Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σχετικά με το νομοσχέδιο του γάμου και της τεκνοθεσίας ομοφυλοφίλων

Αδελφοί μου. 

Ὅπως ἔχετε ἐνημερωθῆ, μόλις πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, δηλαδή τήν 23η Ἰανουαρίου 2024, συνῆλθε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού εἶναι ἡ Ἀνωτάτη Ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά μελετήση τό θέμα πού ἀνέκυψε στίς ἡμέρες μας, δηλαδή τήν θέσπιση τοῦ «πολιτικοῦ γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού ἐπιφέρει αὐτό στό οἰκογενειακό δίκαιο.

Ἡ Ἱεραρχία συζήτησε ἐπαρκῶς τό θέμα αὐτό μέ ὑπευθυνότητα καί νηφαλιότητα, ἀποδεικνύοντας γιά μιά ἀκόμη φορά τήν ἑνότητά της, καί στήν συνέχεια ὁμόφωνα ἀποφάσισε τά δέοντα πού ἔχουν ἀνακοινωθῆ.

Μιά ἀπό τίς ἀποφάσεις πού ἔλαβε εἶναι νά ἐνημερώση τό πλήρωμά της, τό ὁποῖο θέλει νά ἀκούση τίς ἀποφάσεις της καί τίς θέσεις της. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό, ἡ Ἱεραρχία ἀπευθύνεται πρός ὅλους ἐσᾶς, γιά νά διατυπώση τήν ἀλήθεια γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα.

1.Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, διά μέσου τῶν αἰώνων, εἶναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, μέ τό νά ὁμολογῆ τήν πίστη της, ὅπως τήν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί τήν ἔζησαν οἱ Ἅγιοί της, καί ποιμαντικό, μέ τό νά ποιμαίνη τούς ἀνθρώπους στήν κατά Χριστόν ζωή.

Αὐτό τό ἔργο της φαίνεται στήν Ἁγία Γραφή καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες θέσπισαν ὅρους γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἱερούς κανόνες, πού καθορίζουν τά ὅρια μέσα στά ὁποῖα πρέπει νά κινοῦνται ὅλα τά μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί καί Λαϊκοί.

Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τίς πνευματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ὥστε οἱ Χριστιανοί νά ζοῦν σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς τους, νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν φιλαυτία καί νά ἀναπτυχθῆ ἡ φιλοθεΐα καί ἡ φιλανθρωπία, δηλαδή ἡ ἰδιοτελής, φίλαυτη ἀγάπη νά γίνη ἀνιδιοτελής ἀγάπη.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ποια Παιδεία τελειοποιεί τον άνθρωπο;

(Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας)Ο Ιεροκήρυξ της περιοχής μας

Ο άνθρωπος, ως «ον ατελές και ελλιπές», έχει ανάγκη την Ελληνορθόδοξη Παιδεία, για να τελειοποιηθεί και να ολοκληρωθεί. Και λέγω «Ελληνορθόδοξη Παιδεία» –και σ᾽ αυτό είμαι απόλυτος– διότι εάν δεν έχουμε αυτή την Παιδεία, τότε θα έχουμε ή μόνο την Ελληνική ή  μόνο Ευρωπαϊκή Παιδεία.

Καί εξηγούμαι:

1) Ελληνική Παιδεία: Δεν αμφισβητούμε ότι η Παιδεία στην Αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ σπουδαία. Η επιστήμη, η γνωσιολογία, η αγωγή ήσαν σε πολύ καλό δρόμο και οδηγούσαν τον νέο και την νέα στην ακράδαντη πίστη για την αξία πού λέγεται «άνθρωπος». Ωστόσο, κανείς δεν ημπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι και αυτός ο Πλάτων σπεύδει να εξερευνήσει με τον δυνατό νου του κόσμους άγνωστους για τούς μέχρι τότε φιλοσόφους. Κόσμους των αιωνίων ιδεών και ιδεωδών.

Κι αυτό γιατί; Διότι είχε βαθειά επίγνωση της ατέλειάς του. Και πραγματικά. Η Ελληνική αγωγή και Παιδεία ήσαν έξω από τον χώρο της αλήθειας. Έδωσαν, βεβαίως, οι Αρχαίοι Έλληνες μεγάλο βάρος στην αγωγή τού νέου και γενικότερα τού ανθρώπου καi μάλιστα πρώτοι αυτοί χρησιμοποίησαν τόσο την φύση, όσο και την εμπειρία. Παρ᾽ όλα όμως τα επιτεύγματά τους, η αγωγή στην εποχή τους είχε μια βασική έλλειψη για να ολοκληρωθεί. Και αυτή ήταν η Αποκεκαλυμμένη Αλήθεια.

2) Ευρωπαϊκή Παιδεία: Εάν απορρίψουμε την ανθρωπιστική Παιδεία των προγόνων μας –ισχυρίζονται πολλοί– τότε οπωσδήποτε θα ακολουθήσουμε την Ευρωπαϊκή Παιδεία, η οποία «έχει χωνέψει» ό,τι καλό της Αρχαίας Ελλάδος και μαζί με την διδασκαλία των εκπροσώπων της Αναγεννήσεως και τού Ευρωπαϊκού Ουμανισμού έχει να μaς δώσει την τέλεια Παιδεία.

Αυτό είναι μέγα λάθος. Λάθος βαρύτατο. Και αυτό γιατί κανένας Ευρωπαίος φιλόσοφος δεν ημπόρεσε με την ουμανιστική διδασκαλία του να βοηθήσει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητος του ανθρώπου. Η Αναγέννηση ήταν η ελπίδα του Ευρωπαίου. Και αυτό γιατί ο αυταρχικός Παπισμός τον είχε μαράνει. Ο Σχολαστικισμός και ο Ιησουιτισμός αφαίρεσαν όλες τις εναπομείνασες δυνάμεις του.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Ορθόδοξη Εκκλησία το 2018 (Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου)

(Δημοσιεύουμε το εκτενέστατο άρθρο του Γ. Παπαθανασόπουλου, διότι πληροφορεί σφαιρικά τον αναγνώστη περί της “σημερινής καταστάσεως” της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Το άρθρο εκτείνεται σε ΙΔ΄ κεφάλαια και είναι δημοσιευμένο σε συνέχειες στο  http://thriskeftika.blogspot.com/)

Α΄ΜΕΡΟΣ

          Η Ορθόδοξη Εκκλησία, στο επίπεδο της ηγεσίας της, αντιμετωπίζει πολλά και σοβαρά προβλήματα. Σε συνέχειες θα καταγραφεί η κατάσταση τον Ιούλιο του  2018 γι’ Αυτήν.

Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως  βρίσκεται υπό το καθεστώς Ερντογάν και σε δυσχερέστατες συνθήκες. Γίνονται εκ μέρους του φιλότιμες προσπάθειες να επιβιώσει, να διατηρεί ζωντανές τις μνήμες και να βελτιώσει την παρουσία του στη χώρα. Όμως όλες οι κινήσεις του είναι υπό τον αυστηρό έλεγχο του τουρκικού κράτους. Όσα αυτό επιτρέπει έχουν σκοπιμότητα. Αφού έχει εξοντώσει τον ελληνικό  πληθυσμό η Τουρκία έχει την άνεση να εμφανίζεται ως «δημοκρατική» χώρα…Επιτρέπει ιστορικοί Ορθόδοξοι ναοί να λειτουργούνται μια φορά το χρόνο, αφού δεν υπάρχει εκεί ποίμνιο και δίδονται από Έλληνες χρήματα στην γείτονα, για τις επισκευές τους και για τις σ’ αυτούς επισκέψεις τους… Βεβαίως όταν το τουρκικό κράτος βλέπει πως η άδεια τελέσεως της Θείας Λειτουργίας, έστω μια φορά το χρόνο, προκαλεί κύμα προσκυνήματος, που ανανεώνει ιστορία πολλών αιώνων, τότε αίρει την άδεια για αορίστου χρόνου επισκευές…Όπως στην Ποντιακής Γης Παναγία Σουμελά.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Θρησκευτική συνέπεια ή οντολογική εκκλησιαστική ζωή;

Του Αρχιμανδίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει στον Θεό Δημιουργό του και να μιλάει γι’ Αυτόν. Είναι μία ανάγκη αυθόρμητης αναφοράς σε κάτι πιο πάνω από τον ίδιο, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη απ’ αυτόν. Προσπαθεί κυρίως ο σημερινός άνθρωπος να είναι συνεπής σε ένα μεγάλο ποσοστό προς αυτήν την ιδεολογία του. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρακτικά πιέζει τον εαυτό του να μετέχει στην ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την μορφή εκπληρώσεως ορισμένων «υποχρεώσεων». Αρχ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ

Αυτή η μετοχή «στις θρησκευτικές υποχρεώσεις» τον κάμνει να καυχάται ότι είναι ιδεολογικώς εντάξει. Έτσι, θεωρεί τον εαυτόν του ως ορθόδοξο χριστιανό, ενταγμένο στον χώρο της Εκκλησίας. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας θρησκευτικός – θρησκόληπτος άνθρωπος. Ένας ιδεολογικά βεβαιωμένος για την αποδοχή του Θεού Δημιουργού και τυπικά συνεπής στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από την θρησκευτική ιδεολογία του.

Όμως, πρέπει να γνωρίζει αυτός ο θρησκευτικός άνθρωπος ότι καθετί που υπάρχει πέρα από τη δυνατότητα της σχέσεως, το άσχετο, είναι στην πραγματικότητα και ανύπαρκτο. Έστω και εάν η ανθρώπινη λογική πιστεύει το αντίθετο.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Μωυσής, όντας στο όρος Χωρήβ, ζητεί από τον Θεό να αποκαλυφθεί ο Ίδιος στον λαό Του, δηλώνοντας το Όνομά Του. Και ο Θεός αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξ. 3, 13-14).  Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, ο Μωυσής αναγγέλλει στον λαό ότι τον στέλνει ο «Ων», Αυτός δηλαδή, που υπάρχει ως Δημιουργός του σύμπαντος και του ανθρώπου. Βλέπουμε εδώ τον Θεό να παρουσιάζεται ως Θεός, έχων σχέση άμεση με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.

Στην Καινή Διαθήκη ολοκληρώνεται αυτή η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Φανερώνεται ως Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και το Πανάγιο Πνεύμα. Τώρα, λοιπόν, καλείται ο άνθρωπος να κοινωνήσει με τον Τριαδικό Θεό, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου, δηλαδή μέσω του μυστικού Του Σώματος που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική εκπλήρωση υποχρεώσεων, μια θρησκευτικότητα, για την οποία μπορεί ο άνθρωπος να καυχάται, αλλά ανάγκη ζωής που συνοδεύεται από πραγματική μετάνοια, συνεχή προσευχή, μετοχή στη μυστηριακή ζωή (εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία) και συνεχή αγώνα κατά των παθών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την πνευματική ζωή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στη βιωματική σχέση με τον Θεό, στη θέωση. Σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα, η οποία τελικά ωθεί τον άνθρωπο στην απομόνωση ενός εγωκεντρισμού με περικάλυμμα μια τυπολατρική «επαφή» με το θείο. Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Εφεσ. 4, 4, μας λέγει ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι η πατρική μας οικία, μέσα στην οποία γινόμαστε ένα σώμα και ένα πνεύμα με τους συνοικούντες και τον οικοδεσπότη: «Οίκος εστίν η Εκκλησία πατρικός, εν σώμα και εν πνεύμα» (PG 62, 87). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον 132  Ψαλμό και ειδικότερα τον στίχο «ως δρόσος  Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών», τονίζει ότι η χάρις του Τριαδικού Θεού, ως νοητή δρόσος κατέρχεται στο Σώμα της Εκκλησίας και λαμβάνεται από τα μέλη της, σώζουσα αυτά: «Ώσπερ γαρ η δρόσος η επί τον Αερμών κατιούσα όρος […] ούτως και η νοητή δρόσος, αοράτως κατιούσα επί τα όρη Σιών [ενν. την Εκκλησία], ένθα η συνέλευσις των πανταχόθεν αδελφών εγίγνετο, την ανάλογον ταις ψυχαίς αυτών περιεποίει ωφέλειαν» (PG 30, 11631-37). 

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ως το άρωμα της μυστικής πείρας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της πνευματικότητος, έξω από κάθε θρησκευτικότητα, είναι εκείνη που βοηθεί στο να γίνει βίωμα το σωτηριολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για πνευματικότητα, εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό και γνήσιο Χριστιανισμό, τη βίωση των εντολών του Θεού, την πατερική – εκκλησιαστική ζωή.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι η απλή θρησκευτικότητα – θρησκοληψία δεν ενώνει το πλάσμα με τον Δημιουργό του Θεό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να το σώσει. Μόνον η Ορθόδοξος πνευματικότητα, με την έννοια που προαναφέραμε, οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία τον άνθρωπο.

* Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις   7/2/2016

Συνεχίστε την ανάγνωση

Θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την μεγάλη σύνοδο.

 ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

“ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ”

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016
   Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
   Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
   Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
   Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
   Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
   Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
   Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
   Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
   Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία… εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα… δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
   Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.    Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συνο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
   Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
   Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
   Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
   Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι

http://aktines.blogspot.gr/2016/02/e_7.html

Συνεχίστε την ανάγνωση