Ἡ κορύφωση τῆς τραγωδίας τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (Αὔγουστος 1922), [Εὐάγγελος Στ. Πονηρός Σχολικός σύμβουλος θεολόγων Πειραιῶς, Δ΄ Ἀθηνῶν, Κυκλάδων]

Προφανῶς δέν ὑπάρχει κανένας ὁ ὁποῖος νά φαντάζεται ὅτι δέν ἔγινε τό φρικιαστικό ἱστορικό γεγονός, τό ὁποῖο ἔχουμε συνηθίσει νά ὀνομάζουμε “μικρασιατική καταστροφή”

καί περιλαμβάνει τή σφαγή μεγάλου μέρους τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, Ἑλλήνων, Ἀρμενίων, Ἀσσυρίων, τήν ἀπαγωγή καί ἐξισλαμισμό ἀρκετῶν γυναικῶν καί κοριτσιῶν, τήν κακοποίηση, καταλήστευση καί ἐκδίωξη τῶν περισσοτέρων ἀπό τούς ὑπολοιπομένους. Παρ΄ ὅλα αὐτά ὑπάρχουν κάποιοι, δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ ὀνόματα, διότι δέν θέλουμε νά νομισθεῖ ὅτι προβαίνουμε σέ προσωπικές ἐπιθέσεις, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν νά διαδίδουν ἀστήρικτες θεωρίες ὅσον ἀφορᾶ τό ἄν πρέπει ἤ δέν πρέπει νά θυμόμαστε καί ἄν πρέπει καί πῶς πρέπει νά διδάσκουμε τό φρικτό αὐτό γεγονός στά παιδιά μας.

Ἐλπίζουμε δέ, πώς κανένας δέν ἐπιχειρεῖ νά δικαιολογήσει τούς δολοφόνους τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ σφαγή τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ εἶχε ὡς αἰτία τήν τριετή παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στή Μικρά Ἀσία. Τέτοιος ἰσχυρισμός θά ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἀνιστόρητος, ἀλλά ἐξ ὁλοκλήρου σχιζοφρενικός!!! Διότι: α) Οἱ σποραδικές δολοφονίες ἀμάχων χριστιανῶν Μικρᾶς Ἀσίας καί Ἀνατολικῆς Θράκης ξεκίνησαν τό 1913. β) Ἡ συστηματική σφαγή τῶν χριστιανῶν ξεκίνησε ἀπό τήν νεοτουρκική ἡγεσία τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας λίγο πρίν τήν ἔναρξη τοῦ Α΄ παγκοσμίου πολέμου, ἐντάθηκε κατά τή διάρκειά του καί διήρκεσε ἕως καί τή λήξη του, γ) Οἱ σποραδικές δολοφονίες χριστιανῶν δέν ἔπαυσαν καί μετά τή λήξη τοῦ πολέμου, δ) Ὁ διάδοχος τοῦ νεοτουρκικοῦ καθεστῶτος καί ἱδρυτής τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ προερχόταν ἀπό τόν κύκλο τῶν Νεοτούρκων καί εἶχε ἔτσι καί ἀλλιῶς πρόγραμμα νά συνεχίσει τό δολοφονικό ἔργο τῶν προκατόχων του Ταλαάτ, Ἐμβέρ καί Τζεμάλ. ε) Θύματα τῶν προμελετημένων καί συστηματικῶν σφαγῶν ὑπῆρξαν καί οἱ Ἀρμένιοι καί Ἀσσύριοι χριστιανοί, πολύ πρίν, ἀλλά καί μετά τήν ἄφιξη τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στή Μικρά Ἀσία. Μήπως ὑπῆρξε ποτέ Ἀρμενικός ἤ Ἀσσυριακός ἀπελευθερωτικός στρατός καί ἡ παρουσία του στή Μικρά Ἀσία ἐγινε αἰτία σφαγῶν καί δέν τό γνωρίζουμε; στ) Ὁ ἑλληνικός στρατός δέν ἔφθασε ποτέ στίς περιοχές τοῦ Πόντου, παρ΄ ὅλα αὐτά ὅμως ἐξοντώθηκε ὁ μισός χριστιανικός πληθυσμός, τόσο ἐπί Ταλαάτ, Ἐμβέρ καί Τζεμάλ, ὅσο καί ἐπί Κεμάλ. ζ) Ἡ ἐκστρατεία τῆς Ἑλλάδος στή Μικρά Ἀσία ὄχι μόνο δέν προκάλεσε, ἀλλά καθυστέρησε ἐπί τρία ἔτη την προαποφασισμένη σφαγή, τούς φρικτούς βασανισμούς, ὅσο καί τήν καταλήστευση καί ἐκδίωξη τοῦ ἐναπομείναντος ἄμαχου χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ. Ὑπῆρξε ἐν τέλει ἁμάρτημα τῆς Ἑλλάδος τό γεγονός ὅτι δέν εἶχε ἰκανούς ἡγέτες, οὔτε ἐξασφάλισε ἀληθινούς συμμάχους. Γι΄ αὐτό καί δέν κατάφερε νά ἀποτρέψει τό προμελετημένο ἔγκλημα.

Οἱ ἐγκληματικές ἐπιχειρήσεις ξεκίνησαν ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη. Τίς περιγράφει σέ ἐπίσημη ἐπιστολή του ἀπευθυνόμενη σέ ὅλες τίς αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης Γερμανός στίς 29 Μαΐου 1914:

«Ἐπέπρωτο, ὡς δοκεῖ, μετά τάς δαψιλεῖς ἀκριβῶς καί ἀφειδεῖς τελευταίας ταύτας ἐπαγγελίας περί ἰσότητος, δικαιοσύνης, ἐλευθερίας καί ἀδελφότητος πάντων τῶν πολιτῶν καί δή τῶν χριστιανῶν, τῶν οὐδέποτε ἀσφαλείας βεβαίας ἐν τῷ Κράτει τούτῳ ἀπολαυσάντων καί τοσάκις ἐν ταῖς ἐλπίσι καί προσδοκίαις ἀπατηθέντων, ἐπέπρωτο, λέγομεν, νέας πικροτάτας καί δεινοτάτας ἄρξασθαι τοῖς χριστιανοῖς δοκιμασίας καί συμφοράς, οἷαι οὐδέ ἐν τοῖς ζοφεροτέροις χρόνοις ἐσημειώθησαν τῆς δουλείας αὐτῶν. Τά γάρ ἐν τῇ πολυπαθεῖ Θράκῃ ἀπό μηνῶν ἤδη κακούργως καί λῃστρικῶς κατά τοῦ φιλησύχου καί ἀθῴου χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῇ ἐνοχῇ τῶν ἀρχῶν διαδραματιζόμενα, αἱ φρίκης καί ἀγριότητος καί βαρβαρότητος ἔμπλεοι βιαιοπραγίαι, καταλῃστεύσεις, ἀτιμώσεις καί διωγμοί, καί ὁ μετά τῆς αὐτῆς καί μείζονος ἔτι βιαιότητος καί λῃστρικῆς διαθέσεως ἀρξάμενος ἤδη καί ἐν Μικρᾷ Ἀσία ἀπαίσιος ἐξοντωτικός κατά τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ διωγμός, οὐδεμίαν καταλείπουσιν ἀμφιβολίαν ὅτι οὐχί πλέον μεμονωμένων ἐκρήξεων φανατισμοῦ καί μισαλλοδοξίας κίνδυνοι, οἷοι πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι κατά τάς δυστυχεῖς ταύτας χώρας συνέβαινον τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά σύστημα ἤδη καί σχέδιον μεμελημένον γενικῆς ἐξοντώσεως καί ὀλέθρου συρρίζου ἀπειλεῖ τόν ὀρθόδοξον ἐν Ἀνατολῇ λαόν. Ἤδη γάρ ἀπό μακροῦ ἤρξατο καί διεξάγεται ἀνήκουστος ἐξοντωτικός διωγμός καί βίαιος ἐκπατρισμός τῶν κατοίκων ὁλοκλήρων κοινοτήτων, χωρίων καί πόλεων ἐν Θράκῃ, οἵτινες, λῃστευόμενοι πρῶτον παντοιοτρόπως ἀμέσως καί ἐμμέσως, καί ποικιλοτρόπως ἐκπτοούμενοι καί βιαζόμενοι, ἐξαναγκάζονται ἵνα γυμνοί καί λιμώττοντες τῆς γενεθλίου χώρας αὐτῶν ἀπέρχωνται, καταλιμπάνοντες τά ἱερά, τούς οἴκους, τούς ἀγρούς, τά ζῷα καί πᾶσαν ἁπαξαπλῶς τήν οἰκιακήν καί λοιπήν περιουσίαν αὐτῶν τοῖς ἔξωθεν, ἐκ παντοίων μερῶν καί τόπων ἐρχομένοις καί τῇ ἀρωγῇ τῶν ἀρχῶν εἰς τά χωρία καί τούς οἴκους τῶν χριστιανῶν ἐγκαθιδρυομένοις μουσουλμάνοις πρόσφυξι. Καί οὕτως ἡ Θρᾴκη, χώρα Εὐρωπαϊκή, ἐπί δύο χιλιετηρίδας τόν χριστιανικόν αὐτῆς χαρακτήρα διατηρήσασα καί μέχρι σήμερον Μητροπόλεις 16 καί πληθυσμόν χριστιανικόν συμπαγέστατον καί ὑπερβαίνοντα μάλιστα τόν μουσουλμανικόν μέχρι πρό ὀλίγου ἀριθμοῦσα καί ἔχουσα, κινδυνεύει μετ΄ ὀλίγον ἐάν τά πράγματα χωρήσωσιν ἀκωλύτως, ὡς βαίνουσι, μεταβληθῆναι τάχιστα εἰς χώραν ἀποκλειστικῶς τουρκικήν καί μουσουλμανικήν, καί ταῦτα ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ὑπάτης ἀκμῆς καί ἰσχύος τῶν χριστιανικῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων καί ὑπό τά ὄμματα αὐτά τῶν διπλωματικῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Ἀλλά καί ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἤδη μετά τῆς αὐτῆς καί μείζονος ἔτι βιαιότητος καί λῃστρικῆς διαθέσεως μεταδέδοται, οὐδενός κωλύοντος, ὁ ἐξοντωτικός κατά τῶν ὀρθοδόξων διωγμός, φωναί δέ ἀπέλπιδες καί ἐκεῖθεν πρός τήν Ἐκκλησίαν συνεχῶς ἤδη καταφθάνουσι, τόν βίαιον ἐκδιωγμόν ἐκ τῆς γενεθλίου χώρας καί τήν ἔλλειψιν πάσης προστασίας ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν τῆς ζωῆς, τιμῆς καί περιουσίας αὐτῶν ἐκτραγωδοῦσαι καί καταγγέλλουσαι·»[1]

Ὁ Πατριάρχης Γερμανός καθιστᾶ ἀπολύτως σαφές διά τῆς ἐπιστολῆς του, ὅτι οἱ διακηρύξεις τοῦ νεοτουρκικοῦ καθεστῶτος “περί  ἰσότητος, δικαιοσύνης, ἐλευθερίας καί ἀδελφότητος πάντων τῶν πολιτῶν”   ἦταν ψευδεῖς καί παραπλανητικές. Τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ καθεστῶτος φάνηκε, ὅταν ξεκίνησε τήν ἐξόντωση ἀμάχου πληθυσμοῦ πρῶτα ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη, αὐτό πρέπει νά τό προσέξουμε ἰδιαίτερα, καί συνέχισε κατόπιν τό ἐγκληματικό του ἔργο στή Μικρά Ἀσία, ἀφοῦ κανένας δέν τό ἐμπόδιζε. Δέν ἐπρόκειτο πλέον γιά μεμονωμένες ἐκρήξεις φανατισμοῦ, ἀλλά γιά ὀργανωμένο σχέδιο γενικῆς ἐξοντώσεως τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ.

Μετά τήν ἔναρξη τοῦ Α΄ παγκοσμίου πολέμου (28/7/1914) καί τήν εἴσοδο τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας σέ αὐτόν στό πλευρό τῶν κεντρικῶν δυνάμεων (2/8/1914), οἱ διώξεις τῶν χριστιανῶν ἀπό μέρους τῶν Τούρκων ἐντάθηκαν ἀκόμη περισσότερο. Τίς ἐγκληματικές ἐπιχειρήσεις ἐξοντώσεως τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ περιγράφει,   στίς 15/7/1915 καί ὁ μητροπολίτης Καλλιουπόλεως Κωνσταντῖνος. Ἡ περιγραφή τοῦ ἱεράρχου δέν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τά γεγονότα δέν ἦταν μεμονωμένα καί τυχαῖα, ἀλλά ὀργανωμένα μέ πλῆρες σχέδιο καί σύστημα ἀπό τό νεοτουρκικό καθεστώς:

«Ἡ ἐξόντωσις τῶν προσφύγων χριστιανῶν εἶνε μεθοδικωτάτη. Ἐάν διά λόγους δῆθεν πολεμικούς ἐκπατρίζωνται οἱ χριστιανοί μόνον, ἠδύναντο νά μείνωσιν εἰς τά μέρη, ἔνθα ἅπαξ μεταφέρονται. Δέν συμβαίνει ὅμως τοῦτο· ἀλλά μόλις διαμείνωσιν ἐπί τινας ἡμέρας εἰς μέρος τι, μετατοπίζονται εἰς ἔτερον, ἵνα ὑφίστανται οὕτω συνεχεῖς διωγμούς καί ταλαιπωρίας, ἵνα ἐξαντλῶνται ἐκ τῶν κοπώσεων καί τῶν μόχθων καί ἵνα ἀποθνήσκωσιν ἐπί ποδός.»[2]

Βλέπουμε λοιπόν ποῦ κατέληγαν οἱ ἀτέρμονες πορεῖες τῶν ἐκτοπισμένων. Κατάληξη ἦταν ὁ θάνατος. Διότι ἡ πορεία συνεχιζόταν ὑπό τήν ἀπειλή τῶν ὅπλων μέχρι τήν ἐξόντωση. Σέ ἄνδρες εὑρισκόμενους σέ στρατεύσιμη ἡλικία ἐπιβλήθηκε ἡ στράτευση, ἀφοῦ πρῶτα τούς ἀπέσπασαν μεγάλα χρηματικά ποσά γιά “ἐξαγορά στρατιωτικῆς θητείας”. Καί τί θητεία ἦταν αὐτή; Καταναγκαστικά ἔργα μέχρι ἐξοντώσεως.

Κι ἐνῷ ἀκόμη ἐξελισσόταν ἡ σφαγή, πρίν δοθεῖ τό τελειωτικό κτύπημα εἰς βάρος τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, σαράντα ἐπιφανεῖς Ἕλληνες, ἐπιστήμονες, λόγιοι, λογοτέχνες, καλλιτέχνες, ἀπηύθυναν, ἔκκληση στούς διανοουμένους τοῦ πολιτισμένου κόσμου προσπαθώντας νά ἀποτρέψουν τό τελειωτικό κτύπημα εἰς βάρος τῶν χριστιανῶν, τό ὁποῖο ἐρχόταν.

Θά δοῦμε πρῶτα ποιοί ἦταν αὐτοί οἱ σαράντα ἐπιφανεῖς Ἕλληνες:

Ἄννινος Χ., Αὐγέρης Μ., Βλαχογιάννης Ἰ., Βῶκος Γερ., Γρυπάρης Ι., Δούζας Α., Δροσίνης Γ., Ζάχος Α., Θεοδωροπούλου Αὔρα, Θεοτόκης Κ., Ἰακωβίδης Γ., Καζαντζάκης Ν., Καζαντζάκη Γαλ., Καμπάνης Ἀρ., Καμπούρογλους Δ., Καρολίδης Π., Κόκκινος Δ., Κορομηλᾶς Γ., Μαλακάσης Μ., Μαλέας Κ., Μένανδρος Σ., Νικολούδης Θ., Νιρβάνας Π., Ξενόπουλος Γρ., Παλαμᾶς Κ., Παπαντωνίου Ζ., Παράσχος Κ., Πασαγιάννης Κ., Πολίτης Φ., Πώπ Γ., Σικελιανός Αγγ., Σκίπης Σ., Στρατήγης Γ., Ταγκόπουλος Δ., Τσοκόπουλος Γ., Φυλλύρας Ρ., Χατζιδάκις Γ., Χατζόπουλος Δ., Χορν Π., Σβορῶνος Ι.[3]

Ἱδοῦ καί τό συνταρακτικό αὐτό κείμενο:

«Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως οἱ συγγραφεῖς καί καλλιτέχναι τῆς Ἑλλάδος ἀπευθύνονται πρός τούς διανοουμένους τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὅπως γνωστοποιήσουν εἰς αὐτούς τήν τραγωδίαν χιλιάδων οἰκογενειῶν τοῦ ἑλληνικοῦ Πόντου. Ξηρά, ἐξηκριβωμένα καί ἀναμφισβήτητα τά γεγονότα εἶναι τά ἑξῆς:

Οἱ Τοῦρκοι ἐφόνευσαν ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς κατοίκους τῆς πόλεως Μερζιφοῦντος, ἀφοῦ τήν ἐλεηλάτησαν καί τήν ἐπυρπόλησαν. Τούς προσπαθήσαντας νά διασωθοῦν ἐτυφέκισαν καί ἐθανάτωσαν καταλαβόντες τάς διόδους.

Μετετόπισαν ὅλον τόν ἄρρενα πληθυσμόν τῶν πόλεων Τριπόλεως, Κερασοῦντος, Ὀρδούς, Οἰνόης, Ἀμισοῦ καί Πάφρας καί καθ΄ ὁδόν κατέσφαξαν τούς πλείστους ἐξ αὐτῶν.

Ἔκλεισαν ἐντός τοῦ ναοῦ τοῦ χωρίου Ἔλεζλη ἐν Σουλού-Τερέ 535 Ἕλληνας καί τούς κατέσφαξαν διασωθέντων μόνον τεσσάρων. Πρώτους ἔσφαξαν 7 ἱερεῖς διά πελέκεως πρό τῆς θύρας τοῦ ναοῦ.

Ἀπηγχόνισαν ἐν Ἀμασείᾳ 168 προκρίτους Ἀμισοῦ καί Πάφρας.

Ἐβίασαν ὅλας ἀνεξαιρέτως τάς γυναίκας, τάς παρθένους καί τά παιδία τῶν ἄνω πόλεων, τάς ὡραιοτέρας δέ παρθένους καί νέους ἔκλεισαν εἰς τά χαρέμια. Πλεῖστα βρέφη ἐφόνευσαν, σφενδονίζοντες αὐτά κατά τῶν τοίχων.

Οἱ ὑπογεγραμμένοι θέτουσι τά ἀνωτέρω ὑπ΄ ὄψιν τῶν διανοουμένων τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀμερικῆς θεωροῦντες ὅτι ὄχι μόνον τά γεγονότα ταῦτα ἀλλά καί ἡ ἀνοχή αὐτῶν ἀποτελεῖ πένθος τῆς ἀνθρωπότητος.

Ἀθῆναι 22 Νοεμβρίου 1921»[4]

Ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τά πράγματα, οἱ τότε διανοούμενοι καί καλλιτέχνες δέν καταντοῦσαν ὑποχείρια καί νευρόσπαστα μιᾶς πολιτικῆς φατρίας, δέν παρίσταναν τίς celebrities[5], δέν ἀγαποῦσαν πρῶτα ἀπ΄ ὅλα καί πάνω ἀπ΄ ὅλα τούς ἑαυτούς τους, τό χρῆμα καί τή δόξα, δέν τοποθετοῦσαν τίς προσωπικές τους διαφορές πάνω ἀπό τήν ἀγάπη τους γιά τήν πατρίδα! Ὅλα αὐτά εἶναι ἀσθένειες θανάσιμες γιά τή διανόηση, ἀπό τίς ὁποῖες πρέπει νά προφυλάσσεται ὅποιος θέλει νά λέγεται «διανοούμενος» ἤ «καλλιτέχνης». Ἀλλιῶς οὔτε διανοούμενος εἶναι οὔτε καλλιτέχνης, ἀλλιῶς δέν εἶναι παρά ἕνα ἀνδρείκελο. Ἴσως κερδίσει πρόσκαιρη δόξα, ἀλλά ἀπό τό ὑποτιθέμενο “ἔργο” του τίποτε δέν πρόκειται νά ἐπιβιώσει. Ἐδῶ ἀναδύεται καί ἕνα ἀκόμη ἐρώτημα: Διδάχθηκε ποτέ σέ ἑλληνικό σχολεῖο τό κείμενο αὐτό; Πολύ ἀμφιβάλλουμε.

Καί πᾶμε στό ἐπιστέγασμα τῆς τραγωδίας, τόν ἐμπρησμό, τή σφαγή καί τόν θανάσιμο συνωστισμό στή Σμύρνη κατά τόν φρικτό Αὔγουστο τοῦ 1922. Στίς 27 λοιπόν τοῦ μοιραίου μήνα, τίς πρωινές ὧρες ἐγκαταλείπουν τή Σμύρνη τά τελευταῖα ἑλληνικά στρατιωτικά τμήματα. Τμῆμα ἀτάκτων Τούρκων ἱππέων εἰσέρχεται στήν πόλη γύρῳ στίς 11.00 π.μ. καί κατόπιν ἰσχυρό τμῆμα πεζικοῦ. Ἀμέσως ξεκινοῦν ληστεῖες, κακοποιήσεις, σφαγές τοῦ χριστιανικοῦ, Ἑλληνικοῦ καί Ἀρμενικοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ. Τήν ἴδια μέρα σφαγιάζεται, κυριολεκτικῶς διαμελίζεται, μέ πρωτοφανή στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος βάρβαρότητα, ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης. Στίς 30/8/1922 ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀρμενική συνοικία ὁ ἐμπρησμός τοῦ χριστιανικοῦ τμήματος, ἁρμενικοῦ καί ἑλληνικοῦ, τῆς Σμύρνης. Τό καταστροφικό ἔργο συμπληρώνεται στίς 3/9/1922.

Ὅσον ἀφορᾶ τό ἀπό ποῦ ξεκίνησε καί ποιά μέρη τῆς πόλεως κατέστρεψε ἡ πυρκαϊά, ὅσα περιγράφει σαφέστατα ὁ γενικός πρόξενος τῶν Η.Π.Α. στή Σμύρνη George Horton δέν ἐπιτρέπουν σέ κανέναν νά ἀμφιβάλλει:

«Ἡ πυρκαγιά ἀνάφτηκε στίς παρυφές τῆς Ἀρμενικῆς συνοικίας κατά τή στιγμή πού φυσοῦσε δυνατός ἄνεμος πρός τή μεριά τοῦ χριστιανικοῦ τομέα καί σέ ἀντίθετη κατεύθυνση ἀπό τήν τουρκική συνοικία. Πραγματικά, ἡ τουρκική συνοικία δέν ἔπαθε καμία ἀπολύτως ζημιά καί, σέ ὅλη τή διάρκεια τῶν ἀποτρόπαιων σκηνῶν πού ἀκολούθησαν καί τῶν ἀπρίγραπτων μαρτυρίων πού ὑπέστησαν οἱ χριστιανοί, ἡ μουσουλμανική συνοικία, κατάφωτη καί χαρούμενη, διασκέδαζε μέ χορούς καί τραγούδια.»[6]

Ὅσον ἀφορᾶ τό ποίοι ἦταν οἱ ἐμπρηστές, ὑπάρχουν μαρτυρίες αὐτοπτῶν καί γι΄ αὐτό το ζήτημα. Ἡ μαρτυρία τῆς Ἀμερικανίδας Minnie Mills διευθύντριας τοῦ ἀμερικανικοῦ διακολεγιακοῦ ἰνστιτούτου δεν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση:

«Ἔβλεπα καθαρά τούς Τούρκους να κουβαλοῦν τούς τενεκέδες μέ τό πετρέλαιο μέσα στά σπίτια, ἀπό τά ὁποῖα ξεπετάγονταν φλόγες ἀμέσως κατόπιν. Δεν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας Ἀρμένιος καί τά μόνα ἄτομα πού κυκλοφοροῦσαν ἦταν Τοῦρκοι στρατιῶτες τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ με κομψές στολές.»[7]

Ὅμοίως καί ἡ ἐπίσης Ἀμερικανίδα King Birge σύζυγος Ἀμερικανοῦ ἱεραποστόλου καταθέτει ὅτι:

«Ἀνέβηκα στον πύργο τοῦ Ἀμερικανικοῦ Κολλεγίου στόν Παράδεισο καί, μέ ἕνα ζευγάρι κυάλια ἐκστρατείας, ἔβλεπα καθαρά Τούρκους στρατιῶτες να βάζουν φωτιά στά σπίτια. Τούς ἔβλεπα να  παραμονεύουν στά χωράφια καί νά πυροβολοῦν χριστιανούς. Καθώς  ὁδηγοῦσα ἀπό τόν Παράδεισο στή Σμύρνη, γιά νά φύγω γιά τήν Ἀθήνα, ὁ δρόμος ἦταν γεμάτος πτώματα»[8].

Ἄς δοῦμε ὅμως καί πῶς περιγράφει τά γεγονότα αὐτά, ὄχι ὑπήκοος οὐδετέρου κράτους, ἀλλά μία προσφυγοπούλα, ἡ ὁποία ἔζησε ὅλη τήν ἀγωνία τοῦ ἀθώου ἀνθρώπου πού τόν καταδιώκουν σάν νά ἦταν κτῆνος. Πρόκειται γιά τήν Ἀρμένια Ἀνζέλ Κουρτιάν[9] ἡ ὁποία περιγράφει τά  ἀποτρόπαια γεγονότα μέ λόγια τά ὁποῖα δέν ἐπιδέχονται ἀντιρρήσεις, οὔτε ἀφήνουν τόπο γιά σαθρές θεωρίες:

«Φτάνουμε πάλι στό ἀκρογιάλι, τό Καί[10]. Ἄχ, Παρθένα μου! Ἐδῶ τά πράγματα ἔχουν ἀγριέψει. Τά πόδια μας πιά δέν πατᾶνε γῆς. Ὅ,τι ἔχει πάρει ὁ καθένας, μά πολύτιμο ἤτανε μά ἀπαραίτητο, τό ἔχει πετάξει. Βλέπεις μπόγους, μπαοῦλα, τσουβάλια γεμάτα, μηχανές, βαλίτσες, πτώματα, ἀκόμα καί ἀρρώστους, πού οἱ δικοί τους εἴχανε πάρει μαζί γιά νά τούς σώσουν, καί μή μπορώντας πιά νά τούς σηκώσουν, τούς ἄφησαν. Τά κτίρια καίγονται, οἱ Τοῦρκοι μέ σπαθιά καί μαχαίρια χτυποῦν χωρίς νά διαλέγουν. Ὁ κόσμος τρέχει, τρέχει τσαλαπατώντας τά πάντα. Σπαραχτικές φωνές. Εἶναι πολλοί πού πέφτουν στή θάλασσα μέ τήν ἐλπίδα νά σωθοῦν. Μπαίνουν, ἄν βροῦνε πλεούμενο, ἀλλά σκαρφαλώνουν τόσοι πολλοί, πού ἀμέσως ἀναποδογυρίζει. Ἄλλους, πού θέλουν ν΄ ἀπομακρυνθοῦν κολυμπώντας, τούς πυροβολοῦν. Οἱ πνιγμένοι εἶναι τόσο πολλοί, πού ἐγώ νομίζω ὅτι, ἄν περπατήσει κανείς ἀπάνω τους, θά πάει στά καράβια. Ἀλλά τά καράβια εἶναι μακριά, καί νά φτάσει κανείς ὥς ἐκεῖ, δέν τόν παίρνουν. Τούς σπρώχνουν ξανά πίσω καί, ἄν ἐπιμένουν, τούς πυροβολοῦν ἤ τούς χύνουν νερά[11]. Εἶναι, βλέπετε, σύμμαχοι τῶν Τούρκων. Περιορίζονται νά βγάζουν ταινίες καί φωτογραφίες! Κάθε τόσο τά φῶτα τῶν προβολέων γλιστροῦν σέ ὅλο τό μῆκος τῆς παραλίας, φωτίζοντας τή συμφορά. Ἐκείνη τή στιγμή οἱ Τοῦρκοι κατεβάζουν τά σπαθιά καί τίς χατζάρες, ὁ κόσμος σηκώνει τά χέρια καί μέ ὅ,τι φωνή ἔχει φωνάζει: «Βοήθεια! Βοήθεια!» Μά τό πληρώνουν ἀκριβά. Μόλις σβήνουν οἱ προβολεῖς, τά χατζάρια πιό λυσσασμένα χτυποῦν, δεξιά-ἀριστερά, ρίχνοντας κορμιά στή γῆς κι ἀνοίγοντας κεφάλια.

Εἶναι νύχτα. Καί μεῖς, μές στό μακελειό, κρατιόμαστε σφιχτά καί οἱ τρεῖς[12], φροντίζοντας νά εἴμαστε στή μέση τοῦ πλήθους. Οὔτε βλέπουμε τί πατᾶμε, συνέχεια ἀνεβοκατεβαίνουμε. Εἶναι κι ἕνας ἄλλος κίνδυνος: ἄν πέσεις, δέ σηκώνεσαι, σέ πατάει ὁ κόσμος. Τέτοιες στιγμές, ἄν τύχαινε νά πέσει καμία ἀπό τίς τρεῖς μας, δέναμε τά χέρια πιό σφιχτά, φωνάζοντας «μή, μήν τήν πατήσετε», καί κάποιο χέρι βρισκότανε νά βοηθήσει. Πόσοι καί πόσοι ἔπεσαν, ἁπλῶς σκοντάφτοντας, γιά νά μή σηκωθοῦν ποτέ πιά. Πέθαναν ποδοπατημένοι. Ὁ κόσμος αὐτή τήν ὥρα, δέν ἔβλεπε τίποτα. Ἦταν σάν τά θηρία πού τρέχουν νά σωθοῦν ὅταν ἁρπάξουν φωτιά τά δάση. Ἀπό τή μιά τά κτήρια καίγονται, ἀπό τήν ἄλλη ἡ θάλασσα γεμάτη πτώματα, πίσω οἱ Τοῦρκοι μέ τά σπαθιά.[13]

Εἶμαι μάρτυρας αὐτῶν τῶν θλιβερῶν καί ἐφιαλτικῶν καταστάσεων. Ἔτρεχα κι ἐγώ, μαζί μέ ὅλους, μήν ξέροντας ποῦ. Μερικοί ἔτρεξαν σέ μιά ἀποβάθρα καί ἄρχισαν νά πηδᾶνε μέσα σέ μιά μαούνα πού ἦταν ἐκεῖ. Ἡ μαούνα γέμισε. «Ὄχι ἄλλους, θά βουλιάξουμε», φώναζαν καί ἔκαναν κουπιά μέ τά χέρια τους νά ἀπομακρυνθοῦν. Ἐμεῖς κοιτάζαμε. Μερικοί ἔλεγαν: «Αὐτοί γλίτωσαν τό μαχαίρι, ἴσως φτάσουν σέ κανένα πλοῖο νά σωθοῦν». Ἀκούστηκε ἕνας τρομερός κρότος καί ἡ ἀποβάθρα ὑποχώρησε ἀπό τό πολύ βάρος τοῦ κόσμου. Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι ἔπεσαν στά βαθιά νερά. Ἡ μαμά μας ἔμεινε ἐμβρόντητη ἐνῶ ἐμεῖς τήν τραβούσαμε ἀπάνω, τό ἕνα της πόδι ἤτανε στό κενό. Ἡ θάλασσα κόχλαζε ἀπό χέρια καί πόδια. Ὅσοι ἦταν κοντά πιάστηκαν γιά νά βγοῦν. Ἀλλά οἱ Τοῦρκοι δέν ἄργησαν νά μαζευτοῦν πιό λυσσασμένοι. Ἄρχισαν νά πυροβολοῦν μέσα στή θάλασσα, ὅσους κολυμποῦσαν. Σ΄ ἕναν, πού εἶχε κατορθώσει νά πιαστεῖ γιά ν΄ ἀνέβει, μέ μιά σπαθιά τοῦ ἔκοψαν καί τά δυό χέρια, πού ἔμειναν σφιχτά γατζωμένα, ἐνῶ ὁ ἴδιος, μέ μάτια γεμάτα τρόμο, χάθηκε στό νερό. Ἐμεῖς τρέχαμε νά σωθοῦμε μέσα στόν κόσμο πού συνέχιζε τό δρόμο του. Γιά μιά στιγμή ἡ Ρόζα φώναξε:

  • – Θεέ μου, κοιτάξτε τή μαούνα!

Ὅσοι δέν ξέρανε κολύμπι, εἶχαν ἀνεβεῖ κι ἀπό τό βάρος ἔγειρε κι ἔπεσαν ὅλοι στή θάλασσα. Ἀπό τόν κόσμο αὐτό, κανείς δέ γλίτωσε.»[14]

Ἄραγε ὑπάρχει κάποιος ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται, ὅτι στή φλεγόμενη Σμύρνη τόν Αὔγουστο τοῦ 1922 συνέβη ἁπλῶς ἕνας κάποιος συνωστισμός, ὅμοιον μ΄ ἐκεῖνον στά ἐμπορικά κέντρα κατά τίς γιορτινές περιόδους; Τέτοιος ἰσχυρισμός θά ἦταν πέραν πάσης λογικῆς, διότι οἱ κακοποιήσεις τίς ὁποῖες ὑπέστησαν ὅσοι χριστιανοί δέν κατόρθωσαν νά ἀποδράσουν ἤ ἔστω νά κρυφθοῦν ἐπιτυχῶς, εἶναι παντελῶς ἀδύνατον νά περιγραφοῦν ἐπαρκῶς, ἐπειδή ἡ σατανική ἐφευρετικότητα τῶν ἐγκληματιῶν καί ἡ ἀπίστευτη ποσότητα τῶν ἐγκλημάτων θά ξεπερνοῦν ἐς ἀεί τήν ἐκφραστική ἰκανότητα ἀκόμη καί τοῦ πλέον δόκιμου συγγραφέως.

Ἄς δοῦμε καί πάλι ὁρισμένες περιγραφές τῆς ἴδιας προσφυγοπούλας:

            «Εἴδαμε τούς Τούρκους πού ἐρχόντουσαν κατά μᾶς. Εἴχαμε παγώσει. Ἡ μαμά, καθισμένη, μέ τά μαῦρα καί τό τσεμπέρι, ἦταν σωστή γριούλα[15].

Ἀλλά αὐτοί εἶχαν σταμπάρει ἕνα κοριτσάκι, 13-14 χρονῶν, πού τούς εἶδε κι αὐτό κι ἔτρεχε κοντά στή γιαγιά της νά κρυφτεῖ. Αὐτή καθότανε ἀπέναντι, κάτω ἀπό ΄να δέντρο. Εἶχε ρίξει κάτι κουρελοῦδες γιά νά προφυλαχτεῖ ἀπό τό κρύο τό βράδυ, καί τώρα καθόταν σκεφτική, χαμένη. Ποιός ξέρει πόσους εἶχε χάσει πού ἦταν ἔτσι ἡ καημένη ἡ γριούλα…

Ἦρθαν κοντά οἱ Τοῦρκοι. Ἤτανε τύφλα στό μεθύσι. Κάτι χοντράνθρωποι, μέ κοιλιές πού ξεχείλιζαν ἀπό τά ζωνάρια τους, ἀξύριστοι, βρώμικοι, ἀπαίσιοι στήν ὄψη. Ἦταν ἑφτά-ὀκτώ. Ἀπό μακριά φάνηκαν κι ἄλλοι πού πήγαιναν ἀλλοῦ. […] Νάτους, ἔρχονται κοντά οἱ Τοῦρκοι, φορᾶνε καί κομπολόγια στό λαιμό τους, σάν κολιέ. Πιάνουνε τή μικρή, τήν ἁρπάζουν ἀπό τίς πλεξίδες καί τή σπρώχνουν κάτω ἀπό τίς κουρελοῦδες. Ἀπό μέσα ἀκούγονται σπαραχτικές φωνές. Δύο ἀπό τούς Τούρκους ἔμειναν ἔξω. Ἡ γριούλα τραβάει τά μαλλιά της, κλείνει τ΄ αὐτιά της νά μήν ἀκούει. Κάνει νά σηκωθεῖ μά τῆς δίνουν μιά κλωτσιά καί πέφτει, σωρό κουβάρι. Κάθεται κάτω σάν πεθαμένη, κατακίτρινη. Ἕνας-ἕνας βγαίνουν καί κουμπώνονται χαχανίζοντας. Μά τί φρίκη! Αὐτά πού φορᾶνε δέν εἶναι κομπολόγια. Εἶναι θηλές ἀπό γυναικεῖα στήθη!

– Τά κτήνη, εἶναι νά τρελαθεῖ κανείς, λέει ἡ γριούλα πού κάθομαι στά πόδια της.

– Ὄχι, οὔτε θέλω νά δῶ – ἡ μαμά ἔχει κατεβάσει τό τσεμπέρι μέχρι κάτω ἀπό τά μάτια της.

– Ποιός ξέρει πόσα κορίτσια φάγανε.

– Θεέ μου, πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος σέ ἄνθρωπο νά κάνει τόσο κακό;

Οἱ φωνές ἀπό μέσα ἐξακολουθοῦν πιό σπαραχτικές. Ἡ γριούλα τώρα χτυπᾶ τό κεφάλι της στίς πέτρες. Βγαίνει κι ὁ τελευταῖος κουμπώνοντας τό παντελόνι του κάτω ἀπό τήν κοιλιά του, καί στά ματωμένα χέρια του κρατᾶ δύο μπαλίτσες. Μόλις φεύγουν οἱ Τοῦρκοι ἀνοίγουν οἱ κουρελοῦδες καί βγαίνει τό κακόμοιρο τό παιδί καταματωμένο. Αἱμορραγεῖ σάν βρύση κάτω ἀπό τά σκισμένα ροῦχα. Καί τά στηθάκια του, πού εἶναι ἀρκετά ἀναπτυγμένα, ἔχουν δύο πληγές σάν κόκκινες φωλιές. Ἡ κοπελίτσα κοιτάζει ἕνα γύρω, χαμένη, καί πέφτει μπρούμυτα, μέ μάτια ὀρθάνοιχτα.»[16]

Ὅμως οἱ χριστιανές γυναῖκες καί τά ἀνήλικα κορίτσια, Ἀρμένιες, Ἑλληνίδες, Ἀσσύριες, δέν ἦταν πάντοτε ἀναλώσιμες. Κάποιοι τίς θεώρησαν ἀκόμη καί ἐμπορικῶς ἐκμεταλλεύσιμες!!! Τίς πουλοῦσαν λοιπόν σέ δημοπρασίες, σάν νά ἐπρόκειτο γιά ἄλογα ζῶα!!! Ἄς δοῦμε πῶς περιγράφει καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά αἴσχη ἡ ἴδια προσφυγοπούλα ἡ Ἀνζέλ Κουρτιάν:

«Μάζευαν τίς ὡραιότερες κοπέλες καί τίς πουλοῦσαν στά σκλαβοπάζαρα γιά τά χαρέμια. Ἄχ, αὐτά τά κορίτσια, τί ἐξευτελισμός! Τίς ἀνέβαζαν ὁλόγυμνες σ΄ ἕνα ψηλό μέρος καί κάνανε πλειστηριασμό. Ὅποιος ἔδινε τά πιό πολλά, τίς ἔπαιρνε. Οἱ καημένες δέν ἤξεραν τί νά κάνουν καί πῶς νά σταθοῦν. Ἄλλες κατακόκκινες ἀπό ντροπή, ἄλλες κατακίτρινες…»[17]

Καί καταλήγει ἡ ἴδια πρόσφυγας καί συγγραφέας:

«Κατηγορῶ τά Μεγάλα Ἔθνη πού ἄφησαν νά γίνουν τόσα ἐγκλήματα. Μᾶλλον τά προκάλεσαν καί κατόπιν παρίσταναν τούς καλούς, κάνοντας[18] ἀγαθοεργίες.»[19]

Ἄς δοῦμε καί πῶς περιγράφει τόν «συνωστισμό» καί τή σφαγή στή Σμύρνη μία ἄλλη προσφυγοπούλα, ἡ Ἑλληνίδα ἔγκριτη λογοτέχνις Ἰφιγένεια Χρυσοχόου[20]:

«Ἀφοῦ τούς πῆραν ὅ,τι εἶχαν, τούς ἀνάγκασαν μέ κοντακιές καί χτυπήματα, ν΄ ἀλλάξουν δρόμο κατά τόν Ἅι Κωνσταντῖνο. Σάν προχώρησαν λίγο, σκόνταψαν σ΄ ἕνα μπουλούκι τούρκικο πού ἔσερνε κοπέλες κι ἄντρες. Ὕστερα κι ἄλλοι Τοῦρκοι κι ἄλλοι, πού σπρώχνουν πρός τό μέρος τους γυναικόπαιδα… Σπρῶξε ἀπ΄ ἐδῶ, σπρῶξε ἀπ΄ ἐκεῖ, καρφώθηκαν στή μέση οἱ χριστιανοί. Τώρα χτυπᾶνε ἀπό παντοῦ. Σάν εἶδε μιά γυναίκα νά σκοτώνουν μπροστά της τήν γκαστρωμένη κόρη της, ἅρπαξε τό χέρι τοῦ Τούρκου. Θεριό ἔγινε ἐκεῖνος. Δίνει μιά στή γυναίκα καί τήν ξαπλώνει κάτω. Αὐτό λές κι ἦταν τό σύνθημα. Ἀμέσως ἀρχίζει ἡ σφαγή. Ἡ Ἰφιάνασσα[21] κι οἱ δικοί της βρίσκονται πιό ἄκρη, κοντά στό δρόμο. Μές στό μακελειό, τά κλάματα, τά ξεφωνητά, ξέφυγαν ἀπ τούς Τούρκους. Τρέχοντας σάν παλαβοί φτάσανε στό Κιαί[22]. Ἐκεῖ ἔσμιξαν μέ τόν κόσμο. Ὅλοι σπρώχνουν καί σπρώχνονται γιά τήν ἀποβάθρα, ὅπου εἶναι ἀραγμένα τά πλοῖα. Ἀπ΄ τήν ἐξάντληση καί τό συνωστισμό, κάθε τόσο κι ἀφήνουν ὅλοι ἀπό κανένα μπόγο. Ὅλα τά πολύτιμα καί τ΄ ἀκριβά τῆς Μικρασίας ἦταν σκορπισμένα στήν παραλία τῆς Σμύρνης. Κανείς γιά τίποτα δέ νιάζεται. Μονάχα, πῶς νά φτάσουν στά καράβια. «Παναγιά μου, βοήθησε νά σωθοῦμε, καί ζητιάνοι ἄς γυρίζουμε σ΄ ὅλη μας τή ζωή». «Χριστέ μου, δῶσε νά φτάσουμε στήν Ἑλλάδα, κι ὅρκο δίνω, σέ μοναστήρι νά κλειστῶ». «Ἄι Λεφτέρη μου, λευτέρωσέ μας, καί τάμα κάνω, ξυπόλητη νἄρχομαι στήν ἐκκλησιά σου, νά σοῦ ἀνάβω τό καντήλι.»

Ἀκόμη λίγο καί κοντεύουν.

Στά πλάγια ἡ θάλασσα λερωμένη, καί τά πτώματα τουμπανιασμένα χτυπολογιοῦνται ἀναμεταξύ τους. Ἀλίμονο, ἄν παραπατήσει κανείς. Δέ θά σηκωθεῖ. Ἀλίμονο ἄν πέσει κανείς στή θάλασσα. Ἐκεῖ θά μείνει.»[23]

Ἐξ ἴσου διαφωτιστική εἶναι καί ἡ μαρτυρία μιᾶς ἀκόμη προσφυγοπούλας, τῆς Φιλιῶς Χαϊδεμένου ἀπό τά Βουρλά τῆς Μικρᾶς Ἀσίας[24]. Ἡ μόνη διαφορά ἀπό τίς προηγούμενες εἶναι, ὅτι ἡ ἀείμνηστη Χαϊδεμένου καί ἡ οἰκογένειά της βρέθηκαν στίς Κλαζομενές, λιμάνι εὑρισκόμενο εἴκοσι χιλιόμετρα δυτικά τῆς Σμύρνης, ἀπό ὅπου μέ χίλιους κινδύνους ἐπιβιβάσθηκαν σέ πλοῖο γιά τήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα:

«Ὅλοι ἤμασταν βρόμικοι καί τά ροῦχα μας εἶχαν κουρελιαστεῖ, ἀλλά ἐμεῖς οἱ κοπέλες πασαλείβαμε τό πρόσωπό μας μέ λάσπη καί βάζαμε ὅ,τι κουρέλια βρίσκαμε στήν πλάτη μας, γιά νά δείχνουμε καμποῦρες καί ἄσχημες, γιά νά γλιτώσουμε τό βιασμό.

Ἦταν τόσος πολύς ὁ κόσμος τῶν ἐξαθλιωμένων ἀνθρώπων, πού οἱ στρατιῶτες, πού ὑποτίθεται πώς μᾶς συνόδευαν, μᾶς ἔχασαν, κι ἐμεῖς τρέξαμε μέ ὄση δύναμη μᾶς εἶχε ἀπομείνει τά πέντε χιλιόμετρα πού μᾶς ἔμεναν μέχρι τή Σκάλα, τό Λεμάν τεμπεσί. Ἐκεῖ βρίσκονταν ἑλληνικά φορτηγά πλοῖα πού τά εἶχαν ἐπιτάξει Ἀμερικανοί καί μερικά ἀμερικανικά. Οἱ Κλαζομενές ἤ Λοιμοκαθαρτήριο, ὅπως λεγόταν ἐπίσης ἤ περιοχή, ἦταν χερσόνησος. Ἐκεῖ ἀρχίσαμε νά μπαίνουμε σέ ὅ,τι πλοῖο βρίσκαμε μπροστά μας, στοιβαγμένοι ὁ ἕνας πάνω στόν ἄλλο. Τά πτώματα στή θάλασσα ἔφθαναν μέχρι τό ὕψος τοῦ μόλου. Πατούσαμε πάνω σέ ἀνθρώπινες σάρκες καί κόκαλα πού εἶχε παρασύρει τό ρεῦμα τοῦ νεροῦ. Δύο μέρες καί δύο νύκτες μείναμε ὄρθιοι στήν παραλία περιμένοντας νά μποῦμε σέ κάποιο πλοῖο. Χιλιάδες κόσμος, ἀπελπισμένος καί ἐξαθλιωμένος, μέ μάτια ἄδεια ἀπ΄ τά ὅσα εἴχαμε δεῖ καί τήν ψυχή ματωμένη ἀπ΄ τόν πόνο τῆς ἀπώλειας τῶν ἀγαπημένων μας. Κάρα ἄδειαζαν πεθαμένους δίπλα μας, ὅπου ἔβρισκαν. Τό βράδυ, ὅταν οἱ Τοῦρκοι ἄρχιζαν νά βιάζουν καί νά κακοποιοῦν ὅποια γυναίκα ἔβρισκαν, οἱ Ἀμερικανοί ἄναψαν τούς προβολεῖς τῶν πλοίων καί τούς ἔριξαν πάνω μας, γιά νά σταματήσουν κάπως τό κακό. Φωνές ἀκούγονταν: «Τά γυναικόπαιδα νά μπαρκάρουν πρῶτα!» – θαρρεῖς καί ὑπῆρχε καί κανένας ἄνδρας ἀνάμεσά μας…

Κάποτε ἔφτασε κι ἡ δική μου σειρά νά μπῶ στό πλοῖο. Οἱ Ἀμερικανοί μᾶς ἔγνεφαν: «Ἔλα… ἔλα…» δείχνοντάς μας μέ νοήματα νά περάσουν οἱ ὄμορφες πρῶτα! Τήν ὥρα πού κάνω νά περάσω τό συρματόσχοινο πού εἶχαν στήσει οἱ Τοῦρκοι καί νά μπῶ ἀπ΄ τή μεριά πού εἶχαν συρματόσχοινο οἱ Ἀμερικανοί, κάποιος Τοῦρκος μέ τραβάει πίσω. Βάζω ὅλη μου τή δύναμη καί τόν σπρώχνω νά περάσω. Ἐκεῖνος μοῦ δίνει μιά μέ τό ὅπλο του στόν ὦμο  – ἀκόμα μέ πονάει! –, ἀλλά ἐγώ ἔχω ἤδη πιάσει τό χέρι ἑνός Ἀμερικανοῦ, πού μέ τραβάει πρός τό μέρος του. Μέ σπρώχνει σέ μιά βάρκα καί ἀρχίζω νά σκέφτομαι ὅτι μπορεῖ καί νά γλιτώσω τελικά. Ἡ βάρκα ξεκινάει πρός τό καράβι πού θά μᾶς ἀνεβάσουν κι ἐγώ κάνω τό σταυρό μου. Τήν ὥρα πού ἀνέβαινα τή σκάλα γιά νά ἐπιβιβαστῶ στό πλοῖο, ρίχνω μιά ματιά πίσω μου, στά Βουρλά, τήν πατρίδα μου. Τήν εἰκόνα πού εἶδα τήν κουβαλάω μέσα μου μέχρι σήμερα καί θά τήν κουβαλάω μέχρι νά πεθάνω. Καπνοί, φωτιές, ρημαγμένο τοπίο, σκηνές Κόλασης καῖνε τά μάτια μου, καί τ΄ ἀφτιά μου βουΐζουν ἀπ΄ τίς σπαρακτικές κραυγές πού γεμίζουν τό δειλινό. Οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πού δύει πέφτουν πάνω σ΄ αὐτό τόν κρανίου τόπο, πού μέχρι τότε ἦταν ἡ ἀγαπημένη καί ὄμορφη γῆ μου. Τόση ἀγάπη, τόσα γέλια, τόση εὐτυχία πού ἔζησα μέχρι τότε στά ἀγαπημένα μου Βουρλά χάθηκαν γιά πάντα. Δέ θά ξαναδῶ τόν τόπο μου, ἀλλά δέ θά τόν ξεχάσω ποτέ.[25]»

Ὅπως βλέπουμε, ὁ ἐμπρησμός τῆς Σμύρνης ἀπό τούς βαρβάρους ἐπιδρομεῖς δέν ἦταν μοναδικό φαινόμενο. Ὅμως ἡ θλίψη τῆς προσφυγοπούλας γιά τήν καταστροφή τῆς πόλεώς της ἀπό τούς βαρβάρους καί γιά τήν προσφυγιά της δέν σταματᾶ ἐκεῖ. Συνεχίζεται, λόγῳ τοῦ ὅτι ὅλα αὐτά τά δεινά δέν διδάσκονται στή νέα γενιά:

«Ἀπ΄ ὅσο ξέρω, ἡ Μικρασιατική Καταστροφή ἦταν ἡ μεγαλύτερη συμφορά στή σύγχρονη ἑλληνική ἱστορία. Ποτέ ἄλλοτε δέν ἔγινε τόσο μεγάλη ὁμαδική σφαγή, οὔτε κάηκαν τόσες πόλεις καί χωριά. Μόνο οἱ γιαγιάδες καί οἱ παπποῦδες διηγήθηκαν αὐτά τά τραγικά περιστατικά στά ἐγγόνια τους καί τούς ἔμαθαν τί σήμαινε ἑλληνικός μικρασιατικός πολιτισμός. Δέ θά ἔπρεπε ἡ πολιτεία νά φροντίσει ὥστε τά παιδιά μας νά διδαχτοῦν στά σχολεῖα τήν ἀλήθεια γι΄ αὐτή τή μαύρη σελίδα μας; Νά ξέρουν οἱ ὑπεύθυνοι ὅτι κάποια στιγμή θά πρέπει νά λογοδοτήσουν γι΄ αὐτό στά νεαρά βλαστάρια μας, γιατί πρέπει ὡς λαός νά ἔχουμε ρίζες καί παραδόσεις, καί εἰδικά ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, πού ἡ ἱστορία μας ξεκινάει ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων καί ὑπῆρξε τόσο καταλυτική γιά ὅλους τούς σύγχρονους λαούς τοῦ κόσμου. Παπάδες πού κρεμάστηκαν ἀπό τούς Τούρκους ἁγιοποιήθηκαν ἀπό τήν ἐκκλησία. Διαβάσαμε γιά τή ζωή καί τό θάνατό τους σέ κάποια βιβλία, ὅπως καί τή ζωή καί τόν πολιτισμό τῶν προσφύγων στίς χαμένες πατρίδες. Ἀλλα τά διαβάσαμε γιατί τό θέλαμε κι ὄχι ἐπειδή κάποιος φρόντισε νά τό μάθουμε στά σχολεῖα μας.»[26]

Ὅμως οἱ μαρτυρίες δέν προέρχονται μόνον ἀπό τούς παθόντες. Ἔχουν διασωθεῖ ἄφθονες ἔγκυρες μαρτυρίες προερχόμενες ἀπό ἐξέχοντες ὑπηκόους τρίτων κρατῶν. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ὁ γενικός πρόξενος τῶν Η.Π.Α. στή Σμύρνη George Horton, τόν ὁποῖο ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει. Ὁ Horton ἀπαντᾶ στόν ἰσχυρισμό, ὅτι τάχα οἱ Τοῦρκοι ἀνταπέδωσαν τά ἴσα σέ δῆθεν ἑλληνικά ἐγκλήματα. Τήν προπαγανδιστική αὐτή διάδοση ὑπάρχουν ἀτυχῶς ἀκόμη καί σήμερα, ἔστω ἐλάχιστοι, Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν μέ ἀφέλεια νά τήν πιστεύουν. Γι΄ αὐτό πρέπει, ὅποιος θέλει νά λέγει ὅτι γνωρίζει ἱστορία καί λέγει τήν ἀλήθεια καί δεν ἐπιδιώκει, συνειδητά ἤ ἀσύνειδα νά διαδίδει ψεύδη, νά διαβάσει μετά μεγίστης προσοχῆς τή μαρτυρία αὐτή:

«Μία ἀπό τίς πιό ἔξυπνες διαδόσεις πού ἔθεσαν ποτέ σέ κυκλοφορία οἱ Τοῦρκοι προπαγανδιστές εἶναι ἐκείνη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ χριστιανοί πού σφάχτηκαν ἦταν τόσο κακοί ὅσο καί οἱ ἐκτελεστές τους, ὅτι δηλαδή τό λάθος ἦταν πενήντα – πενήντα, μισό – μισό. Ἡ θεωρία αὐτή εἶναι ἰδιαίτερα ἑλκυστική στήν ἀγγλοσαξονική αἴσθηση περί δικαίου, ἀπαλλάσσει τούς πρωταγωνιστές ἀπό κάθε περαιτέρω ἐνόχληση ἤ εὐθύνη καί καθησυχάζει τίς συνειδήσεις. Πρέπει ὅμως νά εἶναι κανείς πολύ ἐπιπόλαιος γιά νά δεχθεῖ μιά τέτοια θεωρία, τή στιγμή μάλιστα πού δέν χρειάζεται παρά λίγη σκέψη γιά νά ἀποδείξει πόσο λανθασμένη εἶναι. Πρῶτα – πρῶτα, ἀκόμα κι ἄν ἤθελαν, οἱ χριστιανοί πού βρισκόντουσαν κάτω ἀπό τήν τουρκική κυριαρχία δέν εἶχαν ποτέ τήν εὐκαιρία νά κάνουν σφαγές. Ἄν στή μακρά ἱστορία τῶν σφαγῶν πού πότισαν τήν αὐτοκρατορία μέ αἷμα, σκοτώθηκαν καί μερικοί Τοῦρκοι, τότε ὁ μαθηματικός ὑπολογισμός ὄχι μόνο δέν εἶναι πενήντα πρός πενήντα, ἀλλά οὔτε κἄν ἕνας πρός δέκα χιλιάδες. Ἐπίσης, παρ΄ ὅλα τά ἐλαττώματα τῶν χριστιανῶν σέ ὅλον τόν κόσμο, σέ γενικές γραμμές ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἐπιφέρει βελτιώσεις. Σέ ὅλες τίς πρώην ὀθωμανικές ἐπαρχίες πού πέτυχαν νά ἀποτινάξουν τόν τουρκικό ζυγό – Οὐγγαρία, Βουλγαρία, Σερβία, Ἑλλάδα – ὑπάρχουν ἐλάχιστα, ἴσως καθόλου, περιστατικά σφαγῶν Τούρκων ἀπό χριστιανούς.

Σέ ὅλο τό διάστημα πού συνέβαιναν οἱ τρομακτικές σφαγές, ἐνῷ ἡ Σμύρνη καιγόταν καί πρόσφυγες τραυματισμένοι καί κατεστραμμένοι ξεχύνονταν σέ κάθε λιμάνι τῆς Ἑλλάδας, ἡ συμπεριφορά τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι στίς χιλιάδες τῶν Τούρκων πού κατοικοῦν στή χώρα ἔγραψε ἕνα ἀπό τά ὡραιότερα καί πιό θαυμαστά κεφάλαια τῆς ἱστορίας της. Δέν ὑπῆρξαν ἀντεκδικήσεις. Οἱ Τοῦρκοι πού κατοικοῦν στήν Ἑλλάδα δέν πειράχτηκαν καθόλου καί καμία θύελλα μίσους ἤ ἀντεκδίκησης δέν ξέσπασε στά κεφάλια τους. Αὐτή ἦταν μιά μεγάλη, ὄμορφη νίκη πού, μέ τόν τρόπο της, φτάνει στό ἐπίπεδο τοῦ Μαραθώνα καί τῆς Σαλαμίνας.

Ἀναρωτιέται κανείς ἄν ἄλλος χριστιανικός λαός θά μποροῦσε νά φερθεῖ καλύτερα. Πραγματικά, ἡ ὅλη συμπεριφορά τῆς Ἑλλάδας, τόσο κατά τή διάρκεια τῶν διωγμῶν τῶν χριστιανῶν στήν Τουρκία ὅσο καί ἀργότερα, ἦταν ἀξιοθαύμαστη. Τό γεγονός αὐτό μαρτυρεῖ καί ἡ μεταχείριση τῶν Τούρκων αἰχμαλώτων πολέμου, ἀλλά καί οἱ ἑλληνικές προσπάθειες γιά τήν περίθαλψη τῶν χιλιάδων προσφύγων, Ἑλλήνων καί μή, πού κατέφυγαν στό ἔδαφός της. Ξέρω τί λέω γιατί βρισκόμουν στήν Ἑλλάδα καί τά εἶδα μέ τά μάτια μου. Δέν νομίζω ὅτι κανείς θά τολμοῦσε νά ἀμφισβητήσει τά γεγονότα αὐτά.

Ἄν οἱ Ἕλληνες, μετά τίς σφαγές τοῦ Πόντου καί τῆς Σμύρνης, εἶχαν σφάξει ὅλους τούς Τούρκους πού ζοῦσαν στήν Ἑλλάδα, τότε ἴσως ὁ ὑπολογισμός νά ἔφτανε τούς πενήντα πρός πενήντα.»[27]

Βεβαιώνει λοιπόν ὁ Horton ὡς οὐδέτερος παρατηρητής, ὅτι τέτοιου εἴδους θεωρίες, σάν αὐτές οἱ ὁποῖες ἀκούονταν στίς μέρες του καί στίς μέρες μας, ὄχι μόνο δέν στέκουν, ἀλλά ὀφείλονται σέ ὀργανωμένη τουρκική προπαγάνδα.

Ὁ τότε πρεσβευτής τῶν ΗΠΑ Henry Morgenthau ἔχει προσθέσει τή δική του μαρτυρία γιά τήν τραγωδία τῶν χριστιανῶν Μικρᾶς Ἀσίας καί Θράκης. Ἡ μαρτυρία αὐτή δέν πρέπει νά ὑποτιμᾶται ἀπό κανέναν. Τό
ὑπογραμμίζω αὐτό, διότι ἤδη ἔχω ἀκούσει ἀφελεῖς ἐρωτήσεις τοῦ τύπου “καί πῶς εἶναι δυνατόν νά γνώριζε ὁ πρέσβυς ὅλα αὐτά, ἀφοῦ συνέβαιναν ἑκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά ἀπό τήν ἕδρα του;” Ἡ ἀπάντηση σέ ἐρωτήσεις αὐτοῦ τοῦ τύπου εἶναι: ὁ πρέσβυς, καί μάλιστα μιᾶς μεγάλης δυνάμεως καί μάλιστα σέ περίοδο πολέμου, ἔχει στήν ὑπηρεσία του ὀργανωμένο δίκτυο παροχῆς πληροφοριῶν, τίς ὁποῖες διοχετεύει στό ὑπουργεῖο ἐξωτερικῶν στό ὁποῖο ὑπάγεται. Ἔξ ἄλλου λαμβάνουν οἱ πρεσβεῖες καί τά προξενεῖα αὐθόρμητες ἀναφορές καί καταθέσεις ἀκόμη καί ἁπλῶν ὑπηκόων τῶν κρατῶν στά ὁποῖα ἀνήκουν καί τίς ὁποῖες ἀξιοποιοῦν ἀνάλογα. Λέγει λοιπόν ὁ πρέσβυς κατά τό τέλος τοῦ βιβλίου του, ἀφοῦ πρῶτα ἔχει περιγράψει ἀρκετές λεπτομέρειες ἀπό τά τραγικά αὐτά γεγονότα:

“Μοναδικός σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἐπιμένω σ΄ αὐτά τά φρικιαστικά γεγονότα εἶναι ὅτι χωρίς αὐτές τίς λεπτομέρειες τό ἀγγλόφωνο ἀναγνωστικό κοινό δέν θά μποροῦσε νά σχηματίσει ἀκριβή ἰδέα γιά τό ἔθνος πού ἀποκαλοῦμε Τούρκους. Ἔχω παραλείψει τίς πιό φρικτές λεπτομέρειες γιατί μία πλήρης ἐξιστόρηση τῶν σαδιστικῶν ὀργίων, θύματα τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν οἱ Ἀρμένιοι, ἄντρες καί γυναῖκες, δέν θά ἦταν δυνατό νά δημοσιευθεῖ στήν Ἀμερική. Ἐγκλήματα πού μόνο τό πιό διεστραμμένο ἔνστικτο μπορεῖ νά φανταστεῖ, μέθοδοι βασανισμοῦ, πού μόνο ἡ πιό μοχθηρή φαντασία μπορεῖ νά συλλάβει, ἔπλητταν καθημερινά αὐτόν τό ἄτυχο λαό. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ παγκόσμια ἱστορία δέν ἔχει νά ἐπιδείξει πιό φρικτό ἐπεισόδιο. […] Οἱ Ἀρμένιοι δέν ἦταν ὁ μόνος λαός πού ἐπλήγη ἀπό τό δόγμα: “Ἡ Τουρκία στούς Τούρκους”. Τά ὅσα διηγήθηκα θά μποροῦσαν νά εἰπωθοῦν, μέ μερικές τροποποιήσεις καί γιά τούς Ἕλληνες καί γιά τούς Σύρους. Στήν πραγματικότητα οἱ Ἕλληνες ὑπῆρξαν τά πρῶτα θύματα τοῦ σχεδίου τουρκοποίησης.”[28]

Ὥστε λοιπόν, ὅσα τρομερά περιγράφει στό βιβλίο του δέν εἶναι καί τά τρομερότερα, τά ὁποῖα παρέλειψε ἐπειδή τά ἀμερικανικά ἤθη τῆς δεκαετίας τοῦ 1920 δέν ἐπέτρεπαν τή δημοσίευσή τους! Κι ὅμως ἐμφανίζονται μερικοί, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀκούουν τέτοιου εἴδους φρικιαστικές μαρτυρίες ἀντιτείνουν ὡς ἐπιχείρημα τήν ἀπίστευτου μεγέθους βλακεία τους καί λέγουν: «αὐτά πάντα γίνονται στούς πολέμους». Ἀλλά στίς 6 καί 7 Σεπτεμβρίου 1955 δέν ὑπῆρχε ἐμπόλεμη κατάσταση. Παρ΄ ὅλα αὐτά μέ προμελετημένα καί καλά σχεδιασμένα μέχρι τήν τελευταία λεπτομέρεια ἐπεισόδια, τά ὁποῖα διήρκεσαν μόλις ὀκτώ ὧρες, δολοφονήθηκαν 37 Ἕλληνες[29], βιάσθηκαν καί κακοποιήθηκαν φρικτά τοὐλάχιστον 200 Ἑλληνίδες[30] ἡλικίας ἀπό 6 ἕως καί 80 ἐτῶν, ἑκατοντάδες ἀνύποπτοι Ἕλληνες ξυλοκοπήθηκαν ἀπό μανιασμένους ὄχλους χωρίς νά γνωρίζουν γιατί[31], καταστράφηκαν ὁλοσχερῶς ἤ ὑπέστησαν ἐκτεταμένες ζημίες 94 ἑλληνικές Ἐκκλησίες καί παρεκκλήσια[32], καταληστεύθηκαν[33] καί καταστράφηκαν 4.500 καταστήματα, καταληστεύθηκαν καί καταστράφηκαν 2.500 κατοικίες[34]. Τό ὅτι ἦταν προμελετημένα καί σχεδιασμένα τά ἐπεισόδια ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἑξῆς: α) Oἱ τουρκικές ἀρχές δέν εἶχαν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν τουρκικό πληθυσμό τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί μετέφεραν σιδηροδρομικῶς στήν πόλη Τούρκους τῆς ἀνατολῆς, ὥστε νά ἀποτελέσουν τίς πλέον ἀξιόπιστες ὁμάδες κρούσεως. β) Οἱ δολοφόνοι καί καταστροφεῖς ἐξοπλίζονταν μέ διαρρηκτικά ἐργαλεῖα ἀπό στρατιωτικά φορτηγά. γ) Οἱ ὁμάδες τῶν ἐπιδρομέων εἶχαν ἐπί κεφαλῆς ἀξιωματικούς τοῦ στρατοῦ ἤ τῆς ἀστυνομίας μέ πολιτική περιβολή, οἱ ὁποῖοι τούς χορηγοῦσαν διαταγές βάσει ἐπιτελικοῦ σχεδίου. δ) Ὅλα αὐτά δέν ἔγιναν τυχαῖα, ἀλλά χρησιμοποιήθηκε ἡ κακοποίηση τοῦ ἄμαχου ὁμογενειακοῦ πληθυσμοῦ ὡς μέσο πιέσεως, ὥστε νά ἐκβιασθεῖ ἡ Ἑλλάδα καί νά δεχθεῖ ὡς ἰσότιμο συνομιλητή τήν Τουρκία στίς διπλωματικές διαπραγματεύσεις γιά τήν Κύπρο.

 Ὑπάρχουν βέβαια καί μερικοί φέροντες ἑλληνική ταυτότητα, οἱ ὁποῖοι ἀντιτείνουν δῆθεν παιδαγωγικά ἐπιχειρήματα, ὥστε νά στηρίξουν τήν μή διδασκαλία τῶν ἱστορικῶν αὐτῶν γεγονότων. Ἰσχυρίζονται λοιπόν ὅτι: «δέν εἶναι παιδαγωγικῶς σωστό νά διδάσκονται φρικιαστικές λεπτομέρειες σέ παιδιά!» Θά συμφωνήσουμε μόνον ὡς πρός τό ὅτι δέν πρέπει νά διδάσκονται φρικιαστικές λεπτομέρειες σέ παιδιά μικρῆς ἡλικίας. Ὅμως γενικά εἶναι δυνατόν νά διδαχθοῦν, ὅτι βασανίσθηκε μεγάλο μέρος τοῦ ἄμαχου χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ Ἑλλήνων, Ἀρμενίων, Ἀσσυρίων καί ἐξοντώθηκε ἐπίσης μεγάλο μέρος του, ὅπως ἐπίσης καί ὅτι στερήθηκε τίς περιουσίες του, τούς κόπους ὁλοκλήρων γενεῶν. Ὅλα αὐτά θά ὁδηγήσουν τήν ἱστορική μνήμη τῶν παιδιῶν μετά τήν ἐνηλικίωσή τους, ὥστε νά ἀναζητήσουν καί τίς λεπτομέρειες, ὅλες τίς φρικιαστικές λεπτομέρειες οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν στίς πηγές. Καί πρέπει νά εἶναι σέ θέση οἱ Ἕλληνες νά γνωρίζουν, διότι σέ κανένα ἔθνος δέν πρέπει νά ἀπαγορεύεται νά μελετᾶ τήν ἱστορία του!

Κάποιοι ἄλλοι κατηγοροῦν γιά μίσος ὅποιον διδάσκει, γράφει ἤ ἔστω θυμᾶται αὐτά τά γεγονότα! Οἱ ἄνθρωποι ὅμως αὐτοί δέν εἶναι σέ θέση νά κατανοήσουν δύο πράγματα: α) Ὅτι δύναται κάποιος νά διδάσκει τήν ἱστορία του, νά γράφει γι΄ αὐτήν ἤ ἔστω νά τήν θυμᾶται χωρίς νά μισεῖ. β) Ὅτι ὅποιο ἔθνος περιφρονεῖ καί λησμονεῖ τήν ἴδια του τήν ἱστορία, καταδικάζει ἑαυτό σέ ἀφανισμό.

Δέν θά ἐξετάσουμε τό ἐνδεχόμενο νά ὑπάρχουν τυχόν συνειδητοί προδότες μεταξύ τῶν Ἑλλήνων. Προδότες ἕτοιμοι νά ξεπουλήσουν τήν ἱστορική μας μνήμη καί συνείδηση ἔναντι τριάκοντα ἀργυρίων – τέτοιο ἐνδεχόμενο τό ἀπευχόμεθα. Τό ἐνδεχόμενο ὅμως νά ὑπάρχουν κάποιοι οἱ ὁποῖοι μέ ὁποιαδήποτε ἀνάξια λόγου πρόφαση ἐπίτηδες ξεχνοῦν καί κάποιοι οἱ ὁποῖοι ζοῦν ζωή ἐπιπόλαιη καί ἀπαξιοῦν νά γνωρίσουν, παραμένει ἀνοικτό. Ὅποιος λοιπόν ἐπίτηδες ξεχνᾶ, ἀλλά κι ὅποιος δέ θέλει νά γνωρίζει καί ζῆ μιά ἐπιπόλαιη ζωή ἀνεγκέφαλου καί ἀπολύτως χειραγωγούμενου καταναλωτικοῦ ὄντος εὐχαριστημένου μέσα σέ πράγματα ἐπιφανειακά καί ἀσήμαντα, κάποιες φορές καί τελείως ἀνόητα, παθαίνει ἐν τέλει τρισχειρότερα ἀπ΄ ὅσα ἔπαθαν οἱ παλαιότεροι! Ἄς μελετήσουν λοιπόν τίς πηγές καί ἄς μάθουν οἱ νεότεροι κι ἄς ξαναθυμηθοῦν οἱ παλαιότεροι αὐτά τά τραγικά συμβάντα τῆς ἱστορίας μας.

[1]               Μαύρη Βίβλος διωγμῶν καί μαρτυρίων τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ (1914-1918), Οἱκουμενικόν Πατριαρχεῖον, Ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, Ἐν Κωνσταντινουπόλει 1919, σ. 357-8.

[2]               Μαύρη Βίβλος διωγμῶν καί μαρτυρίων τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ (1914-1918), Οἱκουμενικόν Πατριαρχεῖον, Ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, Ἐν Κωνσταντινουπόλει 1919, σ. 91-2.

[3]               Ὁ Ἰ. Σβορῶνος σημειώνει παραπλεύρως τῆς ὑπογραφῆς του: «Μεθ΄ ὅλης τῆς πικρίας μου διά τήν κυρίως ὑπό τῆς Γαλλίας καί ὑπό οὐδενός αἰσθήματος ἤ συμφέροντος ἀνθρωπίνου, δικαιολογουμένην ἐγκατάλειψιν εἰς σφαγήν τῶν χριστιανῶν.»

[4]               Κωνσταντῖνος Ἐμμ. Φωτιάδης, Ἡ γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου, μέρος Β΄, ἔκδ. Realnews, Ἀθήνα 2013, σ. 206-7.

[5]               Ὁ ὅρος αὐτός πιστεύουμε ὅτι ἁρμόζει σέ διασημότητες οἱ ὁποῖες ζοῦν μία κενόδοξη ζωή ἐπιδιώκοντας φήμη καί πλούτη, ἀδιαφορώντας γιά τά προβλήματα τῆς κοινωνίας καί τῆς ἀνθρωπότητας.

[6]               George Horton, Ἡ μάστιγα τῆς Ἀσίας, μετάφραση καί σχόλια Β. Γ. Σολομωνίδου, ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», 5η ἔκδοση, Ἀθήνα 2002, σ. 111.

[7]               Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 133.

[8]               Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 133-4.

[9]               Γενν. 1912.

[10]             Γαλλική λέξη, ἡ ὁποία σημαίνει «προκυμαία».

[11]             Διευκρίνιση δική μας: Ἀπό ἄλλες μαρτυρίες, αὐτοπτῶν ἤ ἀκόμη καί παθόντων, γνωρίζουμε ὅτι δέν ἐπρόκειτο ἁπλῶς γιά νερό, ἀλλά γιά καυτό νερό, σέ κάποιες μάλιστα περιπτώσεις ἐπρόκειτο γιά καυτό λάδι!

[12]             Διευκρίνιση δική μας: Ἡ συγγραφέας, ἡ ἀδελφή της καί ἡ μητέρα τους.

[13]             Διευκρίνιση δική μας: Ἡ ἐπισήμανση τοῦ κειμένου εἶναι δική μας προκειμένου νά καταδειχθεῖ τί εἴδους “συνωστισμός” συνέβη στή Σμύρνη τόν μοιραῖο ἐκεῖνο Αὔγουστο τοῦ 1922.

[14]             Τά τετράδια τῆς Ἀνζέλ Κουρτιάν (Μνῆμες ἀπό τή Μικρασία, 1915-1924), Ἐπιμέλεια – Πρόλογος Κατερίνα Πλασσαρᾶ, ἐκδ. Πλέθρον, Ἀθήνα 1980, σ. 180-182.

[15]             Διευκρίνιση δική μας: Ὅπως θά δοῦμε καί παρακάτω σέ ἀφήγηση ἄλλης προσφυγοπούλας, ἀρκετές νέες μεταμφιέζονταν σέ γριές, ὥστε νά διαφύγουν τήν προσοχή τῶν ὑποψηφίων βιαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦσαν καί ἐπετίθεντο στά ἀνυπεράπιστα θύματά τους, ὅπως ἐπιτίθεται τό ἁρπακτικό κτῆνος ἤ ὄρνεο – διότι ὅποιος προβαίνει σέ τέτοιου εἴδους πράξεις παραιτεῖται ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἰδιότητά του. Ὅμως τά τεχνάσματα αὐτά δέν ἀπέδιδαν πάντοτε, διότι ὑπῆρχαν καί κτηνάνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κακοποιοῦσαν ἀδιακρίτως νέες ἤ ἡλικιωμένες.

[16]             Τά τετράδια τῆς Ἀνζέλ Κουρτιάν (Μνῆμες ἀπό τή Μικρασία, 1915-1924), Ἐπιμέλεια – Πρόλογος Κατερίνα Πλασσαρᾶ, ἐκδ. Πλέθρον, Ἀθήνα 1980, σ. 196-7.

[17]             Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 96.

[18]             Καί ἐδῶ ἡ ὑπογράμμιση καί ἐπισήμανση εἶναι δική μας.

[19]             Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 96.

[20]             1909-2008.

[21]             Διευκρίνιση δική μας: Ὑπό αὐτό τό ὄνομα ὑποκρύπτει ἡ συγγραφέας τόν ἑαυτό της.

[22]             Διευκρίνιση δική μας: Καί πάλι ἡ προκυμαία τῆς Σμύρνης.

[23]             Ἰφιγένεια Χρυσοχόου, Πυρπολημένη γῆ, ἐκδ. Γκόνη, Ἀθῆναι 1973, σ. 261-2.

[24]             1899-2007.

[25]             Φιλιώ Χαϊδεμένου, Τρεῖς αἰῶνες, μιά ζωή, Γιαγιά Φιλιώ ἡ Μικρασιάτισσα, ἐκδ. Ἐκδοτικός Ὀργανισμός Λιβάνη, Ἀθήνα 2005, σ. 136-138.

[26]             Φιλιώ Χαϊδεμένου, Τρεῖς αἰῶνες, μιά ζωή, Γιαγιά Φιλιώ ἡ Μικρασιάτισσα, ἐκδ. Ἐκδοτικός Ὀργανισμός Λιβάνη, Ἀθήνα 2005, σ. 167-8.

[27]             George Horton, Ἡ μάστιγα τῆς Ἀσίας, μετάφραση καί σχόλια Β. Γ. Σολομωνίδου, ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», 5η ἔκδοση, Ἀθήνα 2002, σ. 233-4.

[28]             Henry Morgenthau, Τά μυστικά τοῦ Βοσπόρου, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Ἐκστρατεία Καλλίπολης – Διωγμοί Ἑλλήνων – Γενοκτονία Ἀρμενίων, μετάφρ. Ἰ. Κασεσιάν, ἐκδ. Τροχαλία, Ἀθήνα ἄ.ἔ. σ. 236-238.

[29]             Σπύρος Βρυώνης, Ὁ μηχανισμός τῆς καταστροφῆς, Τό τουρκικό πογκρόμ τῆς 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955 καί ὁ ἀφανισμός τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 2007, σ. 677-678.

[30]             Ὑπῆρξε μάλιστα ἡ φήμη, ὅτι οἱ βιασμοί ἀνῆλθαν στούς 2.000. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι κατέστη ἀδύνατον νά ὑπάρξει ἐπίσημη καί ἀξιόπιστη καταμέτρηση τῶν θυμάτων τῆς συγκεκριμένης ἐγκληματικῆς πράξεως, διότι ὁ βιασμός ἦταν, τότε ἀλλά συχνά καί τώρα, τό μοναδικό ἔγκλημα γιά τό ὁποῖο τό θῦμα ντρέπεται καί αἰσθάνεται ἐξευτελισμένο καί γι΄ αὐτό προτιμᾶ νά μή τόν καταγγείλει.

[31]             Μᾶλλον πρέπει νά ὑποθέσουμε, ὅτι γνώριζαν πώς ἡ μόνη αἰτία τῶν ἀπίστευτων βασανιστηρίων τά ὁποῖα ὑφίσταντο ἦταν ἡ ἰδιότητά τους ὡς Ἑλλήνων καί χριστιανῶν.

[32]             Σπύρος Βρυώνης, Ὁ μηχανισμός τῆς καταστροφῆς, Τό τουρκικό πογκρόμ τῆς 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955 καί ὁ ἀφανισμός τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 2007, σ. 599-602. Ἡ κτηνωδία τῶν ἐπιδρομέων ἔφθασε σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἔσκαψαν πρόσφατους τάφους Ἑλλήνων καί μαχαίρωσαν ἐπανειλημμένως πτώματα!

[33]             «Αὐτόπτης μάρτυρας, ὁ ὁποῖος ἔζησε ὅλα τά γεγονότα ἀπό κοντά, μεταξύ τῶν ἄλλων εἶδε γαλατά νά ἀδειάζει τά δοχεῖα μέ τό γάλα του, νά τά γεμίζει μέ ρολόγια καί κοσμήματα, πού εἶχε ἁρπάξει ἐκείνη τή στιγμή, καί νά τά μεταφέρει στό σπίτι του». Συμεών Σολταρίδης, Ἡ συρρίκνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόμος α΄, γ΄ ἔκδοση, ἐκδ. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 37.

[34]             πρβλ Συμεών Σολταρίδης, Ἡ συρρίκνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόμος α΄, γ΄ ἔκδοση, ἐκδ. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 89, 160.

(Αναρτήθηκε από ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ στις 28.8.17)

Συνεχίστε την ανάγνωση

Τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης του 1821 (1814-1881)

1814-1820: Ιδρύεται στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία, από τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Πάτμιο Εμμανουήλ Ξάνθο, με αποκλειστικό σκοπό την προετοιμασία της επανάστασης. Γενικός Επίτροπος της «Ανωτάτης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας» ανέλαβε, το 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αξιωματικός του τσαρικού στρατού.

Φεβρουάριος-Μάρτιος 1821: Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κηρύσσει στο Ιάσιο της Μολδαβίας, πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, την επίσημη έναρξη της επανάστασης στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες, με τη συγκρότηση του Ιερού Λόχου. Είχε προηγηθεί η επαναστατική του προκήρυξη με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».

Μετά τις πρώτες επιτυχίες, ο τσάρος αποκηρύσσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και ο Ιερός Λόχος θα ηττηθεί τον Ιούνιο του 1821 στο Δραγατσάνι από υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις. Τερματίζεται έτσι η επανάσταση στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

25 Μαρτίου 1821: Συμβολική ημερομηνία έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός ορκίζει τους επαναστάτες στη Μονή της Αγίας Λαύρας. Οι επαναστάτες είχαν εισέλθει από τις 23 Μαρτίου στην πόλη των Πατρών και κήρυξαν την επανάσταση στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απελευθερώνουν την Καλαμάτα από τους Τούρκους.

10 Απριλίου 1821: Η Πύλη προβαίνει σε αντίποινα. Απαγχονίζεται ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ στην Κωνσταντινούπολη. Το σώμα του θα μεταφερθεί στην Οδησσό.

23-24 Απριλίου 1821: Ο Αθανάσιος Διάκος μάχεται ηρωικά στην Αλαμάνα, συλλαμβάνεται από υπέρτερες δυνάμεις και βρίσκει ηρωικό, αλλά μαρτυρικό θάνατο. Μέρες αργότερα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, μάχεται, και εμποδίζει, στο Χάνι της Γραβιάς, την πορεία των τούρκικων στρατευμάτων προς την Πελοπόννησο.

12-13 Μαϊου 1821 : Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι ανοίγει το δρόμο για την κατάληψη της Τριπολιτσάς, στρατιωτικού και πολιτικού κέντρου της Πελοποννήσου.

26 Μαϊου 1821 : Με την Πράξη της Συνέλευσης των Καλτετζών (μοναστήρι στην Αρκαδία), ιδρύεται η Πελοποννησιακή Γερουσία, με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

14 Ιουνίου 1821 : Επανάσταση στην Κρήτη

9 Ιουλίου 1821: Οι Τούρκοι απαγχονίζουν στη Λευκωσία τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό και αποκεφαλίζουν τους Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρήνειας.

23 Σεπτεμβρίου 1821: Με την κατάληψη της Τριπολιτσάς (έδρας του πασά του Μορέως), εδραιώνεται η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Δύο μήνες μετά, θα ιδρυθεί στο Μεσολόγγι, υπό την προεδρία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο «Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος».

13 Νοεμβρίου 1821: Απελευθερώνεται η Άρτα από τους Σουλιώτες οπλαρχηγούς Μάρκο και Νότη Μπότσαρη, τους αδελφούς Τζαβέλα κ.ά.

1 Ιανουαρίου 1822: Στην Α’ Εθνοσυνέλευση στην Νέα Επίδαυρο, ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Επανάστασης, γνωστό ως «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος». Πρόεδρος του Εκτελεστικού εκλέγεται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

30 Μαρτίου 1822: Καταστροφή της Χίου από τα τουρκικά στρατεύματα του Καπουδάν Πασά Καρά Αλή. Μια μαζική θυσία που θα εμπνεύσει προσωπικότητες της ευρωπαϊκής τέχνης και του πνεύματος, όπως ο Ντελακρουά και ο Βίκτορ Ουγκό και θα συγκινήσει την Ευρώπη, που θα δείξει περισσότερο ενδιαφέρον για τον ελληνικό Αγώνα. Τρεις μήνες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Κανάρης θα πυρπολήσει και θα καταστρέψει την τουρκική ναυαρχίδα.

6 Ιουνίου 1822 : Ο Χουρσίτ πασάς και ο Ομέρ Βρυώνης καταλαμβάνουν το Σούλι

29 Ιουνίου 1822: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα καταστρέψει στα Δερβενάκια την στρατιά του Μαχμούτ πασά ή Δράμαλη ανατρέποντας τα φιλόδοξά του σχέδια. Οι Έλληνες και αρκετοί φιλέλληνες θα ηττηθούν, λίγες μέρες μετά, στο Πέτα (κοντά στην Άρτα) από ισχυρές τουρκικές δυνάμεις.

Αύγουστος 1822: Η παρουσία του Γεωργίου Κάνιγκ, ως υπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας σηματοδοτεί τη θετική μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής απέναντι στο Ελληνικό Ζήτημα.

Δεκέμβριος 1822: Το Συνέδριο των αντιπροσώπων των μεγάλων Δυνάμεων στη Βερόνα, παρά τις προσπάθειες των Ελλήνων απεσταλμένων, δεν αναγνωρίζει την ελληνική Επανάσταση και την αποκηρύσσει με διακήρυξή του.

Ιανουάριος 1823: Νίκη των Ελλήνων στο Ναύπλιο, που ορίζεται έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης.

Μάρτιος 1823: Η Αγγλία αναγνωρίζει τους Έλληνες ως εμπόλεμους αναγνωρίζοντας de facto και την ελληνική επανάσταση.

Μάρτιος-Απρίλιος 1823: Συγκαλείται στο Άστρος της Κυνουρίας η Β’ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων

12 Ιουλίου 1823: Ο φιλέλληνας, λόρδος Βύρων, φθάνει στο Αργοστόλι. Θα στηρίξει την επανάσταση και θα πεθάνει στο Μεσολόγγι τον Απρίλη του 1824. Στο Μεσολόγγι θα ταφεί και ο Μάρκος Μπότσαρης που πέθανε στη μάχη του Κεφαλόβρυσου Ευρυτανίας.

Φθινόπωρο 1823-Καλοκαίρι 1824: Εμφανίζονται οι πρώτες αντιθέσεις ανάμεσα στο Νομοτελεστικό υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Πετρόμπεη και το Βουλευτικό υπό τον Κουντουριώτη που σχηματίζουν δύο ξεχωριστές κυβερνήσεις. Είναι η απαρχή της πρώτης φάσης του εμφυλίου σπαραγμού που θα τερματιστεί τον Ιούνιο με την επικράτηση του Κουντουριώτη.

7-8 Ιουνίου 1824: Καταστροφή της Κάσου από τους Τουρκοαιγύπτιους, οι οποίοι, λίγες μέρες μετά, θα καταστρέψουν ολοσχερώς και τα Ψαρά.

29 Αυγούστου 1824: Ναυμαχία του Γέροντα και πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας.

15 Απριλίου 1825 : Αρχίζει η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου από τον Κιουταχή και αργότερα και από τον Ιμπραήμ.

5 Ιουνίου 1825: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, δολοφονείται στην Ακρόπολη Αθηνών, θύμα της εμφύλιας διαμάχης.

Στις 10 Απριλίου 1826: θα γίνει η ηρωική έξοδος και η πτώση του Μεσολογγίου. Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελληνικό ζήτημα όσο καμιά ελληνική νίκη και ο απόηχος των γεγονότων, αναζωπύρωσε το πνεύμα του φιλελληνισμού στην Ευρώπη.

3 Αυγούστου 1826: Ο Γκούρας κλείνεται με τους άνδρες του στην Ακρόπολη. Η πόλη παραδίδεται στον Κιουταχή.

11 Νοεμβρίου 1827: Η κυβέρνηση Ζαϊμη μεταφέρει την έδρα της στην Αίγινα.

19 Μαρτίου 1827: Με πρόταση του Κολοκοτρώνη ανατίθεται η ηγεσία του στρατού στον Church και των ναυτικών δυνάμεων στον Cochrane.

30 Μαρτίου 1827: Η Εθνοσυνέλευση εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια «κυβερνήτη της Ελλάδος» με επταετή θητεία.

22 Απριλίου 1827: Θανάσιμος τραυματισμός του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου.

8 Οκτωβρίου 1827: Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ο ενωμένος συμμαχικός στόλος Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας καταστρέφει τον τουρκοαιγυπτιακό που βρισκόταν αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναβαρίνου, γεγονός που υπήρξε καταλυτικό στην εξέλιξη του Ελληνικού Ζητήματος. Οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις θα διαδραματίσουν πλέον καταλυτικό ρόλο στην γένεση του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους.

8 Ιανουαρίου 1828: Άφιξη του κυβερνήτη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ο λόγιος Θεόφιλος Καϊρης, προσφωνεί τον Ι. Καποδίστρια:
«Χαίρε και Συ Κυβερνήτα της Ελλάδος, διότι μετά τοσούτον πολυχρόνιον αποδημίαν, επιστρέφεις εις την κοινήν πατρίδα, την βλέπεις, την χαιρετάς όχι πλέον δούλην και στενάζουσαν υπό τον ζυγόν, αλλ’ ελευθέραν, αλλά δεχομένην σε Κυβερνήτην, και περιμένουσαν να Σε ίδη να οδηγήσης τα τέκνα της εις την αληθινήν ευδαιμονίαν και εις την αληθινήν δόξαν. Ζήθι! Αλλ’ έχων ιερόν έμβλημα «ο Θεός και η δικαιοσύνη κυβερνήσουσι την Ελλάδα». Ζήθι! Αλλά κυβερνών ούτως ώστε να αισθανθή η πατρίδα, να καταλάβωμεν και ημείς, να επαναλάβη η αδέκαστος ιστορία, να αντηχήσωσιν όλοι οι αιώνες, ότι ου Συ, ουδέ ο υιός σου, ουδέ ο οικείος σου, ουδέ ο φίλος σου, ουδέ πνεύμα φατρίας, αλλ’ αληθώς αυτός ο νόμος του Θεού, αυτό το δίκαιον, αυτοί της Ελλάδος οι θεσμοί κυβερνώσι την Ελλάδα δια Σου».

3 Φεβρουαρίου 1830 : Υπογράφεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις το πρωτόκολλο του Λονδίνου, σύμφωνα με το οποίο δημιουργείται ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με οροθετική γραμμή τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Στο νέο κράτος θα συμπεριληφθούν, με το Πρωτόκολλο της συνδιάσκεψης του Λονδίνου στις 30 Αυγούστου 1832, η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα, η Εύβοια, οι Σποράδες, οι Κυκλάδες και τα νησιά του Αργοσαρωνικού κόλπου.

27 Σεπτεμβρίου 1831: Δολοφονείται στο Ναύπλιο ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

25 Απριλίου 1832 : Ο Όθων, δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου, εκλέγεται κληρονομικός μονάρχης της Ελλάδος. Θα φθάσει στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου 1833.

Συνθήκες δημιουργίας και επέκτασης των ορίων του Ελληνικού Κράτους

Δύο από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρίας που προετοίμασαν το έδαφος για την Επανάσταση ήταν από την Ήπειρο, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (από Άρτα και Ιωάννινα αντίστοιχα). Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 πολλές πόλεις και χωρία της περιοχής ύψωσαν την σημαία της επανάστασης και οι Ηπειρώτες συμμετείχαν ενεργά στις συγκρούσεις, εντός και εκτός Ηπείρου.

Με το πέρας της Επανάστασης (1830), η Ήπειρος δεν περιήλθε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Όμως ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η συμβολή των Ηπειρωτών ευεργετών στην ενίσχυση του κράτους, όπως του Γεωργίου Σταύρου, ιδρυτή και πρώτου διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος , Γεώργιος Αβέρωφ , ιδρυτή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.
Ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας (ως συνταγματικής μοναρχίας) υπήρξε ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης , από το Συρράκο.

23 Σεπτεμβρίου 1864: Με ψήφισμα της Βουλής της Επτανήσου πραγματοποιείται η Ένωση με το ελληνικό κράτος. Είχε προηγηθεί η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από το δικαίωμα προστασίας των Επτανήσων.
Προσάρτηση Θεσσαλίας – Άρτας

20 Ιουνίου 1881: Με τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης η Ελλάδα προσαρτά τη Θεσσαλία, πλην της Ελασσόνας, και την περιοχή της Άρτας.
Προσάρτηση Μακεδονίας, Ηπείρου, Κρήτης, νησιών Αιγαίου.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Λόγια Ηρώων της Επαναστάσεως του 1821

Ας προσπαθήσουμε έστω για λίγα λεπτά να καταλάβουμε και να νοιώσουμε το μεγαλείο της ψυχής των αγωνιστών του 1821.

Ας βρεθούμε με τα παλικάρια μέσα στην Αγία Λαύρα μπροστα στον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Λάβαρο της Επαναστάσεως την στιγμή που ψέλνουν το “Τη Υπερμάχω Στρατηγώ”…

 Ας βρεθούμε μπροστά στον Αθανάσιο Διάκο την στιγμή που, μπροστά στη μεγάλη θυσία, απαντά στον Ομέρ Βρυώνη, “Εγώ Γρεκός γεννήθηκα, Γρεκός θε να πεθάνω”…

Ας βρεθούμε στο διάσπαρτο από πτώματα Ελλήνων και Τουρκοαιγυπτίων, πεδίο της Μάχης στο Μανιάκι, την στιγμή που σηκώνουν τον νεκρό Παπαφλέσσα κι ο Ιμπραήμ σκύβει και τον φιλά στο μέτωπο από θαυμασμό…

================================================================================================

«Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστη μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για την ζωή μας, την λευτεριά μας… Και όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά…;».

(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)…..

«Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος…Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, δια να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν…».

(Αλέξανδρος Υψηλάντης)

«…Έλληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού»

(Γρηγόριος – Δικαίος Παπαφλέσσας)

«Όταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι’ έχουν και κανόνια κι’ όλα τα μέσα. Εμείς σε ούλα
είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι’ αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν δια την Πατρίδα μας, δια την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι’ ο Θεός βοηθός…».

(Στρατηγός Μακρυγιάννης)

«…Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι …να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και
εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω
τους εχθρούς της Θρησκείας μου ή να αποθάνω ως Μάρτυς δια τον Ιησούν Χριστόν…».

(Ο όρκος των Ιερολοχιτών)

«Νέοι, πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και έπειτα υπέρ ΠΑΤΡΙΔΟΣ…»
«Ως μία βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί μας και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι
και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση…».

(Θ. Κολοκοτρώνης)

«…Η τυραγνία των Τούρκων – την δοκιμάσαμε τόσα χρόνια – δεν υποφέρονταν πλέον. Και δι’ αυτήνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιόν ούτε τιμή
ούτε ζωή (ξέραμεν κι’ ότ’ ήμασταν ολίγοι και χωρίς τα’ αναγκαία του πολέμου) αποφασίσαμεν να σηκώσομεν άρματα εναντίον της τυραγνίας. Είτε θάνατος είτε
λευτεριά».

(Ιω. Μακρυγιάννης )

«Ο Έφορος της Ελλάδος Θεός ενέπνευσεν εις τας καρδίας των εχθρών μας άκραν δειλίαν και φόβον. Ελπίζω δε εντός ολίγου, με την βοήθειαν του Τιμίου
Σταυρού και των θεοπειθών της πατρίδος ευχών, να σας χαροποιήσω…».

(Ανδρέας Μιαούλης)

«Μία δύναμις με άρπαξε από την λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για την Χίο. Μία δύναμις θεϊκή με γιγάντωσε…Αυτή η θεία δύναμις μου έδωσε θάρρος
δια να φθάσω με το πυρπολικό μου στην Τουρκική Ναυαρχίδα…Οι Τούρκοι ήταν τόσοι ώστε εάν έπτυον επάνω μας θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως…Εις το όνομα του
Κυρίου φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα τον Σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Οι φλόγες του πυρπολικού μεταδόθηκαν στην Ναυαρχίδα που τινάχθηκε στον αέρα
και παρέσυρε στον θάνατο χιλιάδες Τούρκους…».

(Κωνσταντίνος Κανάρης)

«Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους απεκατέβηκα κάτω. Ήταν μιά εκκλησία εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο
όπου έκλαιγα την Ελλάς… Σίμωσα, έδεσα το άλογό μου σ’ ένα δένδρο, μπήκα μέσα και γονάτισα. Παναγία μου είπα από τα βάθη της καρδιάς μου και τα μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανα το Σταυρό μου, ασπάσθηκα την εικόνα της, βγήκα από το εκκλησάκι, πήδηξα
στο άλογό μου και έφυγα. Σε λίγο μπροστά μου ξεπετάγονταν οχτώ αρματωμένοι, ο εξάδελφός μου ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και επτά ανήψια του.

– Κανείς δεν είναι στην Πιάνα, μου είπε ο Αντώνης. Ούτε στην Αλωνίσταινα. Είναι φευγάτοι. – Ας μη είναι κανείς αποκρίθηκα. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίση παλληκάρια… Ο Θεός υπέγραψε την λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρη πίσω την υπογραφή του».

(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν».

«…Κι’ αν είμαστε ολίγοι…παρηγοριώμαστε μ’ έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν, κι΄όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν…».

«…Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν,
να ζήσωμεν όλοι μαζί….».

(Ιω. Μακρυγιάννης)

«Το Ελληνικόν Έθνος, αφ’ ού υπέκυψεν εις τον βάρβαρον και σκληρότατον ζυγόν της Οθωμανικής τυραννίας, υστερήθη όχι μόνον την ελευθερίαν του, αλλά και παν είδος μαθήσεως…και ήτον ενδεχόμενον να εκλείψη διόλου από το Έθνος η Ελληνική γλώσσα, εάν δεν την διέσωζεν η Εκκλησία προς ήν οφείλεται και κατά τούτο ευγνωμοσύνη».

(Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός)

«Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή εμπορεί να σώση την αυτονομίαν του Γένους, όταν μάλιστα κηρύττεται από ποιμένας φίλους της αληθείας και της δικαιοσύνης»
«…Τούτο παρακαλώ να τους παραγγείλετε να πράττωσιν εις το εξής, παριστάνοντες εις αυτούς, ότι πολεμούν όχι μόνον υπέρ πατρίδος, αλλά και υπέρ πίστεως».

(Αδ. Κοραής προς Γ. Κουντουριώτην, 1824)

«…Μόνη η δικαιοσύνη φέρει την ελευθερίαν, την δύναμιν και την ασφάλειαν. Όπλα χωρίς δικαιωσύνην, γίνονται όπλα ληστών, ζώντων εις καθημερινόν κίνδυνον
να στερηθώσι την δύναμιν από άλλους ληστάς, ή και να κολασθώσιν ως λησταί από νόμιμον εξουσίαν. Η ανδρεία χωρίς την δικαιοσύνην είναι ευτελές προτέρημα,
η δικαιοσύνη, αν εφυλάσσετο από όλους, ουδέ χρείαν όλως είχε της ανδρείας. Και αυτή του Θεού η παντοδυναμία ήθελ’ είσθε χωρίς όφελος διά τους ανθρώπους,
αν δεν ήτον ενωμένη με την άπειρον δικαιοσύνην του…».

(Αδ, Κοραής προς Οδυσσέα Ανδρούτσον, 1824)

«…Αχ, διά τους οικτιρμούς του Θεού, ο οποίος είναι όλος αγάπη, διά το όνομα της Πατρίδος, η οποία είναι όλη αρετή, ας καθαρίσωμεν την ψυχήν μας,
και εις αυτήν την ώραν του κινδύνου, από τον ρύπον της διχονοίας, ας θάψωμεν εις τον τάφον της λησμονησίας τα άγρια και ανόητα πάθη μας, ας πλύνωμεν τας
μεμολυσμένας καρδίας εις το ιερόν λουτρόν της αγάπης, ο πατριωτισμός ας λαμπρύνη, εις το εξής τον θολωμένον νουν μας, η ειλικρίνεια ας βασιλεύση εις την
καρδίαν μας, η αγάπη κα η σύμπνοια ας προπορεύωνται, ως νεφέλη πυρός, όλων των βουλών μας και όλων των έργων μας».
(Σπ. Τρικούπης)

«Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου
μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω,
δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».

(Ιω. Μακρυγιάννης)

«Είναι καιρός…να κρημνίσωμεν από τα νέφη την Ημισέληνον διά να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν και ούτω να εκδικήσωμεν
την πατρίδα και την ορθόδοξον ημών πίστιναπό την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν»;

(Αλ. Υψηλάντης)

«…Η ημέρα εκείνη, την οποίαν επιθυμούσαν οι πατέρες μας να την ιδούν, έφθασε και ο Νυμφίος έρχεται…Έφθασεν ο καιρός διά να λάμψη πάλιν ο Σταυρός
και να λάβη πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής Πατρίς μας, την ελευθερίαν της…».

«Ότι και αν εκάμαμεν, είτε εγώ, είτε οι συνάδελφοί μου, είτε ως εταίροι, είτε ως αγωνισταί, ήτο έμπνευσις και έργον της Θείας Προνοίας, και ουδέν
ηθέλομεν πράξει άνευ της εμπνεύσεως ταύτης».

(Άνθιμος Γαζής)

«ΙΔΟΥ ο Θεός μεθ’ ημών, ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Ο Παντοκράτωρ Θεός δεν μας αφήνει εις την διάκρισιν του εχθρού.

Αλλά είναι σύμμαχός μας, καθώς πολλάκις το είδομεν και άμποτε εις το εξής διά της δυνάμεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και διά της ενεργείας και γενναιότητός
σας να αφανισθή ο εχθρός εξ ολοκλήρου…».

(Π. Μαυρομιχάλης προς τον Θ.Κολοκοτρώνη)

«ΧΩΡΙΣ αρετή και θρησκεία δεν σχηματίζεται κοινωνία, ούτε βασίλειον».

(Στρατηγός Μακρυγιάννης)

«Ο Θεός είναι μετά της Ελλάδος και υπέρ της Ελλάδος και αύτη σωθήσεται. Επί ταύτης της πεποιθήσεως αντλώ πάσας μου τας δυνάμεις και πάντας τους πόρους».

(Ι. Καποδίστριας)

«Η Ιστορία και το μέλλον της Ελλάδος στηρίζονται πάνω σε τρεις λέξεις: Θρησκεία, Ελευθερία, Πατρίς».

(Παλαιών Πατρών Γερμανός)

«Εγώ, η φαμίλια μου, τα’ άρματά μου, ότι έχω είναι για την Ελλάδα».

(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

Συνεχίστε την ανάγνωση

Λίγα λόγια για δώδεκα ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821

1.Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (11 Μαΐου 1771 – 22 Μαΐου 1825)  Η μπουρλοτιέρισα των Ελλήνων
( Ήταν η μόνη μυημένη γυναίκα στη Φιλική Εταιρεία… )
Δυναμική και ανεξάρτητη καπετάνισσα, υπήρξε «η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821». Όλη η Ευρώπη έμεινε έκπληκτη από την πολεμική της δράση και την αφοσίωσή της στην πατρίδα. Δίκαια ονομάστηκε θηλυκός Κολοκοτρώνης (λένε ότι δεν άφηνε ποτέ το σπαθί της).
Κόρη του υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα.
Το 1797 ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.
Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή. Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.
Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.
Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της, γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.
Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας.
Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.
Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.
Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ.
Ο Ορλώφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (22 Μαΐου). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου. Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα και ένας τίτλος με παγκόσμια μέχρι σήμερα μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.
Επειδή συμμετείχε ως ισάξια με τους άλλους οπλαρχηγούς στα πολεμικά συμβούλια και τις αποφάσεις της απονεμήθηκε ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς».
Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι». Ανατινάχθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831. Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.

2.Μαντώ Μαυρογένους
Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790). Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.
Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με τον θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απʼ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.
Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο.
Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα, συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.
Στις Ευρωπαίες φίλες της εκμυστηρευόταν: «Λαχταρώ μια ημέρα μάχης όπως εσείς λαχταράτε μια ημέρα χορού».
Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. «Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς από όλους τους Έλληνες ιστορικούς».
Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και τον βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον θάνατό του ένα χρόνο μετά από τον θάνατο του κυβερνήτη, και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.
Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό το 1840. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

3.Χάιδω Γιαννάκη-Σέχου, η Σουλιώτισσα:

Ενέπνευσε σεβασμό και θαυμασμό όχι μόνο στους συμπατριώτες της αλλά και σε ξένους διπλωμάτες (και δη…Γερμανούς). Ο ηρωισμός της ξεχώρισε τα χρόνια 1792 – 1803 και το γυναικείο της φύλο δεν την εμπόδισε να τρέχει πρώτη στη μάχη, συχνά πιο μπροστά και από τους άντρες.
4.Σταυριάνα Σάββαινα
Στις 12-13 Μαΐου 1821 δόθηκε η μάχη στο Βαλτέτσι που έληξε με τη νίκη των ελληνικών όπλων. Εκεί πολέμησε ο Κολοκοτρώνης, οι Μαυρομιχαλαίοι Κυριακούλης και Ηλίας με τους Μανιάτες κ.ά. Τότε διακρίθηκε και μια γυναίκα, η Σταυριάνα.
Η Σταυριάνα Σάββαινα γεννήθηκε στο Παρόρι της Σπάρτης το 1772. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα που τον απαγχόνισαν οι Τούρκοι στον Μυστρά κατά τις πρώτες μέρες της Επανάστασης. Η Σταυριάνα οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τον ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Ελαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες του Βαλτετσίου και των Τρικόρφων.
Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει στην «Εφημερίδα των Κυριών» της 25-3-1890: Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχροινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου.
Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα. Οι περί τον Κολοκοτρώνη Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος». Επί Καποδίστρια πάρα πολλοί αγωνιστές υπέβαλαν προς τη Συνέλευση αιτήσεις και ζητούσαν να ληφθεί και για αυτούς κάποια πρόνοια. Στη συνέλευση παρουσιάστηκε η ίδια η Σάβαινα «η ηρωική Μανιάτισσα που είχε ζωστεί όπλα και είχε λάβει μέρος σε πολλές μάχες». Στην αναφορά της μεταξύ των άλλων έγραφε:
«Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις…» Ο Καποδίστριας, για τις υπηρεσίες της, της έδωσε χορηγία και έβαλε τα παιδιά της στο ορφανοτροφείο που μόλις είχε συσταθεί. Ο Όθωνας όμως την εγκατέλειψε και ζούσε από τις συνδρομές των οικογενειών των αγωνιστών. Όταν πέθανε το 1868 η κυρά Σάββαινα, έκαναν έρανο στο Ναύπλιο για να την θάψουν.

5.Δέσπω Σέχου-Μπότση
Οι ορδές του Αλή Πασά αφού εξόντωσαν τους Σουλιώτες από τα περισσότερα χωριά τους στις 23 Δεκεμβρίου 1803 στράφηκαν στη Ρηνιάσα. Η Ρηνιάσα είναι ένα μικρό χωριό σε μια πετρώδη περιοχή μεταξύ Πρέβεζας και Αρτας.
Εκεί είχαν καταφύγει μετά τη συνθηκολόγηση είκοσι εφτά σουλιώτικες οικογένειες χωρίς αρχηγό και κατά πλείστον γυναικόπαιδα. Οι Τουρκαλβανοί αποφάσισαν να τους εξοντώσουν και αυτούς. Η Ρηνιάσα δεν είχε ούτε άντρες να παρατάξει ούτε τείχη να αντιτάξει. Όμως το εχθρικό λεφούσι που την έζωσε βρήκε μια μόνη αντίσταση, όχι βέβαια αρκετή να τους αναχαιτίσει, αλλʼ ικανή για να σταθεί σύμβολο ηρωισμού στην ιστορία ενός υπόδουλου έθνους, με ηρωίδα τη Σουλιώτισσα Δέσπω Σέχου-Μπότση.
Η Δέσπω καταγόταν από τη φάρα των Σεχαίων κιʼ ήταν γυναίκα του Γιωργάκη Μπότση που σκοτώθηκε στο Σούλι. Απορφανεμένη και ξεσπιτωμένη καθώς βρέθηκε μετά τη συνθηκολόγηση η Δέσπω, πήρε τη φαμίλια της και τʼ άρματά της και τράβηξε κιʼ αυτή τον δρόμο της φυγής. Σαν έφτασε στη Ρηνιάσα κατέφυγε σε ένα παλιό πύργο που βρισκόταν στην άκρη του χωριού τον πύργο του Δημουλά, όπως τον έλεγαν. Εκεί η Δέσπω αποφάσισε νʼ αντισταθεί. Να πέσει σκλάβα στα χέρια τους αμαχητί η καρδιά της δεν τοʼ λεγε. Σαν τους είδε από μακριά αρματώθηκε κιʼ αυτή και οι θυγατέρες της κιʼ οι νυφάδες της, έφραξαν γερά τη σιδερόπορτα του πύργου και πιάσανε από ψηλά τʼ ανοίγματα, μετατρέποντας έτσι τα παράθυρα του πύργου σε πολεμίστρες. Οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την εξώπορτα, οι γυναίκες από πάνω τους ρίχνουν. Σε λίγο όμως ένα άνοιγμα του μαντρότοιχου τους αφήνει και μπαίνουν στον αυλόγυρο.
Οι γυναίκες εξακολουθούν να τους ρίχνουν. Αυτοί ορμούν με κραυγές προς τη σκάλα για νʼ ανεβούν στα πάνω δωμάτια, μα πριν προλάβουν να τις πιάσουν ζωντανές, όπως έλπιζαν, μια θεόρατη λάμψη κιʼ ένας κρότος τρομερός αντήχησε ολόγυρα. Ο κουρνιαχτός τους σώριασε κατάχαμα. Τι είχε γίνει. Η Δέσπω αφού αντιστάθηκε ως την τελευταία στιγμή, σύναξε γύρω τις κόρες, νυφάδες κι εγγόνια, έριξε χάμω όσο μπαρούτι τους είχε απομείνει κι αφού έστειλε από μακριά χαιρετισμό στο Σούλι, έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι.
Η θυσία της Δέσπως ενέπνευσε ποιητές συνθέτες και καλλιτέχνες. Και η λαϊκή μούσα απαθανάτισε τη θυσία της Δέσπως με τα αδρότερα χρώματα:

Της Δέσπως
Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μʼ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
– Γιώργαινα ρίξε τʼ άρματα, δεν είνʼ εδώ το Σούλι
εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
– Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε δεν κάνει.
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
Σκλάβες Τούρκων μη ζήσετε, παιδιά μαζί μʼ ελάτε.
Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.

6.Μόσχω Λάμπρου Τζαβέλα
Η Μόσχω, η γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα, γεννήθηκε στο Σούλι το 1760. Ήταν μετρίου αναστήματος, μελαχρινή κι ωραία και επέδειξε ψυχικό σθένος, δύναμη χαρακτήρα και φιλοπατρία, γι’ αυτό κι είχε μεγάλο κύρος στη σουλιώτικη πολιτεία. Στις 20 Ιουλίου 1792, επικεφαλής 400 γυναικών, παρακολουθούσε από τις ράχες της Κιάφας τη μάχη των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά. Μόλις είδαν μια αιφνίδια διακοπή των πυροβολισμών των μαχόμενων Σουλιωτών (ήταν μια μικρή ανακωχή ανάμεσα στους αντιμαχόμενους), οι γυναίκες νόμιζαν πως οι Σουλιώτες σκοτώθηκαν.
Τη σιγή την πήραν για ήττα των ανδρών τους, «οι άνδρες μας σταμάτησαν, φωνάζει η ηρωϊκή Μόσχω, θα σκοτώθηκαν. Σειρά μας τώρα». Και ευθύς 300 γυναίκες ένοπλες επιτίθενται εναντίον 3.000 Αλβανών. Ο Φωτιάδης στον “Καραϊσκάκη” γράφει: «Τρακόσες άδραξαν τ’ άρματα και χίμηξαν μπροστά με τη Μόσχω. Απάνω τους φώναζε η μια στην άλλη, απάνω τους, τι τα κοιτάμε τα σκυλιά; Αυτές δεν ήταν γυναίκες, μα μαινάδες. Ξεμαλλιασμένες ή ουρλιάζοντας με γυμνωμένα τα σπαθιά στα χέρια χύθηκαν να φάνε τους οχτρούς.
Οι Αληπασαλίδες, άμα τις είδαν να ροβολάνε κατά πάνω τους, τις άρχισαν στις βρισιές και στα αισχρόλογα. Τότες η Μόσχω η Τζαβέλαινα, μπροστά στον θάνατο, σηκώνει τα φουστάνια της και δείχνοντας τ’ απόκρυφά της φωνάζει: Να ωρέ Τούρκοι, ελάτε αν σας κιοτάει!». Οι Αλβανοί μπροστά σε αυτό το θέαμα των μαχόμενων γυναικών έμειναν κατάπληκτοι, πανικοβλήθηκαν. Έριξαν τα όπλα κάτω για να είναι ελαφρότεροι και το ‘βαλαν στα πόδια.
Η Μόσχω τους καταδιώκει, τρέχει προς τον πύργο που τον υπεράσπιζε ο ανιψιός της Κίτσος Τζαβέλας, τον βλέπει νεκρό. Η Μόσχω σκύβει, τον φιλάει, βγάζει την ποδιά της, του σκεπάζει το πρόσωπο και συνεχίζει την καταδίωξη. Ανάμεσα στις γυναίκες είναι και η Σόφω η κόρη της Τζαβέλαινας.
Ο Αλή Πασάς ντροπιασμένος καβαλάει το άτι του και φεύγει στα Γιάννενα.
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απαθανάτισε τη σκηνή της φυγής με τους γνωστούς στίχους : «Τ’ άλογο! τ’ αλογο, Ομέρ Βρυώνη, το Σούλι εχύμησε και μας πλακώνει. Τ’ άλογο, τ’ άλογο, ακούς σφυρίζουν, ζεστά τα βόλια τους μας φοβερίζουν…». Η Μόσχω πέθανε μεταξύ των ετών 1795-1803. (αδιευκρίνιστο)

7.Δέσπω Φώτου Τζαβέλα
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο βιβλίο του «Ιστορική Ανθολογία» γράφει πως στον Κάλαμο, το μικρό νησί κοντά στο Θιάκι, είχαν καταφύγει πολλοί Σουλιώτες. Ανάμεσά τους ήταν και η Δέσπω η Τζαβέλαινα, του Φώτου η γυναίκα, η θαυμαστή από τους πολέμους του Σουλίου με τον Αλή Πασά πριν από το 1821.
Τώρα όμως άλλος γινόταν πόλεμος, ίσα σκληρός και πιο μεγάλος. Οι Σουλιώτες πέρασαν από τα Επτάνησα κατά το 1823 και πολεμάνε μαζί με τόσα άλλα αδέλφια τους. Μαζί τους ήτανε και της Τζαβέλαινας οι γιοι, ο Κίτσος και ο Ζυγούρης.
Ξαφνικά έρχεται η είδηση ότι σκοτώθηκαν οι γιοι της. Οι Σουλιώτισσες αρχίζουν το κλάμα, το ξεφωνητό και τα μαλλιοτραβήγματα. Ξαφνικά η Δέσπω τινάχτηκε ορθή, έριξε πίσω τα μαλλιά της, σφούγγισε τα δάκρυά της και είπε: “Παύτε ωρέ τα κλάματα. Πάσχα έρχεται, σηκωθείτε τώρα να βάψουμε τ’ αυγά, τι είναι αμαρτία κι ο θεός μπορεί να μας οργιστεί”.
Από σεβασμό σηκωθήκανε οι άλλες κι αρχίσανε τη δουλειά. Ξαφνικά έρχεται κάποιος και λέει πως είναι ψέματα, δεν σκοτώθηκα μόνο ο ένας τραυματίστηκε λίγο. Τότε η Δέσπω είπε: Σε ευχαριστώ Θεέ μου που μου τους φύλαξες, μα εγώ πάντα τους έχω ξεγραμμένους.
Ο Βλαχογιάννης λέει ακόμα, πως η Δέσπω η Τζαβέλαινα του Φώτου η γυναίκα, έζησε ύστερα ως τα πρώτα χρόνια του Όθωνα και στον ‘Επαχτο.
Για τη Δέσπω Φώτου Τζαβέλα γράφει και η Καλλιρρόη Παρρέν: Στην Κέρκυρα η ρωσική κυβέρνηση πήρε απόφαση να σχηματίσει εξ αυτών (των Σουλιωτών) στρατιωτικόν σώμα, το οποίον εσκόπευε να χρησιμοποιήσει σε δεδομένη στιγμή.
Η Κέρκυρα και όλη η Επτάνησος διετέλη υπό ρωσικήν προστασίαν. Διετάχθη λοιπόν ο εκεί Ρώσος στρατηγός Ανρέπ να σχηματίσει οκτώ νέους λόχους από Σουλιώτες εθελοντές, εις τους οποίους διόρισε αξιωματικούς Σουλιώτες. Ο Φώτος Τζαβέλας, ο Δαγκλής, ο Ζέρβας, ο Δράκος κ.ά. Στρατολόγησε και γυναίκες. Ούτω η σύζυγος Φώτου Τζαβέλλα ήταν ανώτερη αξιωματικός λόχου εις τον οποίον είχε ταχθεί ο σύζυγός της ως λοχαγός. Έλαβε βαθμό ταγματάρχου σε λόχο που ήταν ο άνδρας της λοχαγός…

9.Αλεφαντώ, η Μεσολογγίτισσα
Κάτω από την – κατ’ ανάγκη – ανδρική της ενδυμασία κρυβόταν μια ψυχή που αψηφούσε κάθε είδος κινδύνου και κακουχίας μεταδίδοντας θάρρος στους άντρες πολιορκημένους. Χήρα η ίδια, συνελήφθη κατά την έξοδο του Μεσολογγίου μαζί με την μικρή της κόρη.
Δόμνα Βισβίζη
Δόμνα Βισβίζη, η Θρακιώτισσα καπετάνισσα, χήρα με τέσσερα παιδιά: Ανέλαβε η ίδια τη διακυβέρνηση του πολεμικού σκάφους «Καλομοίρα», όταν ο άντρας της σκοτώθηκε, και συνέχισε τις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Πέθανε στον Πειραιά το 1845.

10.Χαρίκλεια Δασκαλάκη, η ατρόμητη Κρητικιά: Νοέμβρης 1864.
Ο αγώνας των Κρητικών έχει κορυφωθεί κι εκεί ψηλά στη Μονή Αρκαδίου θα γραφτεί μία χρυσή σελίδα στο βιβλίο των αγώνων του κρητικού λαού.
Από μήνες τώρα η Μονή έχει γίνει το κρησφύγετο της Επαναστατικής Επιτροπής και δεν είναι μόνον τούτο, αλλά και οικογένειες ολόκληρες κυνηγημένες από τους Τούρκους έχουν έρθει στο Μοναστήρι για να βρουν καταφύγιο. Ο Μουσταφά πασάς τα ξέρει όλα, γι’ αυτό και στέλνει μήνυμα απειλητικό στον ηγούμενο Γαβριήλ “ή θα τους διώξεις όλους ή θα τινάξω το μοναστήρι στον αέρα”. Η Επαναστατική Επιτροπή συνέρχεται αμέσως για να αποφασίσει. Τα κυριότερα πρόσωπα είναι: ο ηγούμενος Γαβριήλ, οι οπλαρχηγοί Βενιανάκης, Κορωναίος, Δημακόπουλος και μία γυναίκα, η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, μητέρα, κόρη και γυναίκα αγωνιστών που διακρίνεται για τη λεβεντιά της και τη σθεναρή της απόφαση να πολεμήσει. Στην Επιτροπή συζητούν αν θα πρέπει να παραδοθούν ή να πολεμήσουν σε περίπτωση τούρκικης επίθεσης. Η Χαρίκλεια είναι σύμφωνη να συνεχίσουν τον αγώνα. Έπειτα συζητιέται το ζήτημα των γυναικόπαιδων.
Να τα διώξουν για να μη σταθούν εμπόδιο στους αγωνιστές, ή να μείνουν; Αποφασίζεται να μείνουν και όποια τύχη περιμένει τους άνδρες την ίδια να αντιμετωπίσουν και τα γυναικόπαιδα. Μετά σκέπτονται πώς θα οργανώσουν την άμυνα. Μερικούς στέλνουν κρυφά τη νύχτα για να οργανώσουν την απέξω βοήθεια. Αναμετρώντας τις δυνάμεις τους βλέπουν ότι οι Τούρκοι είναι μιλιούνια, ενώ εκείνοι μόνο 964 όλο κι όλο κι από αυτούς μόνο 325 πολεμιστές, τα άλλα γυναικόπαιδα. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να στείλουν την απάντηση στον Μουσταφά: «Ο όρκος και το σύνθημά μας είναι Ένωση με την Ελλάδα ή Θάνατος».
Λίγες ώρες αργότερα το Μοναστήρι βρίσκεται κυκλωμένο από χιλιάδες Τούρκους. Ο Μουσταφά τους ξαναπροτείνει να παραδοθούν και οι πολιορκημένοι απαντούν: «Μόνο νεκροί θα παραδοθούμε». Η μάχη αρχίζει, οι Κρητικοί πολεμάνε με ηρωϊσμό ημιθέων, οι γυναίκες και τα παιδιά αυτές τις ώρες παίζουν σπουδαίο ρόλο. Πολλές, όπως η Χαρίκλεια, κρατάνε όπλα, άλλες βοηθάνε τους αγωνιστές, ετοιμάζουν φυσίγγια, κουβαλάνε μπαρούτι, νερό και τρόφιμα.
Όταν κάποτε ρώτησαν τη Χαρίκλεια πώς τα κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια, απάντησε: «Με τσι ποδιές των και σε κόσκινα». Όλη τη μέρα η Χαρίκλεια πολεμά και συγχρόνως με λόγια θερμά εμψυχώνει τους αγωνιζόμενους. Για μία στιγμή η ελληνική σημαία που κυματίζει πλάι στο λάβαρο πέφτει, η Χαρίκλεια μέσα από βροχή σφαιρών τρέχει και την ξαναστηλώνει.
Σε λίγο η σημαία διάτρητη από σφαίρες ξαναπέφτει, η Χαρίκλεια με κίνδυνο της ζωής της τη σήκωσε, τη φίλησε και την έκρυψε κάτω από τα φουστάνια της για να την παραδώσει ύστερα σαν ιερό κειμήλιο.
Στις 8 Νοεμβρίου ο Μουσταφά βρίσκεται πολύ κοντά τους και με στραμμένο το κανόνι του προς την πόρτα του μοναστηριού. Ρίχνει μια πρώτη, η πόρτα του μοναστηριού τρίζει, με τη δεύτερη η πόρτα εξαρθρώνεται. Με το τίναγμα της πόρτας οι Τούρκοι ορμούν μέσα κραδαίνοντας τα γιαταγάνια τους. Ανδρικά και γυναικεία στήθη προβάλουν την τελευταία αντίσταση.
Ο άνισος αγώνας συνεχίζεται στην αυλή του μοναστηριού. Το αίμα έχει πήξει και η Χαρίκλεια με τον γιο της και την κόρη της Ελένη είναι ταμπουρωμένη μέσα σε ένα κελί και ρίχνουν στον εχθρό. Μια σφαίρα που ‘ρχεται γι’ αυτήν παίρνει τον Κωσταντή στο πόδι. Ο Κωνσταντής ουρλιάζει από τον πόνο, η Χαρίκλεια γυρίζει ψύχραιμη και του λέει: «Για τόσο πράγμα γιε μου φωνάζεις, θα σ’ ακούσουν και θα πουν πως φοβηθήκαμε».
Τα κελιά-οχυρά πέφτουν το ένα πίσω από το άλλο.
Οι Κρητικοί θερίζονται μα κι οι Τούρκοι δεν πάνε πίσω. Τώρα ο Γαβριήλ είναι έτοιμος να εκτελέσει το μεγάλο του σχέδιο. Πολλές γυναίκες, κορίτσια κι αγόρια τρέχουν στο λαγούμι για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ο αγωνιστής Γιανγκουδάκης με την κουμπούρα του γεμάτη και στραμμένη προς το μπαρούτι κάνει μια τελευταία ερώτηση στο πλήθος: «θέλετε να παραδοθείτε ή να πεθάνετε;». “Φωτιά καλύτερα” φωνάζουν τα γυναικόπαιδα. Η κουμπούρα αδειάζει στην πυριτιδαποθήκη και το μοναστήρι με Τούρκους και δικούς τινάζεται στον αέρα. Πυκνός καπνός και φλόγες σκεπάζουν τα πάντα. Πέτρες, ξύλα και ανθρώπινα μέλη εκσφενδονίζονται.
Η Χαρίκλεια αιχμαλωτίζεται και μαζί της κι άλλες γυναίκες. Όμως στον δρόμο δραπετεύει και σώζεται για να δει ύστερα από λίγα χρόνια τα παιδιά της να πέφτουν το ένα κοντά στο άλλο για την πατρίδα.

11.Μαριγώ Ζαραφοπούλα
Μία περίπτωση γυναίκας που είχε κάποια σχέση με τη Φιλική Εταιρία είναι η Μαριγώ Ζαραφοπούλα, που για τη δράση της και τη συμβολή της στον αγώνα μιλάνε τα τέσσερα πιστοποιητικά που υπάρχουν στον φάκελό της στο «Αρχείον Αγωνιστών» της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Η Μαριγώ ήταν από τα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης.
Στις παραμονές της Επανάστασης, όταν βρίσκονταν στην Πόλη οι Φιλικοί Παπαφλέσας, Χρυσοσπάθης, Περραιβός και Λεμονής και συσκέπτονταν πώς να αντιμετωπίσουν την προδοσία του Ασημάκη, «η κυρία Μαριγώ Ζαραφοπούλα χριστιανή ορθόδοξος, συνετέλεσε πολύ εις τους σκοπούς της Εταιρίας περιφερομένη από οικίαν εις οικίαν δια να μαθαίνει και να μας ειδοποιεί παν ό,τι επαπειλούσε την καταστροφήν των ενεργουμένων, δια της προδοσίας του Ασημάκη. Αν επρολήφθησαν τα πάντα αποτελέσματα τα οποία έμελλον τότε να προκύψωσι ως εκ του περιστατικού της προδοσίας, τούτο οφείλεται κατά μέγα μέρος εις την επαγρύπνισήν της και εις τον πατριωτικόν της ζήλο.
Μετά την αναχώρησιν ημών των εταιριστών δια την Ελλάδαν η Μαριγώ έμεινε εις Κωνσταντινούπολιν, εργαζόμενη με απαραδειγμάτιστον πατριωτισμόν και δια χρηματικών δαπανών υπέρ της πατρίδος. Επροδόθη παρά των εχθρών ως λαβούσα μέρος εις την Εταιρίαν, εφυλακίσθη και εξορίσθη, υπέφερε εις την εξορίαν άπειρα δεινά. Συνετέλεσε εις την δραπέτευσιν των αοιδίμων υιών του Π. Μαυρομιχάλη, κρατουμένων παρά της Οθωμανικής εξουσίας, κατατρεχθείσα δια τούτο παρά της εξουσίας. Διεσώθη εις Βλαχομπογδανίαν μετά πολλούς κινδύνους και έξοδα. Εκείθεν μετέβη εις Υδραν».
Όταν εισέβαλαν οι Αιγύπτιοι στην Πελοπόννησο, η Μαριγώ και πάλι εστάλη σε διάφορα μέρη όπου εκρατούντο αιχμάλωτοι, έδωσε και έλαβε γράμματα. Και ακόμα «όταν τα ελληνικά όπλα και το υπό την οδηγίαν του συνταγματάρχου Φαβιέρου πεζικόν υπέφερε εν Καρύστω, η μνησθείσα κυρία δι’ ίδίων της χρημάτων εφόρτωσε από τις Σπέτζες μίαν γολέταν με παξιμάδια και τα επήγε η ίδια εις Κάρυστον».
Όλα αυτά τα βεβαιώνουν: Π. Νοταράς, Π. Μαυρομιχάλης, Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, κ.ά.
Αυτά τα τέσσερα πιστοποιητικά η Μαριγώ Ζαραφοπούλα τα υπέβαλε με μία αίτηση στην «Εξεταστική επί του Ιερού Αγώνος Επιτροπή» και ζητούσε σύνταξη. Η αίτηση φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 1865. Και για την «αγράμματη Μαριγώ» υπογράφει ο Χ. Τζαβέλας. Στην αίτησή της παραπονείται ότι άλλοι που πρόσφεραν πολύ λιγότερα απ’ αυτήν και τον άνδρα της πήραν σύνταξη. Και αυτή, που στερείται ακόμα και αυτού του επιουσίου, δεν έλαβε τίποτα.

12.Αντωνούσα η Οπλαρχηγός
Η περιβόητη Αντωνούσα Καστανάκη ή Καστανοπούλου από το χωριό Κερά Κισσάμου το 1866 ήταν 22 χρόνων. Μια μέρα οι Τούρκοι πήγαν στον πατέρα της και του ζήτησαν ένα βόδι πεσκέσι για τους Τούρκους του Καστελιού και αν δεν το πήγαινε την ημέρα που του όρισαν, θα σκότωναν την επομένη αυτόν και τα κοπέλια του.
Τʼ άκουσε αυτό η Αντωνούσα και εμπόδισε τον πατέρα της να δώσει το βόδι, τον έπεισε μάλιστα να φύγει με την οικογένεια και όλα τα ζωντανά του στα Εννιά Χωριά όπου δεν πατούσε εύκολα τούρκικο πόδι. Την επομένη το πρωί έφτασε ο Τούρκος, βρήκε την πόρτα κλειστή και φώναξε. Η Αντωνούσα ανεβασμένη σε μια συκιά τον πυροβόλησε. Εκείνος σωριάστηκε, πυροβόλησε με τη σειρά του αλλά αστόχησε και η Αντωνούσα πήρε το γιαταγάνι του και τουʼ κοψε το κεφάλι. Ύστερα ζώστηκε τʼ άρματα και βγήκε στο βουνό όπου συνάντησε τους επαναστάτες. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά τον τριετή πόλεμο του 1866-69 και αργότερα στα 1879 στο σώμα του οπλαρχηγού Δημ. Κωναταντουλάκη. Οι Τούρκοι την κυνήγησαν αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν να την πιάσουν.
Το 1882 αποφεύγοντας τη δίωξη κατέφυγε στην Αθήνα. Παρουσιάστηκε στον βασιλιά Γεώργιο Αʼ που την ανεκήρυξε οπλαρχηγό. Με την ιδιότητά της αυτή και με σώμα αντρών που είχε συγκροτήσει η ίδια, πήρε μέρος στους ηπειρωτικούς αγώνες. Φορούσε πάντα την ανδρική κρητική στολή της εποχής, τις βράκες. Έτσι το 1911 που επισκέφτηκε το χωριό της χρειάστηκε να δείξει το στήθος της για να πιστέψουνε πως είναι γυναίκα. Πέθανε στον Πειραιά το 1918.
Ιδανικό τέλος για ένα αφιέρωμα στις μεγάλες Ελληνίδες του Γένους μας που δε δίστασαν μπρος στον κίνδυνο, όσο μεγάλος και αν ήταν, αλλά πρόταξαν πάνω και πέρα απ’ όλα το καλό της πατρίδας και των συνανθρώπων τους, είναι οι παρακάτω στίχοι δημοτικού τραγουδιού.
«Λεοντόκαρδες γυναίκες όμορφες, δυναμικές, καπετάνισσες γενναίες πάντοτε ηρωικές. Πολεμήσατε σαν άντρες δε σκιαχτήκατε εχθρό λευτεριά για την Ελλάδα είχατε πάντα σκοπό. Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα και Μαντώ του Μαυρογένους πλοία δώσατε και χρήμα για τη λευτεριά του γένους. Θε να μείνετε για πάντα σ’ όλων μέσα τις καρδιές σαν παράδειγμα Ελληνίδων σε στιγμές ηρωικές».
Όπως έλεγε μάλιστα ο Κολοκοτρώνης στους στρατιώτες του: «Αν φροντίζεις για το κοινό καλό, το καλό αυτό θα συμπεριλάβει κι εσένα..»

Πηγή: http://thesecretrealtruth.blogspot.com

Συνεχίστε την ανάγνωση

Λίγα λόγια για δεκαπέντε ήρωες της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821

1.Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (3 Απριλίου 1770 – 4 Φεβρουαρίου 1843) ήταν Έλληνας κλέφτης, καπετάνιος, στρατηγός με πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, πολιτικός,πληρεξούσιος, σύμβουλος της Επικράτειας. Έμεινε γνωστός και ως Γέρος του Μοριά.

2.Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος ήταν Έλληνας επαναστάτης, αρχικά υπήρξε σπουδαίος αρματωλός και στη συνέχεια κατέστη στρατηγός της Επανάστασης του 1821. Το επίθετό του είναι υποκοριστικό του Καραΐσκος όπου απαντάται ως οικογενειακό επώνυμο στις επαρχίες Βάλτου, Καρπενησίου, Φαρσάλων, Καρδίτσας, Βόνιτσας κ.α. Κατά μια εκδοχή το οφείλει στον πιθανολογούμενο πατέρα του, τον αρματολό Δημήτριο Καραΐσκο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή «το όνομα Καραϊσκάκης αποτελεί σύνθεση από τη λέξη καρά (μαύρος στα Τούρκικα) και ίσκα, εξαιτίας του αψίκορου χαρακτήρα του».

3.Ο Γιάννης Μακρυγιάννης (1797 – 1864) ήταν αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στρατιωτικός και δραστήριο πολιτικό πρόσωπο μετά τη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους· αυτοδίδακτος συγγραφέας απομνημονευμάτων (Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη) απαράμιλλων για το πηγαίο ύφος τους, και λαϊκών αφηγήσεων οραμάτων.

4.Ο Αθανάσιος Διάκος, ή Θανάσης Διάκος, ήταν ένας από τους Έλληνες πρωταγωνιστές ήρωες – οπλαρχηγούς του πρώτου έτους της Επανάστασης του 1821 που έδρασε στη Στερεά Ελλάδα. Γεννήθηκε κατ’ άλλους στην Αρτοτίνα Φωκίδας το 1788 και κατ’ άλλους στην Άνω Μουσουνίτσα Φωκίδος σύμφωνα με μαρτυρίες του Γκούρα,του Φιλήμονος, του Περραιβού και ξένων όπως του Finley και του Bartholdy αλλά και του Hertsberg. Και για το πραγματικό του όνομα υπάρχει αντιγνωμία. Μερικοί αναφέρουν ότι ήταν Αθανάσιος Γραμματικός και άλλοι πως ήταν Αθανάσιος Μασσαβέτας . Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και το 1820 έγινε αρματολός στη Λιβαδειά. Τον Απρίλιο του 1821 σε συνεργασία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε το φρούριο της Λιβαδειάς και χρησιμοποιώντας το σαν ορμητήριο, έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες. Κατέλαβε την γέφυρα της Αλαμάνας και στις 22 Απριλίου 1821 έδωσε μάχη με τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη. Στη μάχη αυτή συνελήφθη και αφού μεταφέρθηκε στη Λαμία δολοφονήθηκε με ανασκολοπισμό (λογοτεχνικά αναφέρεται ότι “σουβλίστηκε”) από τους Τούρκους και κάηκε στις 24 Απριλίου 1821.
Ο Ελληνικός Στρατός του απένειμε τιμητικά τον βαθμό του Στρατηγού.

5.Ο Ρήγας Βελεστινλής ή Ρήγας Φεραίος θεωρείται εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος υπέγραφε ως «Ρήγας Βελεστινλής» ή «Ρήγας ο Θεσσαλός» και ουδέποτε «Φεραίος», κάτι που ίσως να είναι δημιούργημα μεταγενέστερων λογίων. Γεννήθηκε στο Βελεστίνο, τις αρχαίες Φερές, το 1757, από εύπορη οικογένεια. Από τη νεανική του ζωή τα μόνα γνωστά είναι ότι ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος Κυριαζής[1] (ο παππούς του Κωνσταντίνος Κυριαζής ή Κυρατζής από το Περιβόλι Γρεβενών εγκαταστάθηκε στο Βελεστίνο που είχε μεταβληθεί σε Περιβολιώτικη παροικία, στις αρχές του 18ου αιώνα), ενώ η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία και φέρεται πως είχε μία αδελφή, την Ασήμω. Ο Φραγκίσκος Πουκεβίλ αναφέρει πως είχε και ένα αδελφό, τον Κωστή, ο οποίος μάλιστα συμμετείχε στην επανάσταση του 1821. Η οικογένεια του υπήρξε από τα θύματα της τουρκικής μανίας. Από αυτούς διασώθηκαν μόνο η μητέρα του με τον αδερφό του και μεταφέρθηκαν στη Βλαχία, όπου συντηρούνταν από τον Ρήγα.

6.Ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας (το κανονικό του όνομα ήταν Γεώργιος Δημ. Φλέσσας, πράγμα το οποίο αμφισβητείται, μεταξύ άλλων, από ιστορικούς της εποχής, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Δημ. Δικαίος. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το επώνυμο “Φλέσσας” θεωρείται προσωνύμιο της οικογένειας των Δικαίων) (1788-1825) ή περισσότερο γνωστός ως Παπαφλέσσας ή Γρηγόριος Δικαίος ή Μπουρλοτιέρης των ψυχών[4] ήταν κληρικός, πολιτικός και αγωνιστής, ήρωας της Eλληνικής Επανάστασης του 1821.

7.Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (Ψαρά 1793 ή 1795 – Αθήνα 2 Σεπτεμβρίου 1877) ήταν σημαντική μορφή του ναυτικού αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας σε ένα διάστημα 33,5 ετών (1844, 1848-49, 1864, 1864-65 και 1877) και για 2 χρόνια και 3 μήνες συνολικά.

8.Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος (1782-1849) γεννήθηκε στη Νέδουσα (Μεγάλη Αναστάσοβα), ένα μικρό χωριό που βρίσκεται στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας. Καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα, του δήμου Φαλαισίας της Μεγαλόπολης. Ήταν ανηψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Υπέγραφε και με το όνομα Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης και μ΄ αυτό αναφέρεται σε μερικά δημοτικά τραγούδια. Τελικά όμως επικράτησε το επώνυμο Σταματελόπουλος από το βαπτιστικό όνομα του πατέρα του (Σταματέλος).

9.O Κίτσος Τζαβέλας ή Τσαβέλλας (Σούλι 1800- Αθήνα 1855) ήταν Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του ’21 από το Σούλι της Ηπείρου και μετέπειτα στρατηγός, υπουργός και πρωθυπουργός.

10.Ο Ανδρέας Μιαούλης – Βώκος (Ύδρα 20 Μαΐου 1769 – 11 Ιουνίου 1835 Πειραιάς) ήταν Έλληνας καραβοκύρης, δηλαδή πλοιοκτήτης, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821, ως διοικητής ναύαρχος του ελληνικού στόλου, αλλά και στην μετέπειτα πολιτική ζωή του τόπου, με αποκορύφωμα την ανταρσία της Ύδρας κατά του Καποδίστρια, που είχε ως αποτέλεσμα την πυρπόληση του εθνικού στόλου στον Πόρο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμήθηκε πλείστες φορές από το Οθωνικό καθεστώς, ενώ συμπεριλήφθηκε και στην τριμελή επιτροπή που προσέφερε το στέμμα στον νεαρό τότε Όθωνα. Υπήρξε ο γενάρχης της οικογένειας των Μιαούληδων και γιος του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αθανάσιος Μιαούλης.

11.Ο Μάρκος Μπότσαρης (1790 – 8 ή 9 Αυγούστου (παλ.ημ.) 1823) ήταν στρατηγός και ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και καπετάνιος των Σουλιωτών. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν ο δεύτερος γιος του Κίτσου Μπότσαρη, που ήταν μια από τις επιφανέστερες μορφές του Σουλίου. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο σώμα των Ηπειρωτών και Σουλιωτών που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

12.Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1790 κατά μία άποψη στην Πρέβεζα, και κατά δεύτερη άποψη στην Ιθάκη και δολοφονήθηκε με ξυλοδαρμό στην Ακρόπολη των Αθηνών στις 5 Ιουνίου του 1825,.[4][5] Ήταν επιφανής αγωνιστής οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821 και γιος του οπλαρχηγού Ανδρούτσου. Το όνομα της οικογένειας (ιταλ. Andruzzo) αναφέρεται στο περίφημο Λίμπρο ντ’Όρο του νησιού, και μητέρα του ήταν η Ακριβή Τσαρλαμπά, από την Πρέβεζα. Επίσης ως προς το έτος γεννήσεως, κατ’ άλλους, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1788-1790.

13.Ο Νικόλαος Στουρνάρας (μετέπειτα Στουρνάρης) (…-1826) ήταν οπλαρχηγός στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας από τα Στουρναραίικα. Το αρματολίκι του ήταν στην περιοχή του Ασπροποτάμου και σε όλη τη διάρκεια της περιόδου του Αλή πασά ήταν ονομαστό κέντρο ενόπλων σωμάτων.

14.Ο Δημήτριος Υψηλάντης (1794 – 5 Αυγούστου 1832) ήταν στρατιωτικός και αγωνιστής της επανάστασης του 1821.

15.Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, (1792-1828), ήταν Έλληνας πρίγκιπας, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Συνεχίστε την ανάγνωση