Κριτική θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού Διαλόγου (πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού).

Ο Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) διείδε την κατάληξιν των οικουμενιστικών σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ απεμακρύνθη από το Π.Σ.Ε. το 1961. Ο καθ. Ιωάννης Καρμίρης εδήλωσε το 1953: η άνευ όρων συμμετοχή της Ορθοδοξίας εις δογματικά συνέδρια δεν είναι σύμφωνος προς την διδασκαλίαν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής.

 


1. Η τραγωδία του σχίσματος (1054) και η οδυνηρή παράτασή της, ως και οι καταθλιπτικές πολιτικές εξελίξεις στον χώρο της Ανατολής, λειτούργησαν ως προϋπόθεση μιας σειράς διαλογικών προσπαθειών για την αποκατάσταση της ενότητας, με την επιστροφή των αιρετικών – σχισματικών στο ένα και αδιαίρετο εκκλησιαστικό σώμα για την σωτηρία τους: Με τις αιρέσεις και τα σχίσματα το ένα και αδιάτμητο εκκλησιαστικό σώμα, ως σώμα του Ιησού Χριστού, δεν διαιρείται, αλλά – κατά τον ιερό Χρυσόστομο – «το σεσηπός εκκόπτεται». Ο διάλογος ανήκει στην ουσία του αυθεντικού Χριστιανισμού, έχει δε εισαχθεί και εξαγιασθεί από τον ίδιο τον Δημιουργό στον ανθρώπινο βίο. «Δεύτε διαλεχθώμεν» λέγει ο Θεός (Ησ. 1, 18) στο πλάσμα Του. Η λατρεία μας, άλλωστε, είναι ένας συνεχής διάλογος Πλάστου και πλάσματος για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως και η «ατομική» προσευχή. Την οδό του διαλόγου με τα αποσχιζόμενα από το Σώμα του Χριστού τέκνα της ακολουθεί η Ορθοδοξία.
Μετά το μεγάλο σχίσμα (1054) και ως τον 15ο αιώνα έγιναν, μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Χριστιανοσύνης, δηλαδή μεταξύ Παπισμού και Ορθοδοξίας, περισσότεροι από έντεκα (11) διάλογοι με κορύφωση τη Σύν­οδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438 -39), που απεδείχθη ψευδοσύνοδος–ουνιτική και αιρετική και γι᾽ αυτό την απέρριψε η Ορθοδοξία, ενώ ο Παπισμός προσπαθεί αιώνες τώρα να την επιβάλει στην Ορθόδοξο Ανατολή.
Οι προ της αλώσεως (1453) ενωτικοί διάλογοι ήσαν καταδικασμένοι σε αποτυχία από την γένεσή τους, διότι κινητήρια δύναμή τους ήταν η πολιτική στοχοθεσία της διασώσεως του Βυζαντινού Κράτους και των συνδεομένων με αυτό υλικών συμφερόντων. Αυτό – τηρουμένων των αναλογιών – είναι ευδιάκριτο και στις σημερινές οικουμενι(στι)κές σχέσεις, με τη σχετικοποίηση της Πίστεως και την «Χρήση» της από τους διαλεγομένους, για την εξυπηρέτηση «σκοπιμοτήτων κοσμικού χαρακτήρος, επιβαλλομένων από την Νέα Παγκόσμια Τάξη (Νέα Εποχή – New Age), που τελικά κατευθύνει και τους διαχριστιανικούς και τους διαθρησκειακούς διαλόγους προς πραγμάτωση της «Πανθρησκείας» και την επίτευξη της «Παγκοσμιοποίησης».
2. Προσπάθειες διαχριστιανικού διαλόγου έγιναν και μετά την άλωση (1453), στην διάρκεια της δουλείας. Η στάση της Ορθοδοξίας, σ᾽ όλη την διάρκεια της δουλείας (οθωμανοκρατίας και λατινοκρατίας), υπαγορευόταν από την Πίστη στον Χριστό και την αγάπη προς την (σώζουσα) Αλήθεια, και όχι από την πολιτική κατάσταση, όπως θέλουν οι «επιφανείς» οικουμενιστές μας. Η υπόδουλη Ρωμηοσύνη εγνώριζε την αποχριστιανοποιημένη «Δύση» περισσότερο και αυθεντικότερα από όσο οι ουνιτίζοντες ημέτεροι σήμερα, που οι αγαπολογικές σχέσεις οδηγούν σε συσκότιση της συνειδήσεως και συνεχείς υποχωρήσεις. Τα βασικά πορίσματα της έρευνας για την στάση των Ορθοδόξων, και μάλιστα του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, κατά την δουλεία, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:
α) Η Ορθόδοξος Εκκλησία από τον 15ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα παρέμεινε αμετακίνητη στη στάση της απέναντι στον δυτικό χριστιανισμό, τον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό (Λουθηριανισμό, Καλβινισμό, κ.λπ.) και τον Αγγλικανισμό, που χαρακτηρίζονται σαφώς ως αιρέσεις και αποσχίσεις από τη Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία.
β) Εκφράζεται θετικά η ορθόδοξη εκκλησιαστική πίστη και αποκρούονται οι πλάνες των δυτικοχριστιανικών Ομάδων, διότι έχουν στερηθεί τον χαρακτήρα της Εκκλησίας.
γ) Παραμένει, έτσι, ακμαία η ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, κατά την οποία «ο μικρόν τι τούτων παραβαίνων ως σχισματικός και αιρετικός κατακρίνεται και αναθεματίζεται και ακοινώνητος παρά πάσι λογίζεται». Δεν πρόκειται για αθεμελίωτη εχθρότητα, αλλά για ομολογία της αληθείας.
δ) Ομολογείται, επίσης, χωρίς περιστροφές, ότι «αυτή μόνη η των Ανατολικών Ορθοδόξων (πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων) Χριστιανών πίστις εστίν αληθής μόνη ακραιφνεστάτη».
ε) Μόνη, συνεπώς, παραδεκτή βάση της εκκλησιαστικής ενώσεως είναι η απόλυτος «ενότης της πίστεως και η ομοφροσύνη στην πίστη των Αποστόλων, και των Πατέρων, στην Αγία Γραφή και στις Οικουμενικές Συνόδους, κατά την σχετική δήλωση του Αγίου Μάρκου: «Εν τοις θείοις δόγμασιν ουδαμού χώραν έχει ποτέ η οικονομία η συγκατάβασις».
στ) Η στάση αυτή κορυφώνεται με την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο του 1895, η οποία απήντησε στον Πάπα Λέοντα ΙΓ´ που εκάλεσε τους Ορθοδόξους σε ένωση, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «η Εκκλησία των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των εννέα πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, επομένως η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, στύλος και εδραίωμα της αληθείας». Συνεπώς, η ένωση πρέπει να γίνη «εν τω ενί κανόνι της πίστεως και επί του θεμελίου της αποστολικής και πατροπαραδότου διδασκαλίας». Ειδικά ο Παπισμός χαρακτηρίζεται: «Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των εκκλησιαστικών Πατέρων και της τε αγίας Γραφής και των όρων των αγίων Συνόδων», «Ουδέποτε εθεωρήθη ο Επίσκοπος Ρώμης ως η ανωτάτη αρχή και αλάνθαστος κεφαλή της Εκκλησίας».
Σήμερα οι υψηλόβαθμοι Οικουμενιστές θεωρούν τον Πάπα (και ως αιρετικόν) κανονικό Επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, που χαρακτηρίζεται «αδελφή Εκκλησία», όπως δηλαδή τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία!
3. Η αταλάντευτη αυτή στάση της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Ηγεσίας απέναντι στην ετερόδοξη Δύση άλλαξε επίσημα στις αρχές του 20ου αιώνα, επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ (†1912). Η ασυνέχεια αυτή γίνεται αντιληπτή και μόνο με την σύγκριση των δογματικοσυμβολικών κειμένων, από το 1902 και εξής, με εκείνα του 19ου αιώνα.
Αυτό όμως σημαίνει, ότι εγκαινιάζεται στο εθναρχικό Κέντρο μία νέα στάση απέναντι στην αποκρουόμενη ως τότε Δύση, κατά το πνεύμα του φιλοδυτικισμού και των «οικουμενικών σχέσεων». Το κύριο σημείο αναφοράς δεν θα είναι πλέον η Ανατολή, αλλά η Δύση, με ό,τι αυτή εκφράζει. Η αλλαγή αυτή οριοθετείται από τρία σπουδαία Κείμενα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εγκύκλιο του πατριάρχου Ιωακείμ Γ τo 1902, το Διάγγελμα του 1920 και την Εγκύκλιο του 1952. Η πρώτη πραγματοποιεί το οικουμενιστικό άνοιγμα στην Δυτική Χριστιανοσύνη, ενώ τα άλλα έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα, εγκαινιάζοντας και προωθώντας την πορεία προς τον Οικουμενισμό με την «Οικουμενική Κίνηση». Η συμμετοχή μας σ’ αυτήν οδήγησε στις σημερινές ελεγχόμενες από την ορθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Την επελθούσα αλλαγή μαρτυρεί η χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Οι «αναδενδράδες», όπως χαρακτηρίσθηκαν οι δυτικές χριστιανικές ομάδες το 1902, γίνονται το 1920 «Εκκλησίες», κάτι, βέβαια, που επαινείται από τους Οικουμενιστές, δικούς μας και ξένους. Αυτό όμως σημαίνει προοδευτική εξίσωση των δυτικών Ομολογιών με την Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία. Στο σημείο αυτό είναι περισσότερο ειλικρινής ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´, όταν το 2008 αρνήθηκε στον Προτεσταντισμό τον χαρακτήρα της «Εκκλησίας», την Ορθοδοξία δε εχαρακτήρισε «ελλειμματική», διότι δεν αποδέχεται το πρωτείο του.
Με το Διάγγελμα του 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσέφερε τον καταστατικό χάρτη για την στάση, που όφειλε να τηρήσει στο μέλλον η ορθόδοξη παράταξη μέσα στην Οικουμενική Κίνηση. Αν η Εγκύκλιος του 1902 άνοιξε τον δρόμο για την συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση, το Διάγγελμα του 1920 προετοίμασε την είσοδό μας στο ΠΣΕ.
Κατά τον καθηγητή Χρήστο Γιανναρά, η Εγκύκλιος «υποκαθιστά η αποσιωπά την αλήθεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του υπαρκτικού μυστηρίου της σωτηρίας, για χάρη της κοινωνιστικής και πιετιστικής αντίληψης ενός ιδεολογικού χριστιανισμού, μια και σ’ αυτή «δεν υπάρχει ούτε υπαινιγμός της αλήθειας» (Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας, Αθήνα 1997, σ. 196 επ.).
Η επί Πατριάρχου Αθηναγόρα Εγκύκλιος του 1952 λειτούργησε ως ολοκλήρωση και επισφράγιση της προγραμματισμένης αυτής πορείας. Γι’ αυτό μεγάλοι ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Ιωάννης Καρμίρης και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά την αφοσίωσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν τον δισταγμό τους στα ανοίγματα αυτά και τις επιφυλάξεις τους για τις μέσω αυτών δρομολογηθείσες εξελίξεις.
Ο μεν π. Φλωρόφσκυ το 1961 απομακρύνθηκε από το ΠΣΕ, ο δε Ιωάννης Καρμίρης (το 1953) δηλώνει περίφροντις από τις εξελίξεις: «Είναι προφανές ότι η ανεπιφύλακτος και άνευ όρων συμμετοχή (της Ορθοδοξίας) εις δογματικά συνέδρια και η οργανική σύνδεσις αυτής μετά πολυαρίθμων ποικιλωνύμων Εκκλησιών και Ομολογιών και αιρέσεων επί βάσεως δογματικής και εκκλησιολογικής εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών θα εσήμαινε παρέκκλισιν από της υπό του Πατριαρχικού Διαγγέλματος του 1920 χαραχθείσης γραμμής περί συν­εργασίας αυτής μόνον εν τοις ζητήμασιν του Πρακτικού Χριστιανισμού και γενικώς δεν θα ήτο σύμφωνος προς τας θεωρητικάς αρχάς της Ορθοδοξίας και την μακραίωνα παράδοσιν αυτής, ως και την διδασκαλίαν και πράξιν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής».
Στην Εγκύκλιο του 1952 το Οικουμενικό Πατριαρχείο λέγει, ότι «δια της άχρι τούδε συμμετοχής της εις την παγχριστιανικήν Κίνησιν η Ορθόδοξος Εκκλησία εζήτησε κυρίως, ίνα γνωρίση και μεταδώ τοις ετεροδόξοις τον πλούτον της πίστεως, της λατρείας και της οργανώσεως αυτής, και την θρησκευτικήν άμα και ασκητικήν αυτής πείραν, πληροφορηθή δε και αυτή τας νέας μεθόδους και αντιλήψεις της εκκλησιαστικής ζωής και δράσεως αυτών». Φοβούμενος όμως την σχετικοποίηση της πίστεως, αισθάνεται την ανάγκη ο Ιωάννης Καρμίρης να υπογραμμίσει: «Η συμμετοχή των Ορθοδόξων… και η συν­εργασία… έχει την έννοιαν κοινωνίας αγάπης και ουχί κοινωνίας εν τη δογματική διδασκαλία και τοις μυστηρίοις».
4. Τους αληθινούς στόχους όμως του διαχριστιανικού Οικουμενισμού δεν διστάζουν να ομολογούν διακεκριμένοι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, όπως ο Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος), αναφερόμενος δια μακρών στο Διάγγελμα του 1920, το οποίο και συνέταξε μαζί με άλλους καθηγητές της Θεολ. Σχολής της Χάλκης. «Είναι ανάγκη, είπε, να συνειδητοποιήσουν οι Εκκλησίες ότι εκτός από την ενότητα, υπό την στενή της λέξεως έννοια…, υπάρχει και μία άλλη, πιο περιεκτική έννοια της ενότητος, κατά την οποία όλοι όσοι παραδέχονται την θεμελιώδη διδασκαλία της αποκαλύψεως του Θεού εν Χριστώ, και αποδέχο-νται Αυτόν ως Σωτήρα και Κύριο, θα έπρεπε να θεωρούν ο ένας τον άλλο ως μέλη του ιδίου σώματος και όχι ως ξένους». «Χωρίς να εισχωρήσουμε στην εξέταση των δογματικών διαφορών, που χωρίζουν τις Εκκλησίες», πρόσθεσε ο Θυατείρων, «πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτήν ακριβώς την ιδέα της ευρυτέρας ενότητος…». Είναι φανερή εδώ η θεωρία περί «διευρυμένης Εκκλησίας», που απαιτεί την περιθωριοποίηση της πίστεως και του σωτηριολογικού χαρακτήρα του δόγματος, σ’ αντίθεση με την αποστολική και πατερική παράδοση, όλων των αιώνων.
Καθαρότερα όμως τον σκοπό της Οικουμενικής Κινήσεως έδωσε ο επίσης διακεκριμένος Ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εκ των πρωτεργατών της, πρώην Αμερικής Ιάκωβος σε συνέντευξή του το 1999 στο περιοδικό ΝΕΜΕΣΙΣ: «Πρώτον με επίκραναν οι πόλεμοι και δεύτερον η σχετική αποτυχία του Οικουμενικού Διαλόγου, ο οποίος απέβλεπε στην ένωση η την προσέγγιση των Εκκλησιών και κατόπιν γενικότερα όλων των θρησκειών». Είναι μια έντιμη ομολογία για τις επιδιώξεις της Οικουμενικής Κινήσεως και την διασύνδεσή της με τον πανθρησκειακό Διάλογο, αλλά και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής, για την επίτευξη της Πανθρησκείας.
Υπεύθυνη όμως και αντικειμενική κριτική στην Οικουμενική Κίνηση έχει ασκήσει ο όσιος Ιουστίνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τον Οικουμενισμό με τον ακόλουθο τρόπο: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών Ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικόν όνομά των είναι η παναίρεσις». Και διερωτάται: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθή τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το ΠΣΕ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία».
Ο Άγιος Ιουστίνος μπόρεσε να διίδει την κατάληξη των οικουμενιστικών σχέσεων, που κορυφώθηκαν στις αποφάσεις του Balamand (1993) (=κατάφαση της παπικής αιρέσεως ως αδελφής Εκκλησίας και της Ουνίας, που συμμετέχει επίσημα στον Διάλογο) και του Porto Allegre (2005) (= αποδοχή της προτεσταντικής Εκκλησιολογίας), αλλά και στην καταξίωση de facto της «βαπτισματικής Θεολογίας», «της κοινής διακονίας» χωρίς ενότητα πίστεως, της «διευρυμένης Εκκλησίας» και του «πολιτιστικού πλουραλισμού».
Ο Οικουμενισμός σ’ όλες τις διαστάσεις και εκδοχές του έχει αποβεί αληθινή βαβυλώνιος αιχμαλωσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων σχεδόν των τοπικών ηγεσιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η καύχηση και ο αυτοθαυμασμός των Οικουμενιστών μας «για μια δήθεν νέα εποχή, που άνοιξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις πατριαρχικές Εγκυκλίους των ετών 1902 και 1920, δεν δικαιώνονται», διότι «αυτό που κατορθώθηκε είναι να νομιμοποιήσουμε τις αιρέσεις και τα σχίσματα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού». Αυτό είναι το κατασταλαγμένο συμπέρασμα του αγαπητού αδελφού π. Θεοδώρου Ζήση, το οποίο αδίστακτα προσυπογράφω.
5. Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι ο Οικουμενισμός αποδείχθηκε πλέον ως εκκλησιολογική αίρεση, ως ένας «δαιμονικός συγκρητισμός», που επιδιώκει μία ομοσπονδιακή ενότητα της Ορθοδοξίας με την δυτική αιρετική πανσπερμία. Έτσι όμως, η ορθοδοξία δεν επηρεάζει σωτηριολογικά τον μη ορθόδοξο κόσμο, διότι έχει εγκλωβισθεί αυτή, στα πρόσωπα των κατά τόπους Ηγεσιών της, στις παγίδες του Οικουμενισμού, που κατεργάζονται την φθορά και την αλλοτρίωσή της.
Αντί λοιπόν, η εκκλησιαστική Ηγεσία μας, να ακολουθεί το παράδειγμα των Αγίων μας Πατέρων στη διαφύλαξη της Ορθοδοξίας, ως της μόνης δυνατότητος σωτηρίας ανθρώπου και κοινωνίας, πράττει ακριβώς το αντίθετο: συμφύροντας την Ορθοδοξία με την αίρεση, στα όρια του Οικουμενισμού, και ουσιαστικά καταξιώνοντας την αιρετική πλάνη, επιφέρει την άμβλυνση των κριτηρίων του ορθοδόξου πληρώματος και στερεί και αυτό και τον κόσμο από την δυνατότητα σωτηρίας.
Με αυτό τον τρόπο απορρίπτονται οι άγιοι Πατέρες και η διδασκαλία τους, με την ανατροπή της πίστεως και πράξεως της αρχαίας Εκκλησίας. Η «μεταπατερικότητα», δηλαδή, είναι στην ουσία της αντιπατερικότητα, διότι η προτεσταντίζουσα αυτή κίνηση απο­δυναμώνει την πατερική παράδοση, χωρίς την οποία η Ορθοδοξία παραμένει αθωράκιστη στην δίνη του Οικουμενισμού και την εξυπηρέτηση των σχεδίων της Νέας Εποχής. Και για να παραφράσουμε τον Ντοστογιέφσκυ: «Χωρίς Πατέρες όλα επιτρέπονται»! Κατά τον Άγιο Γρηγόριο όμως τον Παλαμά, «τούτό εστιν αληθής ευσέβεια, το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν».

Πηγή: “Θρησκευτικά”

Συνεχίστε την ανάγνωση

Κυριακή της Απόκρεω (Αγάπη ναι, αλλά ποια Αγάπη;)

«ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε’ 40)

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού-Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ’ αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Καί πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…».

 
Κυριακή της Απόκρεω

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτερον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρίση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χριστιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική – παγκόσμια η κρίση, καθολικό – παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε… Δεν μπορεί να τ’ αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Που βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν’ αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ’ ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ’ 6· Α’ Ιωαν. δ’ 8· δ’ 16· ε’ 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

Αδελφοί μου!

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «Άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ’ άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία, η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χριστού. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει…

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ  Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr

Συνεχίστε την ανάγνωση

Τα μνημόσυνα και η ωφέλειά τους

Μία αρχαία και σταθερή παράδοσις της Εκκλησίας μας είναι η δέησις για τους νεκρούς. Η διήγησις του Ιερού Ευαγγελίου για την Θεία και φρικτή Μεταμόρφωση του Κυρίου παρουσιάζοντας μας τον Μωυσή και τον Ηλία, καθώς και η παραβολή του Λαζάρου και του πλουσίου, μας δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διαθέτουν τέλεια συνείδηση.

03 psixosabbatoΗ ζωή περνώντας από τον θάνατο συνεχίζεται. Αυτοί που φεύγουν διατηρούν την πνευματική τους επικοινωνία με τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται στη δια μέσου της κοινής αγάπης στο Χριστό. Αυτή η αγάπη συνδέει σε ένα σύνολο τους πιστους. τους συνδέει διότι η Εκκλησία είναι μία και έχει κεφαλή της το Χριστό. Σώμα της Εκκλησίας είμαστε εμείς που πιστεύουμε και ξεχωριστά κάθε ένα μέλος του σώματος αυτου.

   Ο Θάνατος μόνον αισθητά αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ εκείνων που πέθαναν και εκείνων που ζουν. «Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε, ανήκουμε στον Κύριο».

Η Εκκλησία διαιρείται σε Θριαμβεύουσα και Στρατευομένη (Ρωμ. 14,7-8)

Στην Θριαμβεύουσα ανήκουν εκείνοι που τελείωσαν νικηφόρα τον αγώνα τους στην επίγεια ζωή και αναμένουν τον στέφανο της δικαιοσύνης «εν εκείνη τη ημέρα».

Στην Στρατευομένη ανήκουν εκείνοι που ακόμη αγωνίζονται εναντίον της αμαρτίας για να φθάσουν στην τελείωση. Τα μέλη της Θριαμβεύουσας και της Στρατευομένης Εκκλησίας έχουν μία άρρηκτη σχέση μεταξύ τους.

Όσοι βρίσκονται στον ουρανό δεν αδιαφορούν για εκείνους που βρίσκονται ακόμη στην παρούσα ζωή. «Ο επίγειος Θάνατος, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταστρέφει την σχέση του πιστου με την Εκκλησία. Δεν τον ξεχωρίζει από τα άλλα εν Χριστώ  συμμέλη του».

Άλλωστε η αγάπη είναι αιωνία όπως και οι ψυχές. Από τις πολλές μαρτυρίες που υπάρχουν στην Αγία Γραφή, αλλά και προπαντώς στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία και Παράδοση, πληροφορούμαστε ότι υπάρχει αμοιβαία πνευματική επικοινωνία και συμπαράσταση με την αγάπη και την προσευχή υπέρ αλλήλων μεταξύ των μελών της ουράνιας και επίγειας Εκκλησίας, διότι όλοι μαζί αποτελούμε «μία κοινωνία αγίων». Όσοι εξήλθαν και όσοι ζούμε ακόμα στον Κόσμο αυτό βρισκόμαστε σε μυστική και υπερφυσική κοινωνία ζωής, προσευχής και αδελφικής αγάπης μεταξύ μας. Με τον δεσμό αυτό οι μεν βοηθούν τους δε. Έτσι όρισε η αγάπη του Θεού, θέλοντας ο ένας να σωθεί με την βοήθεια του άλλου.

Πάνω στη σχέση αυτή βασίζονται τα μνημόσυνα της Εκκλησίας μας, η οποία ανέκαθεν τα επιτελούσε και προσευχόταν για τους κεκοιμημένους. Αν δεν ωφελούσαν, δεν θα τα επιτελούσε και δεν θα εδέετο για τους κεκοιμημένους.

Μαρτυρίες περί των ιερών Μνημοσύνων 

Α. Από την Αγία Γραφή:

1. Από την Παλαιά Διαθήκη

Την πρώτη αναφορά την έχουμε στο βιβλίο του Νεεμία, όπου οι Ισραηλίτες παρακάλεσαν τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες των προκεκοιμημένων Πατέρων τους.«Την εικοστή τέταρτη μέρα του ιδίου μήνα, άρχισαν οι Ισραηλίτες νηστεία. Φορούσαν πένθιμα ρούχα και έριχναν χώμα στο κεφάλι τους. Αυτοί είχαν χωρισθεί από όλους τους μη Ιουδαίους που υπήρχαν στην περιοχή τους και είχαν συγκεντρωθεί για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Επί τρεις ώρες στέκονταν όρθιοι και άκουγαν την ανάγνωση από το βιβλίο του νόμου του Κυρίου του Θεού τους για να του ζητήσουν συγχώρεση» (Νεεμίας 9,1-5)

   Στο βιβλίο Β’ Μακκαβαίων 12,36-45 αναφέρεται το εξής περιστατικό: Σε μια μάχη του Ιούδα με το Γοργία φάνηκε νικητής ο Ιούδας, πλην όμως είχε και νεκρούς. Μετά την μάχη «την επόμενη μέρα ήρθαν επειγόντως οι άνδρες του Ιούδα να μεταφέρουν τα πτώματα των σκοτωμένων και να τα θάψουν μαζί με τους συγγενείς τους στους τάφους των προγονών τους. Κάτω όμως από τα ρούχα του κάθε νεκρού βρέθηκαν μικρά ειδώλια των Θεών της Ιάμνειας, πράγμα που απαγορεύεται αυστηρά από τον Ιουδαϊκό νόμο. Έτσι έγινε σε όλους φανερό ότι αυτοί σκοτώθηκαν εξ αιτίας αυτών των αντικειμένων… Ο γενναίος Ιούδας κάλεσε τον λαό να μην αμαρτήσουν πλέον… κατόπιν συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άνδρα και έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτηςει μία θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας αυτής. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών. Διότι αν δεν πίστευε ότι πρόκειται να αναστηθούν και αυτοί, θα ήταν περιττό και ανόητο να προσεύχεται γι’ αυτούς. Έτσι έκαναν την θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι να απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει».

2. Από την Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη αναφέρει ο Απόστολος Παύλος για τον Ονήσιμο που είναι ήδη νεκρός, στην Β’ προς Τιμόθεον επιστολή: «Είθε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να δώσει να βρει έλεος από τον Κύριο και Πατέρα την ημέρα εκείνη τις Δευτέρας Παρουσίας» (Β’ Τιμ. 1,18).

Υπάρχουν λοιπόν σαφή χωρία της Αγίας Γραφής που αναφέρονται στην προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων.

Γι’ αυτό και τα μνημόσυνα συναντώνται από τους πρώτους αιώνες στη ζωή της Εκκλησίας μας. Και τούτο, διότι, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, ζωντανοί και νεκροί είμαστε «σώμα Χριστου και μέλη εκ μέρους» (Α’ Κορ. 12,27). Αυτά από το χώρο της Αγίας Γραφής.

Β. Από την Ιερά Παράδοση 

Ι. Πατέρες της Εκκλησίας 

Πλούσιες όμως είναι οι πληροφορίες που έχουμε από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας.
1. Οι Αποστολικές Διαταγές, ένα από τα αρχαιότερα βιβλία της Εκκλησίας μας, διδάσκουν ότι πρέπει να τελούνται για τους νεκρούς τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά και ενιαύσια μνημόσυνα.

2. Ο Τερτυλλιανός, το 200 μ.Χ., ένας από τους αρχαιότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μνημονεύει συνέχεια των Λειτουργιών που εγένοντο υπέρ των κεκοιμημένων και ιδιαιτέρως στο βιβλίο του “Περί στεφάνου”.

3. Ο ιερομάρτυς Κυπριανός, το 250 μ.Χ., σε μία του επιστολή μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί θεωρούσαν βασικό τους καθήκον να προσφέρουν για τους κεκοιμημένους θυσίες και προσευχές.

4. Ο Ιστορικός Ευσέβιος περιγράφοντας την μεγαλοπρεπή κηδεία του Μ. Κωνσταντίνου στο ναό των Αγ. Αποστόλων, αναφέρει ότι το σκήνος της μακαρίας ψυχής ήτο «συναγελαζόμενον τω του Θεού λαώ, θεσμών τε θείων και μυστικής λειτουργίας αξιούμενον».

5. Ο αγ. Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-337 μ.Χ.), τελούσε καθημερινά Θεία Λειτουργία για τον Ουλεντιανό, τον Θεοδόσιο και τον Σατύρο.

6. Ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) αφού εκθέτει την κηδεία της μητέρας του, αναφέρει ότι ενώ το σώμα της ευρίσκετο ακόμη στον τάφο προσφερόταν «κατά το ειωθός ή θυσία της ημετέρας απολυτρώσεως». Διότι, καθώς σημειώνει ο ίδιος παρακάτω, η ίδια η μητέρα του δεν θεωρούσε τίποτε άλλο τόσο σπουδαίο πράγμα, όσο το να αναφέρεται το όνομα της την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Επίσης έγραψε ολόκληρο βιβλίο υπέρ των κεκοιμημένων με τον τίτλο «De curra pro mortuis».

7. Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων «μνημονεύομεν και των κεκοιμημένων, πρώτον Πατριαρχών, Αποστόλων, Προφητών, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ευχαίς αυτών και πρεσβείαις προσδέξηται ημών την δέησιν».

8. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έχει κάνει ολόκληρη πραγματεία με τίτλο «Υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων».

9. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά: «Δεν νομοθετηθήκαν αυτά τυχαία από τους θείους Αποστόλους, το να θυμούμαστε δηλαδή αυτους που έφυγαν από τη ζωή αυτή κατά την διάρκεια των φρικτών μυστηρίων, γνωρίζουν ότι από αυτό προκύπτει πολύ κέρδος, μεγάλη ωφέλεια» (ΕΠΕ 21,440).

10. Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιάκωβος, το 1520 μ.Χ., όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο, παρήγγειλε στους μαθητές του, να του κάνουν τα μνημόσυνα κατά την τάξη της Εκκλησίας.

11. Και για να αναφερθούμε στον άγιο του αιώνα μας, τον Άγιο Νεκτάριο, έχει γράψει ολόκληρη πραγματεία με θέμα: «Περί αθανασίας της ψυχής και περί Ιερών μνημοσύνων», όπου με πλήθος πατερικών χωρίων και περιστατικών από τους βίους των αγίων της Εκκλησίας μας, αποδεικνύει την ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

ΙΙ. Από τις Θείες Λειτουργίες

Σε όλες τις θείες Λειτουργίες αναφέρονται ευχές για τους κεκοιμημένους.

Στην αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου αναφέρεται για τους κεκοιμημένους η εξής ευχή: «Και τούτων (για τους όποιους πρόσφερε ο ιερεύς την Θεία Λειτουργία κι προσευχήθηκε) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων σου σκηναίς… Αυτάς μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας ουρανών αξίωσον». 

Στην Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου μετά την ανάμνηση των Αποστολών, Προφητών, κ.λ.π. αναφέρονται τα εξής:«Μνήσθητι Κύριε, ο Θεός τών πνευμάτων και πάσης σαρκός, ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν ορθοδόξων, εκεί αυτους ανάπαυσον… Δος γενέσθαι την προσφοράν ημων ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην έν Πνεύματι άγίω, εις έξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και’ των του λαού άγνοημάτων και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών».

Στην Θεία Λειτουργία του αγίου Κλήμεντος, μαθητού του αποστόλου Πέτρου αναφέρεται: «Έτι δεόμεθά σου Κύριε, και υπέρ της αγίας σου Εκκλησίας της από περάτων έως Περάτων… και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα» (ο Διάκονος προτρέπει τον λαό να δεηθή μαζί με τους ιερείς «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»).

Επίσης στις Θείες Λειτουργίες του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου γίνεται λόγος για τους κεκοιμημένους: «…μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». 

ΙΙΙ. Τα Δίπτυχα τις Εκκλησίας

Οι προσευχές για τους κεκοιμημένους είναι Αποστολική Παράδοσις και φαίνεται από τα Δίπτυχα της Εκκλησίας.

Τι είναι τα Δίπτυχα;

Είναι δύο σανίδια ενωμένα μεταξύ τους, όπως οι πλάκες που είχε ο Μωυσής στις οποίες ήταν γραμμένος ο Δεκάλογος. Στα Δίπτυχα ήταν γραμμένα τα ονόματα των Ορθοδόξων. Σύμφωνα με την απόφαση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και δη μετά το «Άξιων έστιν» ή το «Επί σοι χαίρει Κεχαριτωμένη…» ο Διάκονος μνημόνευε τα ονόματα τα οποία ήταν γραμμένα στα Δίπτυχα. Αυτή η τάξις και σήμερα τηρείται στο Άγιο Όρος.

Τα Δίπτυχα ήσαν τριών ειδών: Δίπτυχα αγίων, Δίπτυχα των ζώντων και Δίπτυχα των κεκοιμημένων.

Τα δίπτυχα των αγίων υπάρχουν από την εποχή του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Τα Δίπτυχα των κεκοιμημένων είναι και αυτά αρχαιότατα και αναφέρονται στην Θ. Λειτουργία του ευαγγελιστού Μάρκου.

Στα Δίπτυχα των ζώντων ήσαν γραμμένοι οι Αρχιερείς και οι αυτοκράτορες και όσοι ήταν στα αξιώματα και στις εξουσίες, και προ πάντων όσοι βοήθησαν στην Εκκλησία εκείνη, και γενικά όλος ο λαός. Αυτά τα δίπτυχα εφυλάσσοντο με μεγάλη ακρίβεια στο Ιερό από τους ιερουργούντες. Η ακρίβεια αυτή της διαφυλάξεως των Διπτύχων οφείλετο στο ότι από εδώ φαίνεται ότι έπρεπε οι άγιοι της Εκκλησίας να δοξάζονται ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να καταδικάζονται οι αιρετικοί ως αποστάται, και να μνημονεύωνται «οι εν πίστει τελειωθέντες, ων ο Κύριος γινώσκει τα ονόματα».

Τις ευχές υπέρ των κεκοιμημένων και τις δεήσεις και συνεπώς τα μνημόσυνα, τα υποστηρίζει ή αδιαφιλονίκητη Αποστολική παράδοσις, από την οποία παραλάβαμε να ευχόμαστε στην Προσκομιδή των Τιμίων Δώρων υπέρ των κεκοιμημένων και να τοποθετούμε τις μερίδες τους ενώπιον του Αγίου Άρτου, κοντά στις μερίδες των ζώντων και κατόπιν μερίδες ζώντων και κεκοιμημένων να τοποθετούνται στο Άγιο Ποτήριο, όπου το Πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού θα επισπάση τον αγιασμό και την απολύτρωση, ενώ ο ιερεύς λέγει «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αιματί σου τω Αγίω• πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των αγίων. Αμήν».

ΙV. Οι Ομολογίες Πίστεως (16ος-17ος αιων.)

1.Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας(1589-1639)

Στην Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας αναφέρονται τα εξής που αφορούν κυρίως το θέμα μας:

«Επενόησε η Εκκλησία του Χριστού να προσφέρει ευχές και ικεσίες για τους κεκοιμημένους, ώστε με τις προσευχές αυτές που αναπέμπει στον Θεό ή να απαλλάξουν τελείως από τα δεινά που τους κατέχουν, η να βρουν κάποια άνεση και παρηγοριά στην φυλακή που βρίσκονται οι ψυχές τους. «Ευχόμεθα, λέγει, ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την πρώτη ημέρα, την τρίτη, την ενάτη, την εικοστή, την τεσσαρακοστή, κατόπιν μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά ένα χρόνο• και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς κείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τους νεκρούς που κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά που προσφέρεται η θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

2. Ομολογία Πέτρου Μογίλα, Πατριάρχου Μόσχας(1596-1646)

Αναφέρονται τα εξής στην Ομολογία αυτή: «Μεταμελείας και ευεργεσίας καιρός ουκ εστί μετά την ενθένδε αποβιώσαν• από τα οποία λόγια γίνεται φανερών, πώς υστέρα από τον θάνατον• η ψυχή δεν μπορεί να ελευθερωθεί ή να μετανοήσει και να κάμει τίποτες έργων οπου να λυτρωθεί από των δεσμών του Άδου• μόνον αι Θείε Λειτουγίαι, αι προσευχαί και έλεημοσύναι όπου γίνονται δι’ αυτήν από τους ζώντας, εκείνα την ώφελούσι πολλότατα και από τα δεσμά του Άδου την ελευθερούσιν». 

Ερμηνεύοντας το χωρίο Λουκά. 12,5• «Φοβήθητε τον εξουσίαν έχοντα βαλείν εις την γεννάν» γράφει• «Ουκ είπε τον μετά το αποκτείναι βάλλοντα εις την γεννάν, αλλά εξουσίαν έχοντα βαλείν (δηλαδή, δεν είπε μετά τον θάνατο να την βάλη στη γέεννα, αλλά ότι μπορεί να την βάλη)• διότι δεν βιάζονται στη γέεννα οπωσδήποτε οι αμαρτωλοί που πεθαίνουν, αλλά αυτό βρίσκεται στην εξουσία του Θεού• ώστε και η συγχώρεσης βρίσκεται και αυτή στην εξουσία του Θεού. Και αυτό το λέω για τις προσφορές και τις ελεημοσύνες που γίνονται για τους κεκοιμημενους, οι οποίες ωφελούν πολύ και αυτούς ακόμη που πέθαναν μέσα σε βαρεία αμαρτήματα. Διότι μετά τον Θάνατο δεν τις βάζει στην γέεννα τις ψυχές, αλλά έχει την εξουσία να τις βάλλει στη γέεννα. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν εμείς να παρακαλούμε αυτόν που έχει την εξουσία να βάλη τις ψυχές στη γέεννα, αλλά δε χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία, αλλά και μπορεί να συγχωρήσει».

3.Ομολογία Δοσθέου Νοταρά, Πατριάρχου Iεροσολύμων(1641-1707)

Το έτος 1672 έγινε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος όπου συζητήθηκε και το Θέμα των μνημοσύνων. Από εδώ μπορούμε να αντιληφθούμε και το μέγεθος του ζητήματος, ότι δηλαδή δεν είναι μία απλή παρένθεσης μέσα στα Θέματα της πίστεως, όταν μία Τοπική Σύνοδος αναγκάζεται να λαβή θέση επ’ αυτού. Στην Ομολογία λοιπόν του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, στο 18ο όρο αναφέρονται τα εξής: «Πιστεύουμε ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων ευρίσκονται ή σε άνεση ή σε οδύνη, ανάλογα με τα έργα τα οποία έκανε καθένας…» … « Ελευθερούσθαι δε δια της άκρας αγαθότατος δια της δεήσεως των Ιερέων, δια ευποιών, δια των απηχουμένων ένεκα οι έκαστου συγγενείς επιτελούσι, μεγάλα μάλιστα δυναμένης της αναίμακτου Θυσίας, ιδίως υπέρ των κεκοιμημένων συγγενών έκαστος και κοινώς υπέρ πάντων η Καθολική και Αποστολική οσημέραι ποιεί Εκκλησία». Εννοείται βεβαία ότι δεν γνωρίζουμε τον χρόνο της απαλλαγής. Και συμπληρώνει: «Ότι γαρ γίνεται ελευθερία των τούτων από των δεινών και προ της κοινής αναστάσεώς τε και κρίσεως είδαμεν και πιστεύομεν, πότε δε αγνοούμεν». Με απλά λόγια• «Το ότι αυτοί – ελευθερώνονται από τα δεσμά τους και πριν από την κοινή ανάσταση και κρίσι, το γνωρίζουμε και το Πιστεύουμε, πότε όμως το αγνοούμε.

V. Οι βίοι των αγίων

Aπό τους βίους των αγίων πληροφορούμαστε την ωφέλεια  που προκύπτει από τα μνημόσυνα.

Στον βίο του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου αναφέρεται το εξής περιστατικό: “Περπατώντας κάποια μέρα στην έρημο συνάντησε να κρανίο. Το σκούντησε με το ραβδί του και ρώτησε. Ποιος είσαι εσύ; Και απάντησε το κρανίο λέγοντας ότι εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδώλων και των ειδωλολατρών που έμεναν στον τόπο αυτό. Εσύ είσαι ο Μακάριος ο πνευματικός; Να γνωρίζεις ότι την ώρα που θα σπλαχνισθείς αυτούς που βρίσκονται στην κόλαση και προσευχηθείς γι’ αυτούς, ελευθερώνονται λίγο και βρίσκουν κάποια ανακούφιση”.

Αναφέρεται και στον βίο της Αγίας Θέκλας το εξής: Όταν την συνέλαβε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος για να μαρτυρήσει, πριν από το μαρτύριο την παρέδωσε στην πλούσια και ευμενέστατη Τρύφαινα για να την φυλάει μέχρις ότου έλθη η ώρα της θηριομαχίας. Ή θυγατέρα της Τρύφαινας είχε αποθάνει πριν από λίγες μέρες.
Παρουσιάσθηκε στην μητέρα της και της είπε: «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την αντ’ έμού θυγατέρα σου, διότι είναι δούλη του Θεού, και δύναται να κάνη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος στον τόπο των Δικαίων». Μόλις ξύπνησε η Τρύφαινα, είπε στην αγία: «Τέκνον μου, δεύτερον σε παρακαλώ, κάμε μου την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου του Χριστού σου, να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιων, ότι μου εζήτησε δι’ οράματος».
Τότε η αγία αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και προσευχήθηκε είπε: «Κύριέ μου, Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου, της δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις ζωήν την αιώνιον, κατά το θέλημά Σου το Άγιον» 
(βλ. Συναξ. 24ης Σεπτεμβρίου).

Αναφέρεται για τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο ότι με την προσευχή του έσωσε τον αυτοκράτορα Τραϊανό, πλην όμως άκουσε φωνή από τον Θεό που έλεγε: «της ευχής σου ήκουσα και συγγνώμην Τραϊανώ δίδωμι». Εσύ όμως στο εξής να μην προσεύχεσαι για τους ασεβείς.

Η βασίλισσα Θεοδώρα πάλι με τις ευχές των Ιερέων ελευθέρωσε τον σύζυγό της αυτοκράτορα Θεόφιλο από τα δεσμά της κολάσεως.

Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται στους βίους των οσίων και θεοφόρων Πατέρων που με τις προσευχές και τις δεήσεις βοήθησαν πολλούς. Και ακόμη περισσότερα μπορούν να λεχθούν και να γραφούν από τους σημερινούς λειτουργούς του Υψίστου, που με τις Λειτουργίες μπορούν και βοηθούν ψυχές κεκοιμημένων χριστιανών.

 Πότε όμως πρέπει να τελούνται τα μνημόσυνα;

Οι Αποστολικές Διαταγές μας αναφέρουν ότι πρέπει να τελούμε μνημόσυνα την 3η μέρα, την 9η, την 40ή, και στο χρόνο.

Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναφέρει ότι τελούνται την τρίτη ημέρα εις ανάμνηση της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου. Την 9η ημέρα εις τύπων των αγγελικών δυνάμεων. Την 40ήν σύμφωνα με τον παλαιών τύπων, διότι και οι Ιουδαίοι όταν απέθανεν ο Μωυσής τον πένθησαν για σαράντα μέρες.

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης στα τριήμερα και στα εννιάμερα βλέπει άλλο συμβολισμό: «Τα τρίτα τελούνται υπέρ του κεκοιμημένου, διότι ο άνθρωπος δια της Αγίας Τριάδος έλαβε το είναι και διότι μεταστάς θέλει αλλοιωθεί και θέλει φανεί εις το αρχαίoν καλλώπισμα, εις το οποίον ήτο προ της παραβάσεως ή και εις καλλίτερoν ίσως. Τα ένατα δια να συνταχθή το πνεύμα του ως άυλον, και της ιδίας φύσεως μετά των αγγέλων… Τα δε τεσσαράκοντα δια την του Σωτήρος Ανάληψιν, ήτις έγινε μετά την Ανάστασιν μετά τον αριθμόν αυτόν των ημερών, δια να αναληφθή και αυτός τότε, όταν αναστηθή… και διά να προϋπάντηση τον Κριτήν…»

Στην Ομολογία Μητροφάνους του Κριτοπούλου αναφέρεται, όπως είπαμε παραπάνω:

«Ευχόμεθα ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την Πρώτη ημέρα, την Τρίτη, την Ενάτη, την Εικοστή, την Τεσσαρακοστή, κατόπι μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά ένα χρόνο και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς εκείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τους νεκρούς που κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά που προσφέρεται η Θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

Εκτός από αυτά όμως η Εκκλησία μας έχει και δυο Ψυχοσάββατα στα οποία μνημονεύονται όλοι οι χριστιανοί από αρχής του κόσμου μέχρις εσχάτων.

Το πρώτο Ψυχοσάββατο το όρισαν οι Πατέρες την Κυριακή προ της Κρίσεως (Απόκρεω). Αυτή τη μέρα η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα για τα παιδιά της που πέθαναν σε ξένη γη, είτε στη Θάλασσα, είτε στην έρημο, γι’ αυτούς δεν έχουν γίνει κανονικά μνημόσυνα και έχουν στερηθεί την ωφελεία τους. Οι Θείοι Πατέρες κινούμενοι από φιλανθρωπία όρισαν να τελούνται μνημόσυνα όπερα όλων «των κεκοιμημένων», για να συμπεριλαμβάνονται και εκείνοι που δεν τους έγιναν ειδικά μνημόσυνα.

Για ποιο λόγω όμως διάλεξαν οι Πατέρες αυτό το Σάββατο; Επειδή θα τοποθετούσαν την επόμενη μέρα τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ταιριαστά μνημονεύουν και τις ψυχές, για να παρακαλέσουν τον φοβερό Κριτή να χρησιμοποίηση τη συνηθισμένη του συμπάθεια και να τις κατάταξη στην απόλαυση που τους υποσχέθηκε.

Το δεύτερο Ψυχοσάββατο το τελεί η Εκκλησία μας εννέα μέρες μετά την Ανάληψη του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, δηλαδή το Σάββατο προ της Πεντηκοστής.

Στο μνημόσυνο αυτό η Εκκλησία μας μνημονεύει όλους τους ευσεβείς κοιμηθέντες από Αδάμ μέχρι σήμερα. Προσεύχεται γι’ αυτούς και ζητά από το Χριστό, που αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός, να τους αξίωση την ώρα της Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία σ’ Αυτόν που Θα κρίνει όλη τη γη. Να παρασταθούν στα δεξιά Του, στη χαρά, με το μέρος των δικαίων και στην φωτεινή τάξη των αγίων. Να γίνουν άξιοι κληρονόμοι της Βασιλείας και δεν εύχεται μόνο για τους Χριστιανούς, διότι δεν ήταν κανένας χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό μπορεί να δη κανείς την αγάπη της Εκκλησίας μας για όλο το ανθρώπινο γένος.

Τα Υλικά:

Τα πιο αναγκαία για την τέλεση ενός μνημόσυνου είναι:

Η προσφορά άρτου (το Πρόσφορον), ο Οίνος, το Θυμίαμα, το Έλαιον (λάδι) και το Κερί, τα οποία πάντοτε προσέφεραν οι πιστοί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

Και όλα αυτά διότι η υπόθεσης του μνημόσυνου είναι στενά συνδεδεμένη με τη Θεία Λειτουργία. Η υπόθεσης του μνημόσυνου δεν είναι μόνον υπόθεσης ανθρώπων, αλλά κυρίως του Χριστού. Από εκεί θα ζητηήσουμε βοήθεια, και αυτή την βοήθεια μπορεί να την προσφέρει μόνον η Θεία Λειτουργία. Τα άλλα πρέπει να γίνονται, αλλά δεν είναι μνημόσυνα, είναι απλώς ένα Τρισάγιο, μία προσευχή υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του προσφιλούς μας νεκρού.

Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία την προσφορά, τον οίνον και κατάλογο των ονομάτων για τα οποία προσφέρονται τα δώρα αυτά.

Στη μνημόνευση αυτή ιδιαίτερα επιμένει ο Συμεών Θεσσαλονίκης τονίζοντας την μεγάλη ωφελεία που αποκομίζει η ψυχή από την τέλεση τις Θείας Λειτουργίας.

«Την τρίτη ημέρα», σημειώνει ο Συμεών Θεσσαλονίκης, από την κοίμηση του ανθρώπου «γίνονται τα λεγόμενα τρίτα, προσφέρομε εις τον Θεόν εκ σπερμάτων σίτου και εκ διαφόρων άλλων καρπών. Τι δε δηλουσών οι καρποί; δηλουσών ότι και ο άνθρωπος σπέρμα είναι και ως καρπός εκ της γης και ότι καταβαλλόμενος εις την ζην τώρα, ως σίτος παλιών με την δύναμιν του Θεού θέλει εξαναστηθεί, και αφού τρόπον τινά αναβλαστήσει εν τω μέλλοντι, τότε τέλειος και ζων θέλει προσεχθεί εις τον Χριστόν, επειδή, καθώς ο παρών καρπός θάπτεται μεν εις την ζην, βλαστάνει δε μετά ταύτα και τελεσφορεί, και αναδίδει πλούσιον τον καρπόν, με τον αυτόν τρόπον και ο άνθρωπος, διδόμενος τώρα εις την γην ένεκα του θανάτου, θέλει αναστηθεί πάλιν. Λέγει τούτο και ο Παύλος δηλών με το παράδειγμα των σπερμάτων την Ανάσταση».

Αυτά αναφέρει σχετικά με τα κόλλυβα και το υλικό που χρησιμοποιείται, αλλά και το συμβολισμό του ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Η παράδοσις αυτή των κολύβων συναντάται από τα μέσα του 4ου αιώνος. Μέχρι τότε προσέφερε, κατά τα ιερά μνημόσυνα, ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι. Εκείνοι που εδέχοντο αυτή την προσφορά ηύχοντο το «μακαρία ή μνήμη αυτού». Γι’ αυτό και ελέγοντο «μακαριαί». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά αρτίδια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τους συγγενείς του κοιμηθέντος.

Αντί Μνημοσύνου:

Υπάρχουν μερικοί που αντί μνημοσύνου κάνουν κάποια δωρεά εις μνήμην του αποθανόντος, «αντί μνημοσύνου». Άλλο όμως το μνημόσυνο και άλλο η ελεημοσύνη που μπορεί να κάνει κάποιος. Τίποτε, καμιά ελεημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Θεία Λειτουργία, όπου προσφέρεται «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία το πρόσφορο και το νάμα, που μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.

Από αυτό το πρόσφορο θα βγει και ή μερίδα του κεκοιμημένου, που τοποθετείται πάνω στο Δισκάριο, δίπλα στις μερίδες των αγίων και των Δικαίων της Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται και όλη η Εκκλησία, η Στρατευομένη και η Θριαμβεύουσα.

«Είναι μεγάλη τιμή, τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, να αναφερθεί και το όνομα του δικού μας εκεί που βρίσκεται ο Χριστός και ολόκληρη η Εκκλησία. Διότι πρόσεχε. Αναγγέλλεται τότε το φρικτό Μυστήριο, ότι ο Θεός έδωσε τον Εαυτό του για τη σωτηρία της οικουμένης…»

Επομένως η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη βοήθεια που μπορεί να δοθεί σε έναν που έχει αναχωρήσει από τη ζωή αυτή, είναι αυτή που προσφέρεται με την μνημόνευση του ονόματος του στη Θεία Λειτουργία.
Αυτό που δεν μπορούν να το κάνουν τα αγαθά που δίνονται στους φτωχούς, αυτό μπορεί να το κάνη η προσευχή ενός δικαίου. Πόσο περισσότερο η Θεία Λειτουργία!

Ωφελούν τα μνημόσυνα;

Κοινή είναι η μαρτυρία των Πατέρων της Εκκλησιάς αλλά και της ιδίας της Εκκλησίας από την πείρα των λειτουργών της ότι μεγάλη είναι η ωφελεία που προκύπτει από αυτά.

Ας δούμε όμως τι λένε οι μεγάλοι Πατέρες για την ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Αναφέρει ο Ιερός Δαμασκηνός ότι ο Θεός θέλει πολύ να ευεργετούμεθα όλοι από όλους και ζώντες και μετά Θάνατον.

Τους λόγους του Κυρίου και την φιλάνθρωπη βουλή Του έχουν υπ’οψιν τους οι θειοι Πατέρες όταν ομιλούν για τα μνημόσυνα και την ωφέλεια που προέρχεται από αυτά. Και όπως δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να θέσουμε όρια στην αγάπη του Θεού, στην αγάπη αυτή του Θεού βασιζόμαστε και στην ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Μεγάλη σημασία δίνει ο ιερός Χρυσόστομος στην προσφορά της αναίμακτης Θυσίας που γίνεται υπέρ των κεκοιμημένων.

Αναφέρει σχετικά: «Δεν γίνονται άσκοπα οι προσφορές για τους απελθόντες, ούτε οι ελεημοσύνες. Όλα αυτά έχει προστάζει το Άγιο Πνεύμα, διότι θέλει να ωφελούμαστε ο ένας από τον άλλον. Ωφελείται εκείνος από εσένα και εσύ από εκείνον… Να μην αμφιβάλλεις ότι ο νεκρός θα κερδίσει κάποια ωφέλεια…».

Στη συνέχεια παρουσιάζει μεγάλη τιμή τη μνημόνευση του ονόματος κατά την Θεία Λειτουργία.

«Διότι όπως όταν εορτάζονται τα επινίκια των βασιλέων, τότε εγκωμιάζονται όσοι βοήθησαν στη νίκη, και όσοι βρίσκονται στις φυλακές απελευθερώνονται για την περίσταση αυτή. Όταν όμως περάσει ο καιρός αυτός, όποιος δεν πήρε χάρη, δεν την παίρνει πλέον. Έτσι και εδώ, κατά την προσφορά της Θυσίας αυτός είναι ο Καιρός για τα επινίκια».

«Δεν νομοθετήθηκαν από τους αγίους Αποστόλους χωρίς λόγω οι ευχές για τους απελθόντες κατά την διάρκεια της προσφοράς του φρικτού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας. Γνώριζαν ότι προκύπτει μεγάλο κέρδος και πολύ ωφέλεια γι’ αυτούς. Όταν ένας ολόκληρος λαός υψώνει τα χέρια του σε προσευχή και μαζί με όλο το Ιερατείο προσφέρουν τη φρικτή θυσία, πως να μην πετύχουμε με τις ικεσίες μας την θεϊκή ευσπλαχνία;  Αλλά αυτό αφορά τους απελθόντας πιστούς».

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης ακολουθώντας την αποστολική παράδοση γράφει:

«Κανένα άλλον δεν είναι τόσον ωφελίμων εις τον κεκοιμημένον, μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο το οποίον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσίαν, και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο το οποίον θυσιάζεται επάνω εις το άγιον θυσιαστήριον».

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης «επωφελές και θεάρεστον» χαρακτηρίζει το να μνημονεύεται κάποιος την ώρα της τελέσεως της θείας Λειτουργίας.

Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων χαρακτηρίζει «μεγίστην την όνησιν», πάρα πολλή μεγάλη την ωφέλεια που Προέρχεται από την προσευχή αυτή.

Και ο Άγιος Αθανάσιος αναφωνεί: «Και αν ακόμη στον αέρα πεθάνει ο ευσεβής, μη διστάσεις να προσφέρεις γι’ αυτόν λάδι και κερί. Διότι αυτή την Προσφορά την δέχεται ο Θεός και ανταποδίδει την ωφέλεια».

Και όπως όταν κάποιος πατέρας έχει άρρωστο παιδί και αυτό δεν μπορεί να προσφέρει για τον εαυτό του στο ναό λάδι και κερί και θυμίαμα, και αντί γι’ αυτό τα προσφέρει ο πατέρας του, και την προσφορά αυτή την δέχεται ο Θεός το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση των νεκρών: Επειδή αυτοί δεν έχουν πλέον το σώμα για να μπορέσουν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, τους βοηθούν με τις προσφορές που κάνουν για χάρη τους οι φίλοι και συγγενείς τους.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να παραλείπουμε τα ιερά μνημόσυνα. Ιδιαιτέρως όμως πρέπει να μνημονεύονται τα ονόματα κατά την χωράν της φρικωδέστατης θυσίας, διότι αυτή μας δόθηκε για τον σκοπό αυτό.

Πώς ωφελούν;

Πώς όμως ωφελούν; Το πράγμα είναι μυστήριο. Δεν μπορεί να το ερμηνεύσει ο ανθρώπινος νους. Το 1652, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, συγκροτήθηκε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος Πατριαρχών, όπου μελετήθηκε και το θέμα αυτό. Αυτό δείχνει ότι το θέμα των μνημοσύνων δεν είναι μία παρωνυχίδα. Κατέχει κάποια θέση σημαντική μέσα στην Εκκλησία μας.

Το συμπέρασμα ήτο:

Το ότι ωφελούνται το πιστεύουμε και το γνωρίζουμε. Το πώς όμως και πότε, αυτό ανήκει στην κρίση του Δίκαιου Θεού.

Σημειώνει χαρακτηριστικά και ο πολύς Ανδρούτσος στη Δογματική του:

 «Ως δεν δυνάμεθα να καθορίσωμεν πώς ο Θεός, ο διέπων τον κόσμων καθ ορισμένους νόμους, προσδιορίζεται υπό τίνος ευχής και επεμβαίνει της πορείας των φυσικών και των ανθρωπίνων πραγμάτων, ούτως αδύνατον να κατανοήσομε πώς αι ευχαί ώφελούσι τους κεκοιμημένους». 

Ποιους ωφελούν και ποιους δεν ωφελούν

Ωφελούν

Όταν γίνονται εν πίστη και εύσεβεία.
Όταν οι νεκροί είναι δεκτικοί του Θείου ελέους.
Όταν η πλήρωσης των δεήσεων δεν αντιβαίνει στην Θεία δικαιοσύνη και αγαθότητα.

Δεν ωφελούν

Όταν ο άνθρωπος απωθεί την Θεία χάρη και γίνεται σατανικός και αμετανόητος.
Για εκείνον που έφυγε τελείως αμετανόητος δεν υπάρχει κάποια μεγάλη ωφελεία από τα μνημόσυνα. Το ότι όμως και εκείνος μπορεί να βρει κάποια αναψυχή είναι ομολογημένο αυτό από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Για αυτόχειρες, μη ψυχασθενείς βέβαια, δεν μπορούμε να κάνουμε μνημόσυνα.

Καθώς και για τους αιρετικούς που βρίσκονται εκτός Εκκλησίας.

Εκείνοι που έζησαν εδώ χριστιανικά και δεν μπόρεσαν να τελειωθούν έχουν πολύ μεγάλη ωφέλεια από τα μνημόσυνα. Πόση δε γνωρίζουμε. «Μη αμφέβαλλε ότι καρπώσηται τι χρηστόν», τονίζει ο Ι. Χρυσόστομος.

Πόση όμως είναι η ωφέλεια αυτή και μέχρι ποίου σημείου φθάνει δε μπορούμε να το γνωρίζουμε. Εκείνο που γνωρίζουμε και που τονίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι μεγάλη ωφελεία που προκύπτει από τα μνημόσυνα για εκείνους που δεν έφυγαν τελείως αμετανόητοι.

Γράφει ένας σύγχρονος εκκλησιαστικός συγγραφέας: «Γνωρίζω ότι υπάρχουν ηθικά πτώματα στα οποία ενέσεις δεν ισχύουν. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι υπάρχουν αμαρτωλοί, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, που μωλωπίστηκαν, αλλά δεν απέθαναν, έπεσαν μεν, αλλά κρατώντας στα χέρια το ξίφος, που είδαν τις τελευταίες ώρες την ασχήμια τους και ανάμιξαν κάποιο υπόκωφο «μνήσθητι μου, Κύριε» με τα τελευταία τους παραληρήματα. Και ποιος είναι εκείνος που θα υποστήριξη με πείσμα ότι δεν ωφελούν οι δεήσεις των πιστών; Η μέση κατάστασης των ψυχών είναι κατάστασης εισαγωγική. Κατά την έξοδο της ψυχής από τη ζωή αυτή, έχει γίνει κάποια κρίσις, αλλά ή τελική κρίσις που θα λαβή η ψυχή την τελική της θέση για την αιωνιότητα, δεν έχει γίνει ακόμη».

– Και προσθέτει: «Εφ’ όσον η τελευταία απόφασης του κριτού δεν βγήκε ακόμη, εφ’ όσον το κράτος του Χριστού φθάνει από τα επουράνια και τα επίγεια μέχρι και τα καταχθόνια, εφ’ όσον το “πορεύεσθε απ’ εμού” δεν ακούστηκε, καλλίτερη στάσης της Εκκλησιάς είναι η στάσης της δεήσεως, της προσευχής υπέρ των νεκρών αυτής».

Η περίπτωσης των βαρέως αμαρτανόντων

Τι όμως συμβαίνει με τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν τελείως αμετανόητοι και δεν πρόλαβαν να ετοιμασθούν καθόλου;

Η απάντησης του λόγου του Θεού είναι σαφής. Το ίδιο και ή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι τονίζουν καθαρά ότι η παρούσα ζωή αποτελεί το στάδιο του αγώνος, η μέλλουσα της ανταποδόσεως.

Τονίζει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος:

«Ας μη κλαίμε γι’ αυτούς που πέθαναν αλλά γι’ αυτούς που πέθαναν στην αμαρτία. Αυτοί είναι άξιοι για θρήνους και κοπετούς και δάκρυα… Όσο ζούσαν εδώ μπορούσε κανείς να ελπίζει σε αλλαγή και βελτίωση… Δεν μπορεί κανείς να μετανοήσει όταν φύγει από τη ζωή αυτή.
Κανένας αθλητής δεν μπορεί να παλαίψεί όταν τελειώσουν οι αγώνες και βγει από το στίβο και έχουν σκορπισθή οι θεατές… Όσο είμαστε εδώ μπορούμε σίγουρα να ελπίζουμε. Όταν όμως πάμε εκεί, δεν είμαστε πλέον κύριοι μετανοίας, δεν είναι πια στο χέρι μας ή μετάνοια, ούτε μπορούμε να ξεπλύνουμε τα αμαρτήματα μας. Γι’ αυτό πρέπει αδιάκοπα να ετοιμαζόμαστε για την έξοδο μας…».

Πλην όμως και σε αυτές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις οι Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν μας αφήνουν απαρηγόρητους.

Αναφέρει σχετικά για το θέμα αυτό ο Μ. Αθανάσιος ότι οι ψυχές των αμαρτωλών λαμβάνουν κάποια ευεργεσία, «μετέχουν ευεργεσίας τίνος» από την αναίμακτη Θυσία αυτό όμως συμβαίνει «ως μόνος εφίσταται και κελεύει ό ζώντων και νεκρών εξουσιαστής Θεός ημών». Το ζήτημα δηλαδή το αφήνει στη Θεία φιλανθρωπία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, μολονότι στο προηγούμενο τεμάχιο ήταν αυστηρός, όταν ασχολήται ειδικά με το θέμα αυτό αποκλειστικά, είναι πιο παρηγορητικός. Τονίζει:

«Ας τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε «βοηθήσωμεν αυτοίς κατά δύναμιν», επινοήσωμεν δι’ αυτούς τινά βοήθειαν (κάποια βοήθεια), μικράν μεν, βοηθείν όμως δυναμένην». Πώς και με ποιο τρόπο; Και απαντά: Ευχόμενοι και εμείς οι ίδιοι και παρακαλούντες και άλλους να προσεύχονται γι’ αυτούς. Με ελεημοσύνες και προσευχές που θα κάνουμε γι’ αυτούς που έφυγαν στην αμαρτία. Αυτά γίνονται για να λάβουν οι κεκοιμημένοι κάποια παρηγοριά, «παραμυθιών τινά». Διότι, αν τα παιδιά του Ιώβ τα καθάριζε η θυσία του πατέρα τους, γιατί αμφιβάλλεις ότι κερδίζουν κάποια ωφέλεια οι νεκροί μας από τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε γι’ αυτούς;

Μάλιστα ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακός και πιο παρηγορητικός, Θα λέγαμε, στο θέμα μας ακόμη και από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Σε μία ερώτηση που του υποβλήθηκε στο «Τι ωφελείται η ψυχή που έφυγε με τα αμαρτήματά της από τον παρόντα κόσμο;» απαντά με ένα παράδειγμα. Φαντάζεται βασιλιά ο οποίος εξόρισε υπηκόους που επαναστάτησαν εναντίον του. Στον βασιλιά αυτόν παρεμβαίνουν ενδιαφερόμενοι, φίλοι των εξόριστων, οι οποίοι αφού πλέξουν τον στέφανο τον προσφέρουν στο βασιλιά «υπέρ των εν εξορίαις».

Και ερωτά 0 άγιος: Ο βασιλιάς, δεν θα υποχώρηση στις επίμονες αυτές παρακλήσεις ώστε να δόση στους εξόριστούς του «άνεσιν των κολάσεων;»

Κατά παρόμοιο τρόπο, συνεχίζει, όταν και μείς προσφέρουμε στον Θεό δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων, και αν ακόμη αυτοί είναι αμαρτωλοί, δεν πλέκουμε και δεν προσφέρουμε στέφανων αλλά «Χριστόν εσφαγιασμένον υπέρ των αμαρτημάτων προσφέρομεν, ζητούντες και λαμβάνοντες συγγνώμην» από τον φιλάνθρωπο Θεό γι’ αυτούς και για μας. Ποιος όμως μπορεί να γνωρίζει από εμάς ποιος έφυγε εν μετανοία και ποιος όχι; Ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι καρδιογνώστης και να προδικάσει κάποιον από τους συνανθρώπους μας; Που γνωρίζουμε τι έγινε από το διάστημα της γέφυρας μέχρι το ποτάμι, να διάστημα αρκετό για να πει κάποιος ένα “μνήσθητί μου Κύριε;”. Το σχέδιο του Θεού μας απαγορεύει να κρίνουμε οποιονδήποτε άνθρωπο. Εμείς ας κάνουμε ότι μπορούμε, ας βοηθήσουμε τους ανθρώπους μας κατά δύναμιν, και τα αλλά ας τα αφήσουμε στην αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού, η οποία όρια δεν έχει. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας δεν προδικάζει κανένα, αλλά προσφέρει την αγάπη της σε όλα της τα μέλη της.

“Ως απόδειξη της ωφελείας από τα μνημόσυνα αυτών που έχουν πεθάνει με βαριά αμαρτήματα ή έχουν κάποιο δεσμό”, αναφέρει ο Άγιος Νεκτάριος.

Ωφέλειες για τους ζωντανούς

Αλλά από τα μνημόσυνα έχουμε και άλλες ωφέλειες, που αναφέρονται σε αυτούς που παραμένουν στη ζωή.

Αναπτύσσεται η αγάπη μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων.

Η ωφέλεια συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική αρετή. Ενισχύεται πίστις στην πέραν του τάφου ζωή. Ενισχύεται ελπίδα στο έλεος του Θεού. Κηρύττει την διαρκή παρουσία του Χριστου στον κόσμο. Διδάσκει πώς ό άνθρωπος είναι ούρανοπολίτης. Μεταβαίνει από τη στρατευομένη Εκκλησία της γης, στη Θριαμβευουσα Εκκλησία του ουρανού. Ώ Χριστός εισακούει τις δεήσεις όλων και λυγίζει στις πρεσβείες των Αγίων και της Θεοτόκου.

Η ελπίδα της σωτηρίας των χριστιανών δεν χάνεται και μετά τον θάνατο. Παρέχεται συγχώρεση των αμαρτημάτων σε αυτους που γίνονται μνημόσυνα εισακούοντας ο φιλάνθρωπος Θεός τις δεήσεις της Εκκλησίας μας. Ή οριστική απόφασης του Θεού για την μέλλουσα αμοιβή η τιμωρία δεν εκδόθηκε ακόμη αυτή επιφυλάσσεται για την Δευτέρα και Φρικτή Παρουσία. Μέχρι τότε η Εκκλησιά μπορεί να αναπέμπει δεήσεις και ικεσίες για τα μέλη της. Όπως στη Στρατευομένη Εκκλησία αυτοί που βρίσκονται σε εκκλησιαστική τιμωρία για τις αμαρτίες που διέπραξαν, στερούνται τα Θεία μυστήρια, έτσι και στην Θριαμβεύουσα, αυτοί που πέθαναν με τις αμαρτίες είναι μακριά από τους αγίους και τους δικαίους.
Αναπτύσσεται η φιλαδελφία. Ανακουφίζονται οι ζώντες και θλιβόμενοι για τον θάνατο του προσφιλούς
των προσώπου. Διότι ο θάνατος είναι πικρός, δημιουργεί θλίψη αφόρητη. Χωρίζει απότομα προσφιλείς. Η προσευχή και το μνημόσυνο είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί τους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος επικοινωνίας με τα προσφιλή μας πρόσωπα. Γίνεται ανάμνηση του θανάτου. Ενθύμηση της ματαιότητας του κόσμου και των πραγμάτων αυτου. Παρακίνηση προς την αρετή και την ενάρετη Πολιτεία. Ενθάρρυνση για ευεργεσίες και αγαθοεργίες.

Έτσι, τονίζει ο ιερός Δαμασκηνός, «ο Θεός βούλεται ίνα υπ’ αλλήλων οι πάντες ευεργετούμεθα και ζώντες και μετά θάνατον», αφού προσφέρουμε Χριστόν «έσφαγιασμένον υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων εξιλεούμενοι υπέρ αυτών και ημών τον φιλάνθρωπον Θεόν», όπως τονίζει και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.

Σπουδαίο Δίδαγμα-προτροπή:

Αδελφοί μου,  αντί να περιμένουμε μετά θάνατον τις ευχές και τα μνημόσυνα άλλων για μας, δεν θα ήταν καλλίτερα να φροντίζουμε από τώρα για την αθάνατη ψυχή μας, έχοντας στην διάθεση μας όλα τα σωστικά μέσα της αγίας μας Εκκλησίας; Επειδή λοιπόν είναι τόσο αβέβαιη η ημέρα του θανάτου ας είμαστε πάντοτε έτοιμοι μήπως σήμερα “είμεθα εν τω βίω και αύριον εν τω μνημείω»….

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΣ

Πηγή: egolpion.com

Συνεχίστε την ανάγνωση

Θρησκευτική συνέπεια ή οντολογική εκκλησιαστική ζωή;

Του Αρχιμανδίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει στον Θεό Δημιουργό του και να μιλάει γι’ Αυτόν. Είναι μία ανάγκη αυθόρμητης αναφοράς σε κάτι πιο πάνω από τον ίδιο, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη απ’ αυτόν. Προσπαθεί κυρίως ο σημερινός άνθρωπος να είναι συνεπής σε ένα μεγάλο ποσοστό προς αυτήν την ιδεολογία του. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρακτικά πιέζει τον εαυτό του να μετέχει στην ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την μορφή εκπληρώσεως ορισμένων «υποχρεώσεων». Αρχ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ

Αυτή η μετοχή «στις θρησκευτικές υποχρεώσεις» τον κάμνει να καυχάται ότι είναι ιδεολογικώς εντάξει. Έτσι, θεωρεί τον εαυτόν του ως ορθόδοξο χριστιανό, ενταγμένο στον χώρο της Εκκλησίας. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας θρησκευτικός – θρησκόληπτος άνθρωπος. Ένας ιδεολογικά βεβαιωμένος για την αποδοχή του Θεού Δημιουργού και τυπικά συνεπής στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από την θρησκευτική ιδεολογία του.

Όμως, πρέπει να γνωρίζει αυτός ο θρησκευτικός άνθρωπος ότι καθετί που υπάρχει πέρα από τη δυνατότητα της σχέσεως, το άσχετο, είναι στην πραγματικότητα και ανύπαρκτο. Έστω και εάν η ανθρώπινη λογική πιστεύει το αντίθετο.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Μωυσής, όντας στο όρος Χωρήβ, ζητεί από τον Θεό να αποκαλυφθεί ο Ίδιος στον λαό Του, δηλώνοντας το Όνομά Του. Και ο Θεός αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξ. 3, 13-14).  Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, ο Μωυσής αναγγέλλει στον λαό ότι τον στέλνει ο «Ων», Αυτός δηλαδή, που υπάρχει ως Δημιουργός του σύμπαντος και του ανθρώπου. Βλέπουμε εδώ τον Θεό να παρουσιάζεται ως Θεός, έχων σχέση άμεση με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.

Στην Καινή Διαθήκη ολοκληρώνεται αυτή η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Φανερώνεται ως Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και το Πανάγιο Πνεύμα. Τώρα, λοιπόν, καλείται ο άνθρωπος να κοινωνήσει με τον Τριαδικό Θεό, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου, δηλαδή μέσω του μυστικού Του Σώματος που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική εκπλήρωση υποχρεώσεων, μια θρησκευτικότητα, για την οποία μπορεί ο άνθρωπος να καυχάται, αλλά ανάγκη ζωής που συνοδεύεται από πραγματική μετάνοια, συνεχή προσευχή, μετοχή στη μυστηριακή ζωή (εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία) και συνεχή αγώνα κατά των παθών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την πνευματική ζωή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στη βιωματική σχέση με τον Θεό, στη θέωση. Σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα, η οποία τελικά ωθεί τον άνθρωπο στην απομόνωση ενός εγωκεντρισμού με περικάλυμμα μια τυπολατρική «επαφή» με το θείο. Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Εφεσ. 4, 4, μας λέγει ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι η πατρική μας οικία, μέσα στην οποία γινόμαστε ένα σώμα και ένα πνεύμα με τους συνοικούντες και τον οικοδεσπότη: «Οίκος εστίν η Εκκλησία πατρικός, εν σώμα και εν πνεύμα» (PG 62, 87). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον 132  Ψαλμό και ειδικότερα τον στίχο «ως δρόσος  Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών», τονίζει ότι η χάρις του Τριαδικού Θεού, ως νοητή δρόσος κατέρχεται στο Σώμα της Εκκλησίας και λαμβάνεται από τα μέλη της, σώζουσα αυτά: «Ώσπερ γαρ η δρόσος η επί τον Αερμών κατιούσα όρος […] ούτως και η νοητή δρόσος, αοράτως κατιούσα επί τα όρη Σιών [ενν. την Εκκλησία], ένθα η συνέλευσις των πανταχόθεν αδελφών εγίγνετο, την ανάλογον ταις ψυχαίς αυτών περιεποίει ωφέλειαν» (PG 30, 11631-37). 

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ως το άρωμα της μυστικής πείρας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της πνευματικότητος, έξω από κάθε θρησκευτικότητα, είναι εκείνη που βοηθεί στο να γίνει βίωμα το σωτηριολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για πνευματικότητα, εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό και γνήσιο Χριστιανισμό, τη βίωση των εντολών του Θεού, την πατερική – εκκλησιαστική ζωή.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι η απλή θρησκευτικότητα – θρησκοληψία δεν ενώνει το πλάσμα με τον Δημιουργό του Θεό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να το σώσει. Μόνον η Ορθόδοξος πνευματικότητα, με την έννοια που προαναφέραμε, οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία τον άνθρωπο.

* Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις   7/2/2016

Συνεχίστε την ανάγνωση

Θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την μεγάλη σύνοδο.

 ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

“ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ”

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016
   Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
   Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
   Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
   Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
   Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
   Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
   Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
   Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
   Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία… εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα… δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
   Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.    Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συνο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
   Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
   Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
   Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
   Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι

http://aktines.blogspot.gr/2016/02/e_7.html

Συνεχίστε την ανάγνωση