Ωραιοτάτη ομιλία του Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Εἰς τὴν ὄρχησιν τῆς Ἡρωδιάδος,
καὶ εἰς τὴν ἀποτομὴν τῆς κεφαλῆς Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ

 

Ὥσπερ τις ἀνὴρ φιλέρημος ἔν τινι τόπῳ ἀλσώδει ὑπὸ δένδρα σκιαζόμενος, ταῖς τῶν ὀρνέων καλλιφώνοις κλαγγαῖς, καὶ ταῖς τῶν ὑδάτων εὐήχοις ῥοαῖς κυλινδούμενος πρᾶον ἔχει τὸ φρόνημα, πᾶσιν ἀνθρώποις ὁ τοιοῦτος ἀρέσκει· οὕτω καὶ ἡμεῖς ταῖς προλαβούσαις ἡμέραις τῇ πραείᾳ τοῦ Πνεύματος αὔρᾳ παρακαλούμενοι, τὰ περὶ ἐλεημοσύνης ὑμῖν διελεγόμεθα.

Ὅτε δὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἐκήρυξε τὴν Ἡρώδου παραφροσύνην, καὶ γυναικῶν ἀσέλγειαν, καὶ κῶμον ἀνδρῶν παραφρόνων, καὶ τράπεζαν ἐναγῆ, καὶ δῶρον ἀθέμιτον, καὶ ἔργον ἀνόσιον, καὶ κηδείαν σώματος σεμνοτάτου, ἄλλος ἐξ ἄλλου γεγένημαι.
Ἐνεὸς γὰρ γίνομαι, ἀγαπητοὶ, ὅταν ὑπ’ ὄψιν ἐμαυτοῦ ἀγάγω τὰ ὑπὸ Ἡρώδου γεγενημένα πράγματα· εἴ γε ἔστιν ἐκεῖνα λέγειν πράγματα, καὶ μὴ τραύματα, τοῦ τοιαῦτα δεδρακότος πράγματα.

Ἐν ἐκείνῳ, φησὶ, τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρώδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ, καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ, Οὗτός ἐστιν Ἰωάννης, ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα. Αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ. Ὁμολογεῖ τοῦ προφήτου τὸν φόνον, ὃν οὐ δύ ναται ψεύσασθαι· καὶ ᾔδει ὃν ἀπέκτεινεν, ὅτι προφήτης ἐστὶ, καὶ ἀνὴρ δίκαιος.

Εἰ μὴ γὰρ ἐγίνωσκεν, οὐκ ἂν ἔλεγεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἐγηγέρθαι, καὶ διὰ τοῦτο τὰς δυνάμεις ἐν αὐτῷ ἐνεργεῖν. Ὢ συνειδήσεως κακῆς· ἐπὶ οἱῳδήποτε φόνῳ ὁ αὐτὸς μαρτυρεῖ ἑαυτῷ; ὢ συνειδήσεως κακῆς συζώσης ψυχῇ μιαρᾷ, καὶ κολαζούσης ἕως θανάτου, καὶ μετὰ θάνατον ἀπαραίτητα κρινούσης.

Καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ἀπέκτεινε τὸν προφήτην; Ὅτι κήρυξ τῆς ἀληθείας ἐγένετο, καὶ τὴν παράνομον αὐτοῦ πρᾶξιν διὰ τοῦ ἐλέγχου ἐβούλετο λύειν· καὶ ὃν ἔδει ὡς βασιλέα φύλακα εἶναι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς τῇ ἀκηράτῳ τῶν ἡδονῶν ἀταξίᾳ τοὺς νόμους παρέλυε. Βασιλεὺς γὰρ ἐκεῖνός ἐστιν, ὁ νόμους δικαίους ἐκπέμπων, πρῶτον δὲ πράττων, οὐδὲ παραχαράττων.
Πῶς γὰρ ἂν ἄλλως τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ἀρχόμενον κόσμον εἰς εὐταξίαν ῥυθμίσειεν, ἐὰν μὴ δικαίοις νόμοις καθάπερ ἡνίαις τὸ δυσήνιον γένος τῶν ἀνθρώπων χαλιναγωγήσῃ;
Ἡρώδης δὲ βασιλεὺς ὢν οὐ λαῶν, ἀλλ’ ἡδονῶν, μᾶλλον δὲ δοῦλος τῶν ἡδονῶν (Ὧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται), οὐ μόνον τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ παρέλυεν, ἀλλὰ καὶ φόνον ἀδίκως ἐτέκταινε.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μεγάλου Βασιλείου, Εις το “Πρόσεχε σεαυτώ” (Μικρά παράγραφος)

Νά εἶσαι νηφάλιος καί συνετός, ἐργατικός καί προνοητικός. Νά μή χάνεις τόν χρόνο σου, μήτε νά ὀνειροπολεῖς γιά πράγματα πού δέν ἔχεις καί πού δέν πρόκειται ποτέ ν᾿ ἀποκτήσεις. Αὐτό τό παθαίνουν συνήθως οἱ νέοι, πού ἀφήνουν τό ἐλαφρό τους μυαλό νά φαντάζεται μεγάλη ζωή καί τιμές, λαμπρούς γάμους, ἐκλεκτά παιδιά, βαθιά γηρατειά καί, ἀκόμα περισσότερο, πολυτελεῖς κατοικίες, περιουσίες, κτήματα, ὑπηρέτες, πολιτικές ἐξουσίες, ὑψηλά ἀξιώματα. Ὅλα τοῦτα νομίζουν, οἱ ἀνόητοι, ὅτι τά ἀπολαμβάνουν κιόλας, σάν νά τά ἔχουν μπροστά τους. Εἶναι αὐτό ἀρρώστια ἀργόσχολης καί ράθυμης ψυχῆς, τό νά βλέπει, δηλαδή, κανείς ὄνειρα ἐνῶ εἶναι ξύπνιος. Ἐσύ, ὅμως, πρόσεχε τόνἑαυτό σου! Μή φαντάζεσαι τά ἀνύπαρκτα, ἀλλά φρόντισε νά ἀξιοποιήσεις τά παρόντα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Χριστιανός καί Σταυρός

Χριστιανός σημαίνει μικρός Χριστός κι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἄρα χριστιανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σταυροῦ. Γι᾿ αὐτό εἶναι ἀνάρμοστο καί ξένο στόν χριστιανό νά ἀναζητᾶ τίς εὐκολίες καί τήν ἀνάπαυση.

Ὁ Κύριός σου καρφώθηκε στό σταυρό κι ἐσύ ἐπιζητᾶς τήν ἄνεση καί ζῆς μέ πολυτέλεια; Ἄν ἀγαπᾶς τόν Κύριό σου, πέθανε ὅπως Ἐκεῖνος. Σταύρωνε τόν ἑαυτό σου, ἔστω κι ἄν δέν σέ σταυρώνει κανείς.

Καί σταυρός εἶναι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς κακίας καί τῆς ζήλειας σου. Σταυρώνεις τό «ἐγώ» σου, ὅταν ἀρνεῖσαι νά ἱκανοποιήσεις τίς κακές ἐπιθυμίες σου. Κρεμᾶς τόν ἑαυτό σου στό σταυρό, ὅταν ἀφήνεις τόν Θεό νά κατευθύνει τή ζωή σου χωρίς τίς δικές σου λογικές παρεμβάσεις. Πεθαίνεις σάν τόν Κύριό σου, ὅταν ὑποτάσσεσαι στό θέλημά του χωρίς τά ἀτέλειωτα «γιατί».

Ὁ Κύριος ζήτησε καί ζητᾶ νά τόν ἀκολουθήσουν ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νά σηκώσουν τό σταυρό τους, ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι νά πεθάνουν, νά ἀρνηθοῦν τίς ἀπολαύσεις καί τήν τρυφή.

 Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀσφάλεια καί τίς ἡδονές τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἐχθρός τοῦ σταυροῦ,  τοῦ σταυροῦ πού ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ καί σηκώνει μέ ὑπομονή γιά χάρη τοῦ Ἐσταυρωμένου του Κυρίου!…

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρός Φιλιππησίους 13· ΕΠΕ 22, 8-10

Συνέχεια ανάγνωσης

Η εν Χριστώ Αγάπη (Ιερός Χρυσόστομος)

ΟΑποτέλεσμα εικόνας για άγιος ιωάννης χρυσόστομος Κύριος είπε: «Όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους» (Ματθ. 18:20). Ώστε, λοιπόν, δεν βρίσκονται δύο-τρεις ενωμένοι στο όνομά Του; Βρίσκονται, αλλά σπάνια. Άλλωστε δεν μιλάει για μιαν απλή τοπική σύναξη και ένωση ανθρώπων. Δεν ζητάει μόνο αυτό. Θέλει, μαζί με την ένωση, να υπάρχουν στους συναγμένους και οι άλλες αρετές. Μ’ αυτά τα λόγια, δηλαδή, θέλει να πει: «Αν κάποιος θα έχει Εμένα σαν βάση και προϋπόθεση της αγάπης του στον πλησίον, και μαζί μ’ αυτήν την αγάπη έχει και τις άλλες αρετές, τότε θα είμαι μαζί του».

Τώρα, όμως οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν άλλα κίνητρα. Δεν βασίζουν στον Χριστό την αγάπη τους. Ο ένας αγαπάει κάποιον, γιατί κι εκείνος του δείχνει αγάπη· ο άλλος αγαπάει εκείνον που τον τίμησε· και ο άλλος αγαπάει εκείνον που του φάνηκε χρήσιμος σε μιαν υπόθεσή του. Είναι δύσκολο να βρεις κάποιον που ν’ αγαπάει τον πλησίον μόνο για χάρη του Χριστού, γιατί σύνδεσμος των ανθρώπων είναι συνήθως τα υλικά συμφέροντα. Μια αγάπη, όμως, με τέτοια ελατήρια, είναι χλιαρή και πρόσκαιρη. Με το παραμικρό πρόβλημα – υβριστικό λόγο, χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ή κάτι άλλο παρόμοιο – η αγάπη αυτή, που δεν έχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται. Απεναντίας, η αγάπη που έχει αιτία και θεμέλιο τον Χριστό, είναι σταθερή και ακατάλυτη. Τίποτα δεν μπορεί να τη διαλύσει, ούτε συκοφαντίες, ούτε κίνδυνοι, ούτε και απειλή θανάτου ακόμα.

Εκείνος που έχει τη χριστιανική αγάπη, όσα δυσάρεστα κι αν πάθει από έναν άνθρωπο, δεν παύει να τον αγαπάει· γιατί δεν επηρεάζεται από τα όποια παθήματά του, αλλά εμπνέεται από την Αγάπη, τον Χριστό. Γι’ αυτό και η χριστιανική αγάπη, όπως έλεγε ο Παύλος, ποτέ δεν ξεπέφτει.

Και τι μπορείς, αλήθεια, να επικαλεστείς ως αιτία, για να πάψεις ν’ αγαπάς τον συνάνθρωπό σου; Το ότι, ενώ εσύ τον τιμούσες, αυτός σ’ έβρισε; Ή το ότι, ενώ εσύ τον ευεργέτησες, αυτός θέλησε να σε βλάψει; Μα αν τον αγαπάς για τον Χριστό, αυτές οι αιτίες θα σε κάνουν όχι να τον μισήσεις, αλλά να τον αγαπήσεις περισσότερο. Γιατί όλα όσα καταργούν τη συνηθισμένη συμφεροντολογική αγάπη, δυναμώνουν τη χριστιανική αγάπη. Πώς; Πρώτον, επειδή όποιος σου φέρεται εχθρικά, σου εξασφαλίζει αμοιβή από τον Θεό· και δεύτερον, επειδή αυτός, ως πνευματικά άρρωστος, χρειάζεται τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή σου.

Έτσι, λοιπόν, όποιος έχει αληθινή αγάπη, εξακολουθεί ν’ αγαπάει τον πλησίον, είτε αυτός τον μισεί, είτε τον βρίζει, είτε τον απειλεί, με την ικανοποίηση ότι αγαπάει για τον Χριστό, αλλά και μιμείται τον Χριστό, που τέτοιαν αγάπη έδειξε στους εχθρούς Του. Όχι μόνο θυσιάστηκε για κείνους που Τον μίσησαν και Τον σταύρωσαν, μα και παρακαλούσε τον Πατέρα Του να τους συγχωρέσει: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23:34).

Η αγάπη, επίσης, δεν ξέρει τι θα πει συμφέρον. Γι’ αυτό ο Παύλος μας συμβουλεύει: «Κανείς να μην επιδιώκει ό,τι βολεύει τον ίδιο, αλλά ό,τι βοηθάει τον άλλον» (Α’ Κορ. 10:24). Μα ούτε και ζήλεια γνωρίζει η αγάπη, γιατί όποιος αγαπάει αληθινά, θεωρεί τα καλά του πλησίον σαν δικά του. Έτσι η αγάπη σιγά-σιγά μεταβάλλει τον άνθρωπο σε άγγελο. Αφού τον απαλλάξει από τον θυμό, τον φθόνο και κάθε άλλο τυραννικό πάθος, τον βγάζει από την ανθρώπινη φυσική κατάσταση και τον εισάγει στην κατάσταση της αγγελικής απάθειας.

(Από το βιβλίο: ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ Α’. Από τις Ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Έκδοση τέταρτη. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 156).

Συνέχεια ανάγνωσης

Λόγος περί του διατί ο χριστιανισμός δεν πρέπει να αλλάζει με τους καιρούς

(Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

Ἔφθασε στ’ αὑτιά μου ὅ,τι, καθώς φαίνεται, θεωρείτε τὰ κηρύγματά μου πολύ αὑστηρά καὶ πιστεύετε ὅ,τι σήμερα κανένας δέν θὰ ἔπρεπε να σκέπτεται ἔτσι, κανένας δέν θὰ ἔπρεπε να ζῇ ἔτσι καὶ ἐπομένως κανένας δέν θὰ ἔπρεπε μὰ διδάσκη ἔτσι. Οἱ καιροί ἔχουν ἀλλάξει!

Πόσο χάρηκα ποὺ τὸ ἄκουσα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀκοῦτε προσεκτικὰ ὅ,τι λέγω, καὶ ὄχι μόνο ἀκοῦτε, ἀλλὰ καὶ εἶστε διατεθειμένοι νὰ τὸ τηρήσετε. Τί περισσότερο θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιθυμήσουμε ἐμεῖς ποὺ κηρύττουμε ὅπως διαταχθήκαμε καὶ ὅσα διαταχθήκαμε;

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ κανένα τρόπο δὲν μπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμη σας καὶ τὸ θεωρῶ καθῆκον μου νὰ τὴν σχολιάσω καὶ νὰ τὴν διορθώσω. Διότι – μολονότι ἴσως εἶναι παρὰ τὴν θέλησι καὶ τὴν πεποίθησί σας – προέρχεται ἀπὸ ἁμαρτωλὴ πηγή, σὰν νὰ μποροῦσε ὁ Χριστιανισμὸς νὰ μεταβάλλη τὰ δόγματά του, τοὺς κανόνες του, τὶς ἁγιαστικές του τελετουργίες, γιὰ νὰ ἀνταποκριθῆ στὸ πνεῦμα κάθε ἐποχῆς καὶ προσαρμοσμένος στὰ μεταβλητὰ γοῦστα τῶν υἱῶν τοῦ αἰῶνος τούτου, νὰ μποροῦσε νὰ προσθέση ἤ νὰ ἀφαιρέση κάτι.

Κι’ ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Ὁ Χριστιανισμὸς πρέπει νὰ παραμένη αἰώνια ἀμετάβλητος, χωρὶς καθόλου νὰ ἐξαρτᾶται ἤ νὰ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς. Ἀντίθετα ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι διωρισμένος νὰ κυβερνᾶ καὶ νὰ διοικῆ τὰ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος γιὰ καθένα ποὺ ὑπακούει στὶς νουθεσίες του. Γιὰ νὰ σᾶς πείσω στὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὲς σκέψεις γιὰ νὰ τὶς μελετήσετε.

Συνέχεια ανάγνωσης