Τα μνημόσυνα και η ωφέλειά τους

Μία αρχαία και σταθερή παράδοσις της Εκκλησίας μας είναι η δέησις για τους νεκρούς. Η διήγησις του Ιερού Ευαγγελίου για την Θεία και φρικτή Μεταμόρφωση του Κυρίου παρουσιάζοντας μας τον Μωυσή και τον Ηλία, καθώς και η παραβολή του Λαζάρου και του πλουσίου, μας δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διαθέτουν τέλεια συνείδηση.

03 psixosabbatoΗ ζωή περνώντας από τον θάνατο συνεχίζεται. Αυτοί που φεύγουν διατηρούν την πνευματική τους επικοινωνία με τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται στη δια μέσου της κοινής αγάπης στο Χριστό. Αυτή η αγάπη συνδέει σε ένα σύνολο τους πιστους. τους συνδέει διότι η Εκκλησία είναι μία και έχει κεφαλή της το Χριστό. Σώμα της Εκκλησίας είμαστε εμείς που πιστεύουμε και ξεχωριστά κάθε ένα μέλος του σώματος αυτου.

   Ο Θάνατος μόνον αισθητά αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ εκείνων που πέθαναν και εκείνων που ζουν. «Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε, ανήκουμε στον Κύριο».

Η Εκκλησία διαιρείται σε Θριαμβεύουσα και Στρατευομένη (Ρωμ. 14,7-8)

Στην Θριαμβεύουσα ανήκουν εκείνοι που τελείωσαν νικηφόρα τον αγώνα τους στην επίγεια ζωή και αναμένουν τον στέφανο της δικαιοσύνης «εν εκείνη τη ημέρα».

Στην Στρατευομένη ανήκουν εκείνοι που ακόμη αγωνίζονται εναντίον της αμαρτίας για να φθάσουν στην τελείωση. Τα μέλη της Θριαμβεύουσας και της Στρατευομένης Εκκλησίας έχουν μία άρρηκτη σχέση μεταξύ τους.

Όσοι βρίσκονται στον ουρανό δεν αδιαφορούν για εκείνους που βρίσκονται ακόμη στην παρούσα ζωή. «Ο επίγειος Θάνατος, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταστρέφει την σχέση του πιστου με την Εκκλησία. Δεν τον ξεχωρίζει από τα άλλα εν Χριστώ  συμμέλη του».

Άλλωστε η αγάπη είναι αιωνία όπως και οι ψυχές. Από τις πολλές μαρτυρίες που υπάρχουν στην Αγία Γραφή, αλλά και προπαντώς στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία και Παράδοση, πληροφορούμαστε ότι υπάρχει αμοιβαία πνευματική επικοινωνία και συμπαράσταση με την αγάπη και την προσευχή υπέρ αλλήλων μεταξύ των μελών της ουράνιας και επίγειας Εκκλησίας, διότι όλοι μαζί αποτελούμε «μία κοινωνία αγίων». Όσοι εξήλθαν και όσοι ζούμε ακόμα στον Κόσμο αυτό βρισκόμαστε σε μυστική και υπερφυσική κοινωνία ζωής, προσευχής και αδελφικής αγάπης μεταξύ μας. Με τον δεσμό αυτό οι μεν βοηθούν τους δε. Έτσι όρισε η αγάπη του Θεού, θέλοντας ο ένας να σωθεί με την βοήθεια του άλλου.

Πάνω στη σχέση αυτή βασίζονται τα μνημόσυνα της Εκκλησίας μας, η οποία ανέκαθεν τα επιτελούσε και προσευχόταν για τους κεκοιμημένους. Αν δεν ωφελούσαν, δεν θα τα επιτελούσε και δεν θα εδέετο για τους κεκοιμημένους.

Μαρτυρίες περί των ιερών Μνημοσύνων 

Α. Από την Αγία Γραφή:

1. Από την Παλαιά Διαθήκη

Την πρώτη αναφορά την έχουμε στο βιβλίο του Νεεμία, όπου οι Ισραηλίτες παρακάλεσαν τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες των προκεκοιμημένων Πατέρων τους.«Την εικοστή τέταρτη μέρα του ιδίου μήνα, άρχισαν οι Ισραηλίτες νηστεία. Φορούσαν πένθιμα ρούχα και έριχναν χώμα στο κεφάλι τους. Αυτοί είχαν χωρισθεί από όλους τους μη Ιουδαίους που υπήρχαν στην περιοχή τους και είχαν συγκεντρωθεί για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Επί τρεις ώρες στέκονταν όρθιοι και άκουγαν την ανάγνωση από το βιβλίο του νόμου του Κυρίου του Θεού τους για να του ζητήσουν συγχώρεση» (Νεεμίας 9,1-5)

   Στο βιβλίο Β’ Μακκαβαίων 12,36-45 αναφέρεται το εξής περιστατικό: Σε μια μάχη του Ιούδα με το Γοργία φάνηκε νικητής ο Ιούδας, πλην όμως είχε και νεκρούς. Μετά την μάχη «την επόμενη μέρα ήρθαν επειγόντως οι άνδρες του Ιούδα να μεταφέρουν τα πτώματα των σκοτωμένων και να τα θάψουν μαζί με τους συγγενείς τους στους τάφους των προγονών τους. Κάτω όμως από τα ρούχα του κάθε νεκρού βρέθηκαν μικρά ειδώλια των Θεών της Ιάμνειας, πράγμα που απαγορεύεται αυστηρά από τον Ιουδαϊκό νόμο. Έτσι έγινε σε όλους φανερό ότι αυτοί σκοτώθηκαν εξ αιτίας αυτών των αντικειμένων… Ο γενναίος Ιούδας κάλεσε τον λαό να μην αμαρτήσουν πλέον… κατόπιν συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άνδρα και έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτηςει μία θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας αυτής. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών. Διότι αν δεν πίστευε ότι πρόκειται να αναστηθούν και αυτοί, θα ήταν περιττό και ανόητο να προσεύχεται γι’ αυτούς. Έτσι έκαναν την θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι να απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει».

2. Από την Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη αναφέρει ο Απόστολος Παύλος για τον Ονήσιμο που είναι ήδη νεκρός, στην Β’ προς Τιμόθεον επιστολή: «Είθε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να δώσει να βρει έλεος από τον Κύριο και Πατέρα την ημέρα εκείνη τις Δευτέρας Παρουσίας» (Β’ Τιμ. 1,18).

Υπάρχουν λοιπόν σαφή χωρία της Αγίας Γραφής που αναφέρονται στην προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων.

Γι’ αυτό και τα μνημόσυνα συναντώνται από τους πρώτους αιώνες στη ζωή της Εκκλησίας μας. Και τούτο, διότι, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, ζωντανοί και νεκροί είμαστε «σώμα Χριστου και μέλη εκ μέρους» (Α’ Κορ. 12,27). Αυτά από το χώρο της Αγίας Γραφής.

Β. Από την Ιερά Παράδοση 

Ι. Πατέρες της Εκκλησίας 

Πλούσιες όμως είναι οι πληροφορίες που έχουμε από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας.
1. Οι Αποστολικές Διαταγές, ένα από τα αρχαιότερα βιβλία της Εκκλησίας μας, διδάσκουν ότι πρέπει να τελούνται για τους νεκρούς τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά και ενιαύσια μνημόσυνα.

2. Ο Τερτυλλιανός, το 200 μ.Χ., ένας από τους αρχαιότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μνημονεύει συνέχεια των Λειτουργιών που εγένοντο υπέρ των κεκοιμημένων και ιδιαιτέρως στο βιβλίο του “Περί στεφάνου”.

3. Ο ιερομάρτυς Κυπριανός, το 250 μ.Χ., σε μία του επιστολή μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί θεωρούσαν βασικό τους καθήκον να προσφέρουν για τους κεκοιμημένους θυσίες και προσευχές.

4. Ο Ιστορικός Ευσέβιος περιγράφοντας την μεγαλοπρεπή κηδεία του Μ. Κωνσταντίνου στο ναό των Αγ. Αποστόλων, αναφέρει ότι το σκήνος της μακαρίας ψυχής ήτο «συναγελαζόμενον τω του Θεού λαώ, θεσμών τε θείων και μυστικής λειτουργίας αξιούμενον».

5. Ο αγ. Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-337 μ.Χ.), τελούσε καθημερινά Θεία Λειτουργία για τον Ουλεντιανό, τον Θεοδόσιο και τον Σατύρο.

6. Ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) αφού εκθέτει την κηδεία της μητέρας του, αναφέρει ότι ενώ το σώμα της ευρίσκετο ακόμη στον τάφο προσφερόταν «κατά το ειωθός ή θυσία της ημετέρας απολυτρώσεως». Διότι, καθώς σημειώνει ο ίδιος παρακάτω, η ίδια η μητέρα του δεν θεωρούσε τίποτε άλλο τόσο σπουδαίο πράγμα, όσο το να αναφέρεται το όνομα της την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Επίσης έγραψε ολόκληρο βιβλίο υπέρ των κεκοιμημένων με τον τίτλο «De curra pro mortuis».

7. Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων «μνημονεύομεν και των κεκοιμημένων, πρώτον Πατριαρχών, Αποστόλων, Προφητών, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ευχαίς αυτών και πρεσβείαις προσδέξηται ημών την δέησιν».

8. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έχει κάνει ολόκληρη πραγματεία με τίτλο «Υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων».

9. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά: «Δεν νομοθετηθήκαν αυτά τυχαία από τους θείους Αποστόλους, το να θυμούμαστε δηλαδή αυτους που έφυγαν από τη ζωή αυτή κατά την διάρκεια των φρικτών μυστηρίων, γνωρίζουν ότι από αυτό προκύπτει πολύ κέρδος, μεγάλη ωφέλεια» (ΕΠΕ 21,440).

10. Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιάκωβος, το 1520 μ.Χ., όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο, παρήγγειλε στους μαθητές του, να του κάνουν τα μνημόσυνα κατά την τάξη της Εκκλησίας.

11. Και για να αναφερθούμε στον άγιο του αιώνα μας, τον Άγιο Νεκτάριο, έχει γράψει ολόκληρη πραγματεία με θέμα: «Περί αθανασίας της ψυχής και περί Ιερών μνημοσύνων», όπου με πλήθος πατερικών χωρίων και περιστατικών από τους βίους των αγίων της Εκκλησίας μας, αποδεικνύει την ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

ΙΙ. Από τις Θείες Λειτουργίες

Σε όλες τις θείες Λειτουργίες αναφέρονται ευχές για τους κεκοιμημένους.

Στην αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου αναφέρεται για τους κεκοιμημένους η εξής ευχή: «Και τούτων (για τους όποιους πρόσφερε ο ιερεύς την Θεία Λειτουργία κι προσευχήθηκε) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων σου σκηναίς… Αυτάς μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας ουρανών αξίωσον». 

Στην Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου μετά την ανάμνηση των Αποστολών, Προφητών, κ.λ.π. αναφέρονται τα εξής:«Μνήσθητι Κύριε, ο Θεός τών πνευμάτων και πάσης σαρκός, ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν ορθοδόξων, εκεί αυτους ανάπαυσον… Δος γενέσθαι την προσφοράν ημων ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην έν Πνεύματι άγίω, εις έξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και’ των του λαού άγνοημάτων και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών».

Στην Θεία Λειτουργία του αγίου Κλήμεντος, μαθητού του αποστόλου Πέτρου αναφέρεται: «Έτι δεόμεθά σου Κύριε, και υπέρ της αγίας σου Εκκλησίας της από περάτων έως Περάτων… και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα» (ο Διάκονος προτρέπει τον λαό να δεηθή μαζί με τους ιερείς «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»).

Επίσης στις Θείες Λειτουργίες του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου γίνεται λόγος για τους κεκοιμημένους: «…μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». 

ΙΙΙ. Τα Δίπτυχα τις Εκκλησίας

Οι προσευχές για τους κεκοιμημένους είναι Αποστολική Παράδοσις και φαίνεται από τα Δίπτυχα της Εκκλησίας.

Τι είναι τα Δίπτυχα;

Είναι δύο σανίδια ενωμένα μεταξύ τους, όπως οι πλάκες που είχε ο Μωυσής στις οποίες ήταν γραμμένος ο Δεκάλογος. Στα Δίπτυχα ήταν γραμμένα τα ονόματα των Ορθοδόξων. Σύμφωνα με την απόφαση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και δη μετά το «Άξιων έστιν» ή το «Επί σοι χαίρει Κεχαριτωμένη…» ο Διάκονος μνημόνευε τα ονόματα τα οποία ήταν γραμμένα στα Δίπτυχα. Αυτή η τάξις και σήμερα τηρείται στο Άγιο Όρος.

Τα Δίπτυχα ήσαν τριών ειδών: Δίπτυχα αγίων, Δίπτυχα των ζώντων και Δίπτυχα των κεκοιμημένων.

Τα δίπτυχα των αγίων υπάρχουν από την εποχή του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Τα Δίπτυχα των κεκοιμημένων είναι και αυτά αρχαιότατα και αναφέρονται στην Θ. Λειτουργία του ευαγγελιστού Μάρκου.

Στα Δίπτυχα των ζώντων ήσαν γραμμένοι οι Αρχιερείς και οι αυτοκράτορες και όσοι ήταν στα αξιώματα και στις εξουσίες, και προ πάντων όσοι βοήθησαν στην Εκκλησία εκείνη, και γενικά όλος ο λαός. Αυτά τα δίπτυχα εφυλάσσοντο με μεγάλη ακρίβεια στο Ιερό από τους ιερουργούντες. Η ακρίβεια αυτή της διαφυλάξεως των Διπτύχων οφείλετο στο ότι από εδώ φαίνεται ότι έπρεπε οι άγιοι της Εκκλησίας να δοξάζονται ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να καταδικάζονται οι αιρετικοί ως αποστάται, και να μνημονεύωνται «οι εν πίστει τελειωθέντες, ων ο Κύριος γινώσκει τα ονόματα».

Τις ευχές υπέρ των κεκοιμημένων και τις δεήσεις και συνεπώς τα μνημόσυνα, τα υποστηρίζει ή αδιαφιλονίκητη Αποστολική παράδοσις, από την οποία παραλάβαμε να ευχόμαστε στην Προσκομιδή των Τιμίων Δώρων υπέρ των κεκοιμημένων και να τοποθετούμε τις μερίδες τους ενώπιον του Αγίου Άρτου, κοντά στις μερίδες των ζώντων και κατόπιν μερίδες ζώντων και κεκοιμημένων να τοποθετούνται στο Άγιο Ποτήριο, όπου το Πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού θα επισπάση τον αγιασμό και την απολύτρωση, ενώ ο ιερεύς λέγει «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αιματί σου τω Αγίω• πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των αγίων. Αμήν».

ΙV. Οι Ομολογίες Πίστεως (16ος-17ος αιων.)

1.Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας(1589-1639)

Στην Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας αναφέρονται τα εξής που αφορούν κυρίως το θέμα μας:

«Επενόησε η Εκκλησία του Χριστού να προσφέρει ευχές και ικεσίες για τους κεκοιμημένους, ώστε με τις προσευχές αυτές που αναπέμπει στον Θεό ή να απαλλάξουν τελείως από τα δεινά που τους κατέχουν, η να βρουν κάποια άνεση και παρηγοριά στην φυλακή που βρίσκονται οι ψυχές τους. «Ευχόμεθα, λέγει, ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την πρώτη ημέρα, την τρίτη, την ενάτη, την εικοστή, την τεσσαρακοστή, κατόπιν μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά ένα χρόνο• και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς κείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τους νεκρούς που κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά που προσφέρεται η θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

2. Ομολογία Πέτρου Μογίλα, Πατριάρχου Μόσχας(1596-1646)

Αναφέρονται τα εξής στην Ομολογία αυτή: «Μεταμελείας και ευεργεσίας καιρός ουκ εστί μετά την ενθένδε αποβιώσαν• από τα οποία λόγια γίνεται φανερών, πώς υστέρα από τον θάνατον• η ψυχή δεν μπορεί να ελευθερωθεί ή να μετανοήσει και να κάμει τίποτες έργων οπου να λυτρωθεί από των δεσμών του Άδου• μόνον αι Θείε Λειτουγίαι, αι προσευχαί και έλεημοσύναι όπου γίνονται δι’ αυτήν από τους ζώντας, εκείνα την ώφελούσι πολλότατα και από τα δεσμά του Άδου την ελευθερούσιν». 

Ερμηνεύοντας το χωρίο Λουκά. 12,5• «Φοβήθητε τον εξουσίαν έχοντα βαλείν εις την γεννάν» γράφει• «Ουκ είπε τον μετά το αποκτείναι βάλλοντα εις την γεννάν, αλλά εξουσίαν έχοντα βαλείν (δηλαδή, δεν είπε μετά τον θάνατο να την βάλη στη γέεννα, αλλά ότι μπορεί να την βάλη)• διότι δεν βιάζονται στη γέεννα οπωσδήποτε οι αμαρτωλοί που πεθαίνουν, αλλά αυτό βρίσκεται στην εξουσία του Θεού• ώστε και η συγχώρεσης βρίσκεται και αυτή στην εξουσία του Θεού. Και αυτό το λέω για τις προσφορές και τις ελεημοσύνες που γίνονται για τους κεκοιμημενους, οι οποίες ωφελούν πολύ και αυτούς ακόμη που πέθαναν μέσα σε βαρεία αμαρτήματα. Διότι μετά τον Θάνατο δεν τις βάζει στην γέεννα τις ψυχές, αλλά έχει την εξουσία να τις βάλλει στη γέεννα. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν εμείς να παρακαλούμε αυτόν που έχει την εξουσία να βάλη τις ψυχές στη γέεννα, αλλά δε χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία, αλλά και μπορεί να συγχωρήσει».

3.Ομολογία Δοσθέου Νοταρά, Πατριάρχου Iεροσολύμων(1641-1707)

Το έτος 1672 έγινε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος όπου συζητήθηκε και το Θέμα των μνημοσύνων. Από εδώ μπορούμε να αντιληφθούμε και το μέγεθος του ζητήματος, ότι δηλαδή δεν είναι μία απλή παρένθεσης μέσα στα Θέματα της πίστεως, όταν μία Τοπική Σύνοδος αναγκάζεται να λαβή θέση επ’ αυτού. Στην Ομολογία λοιπόν του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, στο 18ο όρο αναφέρονται τα εξής: «Πιστεύουμε ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων ευρίσκονται ή σε άνεση ή σε οδύνη, ανάλογα με τα έργα τα οποία έκανε καθένας…» … « Ελευθερούσθαι δε δια της άκρας αγαθότατος δια της δεήσεως των Ιερέων, δια ευποιών, δια των απηχουμένων ένεκα οι έκαστου συγγενείς επιτελούσι, μεγάλα μάλιστα δυναμένης της αναίμακτου Θυσίας, ιδίως υπέρ των κεκοιμημένων συγγενών έκαστος και κοινώς υπέρ πάντων η Καθολική και Αποστολική οσημέραι ποιεί Εκκλησία». Εννοείται βεβαία ότι δεν γνωρίζουμε τον χρόνο της απαλλαγής. Και συμπληρώνει: «Ότι γαρ γίνεται ελευθερία των τούτων από των δεινών και προ της κοινής αναστάσεώς τε και κρίσεως είδαμεν και πιστεύομεν, πότε δε αγνοούμεν». Με απλά λόγια• «Το ότι αυτοί – ελευθερώνονται από τα δεσμά τους και πριν από την κοινή ανάσταση και κρίσι, το γνωρίζουμε και το Πιστεύουμε, πότε όμως το αγνοούμε.

V. Οι βίοι των αγίων

Aπό τους βίους των αγίων πληροφορούμαστε την ωφέλεια  που προκύπτει από τα μνημόσυνα.

Στον βίο του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου αναφέρεται το εξής περιστατικό: “Περπατώντας κάποια μέρα στην έρημο συνάντησε να κρανίο. Το σκούντησε με το ραβδί του και ρώτησε. Ποιος είσαι εσύ; Και απάντησε το κρανίο λέγοντας ότι εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδώλων και των ειδωλολατρών που έμεναν στον τόπο αυτό. Εσύ είσαι ο Μακάριος ο πνευματικός; Να γνωρίζεις ότι την ώρα που θα σπλαχνισθείς αυτούς που βρίσκονται στην κόλαση και προσευχηθείς γι’ αυτούς, ελευθερώνονται λίγο και βρίσκουν κάποια ανακούφιση”.

Αναφέρεται και στον βίο της Αγίας Θέκλας το εξής: Όταν την συνέλαβε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος για να μαρτυρήσει, πριν από το μαρτύριο την παρέδωσε στην πλούσια και ευμενέστατη Τρύφαινα για να την φυλάει μέχρις ότου έλθη η ώρα της θηριομαχίας. Ή θυγατέρα της Τρύφαινας είχε αποθάνει πριν από λίγες μέρες.
Παρουσιάσθηκε στην μητέρα της και της είπε: «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την αντ’ έμού θυγατέρα σου, διότι είναι δούλη του Θεού, και δύναται να κάνη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος στον τόπο των Δικαίων». Μόλις ξύπνησε η Τρύφαινα, είπε στην αγία: «Τέκνον μου, δεύτερον σε παρακαλώ, κάμε μου την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου του Χριστού σου, να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιων, ότι μου εζήτησε δι’ οράματος».
Τότε η αγία αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και προσευχήθηκε είπε: «Κύριέ μου, Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου, της δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις ζωήν την αιώνιον, κατά το θέλημά Σου το Άγιον» 
(βλ. Συναξ. 24ης Σεπτεμβρίου).

Αναφέρεται για τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο ότι με την προσευχή του έσωσε τον αυτοκράτορα Τραϊανό, πλην όμως άκουσε φωνή από τον Θεό που έλεγε: «της ευχής σου ήκουσα και συγγνώμην Τραϊανώ δίδωμι». Εσύ όμως στο εξής να μην προσεύχεσαι για τους ασεβείς.

Η βασίλισσα Θεοδώρα πάλι με τις ευχές των Ιερέων ελευθέρωσε τον σύζυγό της αυτοκράτορα Θεόφιλο από τα δεσμά της κολάσεως.

Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται στους βίους των οσίων και θεοφόρων Πατέρων που με τις προσευχές και τις δεήσεις βοήθησαν πολλούς. Και ακόμη περισσότερα μπορούν να λεχθούν και να γραφούν από τους σημερινούς λειτουργούς του Υψίστου, που με τις Λειτουργίες μπορούν και βοηθούν ψυχές κεκοιμημένων χριστιανών.

 Πότε όμως πρέπει να τελούνται τα μνημόσυνα;

Οι Αποστολικές Διαταγές μας αναφέρουν ότι πρέπει να τελούμε μνημόσυνα την 3η μέρα, την 9η, την 40ή, και στο χρόνο.

Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναφέρει ότι τελούνται την τρίτη ημέρα εις ανάμνηση της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου. Την 9η ημέρα εις τύπων των αγγελικών δυνάμεων. Την 40ήν σύμφωνα με τον παλαιών τύπων, διότι και οι Ιουδαίοι όταν απέθανεν ο Μωυσής τον πένθησαν για σαράντα μέρες.

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης στα τριήμερα και στα εννιάμερα βλέπει άλλο συμβολισμό: «Τα τρίτα τελούνται υπέρ του κεκοιμημένου, διότι ο άνθρωπος δια της Αγίας Τριάδος έλαβε το είναι και διότι μεταστάς θέλει αλλοιωθεί και θέλει φανεί εις το αρχαίoν καλλώπισμα, εις το οποίον ήτο προ της παραβάσεως ή και εις καλλίτερoν ίσως. Τα ένατα δια να συνταχθή το πνεύμα του ως άυλον, και της ιδίας φύσεως μετά των αγγέλων… Τα δε τεσσαράκοντα δια την του Σωτήρος Ανάληψιν, ήτις έγινε μετά την Ανάστασιν μετά τον αριθμόν αυτόν των ημερών, δια να αναληφθή και αυτός τότε, όταν αναστηθή… και διά να προϋπάντηση τον Κριτήν…»

Στην Ομολογία Μητροφάνους του Κριτοπούλου αναφέρεται, όπως είπαμε παραπάνω:

«Ευχόμεθα ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την Πρώτη ημέρα, την Τρίτη, την Ενάτη, την Εικοστή, την Τεσσαρακοστή, κατόπι μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά ένα χρόνο και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς εκείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τους νεκρούς που κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά που προσφέρεται η Θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

Εκτός από αυτά όμως η Εκκλησία μας έχει και δυο Ψυχοσάββατα στα οποία μνημονεύονται όλοι οι χριστιανοί από αρχής του κόσμου μέχρις εσχάτων.

Το πρώτο Ψυχοσάββατο το όρισαν οι Πατέρες την Κυριακή προ της Κρίσεως (Απόκρεω). Αυτή τη μέρα η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα για τα παιδιά της που πέθαναν σε ξένη γη, είτε στη Θάλασσα, είτε στην έρημο, γι’ αυτούς δεν έχουν γίνει κανονικά μνημόσυνα και έχουν στερηθεί την ωφελεία τους. Οι Θείοι Πατέρες κινούμενοι από φιλανθρωπία όρισαν να τελούνται μνημόσυνα όπερα όλων «των κεκοιμημένων», για να συμπεριλαμβάνονται και εκείνοι που δεν τους έγιναν ειδικά μνημόσυνα.

Για ποιο λόγω όμως διάλεξαν οι Πατέρες αυτό το Σάββατο; Επειδή θα τοποθετούσαν την επόμενη μέρα τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ταιριαστά μνημονεύουν και τις ψυχές, για να παρακαλέσουν τον φοβερό Κριτή να χρησιμοποίηση τη συνηθισμένη του συμπάθεια και να τις κατάταξη στην απόλαυση που τους υποσχέθηκε.

Το δεύτερο Ψυχοσάββατο το τελεί η Εκκλησία μας εννέα μέρες μετά την Ανάληψη του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, δηλαδή το Σάββατο προ της Πεντηκοστής.

Στο μνημόσυνο αυτό η Εκκλησία μας μνημονεύει όλους τους ευσεβείς κοιμηθέντες από Αδάμ μέχρι σήμερα. Προσεύχεται γι’ αυτούς και ζητά από το Χριστό, που αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός, να τους αξίωση την ώρα της Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία σ’ Αυτόν που Θα κρίνει όλη τη γη. Να παρασταθούν στα δεξιά Του, στη χαρά, με το μέρος των δικαίων και στην φωτεινή τάξη των αγίων. Να γίνουν άξιοι κληρονόμοι της Βασιλείας και δεν εύχεται μόνο για τους Χριστιανούς, διότι δεν ήταν κανένας χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό μπορεί να δη κανείς την αγάπη της Εκκλησίας μας για όλο το ανθρώπινο γένος.

Τα Υλικά:

Τα πιο αναγκαία για την τέλεση ενός μνημόσυνου είναι:

Η προσφορά άρτου (το Πρόσφορον), ο Οίνος, το Θυμίαμα, το Έλαιον (λάδι) και το Κερί, τα οποία πάντοτε προσέφεραν οι πιστοί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

Και όλα αυτά διότι η υπόθεσης του μνημόσυνου είναι στενά συνδεδεμένη με τη Θεία Λειτουργία. Η υπόθεσης του μνημόσυνου δεν είναι μόνον υπόθεσης ανθρώπων, αλλά κυρίως του Χριστού. Από εκεί θα ζητηήσουμε βοήθεια, και αυτή την βοήθεια μπορεί να την προσφέρει μόνον η Θεία Λειτουργία. Τα άλλα πρέπει να γίνονται, αλλά δεν είναι μνημόσυνα, είναι απλώς ένα Τρισάγιο, μία προσευχή υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του προσφιλούς μας νεκρού.

Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία την προσφορά, τον οίνον και κατάλογο των ονομάτων για τα οποία προσφέρονται τα δώρα αυτά.

Στη μνημόνευση αυτή ιδιαίτερα επιμένει ο Συμεών Θεσσαλονίκης τονίζοντας την μεγάλη ωφελεία που αποκομίζει η ψυχή από την τέλεση τις Θείας Λειτουργίας.

«Την τρίτη ημέρα», σημειώνει ο Συμεών Θεσσαλονίκης, από την κοίμηση του ανθρώπου «γίνονται τα λεγόμενα τρίτα, προσφέρομε εις τον Θεόν εκ σπερμάτων σίτου και εκ διαφόρων άλλων καρπών. Τι δε δηλουσών οι καρποί; δηλουσών ότι και ο άνθρωπος σπέρμα είναι και ως καρπός εκ της γης και ότι καταβαλλόμενος εις την ζην τώρα, ως σίτος παλιών με την δύναμιν του Θεού θέλει εξαναστηθεί, και αφού τρόπον τινά αναβλαστήσει εν τω μέλλοντι, τότε τέλειος και ζων θέλει προσεχθεί εις τον Χριστόν, επειδή, καθώς ο παρών καρπός θάπτεται μεν εις την ζην, βλαστάνει δε μετά ταύτα και τελεσφορεί, και αναδίδει πλούσιον τον καρπόν, με τον αυτόν τρόπον και ο άνθρωπος, διδόμενος τώρα εις την γην ένεκα του θανάτου, θέλει αναστηθεί πάλιν. Λέγει τούτο και ο Παύλος δηλών με το παράδειγμα των σπερμάτων την Ανάσταση».

Αυτά αναφέρει σχετικά με τα κόλλυβα και το υλικό που χρησιμοποιείται, αλλά και το συμβολισμό του ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Η παράδοσις αυτή των κολύβων συναντάται από τα μέσα του 4ου αιώνος. Μέχρι τότε προσέφερε, κατά τα ιερά μνημόσυνα, ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι. Εκείνοι που εδέχοντο αυτή την προσφορά ηύχοντο το «μακαρία ή μνήμη αυτού». Γι’ αυτό και ελέγοντο «μακαριαί». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά αρτίδια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τους συγγενείς του κοιμηθέντος.

Αντί Μνημοσύνου:

Υπάρχουν μερικοί που αντί μνημοσύνου κάνουν κάποια δωρεά εις μνήμην του αποθανόντος, «αντί μνημοσύνου». Άλλο όμως το μνημόσυνο και άλλο η ελεημοσύνη που μπορεί να κάνει κάποιος. Τίποτε, καμιά ελεημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Θεία Λειτουργία, όπου προσφέρεται «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία το πρόσφορο και το νάμα, που μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.

Από αυτό το πρόσφορο θα βγει και ή μερίδα του κεκοιμημένου, που τοποθετείται πάνω στο Δισκάριο, δίπλα στις μερίδες των αγίων και των Δικαίων της Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται και όλη η Εκκλησία, η Στρατευομένη και η Θριαμβεύουσα.

«Είναι μεγάλη τιμή, τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, να αναφερθεί και το όνομα του δικού μας εκεί που βρίσκεται ο Χριστός και ολόκληρη η Εκκλησία. Διότι πρόσεχε. Αναγγέλλεται τότε το φρικτό Μυστήριο, ότι ο Θεός έδωσε τον Εαυτό του για τη σωτηρία της οικουμένης…»

Επομένως η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη βοήθεια που μπορεί να δοθεί σε έναν που έχει αναχωρήσει από τη ζωή αυτή, είναι αυτή που προσφέρεται με την μνημόνευση του ονόματος του στη Θεία Λειτουργία.
Αυτό που δεν μπορούν να το κάνουν τα αγαθά που δίνονται στους φτωχούς, αυτό μπορεί να το κάνη η προσευχή ενός δικαίου. Πόσο περισσότερο η Θεία Λειτουργία!

Ωφελούν τα μνημόσυνα;

Κοινή είναι η μαρτυρία των Πατέρων της Εκκλησιάς αλλά και της ιδίας της Εκκλησίας από την πείρα των λειτουργών της ότι μεγάλη είναι η ωφελεία που προκύπτει από αυτά.

Ας δούμε όμως τι λένε οι μεγάλοι Πατέρες για την ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Αναφέρει ο Ιερός Δαμασκηνός ότι ο Θεός θέλει πολύ να ευεργετούμεθα όλοι από όλους και ζώντες και μετά Θάνατον.

Τους λόγους του Κυρίου και την φιλάνθρωπη βουλή Του έχουν υπ’οψιν τους οι θειοι Πατέρες όταν ομιλούν για τα μνημόσυνα και την ωφέλεια που προέρχεται από αυτά. Και όπως δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να θέσουμε όρια στην αγάπη του Θεού, στην αγάπη αυτή του Θεού βασιζόμαστε και στην ωφέλεια που προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Μεγάλη σημασία δίνει ο ιερός Χρυσόστομος στην προσφορά της αναίμακτης Θυσίας που γίνεται υπέρ των κεκοιμημένων.

Αναφέρει σχετικά: «Δεν γίνονται άσκοπα οι προσφορές για τους απελθόντες, ούτε οι ελεημοσύνες. Όλα αυτά έχει προστάζει το Άγιο Πνεύμα, διότι θέλει να ωφελούμαστε ο ένας από τον άλλον. Ωφελείται εκείνος από εσένα και εσύ από εκείνον… Να μην αμφιβάλλεις ότι ο νεκρός θα κερδίσει κάποια ωφέλεια…».

Στη συνέχεια παρουσιάζει μεγάλη τιμή τη μνημόνευση του ονόματος κατά την Θεία Λειτουργία.

«Διότι όπως όταν εορτάζονται τα επινίκια των βασιλέων, τότε εγκωμιάζονται όσοι βοήθησαν στη νίκη, και όσοι βρίσκονται στις φυλακές απελευθερώνονται για την περίσταση αυτή. Όταν όμως περάσει ο καιρός αυτός, όποιος δεν πήρε χάρη, δεν την παίρνει πλέον. Έτσι και εδώ, κατά την προσφορά της Θυσίας αυτός είναι ο Καιρός για τα επινίκια».

«Δεν νομοθετήθηκαν από τους αγίους Αποστόλους χωρίς λόγω οι ευχές για τους απελθόντες κατά την διάρκεια της προσφοράς του φρικτού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας. Γνώριζαν ότι προκύπτει μεγάλο κέρδος και πολύ ωφέλεια γι’ αυτούς. Όταν ένας ολόκληρος λαός υψώνει τα χέρια του σε προσευχή και μαζί με όλο το Ιερατείο προσφέρουν τη φρικτή θυσία, πως να μην πετύχουμε με τις ικεσίες μας την θεϊκή ευσπλαχνία;  Αλλά αυτό αφορά τους απελθόντας πιστούς».

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης ακολουθώντας την αποστολική παράδοση γράφει:

«Κανένα άλλον δεν είναι τόσον ωφελίμων εις τον κεκοιμημένον, μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο το οποίον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσίαν, και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο το οποίον θυσιάζεται επάνω εις το άγιον θυσιαστήριον».

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης «επωφελές και θεάρεστον» χαρακτηρίζει το να μνημονεύεται κάποιος την ώρα της τελέσεως της θείας Λειτουργίας.

Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων χαρακτηρίζει «μεγίστην την όνησιν», πάρα πολλή μεγάλη την ωφέλεια που Προέρχεται από την προσευχή αυτή.

Και ο Άγιος Αθανάσιος αναφωνεί: «Και αν ακόμη στον αέρα πεθάνει ο ευσεβής, μη διστάσεις να προσφέρεις γι’ αυτόν λάδι και κερί. Διότι αυτή την Προσφορά την δέχεται ο Θεός και ανταποδίδει την ωφέλεια».

Και όπως όταν κάποιος πατέρας έχει άρρωστο παιδί και αυτό δεν μπορεί να προσφέρει για τον εαυτό του στο ναό λάδι και κερί και θυμίαμα, και αντί γι’ αυτό τα προσφέρει ο πατέρας του, και την προσφορά αυτή την δέχεται ο Θεός το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση των νεκρών: Επειδή αυτοί δεν έχουν πλέον το σώμα για να μπορέσουν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, τους βοηθούν με τις προσφορές που κάνουν για χάρη τους οι φίλοι και συγγενείς τους.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να παραλείπουμε τα ιερά μνημόσυνα. Ιδιαιτέρως όμως πρέπει να μνημονεύονται τα ονόματα κατά την χωράν της φρικωδέστατης θυσίας, διότι αυτή μας δόθηκε για τον σκοπό αυτό.

Πώς ωφελούν;

Πώς όμως ωφελούν; Το πράγμα είναι μυστήριο. Δεν μπορεί να το ερμηνεύσει ο ανθρώπινος νους. Το 1652, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, συγκροτήθηκε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος Πατριαρχών, όπου μελετήθηκε και το θέμα αυτό. Αυτό δείχνει ότι το θέμα των μνημοσύνων δεν είναι μία παρωνυχίδα. Κατέχει κάποια θέση σημαντική μέσα στην Εκκλησία μας.

Το συμπέρασμα ήτο:

Το ότι ωφελούνται το πιστεύουμε και το γνωρίζουμε. Το πώς όμως και πότε, αυτό ανήκει στην κρίση του Δίκαιου Θεού.

Σημειώνει χαρακτηριστικά και ο πολύς Ανδρούτσος στη Δογματική του:

 «Ως δεν δυνάμεθα να καθορίσωμεν πώς ο Θεός, ο διέπων τον κόσμων καθ ορισμένους νόμους, προσδιορίζεται υπό τίνος ευχής και επεμβαίνει της πορείας των φυσικών και των ανθρωπίνων πραγμάτων, ούτως αδύνατον να κατανοήσομε πώς αι ευχαί ώφελούσι τους κεκοιμημένους». 

Ποιους ωφελούν και ποιους δεν ωφελούν

Ωφελούν

Όταν γίνονται εν πίστη και εύσεβεία.
Όταν οι νεκροί είναι δεκτικοί του Θείου ελέους.
Όταν η πλήρωσης των δεήσεων δεν αντιβαίνει στην Θεία δικαιοσύνη και αγαθότητα.

Δεν ωφελούν

Όταν ο άνθρωπος απωθεί την Θεία χάρη και γίνεται σατανικός και αμετανόητος.
Για εκείνον που έφυγε τελείως αμετανόητος δεν υπάρχει κάποια μεγάλη ωφελεία από τα μνημόσυνα. Το ότι όμως και εκείνος μπορεί να βρει κάποια αναψυχή είναι ομολογημένο αυτό από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Για αυτόχειρες, μη ψυχασθενείς βέβαια, δεν μπορούμε να κάνουμε μνημόσυνα.

Καθώς και για τους αιρετικούς που βρίσκονται εκτός Εκκλησίας.

Εκείνοι που έζησαν εδώ χριστιανικά και δεν μπόρεσαν να τελειωθούν έχουν πολύ μεγάλη ωφέλεια από τα μνημόσυνα. Πόση δε γνωρίζουμε. «Μη αμφέβαλλε ότι καρπώσηται τι χρηστόν», τονίζει ο Ι. Χρυσόστομος.

Πόση όμως είναι η ωφέλεια αυτή και μέχρι ποίου σημείου φθάνει δε μπορούμε να το γνωρίζουμε. Εκείνο που γνωρίζουμε και που τονίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι μεγάλη ωφελεία που προκύπτει από τα μνημόσυνα για εκείνους που δεν έφυγαν τελείως αμετανόητοι.

Γράφει ένας σύγχρονος εκκλησιαστικός συγγραφέας: «Γνωρίζω ότι υπάρχουν ηθικά πτώματα στα οποία ενέσεις δεν ισχύουν. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι υπάρχουν αμαρτωλοί, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, που μωλωπίστηκαν, αλλά δεν απέθαναν, έπεσαν μεν, αλλά κρατώντας στα χέρια το ξίφος, που είδαν τις τελευταίες ώρες την ασχήμια τους και ανάμιξαν κάποιο υπόκωφο «μνήσθητι μου, Κύριε» με τα τελευταία τους παραληρήματα. Και ποιος είναι εκείνος που θα υποστήριξη με πείσμα ότι δεν ωφελούν οι δεήσεις των πιστών; Η μέση κατάστασης των ψυχών είναι κατάστασης εισαγωγική. Κατά την έξοδο της ψυχής από τη ζωή αυτή, έχει γίνει κάποια κρίσις, αλλά ή τελική κρίσις που θα λαβή η ψυχή την τελική της θέση για την αιωνιότητα, δεν έχει γίνει ακόμη».

– Και προσθέτει: «Εφ’ όσον η τελευταία απόφασης του κριτού δεν βγήκε ακόμη, εφ’ όσον το κράτος του Χριστού φθάνει από τα επουράνια και τα επίγεια μέχρι και τα καταχθόνια, εφ’ όσον το “πορεύεσθε απ’ εμού” δεν ακούστηκε, καλλίτερη στάσης της Εκκλησιάς είναι η στάσης της δεήσεως, της προσευχής υπέρ των νεκρών αυτής».

Η περίπτωσης των βαρέως αμαρτανόντων

Τι όμως συμβαίνει με τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν τελείως αμετανόητοι και δεν πρόλαβαν να ετοιμασθούν καθόλου;

Η απάντησης του λόγου του Θεού είναι σαφής. Το ίδιο και ή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι τονίζουν καθαρά ότι η παρούσα ζωή αποτελεί το στάδιο του αγώνος, η μέλλουσα της ανταποδόσεως.

Τονίζει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος:

«Ας μη κλαίμε γι’ αυτούς που πέθαναν αλλά γι’ αυτούς που πέθαναν στην αμαρτία. Αυτοί είναι άξιοι για θρήνους και κοπετούς και δάκρυα… Όσο ζούσαν εδώ μπορούσε κανείς να ελπίζει σε αλλαγή και βελτίωση… Δεν μπορεί κανείς να μετανοήσει όταν φύγει από τη ζωή αυτή.
Κανένας αθλητής δεν μπορεί να παλαίψεί όταν τελειώσουν οι αγώνες και βγει από το στίβο και έχουν σκορπισθή οι θεατές… Όσο είμαστε εδώ μπορούμε σίγουρα να ελπίζουμε. Όταν όμως πάμε εκεί, δεν είμαστε πλέον κύριοι μετανοίας, δεν είναι πια στο χέρι μας ή μετάνοια, ούτε μπορούμε να ξεπλύνουμε τα αμαρτήματα μας. Γι’ αυτό πρέπει αδιάκοπα να ετοιμαζόμαστε για την έξοδο μας…».

Πλην όμως και σε αυτές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις οι Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν μας αφήνουν απαρηγόρητους.

Αναφέρει σχετικά για το θέμα αυτό ο Μ. Αθανάσιος ότι οι ψυχές των αμαρτωλών λαμβάνουν κάποια ευεργεσία, «μετέχουν ευεργεσίας τίνος» από την αναίμακτη Θυσία αυτό όμως συμβαίνει «ως μόνος εφίσταται και κελεύει ό ζώντων και νεκρών εξουσιαστής Θεός ημών». Το ζήτημα δηλαδή το αφήνει στη Θεία φιλανθρωπία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, μολονότι στο προηγούμενο τεμάχιο ήταν αυστηρός, όταν ασχολήται ειδικά με το θέμα αυτό αποκλειστικά, είναι πιο παρηγορητικός. Τονίζει:

«Ας τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε «βοηθήσωμεν αυτοίς κατά δύναμιν», επινοήσωμεν δι’ αυτούς τινά βοήθειαν (κάποια βοήθεια), μικράν μεν, βοηθείν όμως δυναμένην». Πώς και με ποιο τρόπο; Και απαντά: Ευχόμενοι και εμείς οι ίδιοι και παρακαλούντες και άλλους να προσεύχονται γι’ αυτούς. Με ελεημοσύνες και προσευχές που θα κάνουμε γι’ αυτούς που έφυγαν στην αμαρτία. Αυτά γίνονται για να λάβουν οι κεκοιμημένοι κάποια παρηγοριά, «παραμυθιών τινά». Διότι, αν τα παιδιά του Ιώβ τα καθάριζε η θυσία του πατέρα τους, γιατί αμφιβάλλεις ότι κερδίζουν κάποια ωφέλεια οι νεκροί μας από τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε γι’ αυτούς;

Μάλιστα ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακός και πιο παρηγορητικός, Θα λέγαμε, στο θέμα μας ακόμη και από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Σε μία ερώτηση που του υποβλήθηκε στο «Τι ωφελείται η ψυχή που έφυγε με τα αμαρτήματά της από τον παρόντα κόσμο;» απαντά με ένα παράδειγμα. Φαντάζεται βασιλιά ο οποίος εξόρισε υπηκόους που επαναστάτησαν εναντίον του. Στον βασιλιά αυτόν παρεμβαίνουν ενδιαφερόμενοι, φίλοι των εξόριστων, οι οποίοι αφού πλέξουν τον στέφανο τον προσφέρουν στο βασιλιά «υπέρ των εν εξορίαις».

Και ερωτά 0 άγιος: Ο βασιλιάς, δεν θα υποχώρηση στις επίμονες αυτές παρακλήσεις ώστε να δόση στους εξόριστούς του «άνεσιν των κολάσεων;»

Κατά παρόμοιο τρόπο, συνεχίζει, όταν και μείς προσφέρουμε στον Θεό δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων, και αν ακόμη αυτοί είναι αμαρτωλοί, δεν πλέκουμε και δεν προσφέρουμε στέφανων αλλά «Χριστόν εσφαγιασμένον υπέρ των αμαρτημάτων προσφέρομεν, ζητούντες και λαμβάνοντες συγγνώμην» από τον φιλάνθρωπο Θεό γι’ αυτούς και για μας. Ποιος όμως μπορεί να γνωρίζει από εμάς ποιος έφυγε εν μετανοία και ποιος όχι; Ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι καρδιογνώστης και να προδικάσει κάποιον από τους συνανθρώπους μας; Που γνωρίζουμε τι έγινε από το διάστημα της γέφυρας μέχρι το ποτάμι, να διάστημα αρκετό για να πει κάποιος ένα “μνήσθητί μου Κύριε;”. Το σχέδιο του Θεού μας απαγορεύει να κρίνουμε οποιονδήποτε άνθρωπο. Εμείς ας κάνουμε ότι μπορούμε, ας βοηθήσουμε τους ανθρώπους μας κατά δύναμιν, και τα αλλά ας τα αφήσουμε στην αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού, η οποία όρια δεν έχει. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας δεν προδικάζει κανένα, αλλά προσφέρει την αγάπη της σε όλα της τα μέλη της.

“Ως απόδειξη της ωφελείας από τα μνημόσυνα αυτών που έχουν πεθάνει με βαριά αμαρτήματα ή έχουν κάποιο δεσμό”, αναφέρει ο Άγιος Νεκτάριος.

Ωφέλειες για τους ζωντανούς

Αλλά από τα μνημόσυνα έχουμε και άλλες ωφέλειες, που αναφέρονται σε αυτούς που παραμένουν στη ζωή.

Αναπτύσσεται η αγάπη μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων.

Η ωφέλεια συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική αρετή. Ενισχύεται πίστις στην πέραν του τάφου ζωή. Ενισχύεται ελπίδα στο έλεος του Θεού. Κηρύττει την διαρκή παρουσία του Χριστου στον κόσμο. Διδάσκει πώς ό άνθρωπος είναι ούρανοπολίτης. Μεταβαίνει από τη στρατευομένη Εκκλησία της γης, στη Θριαμβευουσα Εκκλησία του ουρανού. Ώ Χριστός εισακούει τις δεήσεις όλων και λυγίζει στις πρεσβείες των Αγίων και της Θεοτόκου.

Η ελπίδα της σωτηρίας των χριστιανών δεν χάνεται και μετά τον θάνατο. Παρέχεται συγχώρεση των αμαρτημάτων σε αυτους που γίνονται μνημόσυνα εισακούοντας ο φιλάνθρωπος Θεός τις δεήσεις της Εκκλησίας μας. Ή οριστική απόφασης του Θεού για την μέλλουσα αμοιβή η τιμωρία δεν εκδόθηκε ακόμη αυτή επιφυλάσσεται για την Δευτέρα και Φρικτή Παρουσία. Μέχρι τότε η Εκκλησιά μπορεί να αναπέμπει δεήσεις και ικεσίες για τα μέλη της. Όπως στη Στρατευομένη Εκκλησία αυτοί που βρίσκονται σε εκκλησιαστική τιμωρία για τις αμαρτίες που διέπραξαν, στερούνται τα Θεία μυστήρια, έτσι και στην Θριαμβεύουσα, αυτοί που πέθαναν με τις αμαρτίες είναι μακριά από τους αγίους και τους δικαίους.
Αναπτύσσεται η φιλαδελφία. Ανακουφίζονται οι ζώντες και θλιβόμενοι για τον θάνατο του προσφιλούς
των προσώπου. Διότι ο θάνατος είναι πικρός, δημιουργεί θλίψη αφόρητη. Χωρίζει απότομα προσφιλείς. Η προσευχή και το μνημόσυνο είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί τους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος επικοινωνίας με τα προσφιλή μας πρόσωπα. Γίνεται ανάμνηση του θανάτου. Ενθύμηση της ματαιότητας του κόσμου και των πραγμάτων αυτου. Παρακίνηση προς την αρετή και την ενάρετη Πολιτεία. Ενθάρρυνση για ευεργεσίες και αγαθοεργίες.

Έτσι, τονίζει ο ιερός Δαμασκηνός, «ο Θεός βούλεται ίνα υπ’ αλλήλων οι πάντες ευεργετούμεθα και ζώντες και μετά θάνατον», αφού προσφέρουμε Χριστόν «έσφαγιασμένον υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων εξιλεούμενοι υπέρ αυτών και ημών τον φιλάνθρωπον Θεόν», όπως τονίζει και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.

Σπουδαίο Δίδαγμα-προτροπή:

Αδελφοί μου,  αντί να περιμένουμε μετά θάνατον τις ευχές και τα μνημόσυνα άλλων για μας, δεν θα ήταν καλλίτερα να φροντίζουμε από τώρα για την αθάνατη ψυχή μας, έχοντας στην διάθεση μας όλα τα σωστικά μέσα της αγίας μας Εκκλησίας; Επειδή λοιπόν είναι τόσο αβέβαιη η ημέρα του θανάτου ας είμαστε πάντοτε έτοιμοι μήπως σήμερα “είμεθα εν τω βίω και αύριον εν τω μνημείω»….

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΣ

Πηγή: egolpion.com

Συνέχεια ανάγνωσης

Θρησκευτική συνέπεια ή οντολογική εκκλησιαστική ζωή;

Του Αρχιμανδίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει στον Θεό Δημιουργό του και να μιλάει γι’ Αυτόν. Είναι μία ανάγκη αυθόρμητης αναφοράς σε κάτι πιο πάνω από τον ίδιο, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη απ’ αυτόν. Προσπαθεί κυρίως ο σημερινός άνθρωπος να είναι συνεπής σε ένα μεγάλο ποσοστό προς αυτήν την ιδεολογία του. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρακτικά πιέζει τον εαυτό του να μετέχει στην ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την μορφή εκπληρώσεως ορισμένων «υποχρεώσεων». Αρχ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ

Αυτή η μετοχή «στις θρησκευτικές υποχρεώσεις» τον κάμνει να καυχάται ότι είναι ιδεολογικώς εντάξει. Έτσι, θεωρεί τον εαυτόν του ως ορθόδοξο χριστιανό, ενταγμένο στον χώρο της Εκκλησίας. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας θρησκευτικός – θρησκόληπτος άνθρωπος. Ένας ιδεολογικά βεβαιωμένος για την αποδοχή του Θεού Δημιουργού και τυπικά συνεπής στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από την θρησκευτική ιδεολογία του.

Όμως, πρέπει να γνωρίζει αυτός ο θρησκευτικός άνθρωπος ότι καθετί που υπάρχει πέρα από τη δυνατότητα της σχέσεως, το άσχετο, είναι στην πραγματικότητα και ανύπαρκτο. Έστω και εάν η ανθρώπινη λογική πιστεύει το αντίθετο.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Μωυσής, όντας στο όρος Χωρήβ, ζητεί από τον Θεό να αποκαλυφθεί ο Ίδιος στον λαό Του, δηλώνοντας το Όνομά Του. Και ο Θεός αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξ. 3, 13-14).  Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, ο Μωυσής αναγγέλλει στον λαό ότι τον στέλνει ο «Ων», Αυτός δηλαδή, που υπάρχει ως Δημιουργός του σύμπαντος και του ανθρώπου. Βλέπουμε εδώ τον Θεό να παρουσιάζεται ως Θεός, έχων σχέση άμεση με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.

Στην Καινή Διαθήκη ολοκληρώνεται αυτή η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Φανερώνεται ως Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και το Πανάγιο Πνεύμα. Τώρα, λοιπόν, καλείται ο άνθρωπος να κοινωνήσει με τον Τριαδικό Θεό, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου, δηλαδή μέσω του μυστικού Του Σώματος που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική εκπλήρωση υποχρεώσεων, μια θρησκευτικότητα, για την οποία μπορεί ο άνθρωπος να καυχάται, αλλά ανάγκη ζωής που συνοδεύεται από πραγματική μετάνοια, συνεχή προσευχή, μετοχή στη μυστηριακή ζωή (εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία) και συνεχή αγώνα κατά των παθών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την πνευματική ζωή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στη βιωματική σχέση με τον Θεό, στη θέωση. Σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα, η οποία τελικά ωθεί τον άνθρωπο στην απομόνωση ενός εγωκεντρισμού με περικάλυμμα μια τυπολατρική «επαφή» με το θείο. Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Εφεσ. 4, 4, μας λέγει ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι η πατρική μας οικία, μέσα στην οποία γινόμαστε ένα σώμα και ένα πνεύμα με τους συνοικούντες και τον οικοδεσπότη: «Οίκος εστίν η Εκκλησία πατρικός, εν σώμα και εν πνεύμα» (PG 62, 87). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον 132  Ψαλμό και ειδικότερα τον στίχο «ως δρόσος  Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών», τονίζει ότι η χάρις του Τριαδικού Θεού, ως νοητή δρόσος κατέρχεται στο Σώμα της Εκκλησίας και λαμβάνεται από τα μέλη της, σώζουσα αυτά: «Ώσπερ γαρ η δρόσος η επί τον Αερμών κατιούσα όρος […] ούτως και η νοητή δρόσος, αοράτως κατιούσα επί τα όρη Σιών [ενν. την Εκκλησία], ένθα η συνέλευσις των πανταχόθεν αδελφών εγίγνετο, την ανάλογον ταις ψυχαίς αυτών περιεποίει ωφέλειαν» (PG 30, 11631-37). 

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ως το άρωμα της μυστικής πείρας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της πνευματικότητος, έξω από κάθε θρησκευτικότητα, είναι εκείνη που βοηθεί στο να γίνει βίωμα το σωτηριολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για πνευματικότητα, εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό και γνήσιο Χριστιανισμό, τη βίωση των εντολών του Θεού, την πατερική – εκκλησιαστική ζωή.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι η απλή θρησκευτικότητα – θρησκοληψία δεν ενώνει το πλάσμα με τον Δημιουργό του Θεό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να το σώσει. Μόνον η Ορθόδοξος πνευματικότητα, με την έννοια που προαναφέραμε, οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία τον άνθρωπο.

* Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις   7/2/2016

Συνέχεια ανάγνωσης

Θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την μεγάλη σύνοδο.

 ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

“ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ”

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016
   Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
   Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
   Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
   Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
   Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
   Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
   Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
   Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
   Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία… εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα… δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
   Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.    Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συνο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
   Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
   Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
   Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
   Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι

http://aktines.blogspot.gr/2016/02/e_7.html

Συνέχεια ανάγνωσης

Επιτρέπεται η συμπροσευχή μετά αιρετικών;

 Τοῦ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Κανονικοῦ Δικαίου

   Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποδίδει ὑψίστη σημασία στὴν προσευχή. Ἡ τεσσαρακονθήμερος προσευχή Του στὴν ἔρημο ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ στὸν δημόσιο βίο Του (Ματθ. 4, 1κ.ἑξ.). Οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι πρὸ παντὸς σημαντικοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς Του προηγεῖτο ἡ προσευχή (Ματθ. 14, 23. 26, 36. Μάρκ. 6, 36. 14, 32. Λουκ. 5, 16. 6, 12. 9, 28).

  image Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐντοπίζουν τὴν σημασία ποὺ προσδίδει ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν προσευχὴ, στὴν προσπάθεια τοῦ πλάσματος νὰ ὑποστασιάση μέσῳ αὐτῆς τὸν διάλογο μετὰ τοῦ Δημιουργοῦ του Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκστατικῆς ἀναφορᾶς τοῦ προσώπου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητος καὶ ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν φανέρωση τοῦ προσώπου συντελοῦνται μέσῳ τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐκφράζοντας τὴν πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας, λέγει: «Οὐ γὰρ ἐστιν, οὐκ ἔστιν οὐδὲν εὐχῆς δυνατώτερον, οὐδὲ ἴσον» (PG 48, 766).

   Ἀλλὰ καὶ τὴν κοινὴ – ὁμαδικὴ προσευχὴ ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τὴν θεσπίζει, ὅταν μᾶς διαβεβαιοῖ: «Οὗ γὰρ εἰσὶν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Οἱ συμπροσευχόμενοι διαλέγονται μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς υἱοὶ Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ὁ προσευχόμενος κοινωνεῖ ἐσωτερικῶς μετὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ συμπροσευχόμενος, σὲ ἕναν κοινὸ διάλογο ἀληθείας καὶ γνώσεως «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἄλλωστε, αὐτὸ τὸ νόημα ἐμπεριέχει ἡ φράση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου «εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα». «Ἡ συμφωνία πολλὴν ἔχει τὴν ἰσχύν» (PG 62, 461), ὑπογραμμίζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

    Τὸ περιεχόμενο ἑπομένως τῆς συμπροσευχῆς εἶναι ἡ καθολικὴ ἀλήθεια τῆς μιας αγίας καθολικής καὶ αποστολικής εκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὅταν ἕνα ἢ περισσότερα μέλη ἀμφισβητοῦν ἢ ἀλλοιώνουν ἢ ἀπορρίπτουν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση, διασπᾶται ἡ κοινωνία τῶν συμπροσευχομένων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, πέρα ἀπὸ κάθε συμβατικὴ ἔννοια καὶ σκέψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ προηγεῖται τῆς συμπροσευχῆς ἡ ὁμολογία πίστεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη συμπροσευχή, ἐὰν δὲν προϋπάρχη ὁμοφωνία στὴν Ὀρθόδοξη Ἁγιοπατερικὴ πίστη.

   Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὸ ἀλλόκοτο εἶδος συμπροσευχῆς, τοῦ ὀρθοδόξου μετὰ αἱρετικοῦ, ἐπισημαίνουσα τὰ ὅρια τῆς ἀληθείας ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ συμπροσευχῆς τοῦ ὀρθοδόξου μέλους της μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ.

   Αὐτὴ ἡ ἀντίδρασή της ἐξεφράσθη μέσα ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Τοπικῶν, οἱ ὁποῖες ἔλαβον οἰκουμενικὸ κῦρος.

   Συγκεκριμένα ὁ ΜΕ´ κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 60).

   Ἡ συμπροσευχὴ τοῦ κληρικοῦ μετὰ αἱρετικοῦ ἐπιφέρει τὸν ἀφορισμό, ἀκόμη κι ἂν συμβῇ ἐκτὸς ἱεροῦ ναοῦ καὶ ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βάσει τοῦ Ι´ Ἀποστολικοῦ κανόνος: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ,  κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 14). Ἐὰν, ὅμως, διενεργηθῆ συμπροσευχὴ ἐν τῷ Ναῷ καὶ ἐπιτραπῆ στὸν αἱρετικὸ νὰ διενεργήση κάτι ὡς κληρικὸς, τότε  ἐπιβάλλεται ποινὴ καθαιρέσεως, κατὰ τὸν προαναφερθέντα ΜΕ´κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

   Κατηγορηματικὸς ὡς πρὸς τὴν συμπροσευχὴ σὲ αἱρετικὸ ναὸ εἶναι καὶ ὁ ΞΔ´ Ἀποστολικὸς κανόνας, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σσ. 81-82). Ἐδῶ σαφῶς ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν μετὰ Ἰουδαίων –σήμερα θὰ λέγαμε μετὰ ἀλλοθρήσκων– καὶ αἱρετικῶν. Ἡ ἐπιβαλλομένη δὲ ποινὴ στοὺς συμπροσευχηθέντες εἶναι γιὰ μὲν τοὺς κληρικοὺς ἡ καθαίρεση, γιὰ δὲ τοὺς λαϊκοὺς ὁ ἀφορισμός.

   Ἀκόμη καὶ ὁ συνεορτασμὸς καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς» (ΛΖ´ καν. Λαοδικείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 3, σ. 206. Βλ. ἐπίσης ΛΒ´, ΛΔ´, ΛΗ´, ΛΘ´τῆς ἰδίας Συνόδου). Ὁ δὲ ΛΓ´τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου διακελεύει: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» (ὅπ. π., σ. 198. Βλ. καὶ Θ´κανόνα Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 336).

   Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως διαπιστώνουμε, μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀποδεχόμενος τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ συνυπάρξη μὲ τὸν μὴ ἀποδεχόμενο τὴν προαναφερθεῖσα ἀλήθεια σὲ κοινὴ στάση προσευχῆς –ὁμολογίας τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον σὲ εὐχαριστιακὴ κοινωνία ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ.

   Δυστυχῶς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες βιώσαμε συνταρακτικὲς καταστάσεις στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.

   Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ἄμεσος συνεργάτης του Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ἄλλοι Πατριαρχικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, κληρικοὶ προέβησαν σὲ καθημερινὲς συμπροσευχὲς μὲ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο (τὸν ἀποδεχόμενο καὶ κηρύσσοντα δεκαπέντε καὶ πλέον αἱρέσεις), κινούμενοι στὸν χῶρο τῆς διανοητικῆς Θεολογίας καὶ ὄχι στὸν Ἁγιοπατερικὸ χῶρο τοῦ «λάλει Ἐκκλησία  μου καὶ ὁ δοῦλος σου (κληρικὸς ἢ λαϊκὸς) ἀκούει».

Εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἐν ταὐτῷ ἀντικανονικὸ ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ ἀποκαλῆ  ἀπερίφραστα τὸν Παπισμὸ «Ἐκκλησία», τὴν αἱρετικὴ αὐτὴ ὀργάνωση, ἡ ὁποία ἀπεκόπη γιὰ τὶς πολλές αἱρέσεις της ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν μια εκκλησια καὶ νὰ δηλώνη ὅτι ἀποσκοπεῖ νὰ «ἐπανεύρωμεν τὴν πλήρη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν κοινωνία».

   Δυστυχῶς, οἱ προαναφερθέντες δὲν ἔλαβαν ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ὁδό, τὴν ὁποία ὑποδεικνύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ μια εκκλησια, ποὺ εἶναι ἡ ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ἡ Θεανθρώπινη ὁδός. Δὲν ἐνήχησε στὰ ὦτα τους τὸ «ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», τὸ ὁποῖο δεσπόζει σὲ ὅλες τὶς Συνόδους, Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικές, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται «ἐν λόγῳ καὶ χρόνῳ» ἡ Θεανθρώπινη βούληση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

   Ἡ φωνὴ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀκούγεται καὶ πάλι τὶς θλιβερὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία αὐτὲς ἡμέρες: «Πάνυ με λυπεῖ ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καὶ φοβοῦμαι μή, κατὰ μικρὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 275).

   Πότε, λοιπόν, θὰ κατανοήση ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, οἱ περὶ αὐτὸν καὶ ὅλοι μας ὅτι ἡ πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι μαρτυρία ὑπακοῆς στὴν μία, Αγία, καθολική καὶ αποστολική εκκλησία, τὴν ορόοδοξο εκκλησία, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὑποταγῆς τῆς ἀτομικότητος στὴν κοινὴ μετοχὴ ὅλων τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, στὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια;

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι τρεις Ιεράρχες

Οι Τρεις Ιεράρχες

31

   Με την ονομασία Τρεις Ιεράρχες αναφέρονται τρεις επιφανείς άγιοι και θεολόγοι της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών: Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

   Αναδείχθηκαν πατέρες της Εκκλησίας και Άγιοι. Η σοφία και η δράση τους, έδωσε τον τίτλο των μεγίστων φωστήρων, όπως ψάλλεται και στο απολυτίκιό τους: «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος…».

 

   Η εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιερώθηκε στα μέσα του 11ου αιώνα και στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου ή του Αλέξιου Α΄Κομνηνού από τον μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα ο οποίος συνέθεσε τμήμα τουλάχιστον της ακολουθίας για τους τρεις αγίους της Εκκλησίας[1].

  Στην ακολουθία ο Μαυρόπους υμνεί τη σημασία του έργου και την ποιότητα της δράσης τους και τονίζει τη σχέση της τριανδρίας με τον τρισυπόστατο Θεό για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

   Οι τρεις Άγιοι εμφανίζονται μαζί το 1066 στο Ψαλτήριο Θεοδώρου και σε όλη τη διάρκεια του 11ου αιώνα όλο και πιο συχνά σε εικονογραφημένα χειρόγραφα. Στα Ευχάιτα πρέπει να καθιερώθηκε για πρώτη φορά η εορτή όταν ήταν εκεί ο Μαυρόποδας μητροπολίτης.

  Η θεσμοθέτησή της εορτής ως σχολικής εκδήλωσης δεν αναφέρεται πριν από τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα με την ιστορικό Έφη Γαζή, προηγείται αυτής  η τέλεση μνημοσύνου την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για τους χορηγούς σχολείων στη συνοικία Σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης από τον Πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ το 1805. Άλλη μια αναφορά υπάρχει για την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και τον εορτασμό κατά την 30η Ιανουαρίου της μνήμης των ευεργετών και συνδρομητών του σχολείου από το 1812-1813. Στην Ιόνιο Ακαδημία οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται και τιμώνται ως οι προστάτες της από τη σύστασή της (1824-1826).

   Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους Οι διαδικασίες καθιέρωσης της εορτής ως εκπαιδευτικής συνδέονται με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν σε συνεδρίαση του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου στις 9 Αυγούστου του 1841, η οποία πραγματοποιήθηκε με αφορμή τον θάνατο του καθηγητή του ιδρύματος Δημήτριου Μαυροκορδάτου και δωρεάς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών της οικίας του θανόντος από τον πατέρα του, θέλησαν να τον τιμήσουν. Τελικά προκρίθηκε η καθιέρωση μνημοσύνου υπέρ των ευεργετών του Πανεπιστημίου κατά την εκκλησιαστική εορτή των Τριών Ιεραρχών. Ο πρώτος εορτασμός-μνημόσυνο πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1842. Η πραγματική θεσμοθέτηση της εορτής τους όμως θα καθυστερήσει: θα πραγματοποιηθεί το 1911 όταν το ανώτατο αυτό ακαδημαϊκό ίδρυμα θα αποκτήσει τον καινούργιο οργανισμό του και μέσα σ΄ αυτόν θα προσδιορίσει και τις εορτές του.

Α. Μέγας Βασίλειος: Συγγραφέας πολλών σημαντικών έργων. Θεία λειτουργία, μελέτες Θεολογικές, ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής κείμενα, μοναχικούς κανόνες, Κανόνες για την Πνευματική ζωή και την Εκκλησιαστική ευταξία και υπέροχες επιστολές που συγκινούν βαθιά τον αναγνώστη. Ίδρυσε την Βασιλειάδα, μία ολόκληρη πόλη με νοσοκομείο, πτωχοκομείο, γηροκομείο, λεπροκομείο, σχολείο, ξενώνα… Ωραίο κείμενό του: “Όπως οι μέλισσες διαλέγουν το νέκταρ από τα λουλούδια, έτσι και εσείς να διαλέξετε αυτά που διαβάζετε. Να κρατάτε τα καλά και τα ωφέλιμα“.

Β. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Είχε ευαίσθητη ψυχή. Έγραψε πολλά ποιήματα. Έλαβε επαξίως τον τίτλο του Θεολόγου, για τα υπέροχα κηρύγματά του και κυρίως τις θεολογικές ομιλίες που εξεφώνησε στον ναΐσκο της Αγίας Αναστασίας στην Κωνσταντινούπολη. Στον ναΐσκο αυτό “αναστήθηκε” η Ορθοδοξία, την οποία ο Άγιος βρήκε ημιθανή όταν ήλθε στην Κωνσταντινούπολη… Ωραίο κείμενό του: “Πώς αδελφοί μου είναι δυνατόν, εσείς να έχετε περισσεύματα και ο άλλος να πεινάει;

Γ. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Η ζωή του αγία και περιπετειώδης. Τα κηρύγματά του εξαιρετικά. Όταν κήρυττε έτρεχε “χρυσάφι” από το στόμα του. Ήλεγχε τους παρεκτρεπομένους χωρίς δισταγμό, διότι ήταν αληθινός και απεχθάνετο την υποκρισία. Τα έργα του γεμίζουν από μόνα τους μια βιβλιοθήκη. Καθημερινά έτρεφε επτά χιλιάδες πτωχούς… Μια Ωραία φράση του: “Ένας και μόνον άνθρωπος, με θεΐκή φωτιά στην ψυχή του, μπορεί να διορθώσει ολόκληρη πόλη“.

Συνέχεια ανάγνωσης