Η Ορθόδοξη Εκκλησία το 2018 (Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου)

(Δημοσιεύουμε το εκτενέστατο άρθρο του Γ. Παπαθανασόπουλου, διότι πληροφορεί σφαιρικά τον αναγνώστη περί της “σημερινής καταστάσεως” της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Το άρθρο εκτείνεται σε ΙΔ΄ κεφάλαια και είναι δημοσιευμένο σε συνέχειες στο  http://thriskeftika.blogspot.com/)

Α΄ΜΕΡΟΣ

          Η Ορθόδοξη Εκκλησία, στο επίπεδο της ηγεσίας της, αντιμετωπίζει πολλά και σοβαρά προβλήματα. Σε συνέχειες θα καταγραφεί η κατάσταση τον Ιούλιο του  2018 γι’ Αυτήν.

Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως  βρίσκεται υπό το καθεστώς Ερντογάν και σε δυσχερέστατες συνθήκες. Γίνονται εκ μέρους του φιλότιμες προσπάθειες να επιβιώσει, να διατηρεί ζωντανές τις μνήμες και να βελτιώσει την παρουσία του στη χώρα. Όμως όλες οι κινήσεις του είναι υπό τον αυστηρό έλεγχο του τουρκικού κράτους. Όσα αυτό επιτρέπει έχουν σκοπιμότητα. Αφού έχει εξοντώσει τον ελληνικό  πληθυσμό η Τουρκία έχει την άνεση να εμφανίζεται ως «δημοκρατική» χώρα…Επιτρέπει ιστορικοί Ορθόδοξοι ναοί να λειτουργούνται μια φορά το χρόνο, αφού δεν υπάρχει εκεί ποίμνιο και δίδονται από Έλληνες χρήματα στην γείτονα, για τις επισκευές τους και για τις σ’ αυτούς επισκέψεις τους… Βεβαίως όταν το τουρκικό κράτος βλέπει πως η άδεια τελέσεως της Θείας Λειτουργίας, έστω μια φορά το χρόνο, προκαλεί κύμα προσκυνήματος, που ανανεώνει ιστορία πολλών αιώνων, τότε αίρει την άδεια για αορίστου χρόνου επισκευές…Όπως στην Ποντιακής Γης Παναγία Σουμελά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Θρησκευτική συνέπεια ή οντολογική εκκλησιαστική ζωή;

Του Αρχιμανδίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει στον Θεό Δημιουργό του και να μιλάει γι’ Αυτόν. Είναι μία ανάγκη αυθόρμητης αναφοράς σε κάτι πιο πάνω από τον ίδιο, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη απ’ αυτόν. Προσπαθεί κυρίως ο σημερινός άνθρωπος να είναι συνεπής σε ένα μεγάλο ποσοστό προς αυτήν την ιδεολογία του. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρακτικά πιέζει τον εαυτό του να μετέχει στην ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την μορφή εκπληρώσεως ορισμένων «υποχρεώσεων». Αρχ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ

Αυτή η μετοχή «στις θρησκευτικές υποχρεώσεις» τον κάμνει να καυχάται ότι είναι ιδεολογικώς εντάξει. Έτσι, θεωρεί τον εαυτόν του ως ορθόδοξο χριστιανό, ενταγμένο στον χώρο της Εκκλησίας. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας θρησκευτικός – θρησκόληπτος άνθρωπος. Ένας ιδεολογικά βεβαιωμένος για την αποδοχή του Θεού Δημιουργού και τυπικά συνεπής στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από την θρησκευτική ιδεολογία του.

Όμως, πρέπει να γνωρίζει αυτός ο θρησκευτικός άνθρωπος ότι καθετί που υπάρχει πέρα από τη δυνατότητα της σχέσεως, το άσχετο, είναι στην πραγματικότητα και ανύπαρκτο. Έστω και εάν η ανθρώπινη λογική πιστεύει το αντίθετο.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Μωυσής, όντας στο όρος Χωρήβ, ζητεί από τον Θεό να αποκαλυφθεί ο Ίδιος στον λαό Του, δηλώνοντας το Όνομά Του. Και ο Θεός αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξ. 3, 13-14).  Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, ο Μωυσής αναγγέλλει στον λαό ότι τον στέλνει ο «Ων», Αυτός δηλαδή, που υπάρχει ως Δημιουργός του σύμπαντος και του ανθρώπου. Βλέπουμε εδώ τον Θεό να παρουσιάζεται ως Θεός, έχων σχέση άμεση με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.

Στην Καινή Διαθήκη ολοκληρώνεται αυτή η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Φανερώνεται ως Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και το Πανάγιο Πνεύμα. Τώρα, λοιπόν, καλείται ο άνθρωπος να κοινωνήσει με τον Τριαδικό Θεό, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου, δηλαδή μέσω του μυστικού Του Σώματος που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική εκπλήρωση υποχρεώσεων, μια θρησκευτικότητα, για την οποία μπορεί ο άνθρωπος να καυχάται, αλλά ανάγκη ζωής που συνοδεύεται από πραγματική μετάνοια, συνεχή προσευχή, μετοχή στη μυστηριακή ζωή (εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία) και συνεχή αγώνα κατά των παθών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την πνευματική ζωή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στη βιωματική σχέση με τον Θεό, στη θέωση. Σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα, η οποία τελικά ωθεί τον άνθρωπο στην απομόνωση ενός εγωκεντρισμού με περικάλυμμα μια τυπολατρική «επαφή» με το θείο. Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Εφεσ. 4, 4, μας λέγει ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι η πατρική μας οικία, μέσα στην οποία γινόμαστε ένα σώμα και ένα πνεύμα με τους συνοικούντες και τον οικοδεσπότη: «Οίκος εστίν η Εκκλησία πατρικός, εν σώμα και εν πνεύμα» (PG 62, 87). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον 132  Ψαλμό και ειδικότερα τον στίχο «ως δρόσος  Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών», τονίζει ότι η χάρις του Τριαδικού Θεού, ως νοητή δρόσος κατέρχεται στο Σώμα της Εκκλησίας και λαμβάνεται από τα μέλη της, σώζουσα αυτά: «Ώσπερ γαρ η δρόσος η επί τον Αερμών κατιούσα όρος […] ούτως και η νοητή δρόσος, αοράτως κατιούσα επί τα όρη Σιών [ενν. την Εκκλησία], ένθα η συνέλευσις των πανταχόθεν αδελφών εγίγνετο, την ανάλογον ταις ψυχαίς αυτών περιεποίει ωφέλειαν» (PG 30, 11631-37). 

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ως το άρωμα της μυστικής πείρας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της πνευματικότητος, έξω από κάθε θρησκευτικότητα, είναι εκείνη που βοηθεί στο να γίνει βίωμα το σωτηριολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για πνευματικότητα, εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό και γνήσιο Χριστιανισμό, τη βίωση των εντολών του Θεού, την πατερική – εκκλησιαστική ζωή.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι η απλή θρησκευτικότητα – θρησκοληψία δεν ενώνει το πλάσμα με τον Δημιουργό του Θεό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να το σώσει. Μόνον η Ορθόδοξος πνευματικότητα, με την έννοια που προαναφέραμε, οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία τον άνθρωπο.

* Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις   7/2/2016

Συνέχεια ανάγνωσης

Θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την μεγάλη σύνοδο.

 ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

“ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ”

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016
   Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
   Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
   Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
   Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
   Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
   Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
   Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
   Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
   Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία… εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα… δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
   Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.    Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συνο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
   Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
   Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
   Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
   Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι

http://aktines.blogspot.gr/2016/02/e_7.html

Συνέχεια ανάγνωσης

Επιτρέπεται η συμπροσευχή μετά αιρετικών;

 Τοῦ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Κανονικοῦ Δικαίου

   Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποδίδει ὑψίστη σημασία στὴν προσευχή. Ἡ τεσσαρακονθήμερος προσευχή Του στὴν ἔρημο ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ στὸν δημόσιο βίο Του (Ματθ. 4, 1κ.ἑξ.). Οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι πρὸ παντὸς σημαντικοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς Του προηγεῖτο ἡ προσευχή (Ματθ. 14, 23. 26, 36. Μάρκ. 6, 36. 14, 32. Λουκ. 5, 16. 6, 12. 9, 28).

  image Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐντοπίζουν τὴν σημασία ποὺ προσδίδει ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν προσευχὴ, στὴν προσπάθεια τοῦ πλάσματος νὰ ὑποστασιάση μέσῳ αὐτῆς τὸν διάλογο μετὰ τοῦ Δημιουργοῦ του Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκστατικῆς ἀναφορᾶς τοῦ προσώπου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητος καὶ ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν φανέρωση τοῦ προσώπου συντελοῦνται μέσῳ τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐκφράζοντας τὴν πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας, λέγει: «Οὐ γὰρ ἐστιν, οὐκ ἔστιν οὐδὲν εὐχῆς δυνατώτερον, οὐδὲ ἴσον» (PG 48, 766).

   Ἀλλὰ καὶ τὴν κοινὴ – ὁμαδικὴ προσευχὴ ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τὴν θεσπίζει, ὅταν μᾶς διαβεβαιοῖ: «Οὗ γὰρ εἰσὶν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Οἱ συμπροσευχόμενοι διαλέγονται μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς υἱοὶ Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ὁ προσευχόμενος κοινωνεῖ ἐσωτερικῶς μετὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ συμπροσευχόμενος, σὲ ἕναν κοινὸ διάλογο ἀληθείας καὶ γνώσεως «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἄλλωστε, αὐτὸ τὸ νόημα ἐμπεριέχει ἡ φράση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου «εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα». «Ἡ συμφωνία πολλὴν ἔχει τὴν ἰσχύν» (PG 62, 461), ὑπογραμμίζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

    Τὸ περιεχόμενο ἑπομένως τῆς συμπροσευχῆς εἶναι ἡ καθολικὴ ἀλήθεια τῆς μιας αγίας καθολικής καὶ αποστολικής εκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὅταν ἕνα ἢ περισσότερα μέλη ἀμφισβητοῦν ἢ ἀλλοιώνουν ἢ ἀπορρίπτουν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση, διασπᾶται ἡ κοινωνία τῶν συμπροσευχομένων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, πέρα ἀπὸ κάθε συμβατικὴ ἔννοια καὶ σκέψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ προηγεῖται τῆς συμπροσευχῆς ἡ ὁμολογία πίστεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη συμπροσευχή, ἐὰν δὲν προϋπάρχη ὁμοφωνία στὴν Ὀρθόδοξη Ἁγιοπατερικὴ πίστη.

   Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὸ ἀλλόκοτο εἶδος συμπροσευχῆς, τοῦ ὀρθοδόξου μετὰ αἱρετικοῦ, ἐπισημαίνουσα τὰ ὅρια τῆς ἀληθείας ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ συμπροσευχῆς τοῦ ὀρθοδόξου μέλους της μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ.

   Αὐτὴ ἡ ἀντίδρασή της ἐξεφράσθη μέσα ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Τοπικῶν, οἱ ὁποῖες ἔλαβον οἰκουμενικὸ κῦρος.

   Συγκεκριμένα ὁ ΜΕ´ κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 60).

   Ἡ συμπροσευχὴ τοῦ κληρικοῦ μετὰ αἱρετικοῦ ἐπιφέρει τὸν ἀφορισμό, ἀκόμη κι ἂν συμβῇ ἐκτὸς ἱεροῦ ναοῦ καὶ ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βάσει τοῦ Ι´ Ἀποστολικοῦ κανόνος: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ,  κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 14). Ἐὰν, ὅμως, διενεργηθῆ συμπροσευχὴ ἐν τῷ Ναῷ καὶ ἐπιτραπῆ στὸν αἱρετικὸ νὰ διενεργήση κάτι ὡς κληρικὸς, τότε  ἐπιβάλλεται ποινὴ καθαιρέσεως, κατὰ τὸν προαναφερθέντα ΜΕ´κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

   Κατηγορηματικὸς ὡς πρὸς τὴν συμπροσευχὴ σὲ αἱρετικὸ ναὸ εἶναι καὶ ὁ ΞΔ´ Ἀποστολικὸς κανόνας, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σσ. 81-82). Ἐδῶ σαφῶς ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν μετὰ Ἰουδαίων –σήμερα θὰ λέγαμε μετὰ ἀλλοθρήσκων– καὶ αἱρετικῶν. Ἡ ἐπιβαλλομένη δὲ ποινὴ στοὺς συμπροσευχηθέντες εἶναι γιὰ μὲν τοὺς κληρικοὺς ἡ καθαίρεση, γιὰ δὲ τοὺς λαϊκοὺς ὁ ἀφορισμός.

   Ἀκόμη καὶ ὁ συνεορτασμὸς καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς» (ΛΖ´ καν. Λαοδικείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 3, σ. 206. Βλ. ἐπίσης ΛΒ´, ΛΔ´, ΛΗ´, ΛΘ´τῆς ἰδίας Συνόδου). Ὁ δὲ ΛΓ´τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου διακελεύει: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» (ὅπ. π., σ. 198. Βλ. καὶ Θ´κανόνα Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 336).

   Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως διαπιστώνουμε, μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀποδεχόμενος τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ συνυπάρξη μὲ τὸν μὴ ἀποδεχόμενο τὴν προαναφερθεῖσα ἀλήθεια σὲ κοινὴ στάση προσευχῆς –ὁμολογίας τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον σὲ εὐχαριστιακὴ κοινωνία ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ.

   Δυστυχῶς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες βιώσαμε συνταρακτικὲς καταστάσεις στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.

   Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ἄμεσος συνεργάτης του Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ἄλλοι Πατριαρχικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, κληρικοὶ προέβησαν σὲ καθημερινὲς συμπροσευχὲς μὲ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο (τὸν ἀποδεχόμενο καὶ κηρύσσοντα δεκαπέντε καὶ πλέον αἱρέσεις), κινούμενοι στὸν χῶρο τῆς διανοητικῆς Θεολογίας καὶ ὄχι στὸν Ἁγιοπατερικὸ χῶρο τοῦ «λάλει Ἐκκλησία  μου καὶ ὁ δοῦλος σου (κληρικὸς ἢ λαϊκὸς) ἀκούει».

Εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἐν ταὐτῷ ἀντικανονικὸ ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ ἀποκαλῆ  ἀπερίφραστα τὸν Παπισμὸ «Ἐκκλησία», τὴν αἱρετικὴ αὐτὴ ὀργάνωση, ἡ ὁποία ἀπεκόπη γιὰ τὶς πολλές αἱρέσεις της ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν μια εκκλησια καὶ νὰ δηλώνη ὅτι ἀποσκοπεῖ νὰ «ἐπανεύρωμεν τὴν πλήρη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν κοινωνία».

   Δυστυχῶς, οἱ προαναφερθέντες δὲν ἔλαβαν ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ὁδό, τὴν ὁποία ὑποδεικνύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ μια εκκλησια, ποὺ εἶναι ἡ ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ἡ Θεανθρώπινη ὁδός. Δὲν ἐνήχησε στὰ ὦτα τους τὸ «ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», τὸ ὁποῖο δεσπόζει σὲ ὅλες τὶς Συνόδους, Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικές, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται «ἐν λόγῳ καὶ χρόνῳ» ἡ Θεανθρώπινη βούληση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

   Ἡ φωνὴ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀκούγεται καὶ πάλι τὶς θλιβερὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία αὐτὲς ἡμέρες: «Πάνυ με λυπεῖ ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καὶ φοβοῦμαι μή, κατὰ μικρὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 275).

   Πότε, λοιπόν, θὰ κατανοήση ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, οἱ περὶ αὐτὸν καὶ ὅλοι μας ὅτι ἡ πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι μαρτυρία ὑπακοῆς στὴν μία, Αγία, καθολική καὶ αποστολική εκκλησία, τὴν ορόοδοξο εκκλησία, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὑποταγῆς τῆς ἀτομικότητος στὴν κοινὴ μετοχὴ ὅλων τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, στὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια;

Συνέχεια ανάγνωσης

Περί Νηπιοβαπτισμού

   Τις ημέρες που διανύουμε, η λογική και ο παραλογισμός δεν αποτελούν απολύτως διακεκριμένες έννοιες. Αιτία του τραγικού αυτού φαινομένου, είναι κατά την γνώμη μας η αποστασιοποίηση του συγχρόνου ανθρώπου από το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, και η προσκόλλησή του -στην καλύτερη περίπτωση- σε έναν άθεο ουμανισμό. Σύγχυση, ημιμάθεια, και συγκρητισμός οδηγούν τους συγχρόνους βεβαπτισμένους Χριστιανούς, σε άρνηση ακόμα και αυτών των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Σε αυτό το πλαίσιο διαβάσαμε προσφάτως στο διαδίκτυο και άρθρα που προέρχονται από ευρωπαϊκές ανθρωπιστικές οργανώσεις και διαβάλουν τον Νηπιοβαπτισμό, τον χαρακτηρίζουν αντιδημοκρατική πράξη και ζητούν την δια νόμου απαγόρευσή του. Σημειώνουν μάλιστα κάποιοι πονηροί από αυτούς, ότι και στην αρχαία Εκκλησία δεν υπήρχε νηπιοβαπτισμός. Βεβαίως αργότερα κάποιοι ομίλησαν περί υπερβολών που ποτέ δεν υποστηρίχθηκαν σοβαρά. Πιστεύουμε όμως ότι δεν επρόκειτο για κάποιο λάθος, αλλά για βολιδοσκόπιση των χριστιανών και των αντιδράσεών τους, (αλλά και για επηρεασμό αυτών δια μέσου των περί δημοκρατίας φληναφημάτων των συγκεκριμένων αρθρογράφων). Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω, δημοσιεύουμε κείμενο του αειμνήστου πατρός Αντωνίου Αλεβιζόπουλου για το θέμα του νηπιοβαπτισμού, προκειμένου να κατηχήσουμε και στηρίξουμε του Χριστιανούς μας.

   image

   Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όπου οι άνθρωποι εγίνοντο χριστιανοί ως μεμονωμένα άτομα, εβαπτίζοντο εις μεγάλη ηλικίαν, αφού προηγουμένως εκατηχούντο και επίστευαν εις τον Χριστόν. Δια τον σκοπόν αυτόν η Εκκλησία είχε σχηματίσει ιδιαιτέραν τάξιν, την τάξιν των Κατηχουμένων. Την τάξιν αυτήν διακρίνομεν και σήμερον εις την ορθόδοξον θείαν λειτουργίαν. Το πρώτο τμήμα της, το οποίον περιλαμβάνει τα “ειρηνικά”, τα αντίφωνα και τα αναγνώσματα και καταλήγει εις τας ευχάς υπέρ των κατηχουμένων, ονομάζεται λειτουργία των Κατηχουμένων. Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν βεβαίως ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν απεκλείοντο απο το ιερόν βάπτισμα τα μικρά παιδιά ή και αυτά ακόμα τα νήπια. Τούτο θα εσήμαινεν αποκλεισμόν των απο την σωτηρίαν. (Ιων.3,5). Ο ίδιος ο Χρισός εκάλεσε τα μικρά παιδιά, έβαλε τα χέρια Του επάνω των, τα ευλόγησε, τους μετέδωσε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και διεκήρυξε ότι εις αυτά ανήκει η Βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 19,14. Μαρκ.10,13-16. Λουκ. 18,15-17). Όταν προσήρχοντο εις την πίστιν ολόκληροι οικογένειαι, οι Απόστολοι εβάπτιζον όλα τα μέλη των, χωρίς διάκρισιν (Πραξ. 16,15. 33. Α΄Κορ. 1,15). Είναι επίσης χαρακτηριστικόν να αναφέρωμεν, ότι εις την Αγίαν Γραφήν παρουσιάζεται η περιτομή ως τύπος του βαπτίσματος (Κολ.2,11-12). Είναι δε γνωστόν, ότι η περιτομή εγένετο την ογδόην ημέραν μετά την γέννησιν του παιδιού.(Γεν. 17,12. Λευ. 12,3). Δι΄αυτόν τον λόγον φαίνεται ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν η συνηθισμένη πράξις ήτο ο νηπιοβαπτισμός, ενώ η αναβολή του βαπτίσματος είναι μεταγενεστέρα.

  Ο  Ειρηναίος (150 μ.Χ.) μαρτυρεί την  πράξιν αυτήν της Εκκλησίας, ενώ ο Άγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) παρατηρεί: “Αν ηλικιωμένοι άνθρωποι αξιούνται της χάριτος του βαπτίσματο, οι οποίοι προ του βαπτίσματος είχον περιπέσει εις μεγάλα εγκλήματα, πόσο μάλλον πρέπει να αξιώνται της χάριτος του βαπτίσματος τα παιδιά, τα οποία οικειοθελώς δεν ημάρτησαν, είναι δε μόνον μέτοχα του προπατορικού αμαρτήματος, ξένου προς την θέλησίν των”. Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει ότι πρέπει να βαπτίζωνται τα παιδιά εις νηπιακήν ηλικίαν, ώστε να αγιάζωνται και να καθιερώνονται από την βρεφικήν ηλικίαν.

   Αλλά θα ερωτήσει κανείς: ημπορεί το παιδί να κατανοήση το ιερόν μυστήριον; Εις το ερώτημα αυτό πρέπει να παρατηρήσωμεν, ότι η γνώσις του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την διανοητικήν ικανότητα του ανθρώπου, αλλά από την αγάπην του Θεού. “Δεν τον εζητήσαμεν, αλλά μας εζήτησε”, λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας και προσθέτει,  ότι το πρόβατον δεν εζήτησε τον ποιμένα, αλλά ο ποιμήν το πρόβατον. Ούτε η δραχμή τον οικοδεσπότην, αλλά ο οικοδεσπότης την δραχμήν. Το πάν προέρχεται απο τον Θεόν. Ο άνθρωπος δέχεται τας ενεργείας της χάριτος του Θεού, χωρίς να προβάλη συνειδητήν αντίδρασιν. Τούτο όμως γίνεται, και με το μικρόν παιδί και μάλιστα, κατά τρόπον καλύτερον, διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να προβάλη  συνειδητήν αντίδρασιν εις τη χάριν του Θεού. Βεβαίως η συνειδητή συμμετοχή του μικρού παιδιού και η αντιληπτική του ικανότης είναι μικροτέρα, αλλά τούτο δεν έχει σημασία όσον αφορά το αποτέλεσμα, διότι και εις τον μεγάλον η αντιληπτική ικανότης ευρίσκεται εις πλήρη δυσαναλογίαν σχετικώς με το ακατανόητον και άρρητον αποτέλεσμα του ιερού μυστηρίου. Αυτοί είναι οι λόγοι δια του οποίους η ορθόδοξος Εκκλησία βαπτίζει τα νήπια και πιστεύει ότι αυτή είναι η ορθή πράξις και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθ. 19,14-15). Είναι φανερόν ότι εις την περίπτωσιν του νηπιοβαπτισμού, την ευθύνην δια την κατήχησιν και τη αύξησιν εις την πίστιν του νέου μέλους της Εκκλησίας την φέρουν οι χριστιανοί γονείς και ο ανάδοχος…

ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟ

    Ο Άγιος Ειρηναίος(†202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι’ αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι’ αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τους έχοντας την ηλικίαν αυτήν…» (Ειρ.,MPL 7,784).

   Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων… μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε’ 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).

   Ο Άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί ότι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ’ 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;…Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι’ αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες»(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).

   Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, που γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ’ 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ’ 7) και υπογραμμίζει: «Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, που ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλοιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ’ 28, ΕΠΕ 4,339)… Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

 Όσοι καταδικάζουν τον νηπιοβαπτισμό, εμποδίζουν τα παιδιά από τον Χριστό και την βασιλεία του Θεού. Σύμφωνα με το πνεύμα της αντιρρήσεως περί νηπιοβαπτισμού, και προεκτείνοντας την λογική της συνέπεια στα άκρα, δεν θα έπρεπε κανείς να φέρνει στον κόσμο παιδιά, αφού δεν έχει εξασφαλίσει προηγουμένως την συγκατάθεσή τους. Η αντίρρησις μπορεί να προβληθή και για μια σειρά πράξεων των γονέων προς το παιδί από την απλή διατροφή, και το είδος της, την μέριμνα για την υγεία και τα εμβόλια, την αγωγή, την εκπαίδευση μέχρι τον οικονομικοκοινωνικό προσαναταλισμό, τον αριθμό των αδελφών του και τέλος, γιατί όχι, την κληρονομικότητά του.

Κάτω από το πνεύμα του “καλώς εννοουμένου συμφέροντος” τελείται και το βάπτισμα. Βαπτίζουμε το παιδί όχι από έλλειψη σεβασμού της ελευθερίας του, αλλά με σκοπό την διασφάλιση της ελευθερίας του και της σωτηρίας του. Τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα, όποιος δεν βαπτίσθηκε, δεν θα σωθεί. Οι ανάδοχοι αναπληρώνουν την πίστη και τη συνείδηση των παιδιών, γιατί πρέπει να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη του άλλου. “Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού” (Γαλ.ΣΤ΄2). Είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας και ο ένας αναπληρώνει τον άλλον.

Και έπειτα, ας υποθέσουμε ότι μερικά παιδιά δεν ζουν αρκετά ώστε να μεγαλώσουν. Τι θα συμβεί τότε, αφού δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς βάπτισμα; Πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε η χάρη του βαπτίσματος να ενεργεί σωστικά επάνω τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν, θα παρουσιαστούν η πίστη και η συνείδηση.

Και αν κανείς ιςχυριςθεί ότι παιδιά που βαπτίσθηκαν μικρά μπορεί αργότερα να διαφθαρούν – πράγμα που συμβαίνει – σημειώνομε ότι και όσοι βαπτίσθηκαν μεγάλοι μπορούν επίσης να διαφθαρούν.

Και αν επίσης ίσως ιςχυριστεί κανείς ότι δεν αναφέρεται ρητά στο Ευαγγέλιο ότι πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται μικρά, λέγομε: Η Αγία Γραφή δεν λέει καθαρά ότι πρέπει να βαπτίζουμε τα παιδιά μικρά, πολύ περισσότερο δεν λέει ότι δεν πρέπει. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας κηρύσσει ότι το βάπτισμα είναι υποχρεωτικό για όλους. Όποιος αντιτίθεται στο βάπτισμα των μικρών παιδιών έχει μεγάλη ευθύνη γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε τα λόγια του Χριστού “άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με” (Ματθ.ΙΘ΄14). “Πορευθέντες ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ πάντα τα έθνη, ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΕΣ αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν” (Ματθ.ΚΗ΄19-20).

Στο εδάφιο αυτό υπάρχει αντίθεσις μεταξύ του αορίστου χρόνου “μαθητεύσατε” και του ενεστώτος χρόνου “διδάσκοντες”. Η αντίθεσις αυτή δεικνύει, ότι εδώ το “μαθητεύω” δεν έχει την αυτήν σημασίαν με το “διδάσκω”. Άξιον παρατηρήσεως επίσης είναι, ότι προηγείται το “βαπτίζοντες” και έπετε το “διδάσκοντες”.
Και τούτο, όχι μόνον διότι χριστιανός γίνεται κάποιος δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, αλλά και διότι ο Κύριος αποβλέπει εις τα νήπια, τα οποία πρώτον βαπτίζονται και ύστερον διδάσκονται. Άξιον παρατηρήσεως και ότι αι μετοχαί του χωρίου τίθενται παραλλήλως και ασυνδέτως. Δεν λέγει δηλαδή “βαπτίζοντες και διδάσκοντες”, αλλά “βαπτίζοντες, διδάσκοντες”. Τούτο σημαίνει, ότι είτε το βάπτισμα ή η διδαχή πρέπει να εφαρμόζωνται αναλόγως της περιπτώσεως. Το βάπτισμα εις τα νήπια, η διδαχή εις τους μεγάλους (ακολουθουμένης βεβαίως υπό του βαπτίσματος).

Το “μαθητεύσατε” δεν έχει την έννοιαν της διδαχής, αλλά της ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΕΩΣ. Αυτό αποδεικνύεται από τα κάτωθι χωρία. Εκ του χωρίου Πράξ.ΙΔ΄21 “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΑΜΕΝΟΙ τε την πόλιν εκείνην και ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΝΤΕΣ ικανούς, υπέστρεψαν εις Λύστραν”. Δηλαδή “και αφού εκήρυξαν το ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ εις την πόλιν εκείνην και ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΑΝ αρκετούς, επέστρεψαν εις την Λύστραν”. Ότι το “μαθητεύσατε” σημαίνει “εκχριστιανίσατε” φαίνεται και εκ του ότι εις τας Πράξεις των Αποστόλων το “μαθητής” σημαίνει “πιστός”, “οπαδός του Χριστού”, “μέλος της Εκκλησίας”, “χριστιανός”. Ούτω εν Πραξ.Θ΄26 γράφεται: “Παραγενόμενος δε ο Σαύλος εις Ιερουσαλήμ επειράτο κολλάσθαι ΤΟΙΣ ΜΑΘΗΤΑΙΣ, και πάντες εφοβούντο αυτόν, μη πιστεύοντες ότι έστι ΜΑΘΗΤΗΣ”.

Πηγές: 1. nikodhmos2001/2008 

               2. Αλεβιζόπουλου: Η Ορθοδοξία μας

               3. Δικές μας παρεμβάσεις ( παράγραφοι ).

Συνέχεια ανάγνωσης