Η κατάλυση της βίας από την αλήθεια

(Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών- Δρος Θεολογίας)

Στην ανθρώπινη Ιστορία, αλλά κυρίως στην σημερινή εποχή, ένας τρόπος χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται, για να επιτευχθεί η συσκότιση της αλήθειας και η καταδυνάστευση και ο αφανισμός των φορέων της: η παντός είδους βία.

Οι Αρχαίοι Έλληνες ύψωσαν την βία στο επίπεδο των θεών. Η δύναμή της ήταν ένα ισχυρό και ακατάβλητο εργαλείο στα χέρια των θεών, αλλά και των ανθρώπων, για να μπορούν να επιβάλλουν την καλή ή την κακή επιλογή τους πέρα από συναισθήματα ή άλλες αδυναμίες.

Ο Ηρώδης, ως εξουσία, χρησιμοποιεί την βία και αποκεφαλίζει τον Τίμιο Πρόδρομο, γιατί πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα έφραζε μια για πάντα το ελεγκτικό στόμα του. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι οδηγούν τον Θεάνθρωπο Κύριο δια της βίας στον Σταυρό, για να απαλλαγούν, όπως πίστευαν, από τον δήθεν ανταγωνιστή τους.

Ο Ολοκληρωτισμός, ο οποίος πολλές φορές μπορεί να εκφρασθεί και σε μεμονωμένα άτομα, χρησιμοποιεί την βία για εύκολη επικράτηση. Οι έχοντες κοσμική δύναμη διώκουν και καταδυναστεύουν τους παντός είδους αδυνάτους. Οι φαύλοι και οι ανήθικοι, με την στενή και ευρύτερη έννοια της λέξης, υποσκελίζουν τους αγνούς και έντιμους. Οι ψεύτες καταργούν τους ειλικρινείς και οι υποκριτές απορρίπτουν τους ευθείς. Ένα πράγμα τους ενδιαφέρει: με ποιό τρόπο θα μπορέσουν να πλήξουν καίρια τους υπηρετούντας την αλήθεια.

Κυρίως σήμερα, σε ένα κόσμο μαζοποιημένο, απάνθρωπο, σκληρό, εν πολλοίς άθεο, όπου φαίνεται να μην πιστεύει σε τίποτε άλλο παρά μόνον στο χρήμα, στην κοινωνική διάκριση και στην φθορά των προτύπων και της αυθεντίας, κυριαρχεί η παντός είδους βία.

Ο πολιτισμός μας και η κοινωνική συνοχή κινδυνεύουν όχι από τις πολιτικές ομάδες και τους υπερασπιστές τους, αλλά από την αρρωστημένη νοηματοδότηση των προσώπων και των πραγμάτων, που δεν είναι άλλη παρά το “μηδέν”. Ο Κλεμάν είχε πεί: “Ο πολιτισμός μας τυραννιέται από το μηδέν”(Η Θεολογία μετά τον θάνατο του Θεού, σ. 109).

Οι διαπιστώσεις μας αυτές είναι όντως οδυνηρές. Όταν μάλιστα επισημαίνονται στον Θεανθρώπινο χώρο, την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, γίνονται οδυνηρότερες.

Πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι αυτή η μανία της βίας, τελικώς δεν επικρατεί. Προσωρινώς, μπορεί να δίνεται η εντύπωση ότι επικρατούν οι εξουσιάζοντες βιαστές και ότι η βία είναι ένα αήττητο όπλο στα χέρια τους. Ωστόσο, στο τέλος εξευτελίζονται, όπως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι.

Πού είναι οι Ηρώδες, οι Νέρωνες και οι Καλιγούλες; Πού είναι οι παντός είδους εκβιαστές;

Απλώς καταδικάστηκαν από την αδέκαστη Ιστορία. Με τον ίδιο τρόπο θα λησμονηθούν και θα καταδικαστούν και οι σημερινοί απάνθρωποι βιαστές.

Όμως, για να συμβεί αυτό είναι ανάγκη ο σημερινός άνθρωπος και κυρίως ο Ορθόδοξος Έλληνας να κατανοήση ότι η Ορθοδοξία με την Θεανθρώπινη διδασκαλία της συναντάται καθολικά και οικουμενικά με τον απεγνωσμένο άνθρωπο και του υποδεικνύει την έξοδο από το πολιτιστικό αδιέξοδο και τον υπαρκτικό απελπισμό του.

Η συνάντηση αυτή δεν είναι μία επιμέρους αλήθεια, μία καλύτερη ή χειρότερη κατάσταση, αλλά συνιστά την απάντηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την όντως ζωή, την ελεύθερη από την βία, τον χρόνο και την φθορά. Και η ζωή αυτή είναι η εν Χριστώ ζωή. Και τούτο γιατί η όντως αλήθεια είναι Αυτός ο Χριστός: “Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή” (Ιωάν. 14, 6).

Τίποτε σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλ’ ούτε και στον υπερέκεινα είναι πιό δυνατό από την αλήθεια. Μόνον μέσω αυτής θα υπάρξει οριστική και καταλυτική αντιμετώπιση της πάσης φύσεως βίας.

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Περί του Εξαψάλμου.

Οἱ παλαιοί Πατέρες εἶχον ἀκρίβειαν διό καί ψαλλομένου τοῦ ἑξαψάλμου ἐτήρουν σιγήν πολλήν…

Κατά τό  τυπικόν τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἁγιοταφικοῦ Μετοχίου τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος (αὐτόθι 257) «ψαλλέτω ὁ ἐκκλησιάρχης ἤ ὁ ταχθείς ὡς ἔθος ἐπί τόν ἑξάψαλμον ἀργῶς καί μεθ  ὅσης ἄν εἴπῃς συντριβῆς τε καί προσοχῆς, ὁμοίως καί πάντες καθ’ ἑαυτούς, ὡς αὐτῷ τῷ Θεῷ προσλαλοῦντες καί ὑπέρ τῶν ἰδίων ἐξιλεούμενοι ἁμαρτιῶν.  Ὀφείλει δέ ψάλλειν πραείᾳ καί ἡσύχῳ φωνῇ εἰς ἐπήκοον πάντων βῆξαι δέ ἤ πτῦσαι ἤ ὅλως τοῦ ἰδίου τόπου σκυλληθῆναι ἤ μετακινηθῆναι ἤ ἀπό τοῦ ἔξω νάρθηκος τῷ θείῳ Ναῷ εἰσελθεῖν ἐν τῷ ψάλλεσθαι τόν ἑξάψαλμον ἐξουσίαν οὐδείς ἔχει.  Ἀφοβίας γάρ τοῦτο καί ἀκαταστασίας σημεῖόν τε ἐστιν.  Εἰ δέ τίς ἴσως τῷ γήρατι κατακαμπτόμενος ἤ ἀσθενής τετρυχωμένος οὐ πρός ἰσχύος ἔχει φυλάττειν ἑαυτόν ἄσκυλτον, ὡς ἐγράψαμεν, μενέτω ἐν τῷ προνάῳ, ἄχρι τῆς τοῦ ἑξαψάλμου συμπληρώσεως καί τότε εἰσερχέσθω».

Ἰστέον ὅτι τοῦ ἑξαψάλμου ψαλλομένου οὔτε μετάνοιαι, οὔτε σχήματα, οὔτε γονυκλισίαι, οὐδέ «σταυροκοπήματα» γίνονται.  Ἀλλά μένομεν ἀκίνητοι καί ὀρθοί.

(Τυπικόν τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου)

Συνεχίστε την ανάγνωση

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) ξεχωρίζουν μεταξύ τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν διά τόν πλούσιον συμβολισμόν των, ὅπως τόν βλέπομεν ἄλλωστε εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς καί τήν εἰκονογραφίαν. Ἡ Ἱερά Παράδοσις συνεπλήρωσε τά κενά τῶν Εὐαγγελίων γύρω ἀπό τήν ζωήν τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ καί μᾶς ἐγνώρισε διδακτικούς σταθμούς τῆς ζωῆς της, πού ἐμπνέουν καί τρέφουν τήν εὐσέβεια τῶν πιστῶν πρός τό πρόσωπόν της. «Ὅπως ἡ ἑορτή τοῦ Γενεθλίου τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ», παρατηρεῖ ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ, «ἔτσι καί ἡ ἑορτή τῆς Εἰσόδου της εἰς τόν Ναόν ἐδημιουργήθη ὑπό τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐχρησιμοποίησε τά ἀπόκρυφα (Εὐαγγέλια) διά νά δώσῃ ἔμφασιν –αὐτήν τήν φοράν ἐν τῷ προσώπῳ τῆς διαλεγμένης Παρθένου, πού ἀφιέρωσε τόν ἑαυτόν της εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Θεοῦ -εἰς «τήν ἐκπλήρωσιν τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου».

Τό μυστήριον τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς, τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά συγκριθῇ μέ τήν Κοίμησιν, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς αὐτό τοῦτο τό θησαυροφυλάκιον τῆς Παραδόσεως· ἡ Ἐκκλησία διακόπτει τήν σιγήν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί μᾶς δείχνει τούς ἀκαταλήπτους δρόμους τῆς θείας Προνοίας, οἱ ὁποῖοι προπαρασκευάζουν τό δοχεῖον τοῦ Λόγου, «τήν πρό αἰώνων προορισθεῖσαν μητέρα», «τήν ἐκ τῶν Προφητῶν προκηρυχθεῖσαν» πού εἰσάγεται τώρα εἰς τά Ἅγιᾳ τῶν Ἁγίων, ὡς « τό ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

Συνεχίστε την ανάγνωση

Άνθρωπος: Yλική ή πνευματική οντότητα;

(Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών- Δρος Θεολογίας)

Αυτό το ερώτημα απασχόλησε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να απασχολεί την φιλοσοφία και την θεολογία.

Ο άνθρωπος δεν αποτελεί ένα ακόμη από τα κτίσματα που συγκροτούν τον κόσμο, αλλά πρόκειται για ένα πλάσμα του Τριαδικού Θεού ιδιαίτερο.

Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε για την δημιουργία του ανθρώπου: «Έπλασεν ο θεός τον άνθρωπον χούν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γεν. 2, 7).

Κανένα άλλο κτίσμα δεν «πλάθεται» από τον Ίδιο τον Θεό. Το «nephesh» στο Εβραϊκό και η «ψυχή» στο Ελληνικό κείμενο δηλώνουν τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η ζωή στο ανθρώπινο ον. Και οι δύο όροι δεν αναφέρονται σε ένα τμήμα του ανθρωπίνου «είναι», αλλά σε ολόκληρο τον άνθρωπο.

Στον ισχυρισμό των υλιστών, ότι δεν υπάρχει πνευματικό στοιχείο στον άνθρωπο, απαντούμε τα εξής: Το σώμα εκ των πραγμάτων δεν ημπορεί να ταυτισθεί με την ουσία η την φύση του ανθρώπου. Και τούτο διότι τα ιδιώματα του ανθρώπου δεν εξαντλούνται στην σωματικότητά του. Ο βιολογικός οργανισμός του δεν συνιστά την υπαρκτική αυτοτέλειά του.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Γέννηση της Θεοτόκου

Η ευλάβεια που δείχνει η Εκκλησία στην Παναγία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο και χαίρεται γι’ αυτήν και τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο και πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης ιστορίας και της αναζητήσεως του Θεού από τον άνθρωπο, της αναζητήσεως του έσχατου νοήματος, του έσχατου περιεχομένου της ζωής του ανθρώπου. Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη η ευλάβεια προς την Παναγία περιστράφηκε γύρω από την αειπαρθενία της, η καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως και της αγάπης της Ορθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υπήρξε πάντοτε η Μητρότητά της, η σχέση σαρκός και αίματος που είχε με τον Ιησού Χριστό. Η Ανατολή χαίρεται που ο ρόλος του ανθρώπου είναι βασικός στο θείο σχέδιο. Ο Υιός του Θεού έρχεται στη γη, ο Θεός εμφανίζεται για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, και σ’ αυτό συμμετέχει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Αν αντιληφθούμε πως η κοινή φύση του Χριστού με τη δική μας είναι η μεγαλύτερη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος του Χριστιανισμού, ότι ο Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενωμένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεώς Του, τότε η ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοητή, επειδή αυτή του προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε “Υιός του Ανθρώπου”.

Υιός του Θεού, Υιός του Ανθρώπου… ο Θεός που κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να εξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοινωνός “θείας φύσεως” (Β’ Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να “θεωθεί”.

Συνεχίστε την ανάγνωση