρμητη και σύσσωμη αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε στην καλή φήμη ή την ηθικότητα, αλλά σε απτά και αισθητά μαρτύρια, τεκμηριωμένα δηλαδή και άνωθεν προερχόμενα δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως.

Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ αμάρτυρον επί γής αφίησι την αλήθειαν αυτού»(8) (Πρβ. Πράξ. ιδʹ 17).

Τόσο δε ο Βούλγαρις, όσο και άλλοι πριν από αυτόν θεολόγοι της Εκκλησίας μας, προκειμένου περί της αναγνωρίσεως Αγίων επικαλούνται τον λόγο του Απ. Παύλου: «ου γάρ ο εαυτόν συνιστών εκείνος εστίν δόκιμος, αλλ’ ον ο Κύριος συνίστησι» (Βʹ Κορ. ιʹ 18).

Σύμφωνα με τη μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, οι Άγιοι δεν αναγνωρίζονται με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά κατόπιν της φανερώσεως της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία.

Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος σε ειδική μελέτη του (9) έχει συνοψίσει τις καθιερωμένες στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέσεις αναγνωρίσεως των Αγίων, οι οποίες είναι:

α) Η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας («διά του αγίου βαπτίσματος»),

β) το μαρτύριον υπέρ της χριστιανικής πίστεως,

γ) ο άγιος κατά πάντα βίος,

δ) «εξέχουσαι όλως υπηρεσίαι προς την χριστιανικήν θρησκείαν και την Εκκλησίαν» (π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος) και

ε) «η μαρτυρία διενεργηθέντων και διενεργουμένων θαυμάτων υπό του Θεού τη μεσιτεία τού αγίου προσώπου, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον» (10).

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό όλων των περιπτώσεων αναγνωρίσεως Αγίων στις τελευταίες δεκαετίες.

Ήδη, όμως, ο Ευγένιος Βούλγαρις έθεσε το ζήτημα, αν τα κριτήρια παλαιοτέρων εποχών είναι δυνατόν να εφαρμόζονται αμετάβλητα στους νεωτέρους. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθουμε.

Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι πέρα από την περίπτωση του όντως (11) «υπέρ Χριστού» μαρτυρίου, το οποίο συνιστά καθ’ αυτό φανέρωση της θεώσεως, «ο άγιος κατά πάντα βίος» ως στοιχείο αγιότητας μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο με τη μαρτυρία εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται στην κατάσταση αγιοπνευματικού φωτισμού, διότι «ο πνευματικός ανακρίνει τα πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται» (Αʹ Κορ. βʹ 14).

Οι «πνευματικοί», οι έχοντες δηλαδή τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έχουν τη δύναμη να διακρίνουν τους πνευματοφόρους και συνεπώς να διαπιστώσουν την αγιότητα της καρδίας (12), και δεν αρκεί γι’ αυτό η απλή εξωτερική εκτίμηση ή η λαϊκή, με τη σύγχρονη αντίληψη, ετυμηγορία.

Το περισσότερο, όμως, αδύνατο, αλλά συνάμα και επικίνδυνο, κριτήριο στην αναγνώριση της αγιότητος είναι οι «εξέχουσες υπηρεσίες» προς την Εκκλησία, το οποίο είναι δυνατόν, ερμηνευόμενο κατάλληλα, να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. Η επιμονή της Ελλαδικής και Κυπριακής Εκκλησίας να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ Μαρτύρων της Πίστεως και Εθνομαρτύρων (13) είναι επιβεβαίωση των υπερβολών ή και καταχρήσεων, στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή αυτού τού κριτηρίου, υπερτονιζομένου μάλιστα εις βάρος των άλλων.

3. ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ, συνεχής και αμετάβλητη, συνείδηση είναι, ότι η αγιότητα αναγνωρίζεται με βάση τη φανέρωσή της από τον ίδιο τον Θεό, μέσω της διενεργείας (αυθεντικών) θαυμάτων.

Αυτό το κριτήριο είναι εκκλησιαστικά το ασφαλέστερο και επικρατέστερο στον χώρο της ορθόδοξης Αγιολογίας. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669) (14) παραδίδει συνοπτικά τη σχετική εκκλησιαστική εμπειρία.

«Τρία θεωρούνται -γράφει- μαρτυρούντα την (υπογράμμιση δική μας) εν ανθρώποις αγιότητα· πρώτον ορθοδοξία άμωμος· αρετών κατόρθωσις απασών, εν αίς έπεται η περί την πίστιν μέχρις αίματος προς την αμαρτίαν αντικατάστασις και, τέλος, η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών και θαυμάτων. Το πρώτόν εστι και εις σωτηρίαν αναγκαιότατον. Το δεύτερον εις αγιωσύνης χαρακτήρα. Αλλά και το τρίτον αναγκαιότατον καυτόν εις απόδειξιν» (15).

Το κείμενο αυτό, γραμμένο μετά από δεδομένη δυτική πρόκληση και διεπόμενο από τη σαφή βούληση να διασταλεί η ορθόδοξη πράξη από τη δυτική παραχάραξη, είναι σημαντικότατο για τη θεολογική πληρότητα και σαφήνειά του. Διαφοροποιεί αφενός την αληθή από την υποτιθεμένη («σεσοφισμένη», πρβ. Βʹ Πέτρου αʹ 16) αγιότητα και αφετέρου εντοπίζει την πιστοποίηση της αγιότητος στη θεία και όχι στην ανθρώπινη πλευρά. Προϋποθέτοντας τη διατύπωση αυτή του Πατριάρχου Νεκταρίου, επανέρχεται στο θέμα ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809), δίδοντας κατά τη γνώμη μας την τελική διατύπωση της εκκλησιαστικής πράξεως στο Νέον Μαρτυρολόγιόν του.

«Είναι γνώμη -γράφει- των διδασκάλων της Εκκλησίας μας, ότι των μεν Οσίων τα λείψανα δεν προσκυνούνται ως άγια, αν ο Θεός δεν αποδείξη δι αυτών θαύματα, ή το ολιγώτερον τα τιμήση διά της ευωδίας με το να μην είναι αποδεδειγμένα εις τους ανθρώπους η εν κρυπτώ πίστις και αγάπη αυτών εις τον Θεόν».

Είναι η τοποθέτηση τού Αγίου στο παραπάνω κριτήριο του «αγίου κατά πάντα βίου». Συνεχίζει όμως:

«Των δε Μαρτύρων τα λείψανα προσκυνούνται ως άγια και χωρίς θαυμάτων και ευωδίας (16), με το να γίνεται φανερά εις όλους διά της εμπράκτου αποδείξεως του μαρτυρίου η εις Θεόν τελεία αγάπη αυτών· των οποίων τούτων προηγουμένως, και φανερώς ευρισκομένων εις τους Μάρτυρας, ως παρακολουθήματα είναι πλέον τα θαύματα, και σχεδόν λογίζονται, όσον εις απόδειξιν, περιττά»  (17).

Δεν παύουν, δηλαδή, τα θαύματα να θεωρούνται άμεσα συνδεδεμένα με την αγιότητα, μολονότι στην περίπτωση της τιμής των Μαρτύρων δεν έχουν πρωταρχική αποδεικτική σημασία («σχεδόν περιττά»), αφού το μαρτύριο καθ’ αυτό συνιστά βεβαίωση του γεγονότος της θεώσεως (18).

Άλλωστε, τα αληθή λείψανα των όντως Αγίων συνιστούν μόνιμο θαύμα, με την υπέρβαση της φυσικής φθοράς και την αναστολή της φυσικής διαλύσεως του κυτταρικού συστήματος (19).

4. Η ΠΡΟΤΑΞΗ και έξαρση της «παρά θεού δόξης» στη φανέρωση της αγιότητας, συνιστά συνεχή παράδοση της Εκκλησίας μας, εκφραζομένη διαχρονικά στη θεολογική της γραμματεία. Θα περιορισθούμε σε χαρακτηριστικά δείγματα:

α) Ο ιστορικός Σωκράτης (5ος αι.), αναφερόμενος στην αγιότητα του Τριμυθούντος Σπυρίδωνος, παρατηρεί:

«… Ού την αρετήν επιδείξαι, την έτι κρατούσαν περί αυτού φήμην αρκείν ηγούμαι, την δε δι’ αυτού γενομένην, τα μέν πλείστα, ώς γεεικός, οι επιχώριοι ίσασιν».

Αλλά και για τον άγιο Δονάτο της Ευροίας Ηπείρου γράφει: «…ώ δή πολλά τε και άλλα τεθαυματουργήσθαι μαρτυρούσιν οι επιχώριοι» (20).

β) Η πράξη αυτή, που ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο στά χρόνια της Εικονομαχίας (21), συνεχίζεται στους μεταγενέστερους αιώνες.

Έτσι, στην περίπτωση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, η εις Αγιον αναγνώρισή του δεν περιορίζεται στη θαυμαστή θεολογική προσφορά του ή στην ασκητική βιοτή του, αλλά συγκεκριμένα στα θαύματά του.

Σημειώνει ο μαθητής και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος (Οικουμενικός Πατριάρχης, 1354/55, 1364/70):

«…Και στέργω και τιμώ τούτον ως άγιον από των θαυμάτων αυτού, ά μετά την ενθέδε προς Θεόν εκδημίαν ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον» (22).

γ) Αλλά και μετά την Άλωση συνεχίζεται η ίδια στάση. Παρατηρείται δε επίταση της εμφάσεως στο κριτήριο των θαυμάτων. Έτσι, στην περίπτωση της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, η πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεως της εκκλησιαστικής τιμής της σημειώνει:

«Επειδή της ημών μετριότητος συνοδικώς προκαθημένης εδηλώθη ασφαλώς, ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης […] ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοίς προσιούσιν ασθενέσι τε και δεομένοις θεραπείας την ίασιν δίδωσιν […] , έδοξεν ημίν…» (23).

Για τον άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας, η πατριαρχική πράξη παρατηρεί:

«Και εν τοίς καθ’ ημάς χρόνοις ευδόκησεν ο Θεός, οσίως θεαρέστως βιώσαντα τον […] θείον Γεράσιμον, τύπον γενέσθαι του κατά Χριστόν πολιτεύματος και θείας αρετής χαρακτήρα, ούπερ αι εν βίω αρεταί τε και κατορθώματα, ου μόνον υπ’ ανθρώπων θαυμάζονται και πανταχού κηρύττονται παρά των ειδότων, αλλά και υπό Θεού πολλώ μάλλον επιβεβαιούνται και επισφραγίζονται καθ’ εκάστην τοίς θαύμασιν, όσα εις ωφέλειαν των δεομένων και καταφυγόντων εις το θείον αυτού τέμενος η μεγαλόδωρος του αγαθαρχικού Πνεύματος απεργάζεται χάρις…» (24).

Το ίδιο ίσχυσε και στην περίπτωση του αγίου Διονυσίου Ζακύνθου (25).

δ) Για να έλθουμε δε στην εποχή μας, στην πατριαρχική πράξη ανακηρύξεως του αγίου Νεκταρίου Αιγίνης, δηλώνεται μεταξύ των άλλων:

«…και ζών δε και μετά θάνατον του χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς…». Καί: «…υπόψιν λαβόντες τον άγιον βίον και την αγίαν τελευτήν του Οσίου τούτου ανδρός, άμα δε και τα δι αυτού ενεργηθέντα και νύν δ’ έτι ενεργούμενα θαύματα» (26).

Γιά τον όσιο Ευγένιο τον Αιτωλό (1982), η πατριαρχική πράξη αιτιολογεί ως εξής την απόφασή της: «…πολλά δείγματα οσιότητος παρασχών» και «επιδόντες προς την οσίαν και θεάρεστον βιοτήν πολιτείαν και τας εξαιρέτους υπηρεσίας αυτού προς την Μητέρα Εκκλησίαν και την Ορθοδοξίαν» (27).

Είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, στις οποίες ο λόγος δεν είναι περί θαυμάτων, αλλά περί των υπηρεσιών προς την Εκκλησία. Βέβαια, το περιεχόμενο αυτών των υπηρεσιών πρέπει να σχετίζεται με την παρατήρηση τού ιδίου κειμένου: «συντελέσας τα μάλιστα εν τη αναδείξει πολλών νεομαρτύρων» (28).

Πολύ όμως περισσότερο από τις αποδείξεις των «επιστημόνων» τις οποίες επικαλείται η εξ Ελλάδος «γνωμοδότησις» (29), ισχύει, πιστεύουμε, η μαρτυρία του μοναχού και μαθητού εν ασκήσει τού Οσίου, Αναστασίου Γορδίου: «εγώ δε και προορατικού τούτον ισχυρισαίμην αν μετέχειν χαρίσματος» (30), η οποία όμως παραδόξως απουσιάζει από το πατριαρχικό κείμενο. Η ίδια έμφαση δίνεται στα θαύματα και στην περίπτωση του αγίου Παναγή (Μπασιά) (31), τού αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης (32), αλλά και του αγίου Μαξίμου του Γραικού, για τον οποίο το σχετικό έγγραφο-πρόταση του μακαριστού Άρτης Ιγνατίου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σημειώνει: «ανεδείχθη ομολογητής και εδοξάσθη εν θαύμασιν» (33).

5. ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ της παροχής «εξεχουσών υπηρεσιών» προς την Εκκλησία δεν απομονώνεται ποτέ στην εκκλησιαστική πράξη. Αυτό αποδεικνύει το ασίγητο στόμα της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, η ορθόδοξη Λατρεία.

Αντίθετα, και στην περίπτωση αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση δεν παύει να αναζητεί την άνωθεν επιβεβαίωση της αγιότητας τού συγκεκριμένου προσώπου. Η χαρακτηριστικότερη παρόμοια περίπτωση είναι ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την υμνογραφία της εορτής του, εκείνο που ουσιαστικά βάρυνε την κατάταξή του μεταξύ των Αγίων είναι η θεοπτική του εμπειρία (το όραμα τού σταυρού), η οποία δήλωνε την εκ μέρους τού Θεού εκλογή του:

«τύπον σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας…, όθεν δεξάμενος την γνώσιν τού Πνεύματος». Καί «ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος».

Παράλληλα δε προβάλλονται και τα απτά τεκμήρια της αγιότητός του: «ού η λάρναξ ιάσεις βρύει» (34).

Ανάλογα ισχύουν και για την αγία Θεοδώρα, σύζυγο του αυτοκράτορος Θεοφίλου, της οποίας το άφθαρτο ιερό λείψανο είναι τεθησαυρισμένο στον μητροπολιτικό Ναό της Κερκύρας. Η ένταξή της στον χορό των Αγίων δεν στηρίζεται μόνο στη σημαντική φιλορθόδοξη ενέργειά της τού 843, ούτε στα οσιακά τέλη της, αλλά και στην ενοικούσα στο ιερό λείψανό της χάρη, φανέρωση της οποίας είναι η αφθαρσία και τα θαύματά του: «η θήκη, θεόστεπτε, των σών αγίων λειψάνων, πλήρης ούσα χάριτος, καταφλέγει δαίμονας» (35). σημειώνεται στην ακολουθία της.

Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι η πίστη στη φανέρωση της αγιότητας μέσω των θαυμάτων έχει αναπτύξει ιστορικά μια σθεναρά δυναμική στον χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας, η οποία, ως γνωστόν, διασώζει αποτυπωμένα στην ιστορική της μνήμη, αλλά και στις πρακτικές της, πολλά ησυχαστικά στοιχεία. Είναι, έτσι, ευρύτατα διαδεδομένη στον ορθόδοξο λαό η πίστη, ότι «ο Άγιος, αν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται».

Πρόκειται για παροιμία, η οποία σε διάφορες παραλλαγές απαντά -τόσο στην κυριολεκτική όσο και μεταφορική της σημασία- όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στους άλλους ορθοδόξους λαούς, όπως ακόμη και στη Δύση, κάτι που βεβαιώνει την αρχαιότητα αυτής της πεποιθήσεως και το βαθύρριζό της (36).

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, θα παρατηρήσουμε ότι η αισθητή αλλοίωση των εκκλησιαστικών κριτηρίων στους τελευταίους αιώνες, λόγω των συνεχών και ισχυρών έξωθεν επιρροών, δικαιώνει τη στάση τού Ιεροσολύμων Νεκταρίου στο θέμα της αναγνωρίσεως της αγιότητας. Η θεολογική δε τοποθέτησή του βρίσκει και την απόλυτη κατάφαση τού μεγάλου Ευγενίου Βουλγάρεως.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδοχή της αγιότητας θεωρούν και οι δύο τα θαύματα, «την των σημείων επίδειξιν», εξηγούν δε τον λόγο:

«Καίτοι τοίς πάλαι, ειλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, ου πάνυ τούτο αντεξητάζετο, αλλά τοίς καθ ημάς χρόνοις της πονηρίας, ήδη και τα θαύματα παραπλαττούσης και τας αρετάς τη υποκρίσει μάλλον κιβδηλευούσης, και λίαν θηρεύομέν τε και απαιτούμεν και εις κρίσιν καλούμεν» (37).

Με βάση δε αυτή την προϋπόθεση -κυρίως- τόσο ο Πατριάρχης Νεκτάριος, όσο και ο Βούλγαρις, απορρίπτουν τα δυτικά λείψανα, αρνούμενοι συνάμα την ύπαρξη αληθινής αγιότητας στη Δύση μετά το σχίσμα. Αυτό, όμως, τι άλλο σημαίνει παρά άρνηση της δυνατότητας υπάρξεως αγιότητας εκεί, όπου χάνονται τα ορθά κριτήριά της, ο αγιοπνευματικός φωτισμός και η θέωση;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Κατά την τελευταία τριετία αναγνωρίσθηκαν ως Άγιοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Παναγής (Μπασιάς) (4.2.1986), Αρσένιος ο Καππαδόκης (11.2.1986), Μάξιμος ο Γραικός (31.5.1988), ο Ευστάθιος και ο Συμεών, Αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης (10.6.1988), έχουν δε υποβληθεί προτάσεις για νέες ανακηρύξεις (ως π.χ. τού οσίου Σάββα τού εν Καλύμνω ασκήσαντος). Εννέα νέους Αγίους κατέταξε στο Αγιολόγιό της η Ρωσική Εκκλησία (1988), με την ευκαιρία τού εορτασμού της χιλιετηρίδος της εισόδου της στην Ορθοδοξία. Βλ. Information aus der Orthodoxen Kirche, Sondernummer 11.1988. Celebration of the Millennium of the Baptism of Russ. Στις σσ. 124-129: Brief lives of the Saints canonized by the Local Council of the Russian Orthodox Church of 1988. Οι νέοι Άγιοι και οι λόγοι της ανακηρύξεώς τους είναι:

α) Ο μέγας πρίγκηπας Δημήτριος Ντονσκόϊ (1350-1389) («is glorified as a national Saint in recognition of his services to the Church and the Nation»).

β) Αντρέϊ Ρουμπλιώφ (1360-1400) («…in recognition of his saintly life, witnessed by his contemporaries and his feat of icon-painting,through which he proclaims to men to the day the truth…»).

γ) Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) («…in recognition of his saintly life and miracles worked by him»).

δ) Μητροπολίτης Μακάριος (1482-1563) («…in recognition of his saintly life witnessed by many of his contemporaries, his gift of prophetic vision and great services for the Russian Church»).

ε) Αρχιμανδρίτης Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) («…for his holy, ascetic life, as a great man of prayer and teacher of the Jesus prayer, who revived in modern monasticism the salvific feat of the starchestvo and as a religious writer, who painted out in his works the path of spiritual rebirth for all seeking salvation»).

στ΄) Ξένη Γρηγορίεβα [Γρηγορίεβνα] (1732- αρχές τού 19ου αι.) («…the light of christian love that was kindled by the blessed ascetic life during her earthly life is shining ever more radiantly to us after demise»).

ζ) Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ (1807-1867) («…for the sanctity of his life, which is revealed in his works written in the spirit of truly orthodox patristic tradition»).

η) Στάρετς Αμβρόσιος (1812-1891) («for the holiness of his life, which was manifest in efficatious love of his fellow man, humility, sagacity and miracle-working, and also for the profound veneration of him by the orthodox people»).

θ) Θεοφάνης Γουόροφ [Γκόβορωφ] (1815-1894) («…as an ascetic of the faith and piety, who laboured extensively and expounding in his works the christians path to eternal life»). Τη διαδικασία της ανακηρύξεως των νέων Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας ελέγχει έμμεσα ο καθηγητής κ. Ευάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «Εκκλησία» (αρ. 14/1.10,1988, σ. 515, σημ. 51. Πρβλ. περιοδικό «Επίσκεψις» αρ. 398/10.5.1988, σ. 8). Αντιρρήσεις όχι μόνο για την τηρηθείσα διαδικασία, αλλά και για την αγιότητα μερικών από τους νέους Αγίους, διατυπώθηκαν σε ελληνικά θρησκευτικά έντυπα, όπως εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» (αρ.794/17.6.1988). Ο θεολόγος Αθαν. Σακαρέλλος σε άρθρο του μιλεί για «προσπάθεια εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης» και κριτήρια «ελάχιστα θεολογικά». Επίσης για «σκοπιμότητα» και «νόθευση τού Αγιολογίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

  1. Για τη σημασία τού όρου «Άγιος» στην αρχαία Εκκλησία βλ. H. Delehaye, Sanctus, Bruxelles 1927. M. R. Asting, Die Heiligkeit im Urchristentum, Gottingen 1930, σ.202 ε. Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Αθήναι 1955, σ. 6 ε., όπου και βιβλιογραφία. Γιά τα ευρύτερα προβλήματα της ανακηρύξεως Αγίων βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις κατά της τιμής των Αγίων εν τή αρχαία Εκκλησία και τα αίτια αυτών, Αθήναι 1956.
  2. Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δʹ (15) 88, P.G. 94, 1164B-1168C.
  3. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, P.G. 91, 1144ΑΒ. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 31.
  4. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 27.
  5. Πρβ. Ιω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 25.
  6. Αμ. Αλιβιζάτου, Η αναγνώρισις των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Θεολογία» ΙΘʹ (1941-48), σ. 44. Πρβλ. και σ. 36: «Σύσσωμος η Εκκλησία, κλήρος και λαός, εν αδιασπάστω ομοφωνία και άνευ τυπικών και οργανωτικών πράξεων, ανεγνώριζον την αγιότητα των τιμωμένων, η δε πάνδημος αύτη αναγνώρισις απετέλει οιονεί και την επικυρωτικήν και καθιερωτικήν πράξιν της των μαρτύρων και αγίων εν τη Εκκλησία ανακηρύξεως». Πρβ. παρουσίαση τού ίδιου θέματος στου Χρυσ. Παπαδοπούλου, Περί της ανακηρύξεως Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία» ΙΒʹ (1934), σ. 331-335 και Μητροπολίτου Δέρκων Κωνσταντίνου (Χαρισιάδου), Η αναγνώρισις Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία κατά την τάξιν τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, «Επιστημονική παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης», τόμ. Αʹ, Αθήναι 1987, σ. 225-241. Πέρα από την παλαιότερη βιβλιογρφία, που δίνει ο Αλιβιζάτος, βλ. και Μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου, Περί αναγνωρίσεως των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, «Θεολογία» ΚΖʹ (1956), σ. 609-615.
  7. Βλ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως προς Πέτρον τον Κλαίρκιον, Περί των μετά το σχίσμα Αγίων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και των γινομένων εν αυτή Θαυμάτων, Αθήνησι 1844, σ. 6.
  8. Βλ. παραπάνω, σημ. 7.
  9. Οπ. π., σ. 45/6.
  10. Για το μη αποδεκτό από Εκκλησία μαρτύριο των αιρετικών και ως ψευδές θεωρούμενο βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις…, όπ. π., σ. 22 ε.ε.
  11. Πρβ. Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλίαι πνευματικαί 50, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Θεσσαλονίκη 1985 (εκδ. Νικ. Τσιομεσίδη). Ομιλ. Θʹ, 8, σ. 166: «Ο πνευματικός πάντας ανθρώπους ανακρίνει κατά το γεγραμμένον, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί και που έστηκε και εν ποίοις μέτροις εστίν. Αυτόν δε ουδείς ανθρώπων των εχόντων το πνεύμα τού κόσμου γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιον της θεότητος πνεύμα γιγνώσκει τον όμοιον…».
  12. Βλ. σχετικά με το θέμα αυτό στού Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Οι Νεομάρτυρες και το δούλον Γένος, Αθήναι 1974, σ. 24 ε.ε. Για τον ευρύτατο περί Νεομαρτύρων προβληματισμό βλ. στά «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου», εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986) Θεσσαλονίκη 1988.
  13. Βλ. για το πρόσωπο, το άρθρο τού Ν.Ε. Τ(ζιράκη), στή Θ.Η.Ε., τόμ. Αʹ (1966), στ. 396/7.
  14. Πρός τας προσκομισθείσας θέσεις παρά των εν Ιεροσολύμοις φρατόρων διά Πέτρου τού αυτών μαίστορος, Περί της αρχής τού Πάπα αντίρρησις, Ιάσιον 1682, σ. 201 ε., 209 ε. Πρβ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως…, όπ. π., σ. 20 ε., 112 ε.
  15. Πρβ. το μελέτημα τού Αθαν. Παρίου, Περί Νεομαρτύρων: Ότι είναι Άγιοι και πρέπει να τιμώνται ως τοιούτοι, πριν ή εκδοθεί επικυρωτική απόφανσις της Διοικούσης Εκκλησίας.
  16. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Αθήναι 1963, σ. 24 σημ.
  17. Βλ. στου Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων…, όπ. π., σ. 9 ε.
  18. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά. Ομιλία ΚΕʹ, τή Κυριακή των αγίων Πάντων, παρ. 6: «τις λόγος αξίως εξείποι την εν ταίς σοροίς των αγίων και τοίς λειψάνοις των οστών παρά Θεού δόξαν, παντί χρόνω συμπαρατεινομένων, την αναδιδομένην εκ τούτων ιεράν ευωδίαν, τα πηγάζοντα μύρα, τα χαρίσματα των ιαμάτων, τα ενεργήματα των δυνάμεων, τας πολυειδείς και σωτηρίους ημίν εν τοιούτοις επιφανείας;». (Απαντα τα έργα, έκδ. Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1985, τόμ. 10, σ. 134). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίνει τή Θεολογική ερμηνεία της θαυματουργίας των ιερών λειψάνων με τον ακόλουθο τρόπο: «Καθάπερ γάρ κοινή εστί σώματος και ψυχής η τού ενανθρωπήσαντος Λόγου τού Θεού θεότης, διά μέσης ψυχής θεώσασα την σάρκα, ως και Θεού έργα εκτελείσθαι δι αυτής, ούτως επί των πνευματικών ανδρών η τού Πνεύματος χάρις, διά μέσης ψυχής προς το σώμα διαπορθμευομένη, πάσχειν και αυτώ τα θεία δίδωσι και μακαρίως συμπάσχειν τή ψυχή τα θεία πεπονθυία… Προελθόν ούν εις την μακαρίαν ταύτην εντελέχειαν και σώμα θεουργεί… ού τεκμήριον εναργές αι των αγίων θαυματοποιοί σοροί».

(Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 2, 12).

  1. Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΑʹ, P.G. 67, 885 και Ζʹ P.G. 67, 1497.
  2. Βλ. τα Πρακτικά τού J.D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio, τόμ. 12 και 13 (Graz 1960).
  3. «Τόμος Συνοδικός» ανακηρύξεως σε άγιο Γρηγορίου τού Παλαμά, P.G. 151, 711. Πρβ. Φιλοθέου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών

Γρηγόριον, Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν, P.G. 151, 648/9.

  1. Βλ Τζέρπου, Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Παρακλητικός Κανών, Βίος και έργον, Αθήναι 19882, σ. 10.
  2. Πρωτοπρ. Κων. Γ. Γκέλη, Ο Αγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας, Αθήναι 19782, σ. 113-4. Πρβ. σ. 110.
  3. Το λείψανόν του «πνέον υπερφυούς ευωδίας και μύρα βλύζον ιαματικά και σωτήρια». Η πατριαρχική πράξη μιλεί περί «ανδρός τα μάλιστα κατ αρετήν πολλούς των πρότερον διαπρεψάντων υπερελάσαντος και θείων δωρεών δαψιλεία

χάριτος ευπορήσαντος, το τε διορατικόν χάρισμα εκ περιουσίας καταπλουτήσαντος…». Χαρακτηρίζεται δε «αυτουργός θαυμάτων πολλών και παραδόξων» ήδη εν ζωή.

(Βλ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη, Μητροπολίτου Ζακύνθου, Ο Άγιος Διονύσιος, Ζάκυνθος 1987, σ. 71, 69, 70).

  1. Ακολουθίαι και Βίος τού εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου, επισκόπου Πενταπόλεως τού θαυματουργού… υπό Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου,

Αθήναι 1976, σ. 9.

  1. Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Βίος και έργον. Η εις άγιον ανακήρυξις αυτού. Ασματική ακολουθία, Αθήναι 1983, σ. 105/106.
  2. Στό ίδιο, σ. 105
  3. Στο ίδιο, σ. 98.
  4. Στο ίδιο, σ. 88.
  5. Πρωτοπρ. Κων. Γκέλη, Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς. 1801-1888, Αθήνα 1979, σ. λʹ. Στην πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεώς του (αρ. πρωτ. 91/4.2.1986)

σημειώνεται: «Εστιν ότε δε σημείοις και θαύμασιν, οίς εμαρτυρήθη παρά Θεού, αυτόν (= τον λαόν) ευεργετών».

  1. Βλ. έγγραφο τού Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αριθμ. πρωτ. 567/16.12.1987: θαυματουργός βάσει

παλαιών μαρτυριών (Ευδ. Τσολάκη, Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 72/3).

Κατά το ίδιο έγγραφο, «η μαρτυρία τού λογιωτάτου και εν αγίοις Πατρός ημών Μιχαήλ τού Αθηνών (βλ. Σπ. Λάμπρου, «Νέος Ελληνομνήμων», 13-1916, σ. 361) θα ήρκει να πιστοποιήση, ότι ο Θεός κατέταξε τον Ευστάθιον εν τοίς Αγίοις αυτού και ο χριστώνυμος λαός εβεβαιώθη περί της αγιότητος αυτού διά πολλών θαυμάτων».

  1. Βλ. το έγγραφο τού Αρτης Ιγνατίου από 10 Ιουλίου 1986 προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ανακήρυξη σε άγιο τού Αγίου Μαξίμου (αριθμ. πρωτ. 793).
  2. Βλ. την Ακολουθίαν του στό Μηναίο (21η Μαίου), έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  3. Βλ. Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών, Ασματική Ακολουθία και Βίος της αγίας θεοστέπτου Βασιλίδος Θεοδώρας της Αυγούστης, της στερεωσάσης την Ορθοδοξίαν, Κέρκυρα 19666, σ. 17, 23.
  4. Νικολάου Πολίτου, Παροιμίαι, τόμ. Αʹ, Αθήναι 1965, σ. 216 ε.ε.
  5. Επιστολή Ευγενίου τού Βουλγάρεως, όπ. π., σ. 113.

Αγιότητα – Ένα λησμονημένο όραμα, Αθήνα 2001, σελ. 45-57.

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον (www.egolpion.com)

Συνεχίστε την ανάγνωση