“Ο Λόγος σάρξ εγένετο”, Αγ.Συμεών του Νέου Θεολόγου

imagesymeon
(Κεφάλαιο γ´: Περὶ τῆς τοῦ Λόγου Σαρκώσεως καὶ κατὰ τίνα τρόπον δι᾿ ὑμᾶς ἐσαρκώθη).

Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἀπόῤῥητη γέννησή του ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία καὶ νὰ κατανοήσουμε καλὰ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γένους μας τὸ κρυμμένο πρὸ τῶν αἰώνων (Ἐφεσίους 3:9), θὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἑξῆς γνωστὴ εἰκόνα:

Κατὰ τὴν δημιουργία τῆς προμήτορος Εὔας ὁ Θεὸς πῆρε τὴν ἔμψυχη πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ὁλοκλήρωσε σὲ γυναῖκα, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐμφύσησε σ᾿ αὐτὴν πνοὴ ζωῆς καθὼς καὶ στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸ μέρος ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν σάρκα του τὸ τελειοποίησε σὲ ὁλόκληρο σῶμα γυναικός, τὴν δὲ ἀπαρχὴ τοῦ πνεύματος ποὺ ἔλαβε μαζὶ μὲ τὴν ἔμψυχη σάρκα τὴν τελειοποίησε σὲ ψυχὴ ζωντανὴ δημιουργώντας μὲ τὰ δυὸ μαζὶ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο. Κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ὁ πλαστουργὸς καὶ κτίστης Θεὸς πῆρε ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρία ἔμψυχη σάρκα σὰν ζύμη καὶ μικρὴ ἀπαρχὴ ἀπὸ τὸ φύραμα τῆς φύσεώς μας – δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μαζὶ – καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του ἀκατάληπτη καὶ ἀπρόσιτη Θεότητα. Ἢ μᾶλλον ἕνωσε πραγματικὰ ὅλη τὴν ὑπόσταση τῆς Θεότητός του μὲ τὴν δική μας φύση, τὴν ἔσμιξε ἄμικτα μ᾿ αὐτὴ καὶ τὴν ἔκανε ἅγιο ναό του. Ἔτσι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως τέλειος ἄνθρωπος.

Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ ἔπλασε τὴν γυναῖκα, ἔτσι, ἀφοῦ δανείστηκε τὴν σάρκα ἀπὸ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἀδὰμ τὴν ἀειπάρθενο καὶ Θεοτόκο Μαρία καὶ τὴν ἔλαβε χωρὶς σπορά, γεννήθηκε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν πρωτόπλαστο. Ὥστε ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παράβαση ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς γεννήσεώς μας στὴν φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας μὲ τὴν ἐκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης ἔγινε ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναγεννήσεώς μας στὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ θεῖος Παῦλος ὅταν λέει: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὴ γῆ χοϊκός. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ Κύριος, εἶναι ἐπουράνιος. Ὅ,τι λογῆς ἦταν ὁ χοϊκὸς τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι οἱ χοϊκοὶ καὶ ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ ἐπουράνιος τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι ὅσοι γίνονται ἐπουράνιοι δι᾿ αὐτοῦ.»

(Α´ Κορ. ιε´ 47-48). Καὶ πάλι: «Ἡ ἀπαρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ.» (Α´ Κορ. ιε´ 23).

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅμοιος μέ μᾶς σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς μεταδίδει τὴν Θεότητά του λόγω τῆς πίστης μας σ᾿ αὐτὸν καὶ μᾶς καθιστὰ συγγενεῖς του κατὰ τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τῆς Θεότητάς του. Πρόσεξε τὸ νέο καὶ παράδοξο μυστήριο: Ὁ Θεὸς Λόγος ἔλαβε ἀπὸ μᾶς σάρκα, ποὺ δὲν εἶχε ἐκ φύσεως καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἦταν. Ἀπὸ τότε μεταδίδει στοὺς πιστοὺς τὴν Θεότητά του – τὴν ὁποία κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἢ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶχε ἀποκτήσει – καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο γίνονται θεοὶ κατὰ χάρη καὶ θέση, ποὺ δὲν ἦταν. Ἔτσι χαρίζει σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἐξουσία νὰ γίνονται τέκνα Θεοῦ (κατὰ Ἰωάννην 1:12) γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγιναν καὶ πάντοτε θὰ γίνονται καὶ ποτὲ δὲν θὰ πάψουν νὰ γίνονται. Ἄκουσε καὶ τὸν θεῖο Παῦλο ποὺ παρακινεῖ σ᾿ αὐτό: «Ὅπως φορέσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ γήινου, ἂς φορέσουμε καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουράνιου.» (Α´ Κορινθίους 15:49).

Ὁ Θεὸς λοιπὸν τοῦ παντὸς μὲ τὴν σωματική του παρουσία στὴν γῆ ἦλθε γιὰ νὰ ἀναπλάσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ εὐλογήσει ὅλη τὴν κτίση ποὺ ἐπέσυρε ἐπάνω της τὴν κατάρα ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ πρῶτα ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ ἔλαβε καὶ ἀφθαρτώντας την τὴν θέωσε, ἐνῶ τὸ ἄχραντο σῶμα του, ἂν καὶ τὸ θέωσε, ὅμως τὸ κρατοῦσε ἀκόμη φθαρτὸ καὶ ὑλικό. Γιατὶ τὸ σῶμα ποὺ τρώει καὶ πίνει, κοπιάζει καὶ ἱδρώνει, δένεται καὶ σέρνεται, ὑψώνεται στὸν σταυρὸ καὶ καρφώνεται, εἶναι βέβαια φθαρτὸ καὶ ὑλικό, ἀφοῦ μάλιστα πέθανε καὶ τοποθετήθηκε νεκρὸ στὸ μνημεῖο. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασή του συνανέστησε καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἄφθαρτο, πνευματικό, ὅλο θεῖο καὶ ἄυλο, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν συνέτριψε τὶς σφραγῖδες τοῦ μνήματος, εἰσερχόταν δὲ καὶ ἐξερχόταν ἐλεύθερα μέσα ἀπὸ τὶς κλειστὲς πόρτες.

Ἀλλὰ γιατὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ δὲν ἔκανε ἀμέσως καὶ τὸ σῶμα πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτο; ἐπειδὴ καὶ ὁ Ἀδὰμ τρώγοντας τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ εὐθὺς μὲν μὲ τὴν παράβαση πέθανε κατὰ τὴν ψυχή, ἐνῷ κατὰ τὸ σῶμα ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς πρῶτα ἀνέστησε καὶ ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ τιμωρήθηκε μὲ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου, ἔπειτα δὲ οἰκονόμησε νὰ ἀπολαύσει καὶ τὸ σῶμα τὴν ἀφθαρσία διὰ τῆς ἀναστάσεως, αὐτὸ ποὺ διὰ τοῦ θανάτου ἐπέστρεφε στὴν γῆ κατὰ τὴν ἀρχαία ἀπόφαση. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ κατέβηκε στὸν ᾅδη ἐλευθερώνοντας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἐκεῖ φυλακισμένων ἁγίων καὶ τὶς κατέταξε σὲ τόπο ἀναπαύσεως καὶ ἀνεσπέρου φωτός. Τὰ σώματά τους ὅμως δὲν τὰ ἀνέστησε, ἀλλὰ τὰ ἄφησε στοὺς τάφους μέχρι τὴν κοινὴ ἀνάσταση.

Τὸ μυστήριο λοιπὸν αὐτὸ ποὺ συντελέστηκε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ, τοῦτο τὸ ἴδιο γινόταν καὶ σὲ κάθε ἅγιο καὶ γίνεται ἀδιαλείπτως μέχρι σήμερα σὲ κάθε πιστό. Γιατὶ λαμβάνοντας τὸ πνεῦμα τοῦ Δεσπότη καὶ Θεοῦ μας συμμετέχουμε στὴν θεότητά του, τρώγοντας δὲ τὴν πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καὶ συγγενεῖς του, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ θεῖος Παῦλος βεβαιώνει: «Εἴμαστε ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του καὶ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του» (Ἐφεσίους 5:30) καὶ ἀλλοῦ: «ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς θεότητός του ὅλοι ἐμεῖς λάβαμε ἀλλεπάλληλες δωρεές» (κατὰ Ἰωάννην 1:16 καὶ Κολασσαεῖς 2:9). Ἔτσι γινόμαστε κατὰ χάριν ὅμοιοι μὲ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ Δεσπότη μας ἀνακαινισμένοι στὴν ψυχή, ἄφθαρτοι καὶ ἀναστημένοι ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμαστε. Τότε βλέπουμε αὐτὸν ποὺ καταδέχτηκε νὰ γίνει ὅμοιός μας καὶ βλεπόμαστε ἀπ᾿ αὐτόν, ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ γίνουμε ὅμοιοί του, ὅπως κάποιος βλέπει ἀπὸ μακριὰ τὸ πρόσωπο τοῦ φίλου του καὶ διαλέγεται μ᾿ αὐτὸν καὶ συνομιλεῖ καὶ ἀκούει τὴν φωνή του.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος ἅγιοι καὶ οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ τωρινοὶ πνευματικὰ βλέποντες δὲν βλέπουν σχῆμα ἢ εἶδος ἢ ὁμοίωμα, ἀλλὰ φῶς ἀσχημάτιστο, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι φῶς ἐκ τοῦ φωτός, δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅμως ἂν καὶ φτάνουν σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὰ σώματά τους δὲν γίνονται ἀμέσως ἄφθαρτα καὶ πνευματικά, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς τὸ σίδερο ποὺ πυρακτώνεται στὴν φωτιὰ παίρνει τὴν λαμπρότητά της, ὅταν ὅμως ἀπομακρυνθεῖ ἀπ᾿ αὐτὴν γίνεται πάλι ψυχρὸ καὶ μαῦρο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τὰ σώματα τῶν ἁγίων: Μετέχοντας καὶ αὐτὰ στὸ θεῖο πῦρ, δηλαδὴ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἁγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγῆ καὶ πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα σώματα. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ψυχὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀμέσως καὶ αὐτὰ παραδίδονται στὴν φθορὰ καὶ διαλύονται σιγὰ-σιγά. Ἄλλα ὅμως διατηροῦνται γιὰ πολλὰ χρόνια χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε ἐντελῶς ἄφθαρτα οὔτε πάλι τελείως φθαρτά, ἀλλὰ διασῴζουν μέσα τοὺς τὰ γνωρίσματα καὶ τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς φθορᾶς, ὥσπου νὰ φτάσουν στὴν τέλεια ἀφθαρσία καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὴν τελευταία καὶ κοινὴ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιὰ ποιὸ λόγο; Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναστηθοῦν καὶ νὰ ἀφθαρτωθοῦν τὰ ἀνθρώπινα σώματα, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνακαίνιση τῶν κτισμάτων, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς πρῶτα πλάστηκε ἡ φύση ἄφθαρτη καὶ ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι πάλι πρῶτα ἡ κτίση πρέπει νὰ μεταποιηθεῖ ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία καὶ μετὰ μαζὶ μ᾿ αὐτὴν ν᾿ ἀλλάξουν καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὰ φθαρτὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος πνευματικὸς πιὰ καὶ ἀθάνατος νὰ κατοικήσει σὲ τόπο ἄφθαρτο, αἰώνιο καὶ πνευματικό. Καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ἄκουσε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ποὺ τὸ βεβαιώνει: «Θὰ ἔρθει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου σὰν κλέπτης τὴν νύχτα καὶ τότε οἱ οὐρανοὶ θὰ διαλυθοῦν ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ καοῦν καὶ θὰ λυώσουν» (Β´ Πέτρου 3:10,12), ὄχι γιὰ νὰ ἐξαφανιστοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναχωνευθοῦν καὶ νὰ ἀναστοιχειωθοῦν σὲ καλύτερη καὶ αἰώνια κατάσταση. Ἀπὸ ποῦ γίνεται φανερὸ αὐτό; Ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προσθέτει στὴν συνέχεια ὁ Ἀπόστολος: «Καινούριους οὐρανοὺς καὶ καινούρια γῆ προσδοκοῦμε κατὰ τὴν ἐπαγγελία σου» (Β´ Πέτρου 3:13). Τίνος τὴν ἐπαγγελία; Ἀσφαλῶς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν» (κατὰ Ματθαῖον 24:35). Παρέλευση τοῦ οὐρανοῦ ἐννοεῖ τὴν ἀλλαγή του, γι᾿ αὐτὸ λέει ὅτι ἂν καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ ἀλλάξει, ὅμως οἱ δικοί του λόγοι θὰ μένουν ἀναλλοίωτοι καὶ σταθεροί. Αὐτὸ προανήγγειλε καὶ ὁ προφήτης Δαυίδ: «Σὰν μανδύα θὰ τοὺς τυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξουν, ἐσὺ ὅμως θὰ παραμείνεις ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς σου δὲν θὰ ἐκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει σαφέστερο ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια;

Συνέχεια ανάγνωσης

Μεγάλου Βασιλείου: Εις το ρητόν « Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας »

Αποτέλεσμα εικόνας για εικονες μεγαλου βασιλειου     Αντί ομιλίας δημοσιεύουμε ωραιότατο κείμενο του Μ. Βασιλείου αναφερόμενο στο παραπάνω ρητό της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, προ ωφέλεια πάντων.

1.Η καλοφαγία είναι το πάθος του άφρονος πλουσίου

Και μου φαίνεται ότι το πάθος μοιάζει με το πάθος της ψυχής των καλοφαγάδων· αυτοί προτιμούν να πεθάνουν από τη λαιμαργία τους, παρά να δώσουν στους φτωχούς τα υπολείμματα των φαγητών τους. ’Ανθρωπε, άκου αυτόν που έδωσε. Σκέψου τον εαυτό σου, ποιός είσαι, τι οικονομείς , από ποιόν πήρες, γιατί έχεις τα πολλά. Έχεις γίνει υπηρέτης του καλού Θεού, οικονόμος των ομοδούλων· μη νομίζεις ότι όλα έχουν δημιουργηθεί για την κοιλιά σου. Να σκέπτεσαι ότι αυτά, που έχεις στα χέρια σου είναι ξένα· σε ευχαριστούν για μικρό χρόνο, έπειτα διαρρέουν σε άλλα χέρια, όπως το απαιτεί με ακρίβεια ο λόγος. Εσύ όμως όλα τα έχεις κλειδαμπαρωμένα· και τα έχεις σφραγίσει, κι επαγρυπνείς και έχεις τον εαυτό σου ως άφρονα σύμβουλο. Τι να κάνω; Εύκολη ήταν η απάντηση, δηλαδή να γεμίσω τις ψυχές αυτών που πεινούν, να ανοίξω τις αποθήκες, και να καλέσω όλους τους φτωχούς. Να μιμηθώ τον Ιωσήφ στο κήρυγμα της φιλανθρωπίας· να φωνάξω μεγαλόψυχα· όσοι στερείσθε το ψωμί ελάτε προς εμένα (Γεν. μζ΄ 11 εξ.), καθώς όλοι μπορούν να γίνουν συμμέτοχοι της θείας Χάριτος, καθώς όλα προέρχονται από κοινές πηγές. Αλλά δεν είσαι τέτοιος εσύ· από πού ήλθες; Εσύ που ευχαριστείσαι με τις διάφορες απολαύσεις, εις βάρος των ανθρώπων, έχεις πονηρές σκέψεις στην ψυχή σου, φροντίζεις να μην μεταδώσεις στον καθένα που έχει ανάγκη, και να κρατήσεις τα πάντα, στερώντας κάθε ωφέλεια στους συνανθρώπους σου ( Λουκ . ιβ΄ 20).

2. Απόφυγε το παράδειγμα του αφρόνος πλουσίου.

Αυτό να μην το πάθεις εσύ. Διότι γι’ αυτό έχει γραφεί, για ν’ αποφύγουμε να του μοιάσουμε. Να μιμείσαι τη γη, άνθρωπε· να παράγεις καρπούς όπως εκείνη, για να μη φανείς χειρότερος από αυτήν, που είναι άψυχη. Εκείνη δεν παρήγαγε καρπούς για δική της ευχαρίστηση, αλλά για σένα· εσύ όποιον καρπό παρουσιάσεις της ευεργεσίας, για τον εαυτό σου τον μαζεύεις, διότι οι χάριτες των καλών πράξεων σε αυτούς που τις κάνουν επιστρέφουν. Έδωσες στον πεινασμένο, και δικό σου γίνεται αυτό που έδωσες, με τόκο μάλιστα. Διότι, όπως το σιτάρι που πέφτει στη γη, δίνει κέρδος σ’ αυτόν που έσπειρε ( πρβλ . Ιωαν . ιβ΄ 24)· έτσι το ψωμί, που δίδεται στον πεινασμένο, μεγαλύτερη ωφέλεια προσκομίζει σ’ αυτόν, που έδωσε το ψωμί στον πεινασμένο αργότερα. Ας είναι για σένα το τέλος της γεωργίας αρχή της επουρανίου σποράς· διότι, λέγει: «Να σπείρετε για τον εαυτό σας δικαιοσύνη» (Ωσ . ι΄ 12». Γιατί λοιπόν ανυπομονείς, γιατί φτιάχνεις με πηλό και πέτρες θησαυροφυλάκια, για να κρύψεις τον πλούτο, φιλονεικώντας ; «Το καλύτερο όνομα είναι καλύτερο και από το μεγαλύτερο πλούτο» (Πρβλ . Παροιμ. κβ΄ 1). Εάν θαυμάζεις τα χρήματα για την τιμή που δίνουν, σκέψου πόσο μεγαλύτερη δόξα θα πάρεις, όταν χιλιάδες παιδιά σε φωνάζουν πατέρα, παρά να έχεις χιλιάδες χρυσά νομίσματα στο βαλάντιό σου. Τα χρήματα θα τ’ αφήσεις εδώ, κι ας μη θέλεις, την τιμή όμως από τις καλές πράξεις θα την πάρεις μαζί σου, ενώπιον του Δεσπότου , όταν όλος ο κόσμος, ενώπιον του κοινού κριτού θα πει ότι ήσουν ευεργέτης και διέθρεψες πολλούς και θα σε αποκαλούσαν με όλα τα ονόματα φιλανθρωπίας. Δε βλέπεις στο θέατρο να δωρίζουν τον πλούτο, τους αθλητές του παγκρατίου, τους μίμους και τους θηριομάχους, να χαίρονται με την μικρή τιμή, που δέχονται από τις επιδοκιμασίες των θεατών που σε άλλη περίπτωση θα σιχαινόταν κανείς να τους αντικρίσει; Να μην είσαι κι εσύ τόσο σφιχτός στις δαπάνες, και να μη ζητάς τόσο ταπεινές δόξες! Ο Θεός είναι αυτός που θα σε υποδεχθεί· οι άγγελοι θα σε επιδοκιμάζουν· όλοι οι άνθρωποι, που υπήρξαν από την δημιουργία του κόσμου θα σε μακαρίζουν· αιώνια δόξα, στεφάνι δικαιοσύνης, βασιλεία των ουρανών θα είναι τα τρόπαιά σου αντί για φθαρτά υλικά· τίποτε να μην σε ενδιαφέρει από αυτά, να παραβλέπεις την μέριμνα για τα φθαρτά και υλικά του κόσμου αυτού. Να διαθέτεις τον πλούτο σου ποικίλως , να φροντίζεις και να δίνεις με φιλοτιμία και λαμπρότητα σ’ όσους έχουν ανάγκη. Έχει λεχθεί για σένα· «Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς· η δικαιοσύνη του θα μένει αιώνια» (Ψαλμ. ρια΄ 9). Να μην είσαι πολυδάπανος, προσθέτοντας νέες δαπάνες. Να μην περιμένεις ελλείψεις σιταριού, για ν’ ανοίξεις τις αποθήκες σου. Διότι, αυτός που υπερτιμά το σιτάρι είναι λαοκατάρατος (Παροιμ. 11, 26). Να μην περιμένεις την πείνα ως χρυσό ούτε την φτώχεια του λαού ως δικό σου πλούτο. Να μην εκμεταλλεύεσαι τις ανθρώπινες συμφορές· να μην κάνεις την πρόσκαιρη οργή του Θεού ως αιτία, για να πλουτίσεις. Να μην ξύνεις τα τραύματα όσων έχουν πληγεί από την μάστιγα της συμφοράς. Εσύ μόνο το χρυσό βλέπεις κι όχι τον αδελφό σου. Και γνωρίζεις το χάραγμα του νομίσματος και μπορείς να διακρίνεις εάν είναι κάλπικο, τις δε ανάγκες του αδελφού σου αγνοείς τελείως.

3. Η ψυχική αγωνία του φτωχού και ο πλούσιος

Πώς να θέσω υπόψη σου τα πάθη του φτωχού; Εκείνος, κοιτάζοντας μέσα του (το σπίτι του) βλέπει ότι δεν έχει χρυσό δικό του, ούτε θ’ αποκτήσει ποτέ· σκεύη και περιουσιακά στοιχεία έχει όσα μπορεί να αποκτήσει ένας φτωχός κι έχουν λοιπόν μικρή αξία, όσο αξίζουν λίγοι οβολοί όταν εκποιηθούν. Τι λοιπόν; Στα παιδιά λοιπόν το βλέμμα σου, ώστε να τα πουλήσεις για να βρεις παρηγοριά στον θάνατο. Να σκεφθείς εδώ την πατρική αγωνία, πολεμώντας την πείνα να έρχεται σε σύγκρουση με την πατρική στοργή. Αυτή απειλεί με τον θάνατο, η φυσική στοργή ακολουθεί θέλοντας να πεθάνει μαζί με τα παιδιά· και πολλές φορές όρμησε ο θάνατος, και πολλές φορές εμποδίστηκε , στο τέλος κρατήθηκε πιεσθείς από την αναγκαία και απαραίτητη βοήθεια. Και τι θα σκέπτεται ο πατέρας; Ποιον βλέπει πιο ευχάριστα ο σιτοπώλης; Να έλθω στο μεγαλύτερο; Αλλά σέβομαι τα πρεσβεία του. Αλλά στο νεώτερο; Τον λυπάμαι που είναι μικρός και που δεν συνειδητοποιεί τις συμφορές. Αυτός είναι επιμελής στα μαθήματά του και διασώζει τους χαρακτήρες των γονέων του. Ν’ αποφεύγεις την αμηχανία. Τι να γίνω; Ποιον να πλησιάσω; Ποια ψυχή θηρίου ν’ αναλάβω; Πώς να λησμονήσω τη φύση; Εάν όλους όσους πλήττονται από συμφορές κοιτάξω. Εάν ένα σκέπτομαι, με τι μάτια να κοιτάξω τους πονεμένους , είμαι ήδη ύποπτος για έλλειψη εμπιστοσύνης; Πώς θα κατοικήσω στο σπίτι μου, το οποίο έκανα άτεκνο για τον εαυτό μου; Πώς να έλθω στο τραπέζι, έχοντας τα αγαθά με τέτοια αιτία; Κι αυτός, που έχασε το πιο αγαπημένο του παιδί έρχεται με χίλια δάκρυα· εσένα δε σε συγκινεί το πάθος, δε σκέπτεσαι τη φύση; Αλλ’ η πείνα συνέχει τον εξαθλιωμένο, εσύ τον ειρωνεύεσαι και αναβάλλεις τη σωτηρία του, κάνοντας πιο μακρόχρονη τη συμφορά του. Κι αυτός υποσιτίζεται και σκελετώνεται λόγω ελλείψεως των τροφών, το χέρι σου όμως δεν ναρκώνεται από αυτές στις συμφορές, αντιθέτως αγωνίζεσαι για να κερδίσεις περισσότερο, και φιλονικείς θέλοντας να δώσεις λιγότερα, κερδίζοντας περισσότερα, επιβαρύνοντας τη συμφορά του εξαθλιωμένου. Κανένα δάκρυ και κανείς στεναγμός της καρδιάς δε σε μαλακώνει· αλλά είσαι άκαμπτος και αμείλικτος. Όλα τα βλέπεις για χρυσό, όλα τα φαντάζεσαι ως χρυσό… Δεν σκέπτεσαι τη φύση; Αλλά ο λιμός συνέχει τον εξαθλιωμένο, εσύ αναβάλλεις τη συμφορά σου και τον ειρωνεύεσαι, επιμηκύνοντας το χρόνο της συμφοράς του.

4. Είναι καρποφόρος ο πλούτος που ωφελεί όλους

Αλλά ο άμυαλος πλούσιος συνοδεύεται από τον σκοπό των κακών σκέψεών του· εσείς, όμως, αν πιστεύσετε σε μένα, θα πετάξετε όλες τις πόρτες των θησαυροφυλάκιών σας, και θα δώσετε διέξοδο στον πλούτο σας· όπως ο μεγάλος ποταμός ποτίζει την καρποφόρο γη με πολλούς παραποτάμους, έτσι κι εσείς, μοιράζοντας σε πολλούς τον πλούτο σας, διασκορπίζεται στα σπίτια των φτωχών. Τα πηγάδια όταν αντλούνται, αργότερα βγάζουν περισσότερο νερό· όταν αφήνονται κλειστά σήπονται· όταν ο πλούτος μένει στάσιμος είναι άχρηστος, όταν κινείται και μεταδίδεται στους άλλους για την κοινή ωφέλεια είναι καρποφόρος. Ω, πόσος θα είναι ο έπαινος από τους ευεργετούμενους, τον οποίο εσύ δεν πρέπει να παραβλέψεις. Πόσος θα είναι ο μισθός από το δίκαιο κριτή στον οποίο εσύ δεν μπορείς ν’ απιστήσεις! Παντού το παράδειγμα του κατηγορουμένου πλουσίου θα σε συναντά· ο οποίος φυλάσσοντας τα παρόντα, αγωνιώντας γι’ αυτά που ελπίζει ν’ αποκτήσει, και χωρίς να γνωρίζει αν θα ζήσει αύριο, προαμαρτάνει σήμερα για την αυριανή μέρα. Δεν ήρθε ο ζητιάνος κι αυτός του έδειξε την αγριότητά του· δε συγκέντρωσε τους καρπούς, κι ήδη το αμάρτημα της πλεονεξίας.

5. Είδος πλεονεξίας.

Είδος πλεονεξίας, χειρότερο, είναι να μην δίνεις στους φτωχούς ούτε από τα πιο φθαρτά. Ποιον, λέγει, αδικώ κρατώντας τα δικά μου; Ποια, πες μου, είναι τα δικά σου; Από που τα έλαβες και τα έφερες στη ζωή;

6. Το ψωμί είναι του πεινασμένου

Μήπως γυμνός δεν βγήκες από την κοιλιά της μητέρας σου; Μήπως γυμνός και πάλι δε θα γυρίσεις στη γη; Τα παρόντα από πού ήρθαν σε σένα; Αν λες της τύχης, είσαι άθεος, καθώς δεν γνωρίζεις τον Δημιουργό, και δεν ευχαριστείς Αυτόν που σου τα έδωσε· αν ομολογείς ότι είναι από τον Θεό, πες μας τον λόγο για τον οποίο τα πήρες. Μήπως είναι άδικος ο Θεός, ο Οποίος μοιράζει άνισα σε μας τον πλούτο; Γιατί εσύ να πλουτίζεις, εκείνος να πεινά όμως; Ή μήπως, για να δεχθείς εσύ το μισθό της χρηστότητας και της πιστής οικονομίας, ενώ εκείνος έτσι τιμάται με τους μεγάλους άθλους της υπομονής; Εσύ, όμως. Περιλαμβάνοντας όλα στους κόλπους της πλεονεξίας, νομίζεις ότι δεν αδικείς κανέναν αποστερώντας του αυτά; Ποιος είναι ο πλεονέκτης; Εσύ δεν είσαι αποστερητής ; Αυτά που δέχθηκες, δεν τα ιδιοποιήθηκες; Ή αυτός, που γδύνει τον ντυμένο δεν καλείται λωποδύτης· αυτός, που δεν ντύνει τον γυμνό, ενώ μπορεί να το κάνει, δεν είναι άξιος κάποιου κακού χαρακτηρισμού; Το ψωμί που έχεις στα χέρια σου είναι του πεινασμένου· του γυμνού, το ρούχο που φυλάσσεις στις αποθήκες· του ξυπόλυτου τα παπούτσια τα οποία σαπίζουν στα ντουλάπια σου· αυτού που έχει ανάγκη από τα χρήματα, τα αργύρια, που φυλάσσεις. Ώστε τόσους πολλούς αδικείς, όσους μπορείς να βοηθήσεις.

Συνέχεια ανάγνωσης