Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Ιωάννου Φουντούλη, καθηγητού*

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.

Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε’ Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την ‘ «πρεσβεία». Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις σ’ ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.

Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ’ άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοση η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίσει κάπως στην αναζήτησή μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η  Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύση της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθεί και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ’ άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνει λόγο γι’ αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).

Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρηση του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο. Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ’ αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εορτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ’ ορισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ’ άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.

Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη Υπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρη σ’ αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνει από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογεί κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.

 «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,
ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια
αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε·
αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,
εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,
ίνα κράζω σοι·
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

*Λίγα λόγια για τον καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη (ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ) 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ακρίβεια και η οικονομία στην εντολή της νηστείας κατά την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας

Φιλίππου Ιω. Τακοπούλου

Eκπαιδευτικού Θεολόγου Κολλεγίου Αθηνών                            

ΜΔΕ Κανονικού δικαίου – υπ. Δρ. Θεολογίας                                                                                

Εισαγωγή

 “Καί ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ λέγων· ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φάγῃ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾽ αὐτοῦ· ᾗ δ᾽ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε (Γεν. 2, 16-17)”. O δημιουργός Τριαδικός Θεός έδωσε την παραπάνω εντολή στο δημιούργημά του, τον άνθρωπο και η εντολή αυτή είναι η εντολή της νηστείας. Ο άνθρωπος δύναται να φάγει από όλα τα δέντρα που υπάρχουν στον παράδεισο, ενώ από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού απαγορεύεται να φάγει, γιατί από την ημέρα που θα το γευτεί και παρακούσει την εντολή Του, τότε θα βιώσει τη φθορά και τον θάνατο. Έτσι, ενώ η σχέση του ανθρώπου με το Θεό βασιζόταν στην αγάπη και την ταπείνωση μέσω της υπακοής, αυτή η σχέση διαταράχθηκε. Η παρακοή της εντολή του Θεού από τον πρώτο άνθρωπο είχε ως αποτέλεσμα την πτώση και την εισδοχή του στο χώρο της φθοράς και του θανάτου.Όμως ο Τριαδικός Θεός δεν άφησε το πλάσμα του αβοήθητο. Το πλήρωμα του χρόνου έφτασε με τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και το έργο της αποκατάστασης ανέλαβε ο Ίδιος ο Κύριος, ο οποίος “ἡγάπησεν ἡμᾶς …εἰς τέλος” (Α’ Ιω.4,19) καί “ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυροῦ” (Φιλιπ. 2,8). Κατ᾽ αυτόν τον τρόπο η υπακοή του νέου Αδάμ ανακεφαλαιώνει και θεραπεύει την παρακοή του παλαιού Αδάμ. Η θεόδοτος εντολή της νηστείας εφαρμόζεται από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Κύριο μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό και τη μετάβασή του στην έρημο, εκεί, όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Ἰησούς “νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασε” (Ματθ. 4, 2). Με την έννοια αυτή της θεραπείας της παρακοής και της πλήρωσης της υπακοής, ο Ιησούς Χριστός νήστευσε, υποδεικνύοντας στον άνθρωπο τον τρόπο πορείας και βιωτής. Η από μέρους του ανθρώπου τώρα τήρηση της εντολής της νηστείας, καταδεικνύει την αγάπη του προς τον Θεό και παράλληλα την ταπείνωσή του στο θέλημά Του, καθώς αφίσταται από τον εγωκεντρισμό του με αποτέλεσμα την αποκατάσταση της κοινωνίας και επικοινωνίας του με τον δημιουργό Θεό. Ο Μ. Βασίλειος χαρακτηρίζει τη νηστεία ως “Ἀρχαῖον δῶρον … οὐ παλαιούμενον καί γηράσκον, ἀλλ’ ἀνανεούμενον ἀεί καί εἰς ἀκμήν ἐπανθοῦν”. Μάλιστα δε την αναδεικνύει αρχαιότερη του νόμου, ενώ της προσδίδει το επίθετο συνηλικιώτης: “Συνηλικιῶτίς ἐστι τῆς ἀνθρωπότητος· νηστεία ἐν τῷ παραδείσῳ ἐνομοθετήθη”. Πράγμα που την καθιστά σχεδόν σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση. Το ίδιο σημειώνει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος “ἀρχαία γάρ ἧν ἡ ἐντολή, καί ἡμῖν ὁμόχρονος ψυχής τις οὗσα παιδαγωγία…”. Η αξία της νηστείας πηγάζει από την χαρακτηριστική θέση της στο σχέδιο της θείας Οικονομίας. Έχοντας ως σκοπό τη λύτρωση και σωτηρία του πεπτωκότος ανθρωπίνου γένους, αποτελεί μέσο του πνευματικού αγώνα του πιστού για την αναγωγή του από το  “κατ᾽εικόνα” στο “καθ᾽ ομοίωσιν”. Η τήρηση της εντολής της νηστείας φανερώνει την αγάπη του πιστού προς το Χριστό, “ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε” (Ιω. 14, 15). Και τούτο γιατί η υπακοή απελευθερώνει από το ίδιο εμπαθές θέλημα και αποκαθιστά την κοινωνία αγάπης του κτίσματος μετά του Κτίστου. 

Η νηστεία στην Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας

Ο όρος νηστεία – νῆστις συντίθεται από το στερητικό μόριο νη και το ρήμα ἔδω (τρώγω), (νη+ἐσθίω, ή νη+ἐστία=τράπεζα), δηλαδή η τέλεια ασιτία ή η μη παράθεση τράπεζας.Οι νηστείες διακρίνονται σε καθολικές και σε ειδικές.Ως Καθολικές νηστείες ορίζονται: α) της Τετάρτης και της Παρασκευής και β) η νηστεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδος. Ως Ειδικές νηστείες ορίζονται: 1) η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων, 2) η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, 3) η νηστεία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και 4) οι τρεις ημερίσιες νηστείες α) της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου), β) της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και γ) της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού (29 Αυγούστου). Ως βάση για τη θεσμοθέτηση της νηστείας ήδη από την αποστολική εποχή τέθηκε τόσο η πρακτική που ακολούθησε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός όσο και η εφαρμογή του λόγου Του “τοῦτο δέ τό γένος οὐκ ἐκπορεύεται εί μή έν προσευχῇ καί νηστείᾳ” (Ματθ. 17, 21). Κατ᾽ επέκταση η νηστεία κατέχει δεσπόζουσα θέση σε όλη την ασκητική και πνευματική ζωή του πιστού, καθώς είναι αυτή που συμπληρώνει τον πνευματικό αγώνα εναντίον τόσο των πειρασμών, όσο και της εμπαθούς εσωτερικής καταστάσεώς του, η οποία απορρέει από την μεταπτωτική ροπή προς την αμαρτία. Η κατάσταση αυτή της αμαρτίας δύναται να ανασχεθεί μέσω του μυστηρίου της μετανοίας και εξομολογήσεως, αλλά και του έντονου πνευματικού αγώνα για την κάθαρση του έσω ανθρώπου, για την απόκτηση των αρετών και τέλος για την πορεία προς τη θέωση και τον αγιασμό. Για το λόγο αυτό η νηστεία δεν καθίσταται αυτοσκοπός, αλλά ένα επιπλέον μέσο της ἐν Χριστῷ τελειώσεως του ανθρώπου. Η Εκκλησία ως θεανθρώπινος οργανισμός προκειμένου να διευθετήσει τόσο τους καιρούς της νηστείας, όσο και ειδικά ζητήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της εντολής αυτής στη ζωή της, αποφάνθηκε για το θέμα συνοδικά. Οι Απόστολοι, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι έγκριτοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, τόσο σε Οικουμενικό όσο και σε Τοπικό επίπεδο, θέσπισαν Ιερούς Κανόνες που προσδιορίζουν τον πνευματικό της χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας αναφορικά με τη νηστεία συντίθεται από μία πληθώρα Ιερών Κανόνων και Κανονικών διατάξεων εγκρίτων Πατέρων της Εκκλησίας που καθορίζουν τόσο την ακρίβεια, όσο και την εκκλησιαστική οικονομία για την τήρηση της νηστείας στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας και της ποιμαντικής εξατομίκευσης.

Ακρίβεια νηστείας

 Τι εννοεί ο κανονικός νομοθέτης με τον όρο νηστεία; Και πως νοείται η τέλεια νηστεία, τί αποτελεί λύση της νηστείας και τι συνιστά κατάλυση της νηστείας;Βάσει του 50ου κανόνα της Λαοδικείας ως νηστεία ορίζεται η ξηροφαγία, “δεῖ πᾶσαν τήν Τεσσαρακοστήν νηστεύειν ξηροφαγοῦντας”, ο δε Βαλσαμών σημειώνει ότι “ξηροφαγεῖν ὀφείλομεν κατά πᾶσαν τετράδα καί παρασκεύην”. Όσον αφορά την υδροποσία ο ίδιος διασαφηνίζει ότι καλό είναι μαζί με την ξηροφαγία να πίνει κανείς και νερό. Οι πατέρες συνωδούν ότι ξηροφαγία είναι η μη πρόσληψη τροφής μέχρι της ενάτης ώρας της ημέρας (περίπου τις 3 το μεσημέρι). Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι “ξηροφαγία δέ εῖναι τό νά τρώγῃ τινάς ἅπαξτῆς ἡμέρας εἰς τήν ἐννάτην ὥραν, χωρίς νά ἐσθίῃ ἔλαιον, ἤ νά πίνῃ οἶνον, ὡς τοῦτο προείπομεν ἐν τῇ ἑρμηνεία του ξδ´ Ἀποστολικοῦ” και αλλού σημειώνει ότι νηστεία είναι η τελεία ασιτία, ή το να τρώει κανείς μία φορά την ημέρα, κατά την ενάτη ώρα με ξηροφαγία, δηλαδή μόνου άρτου και ύδατος.Όσον αφορά τη λύση της νηστείας τις Τετάρτες και Παρασκευές και τη Μ. Τεσσαρακοστή ο όσιος Νικόδημος παρατηρεί ότι η νηστεία λύεται όταν κανείς φάει εκτός από ψωμί και νερό, και άλλες τροφές, όπως σύκα, σταφίδες ή κάτι άλλο παρόμοιο, ή ακόμα κάτι άλλο ευτελές, όπως το χαρακτηρίζει, δηλαδή όσπρια, κρασί, λάδι ή οστρακόδερμα. Ενώ κατάλυση της νηστείας υπάρχει όταν κανείς καταναλώνει από όλα τα βρώσιμα, κρέας ή ψάρι, γάλα, τυρί και τα υπόλοιπα. Οι Ιεροί Κανόνες που συνθέτουν τις περί νηστείας διατάξεις στοιχίζονται πίσω από τις Αποστολικές Διαταγές που ορίζουν τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, αλλά και της Μ. Εβδομάδος. Πιο συγκεκριμένα η κανονική ακρίβεια ορίζει ότι οι καθολικές νηστείες είναι υποχρεωτικές.

• Ο 69ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων (κανονίζει τη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής και της Τετάρτης και Παρασκευής, τόσο για τους κληρικούς όσο και για τους λαϊκούς).

 Οι κανόνες της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου:

  • Ο 29ος (ο οποίος επικαλείται την ακρίβεια τήρησης της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής και όχι τη λύση της την Μ. Πέμπτη με αποτέλεσμα και “ὅλην τήν Τεσσαρακοστήν ἀτιμάζειν”),
  • Ο 52ος (περί τέλεσης της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων δώρων τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδος, εκτός Σαββάτου, Κυριακής και του Ευαγγελισμού),
  • Ο 55ος (ο οποίος διατυπώνει “ὥστε κρατεῖν καί ἐπί τῇ Ῥωμαίων ἐκκλησίᾳ ἀπαρασαλεύτως τόν κανόνα” για την ακρίβεια στο ζήτημα της κατάλυσης της νηστείας τα Σοςάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, πλήν του Μ. Σαββάτου),
  • Ο 56ος (ο οποίος ορίζει “ὥστε τήν κατά πᾶσαν τήν οἰκουμένην τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν, μιᾷ κατακολουθοῦσαν τάξει, τήν νηστείαν ἐπιτελεῖν, καί ἀπέχεσθαι, ὥσπερ θυτοῦ παντοίου, οὕτω δή ᾠοῦ, καί τυροῦ, ἅ καρπός εἰσι, καί γεννήματα, ὧν ἀπεχόμεθα”) και
  • Ο 89ος (περί της τήρησης της νηστείας μέχρι καί τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου)

 Οι κανόνες της Λαοδικείας:

  • Ο 49ος (τέλεση κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή της Θείας Λειτουργίας μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές),
  • Ο 50ος (απαγόρευση λύσης της νηστείας την Μ. Πέμπτη),
  • Ο 51ος (καθορίζει για τη Μ.Τεσσαρακοστή τη μεταφορά της τέλεσης της μνήμης των Αγίων τα Σάββατα κ’ τις Κυριακές) και 
  • Ο 52ος (διακελεύει την μη τέλεση γάμων ή εκκλησιαστικών πανηγύρεων κατά την Μ. Τεσσαρακοστή)

Κανόνες Πατέρων:

  • 1ος κανόνας του Διονυσίου Αλεξανδρείας (αναλύει σε εκτενές σκεπτικό σχετικά με τη λύση της νηστείας το Μ. Σάββατο και μάλιστα την τοποθετεί μετά τα μεσάνυκτα) και
  • Ο 15ος κανόνας του Πέτρου Αλεξανδρείας (περί της εξήγησης της τήρησης της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής και της παραδόσεως περί του μή γόνυ κλίνειν την Κυριακή).

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να γίνει αναφορά στο ζήτημα της νηστείας πρό της Θείας Κοινωνίας. Συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι πριν τη Θεία Κοινωνία απαιτείται τριήμερη ή μονοήμερη νηστεία. Τούτο, όμως πουθενά δεν διαφαίνεται στους Ιερούς Κανόνες. Η μόνη αναφορά στο θέμα γίνεται στον 41ο και στον 47ο κανόνατης συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.) και στον 29ο της Πενθέκτης. Οι ως άνω κανόνες διορίζουν ότι οι ιερείς που θα τελέσουν τη Θεία Ευχαριστία θα πρέπει να είναι νηστικοί. Κατ᾽ επέκταση εμπίπτουν στις ίδιες διατάξεις και οι λαϊκοί που συμμετέχουν στο μυστήριο. Ως παράδειγμα εφαρμογής της ακρίβειας της νηστείας μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση του 29ου κανόνα της Πενθέκτης που διορθώνει τον 41ο κανόνα της συνόδους της Καρθαγένης. Βάσει του κανόνα αυτού τη Μ. Πέμπτη στην Καρθαγένη καταλύονταν η νηστεία προ της τέλεσης του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας “ἐν ᾗ τὸ Κυριακόν δεῖπνον ἐπιτελεῖται”. Αντίθετα, η Πενθέκτη σημειώνει ότι οι Πατέρες της

Καρθαγένης προέβαλαν την παρούσα εξαίρεση “ἴσως τηνικαῦτα, διά τινάς κατά τούς τόπους προφάσεις τῇ ἐκκλησία λυσιτελεῖς, … τοιαύτῃ χρησαμένων οἰκονομίᾳ”. Στη συνέχεια ο κανονικός νομοθέτης επαναφέρει την ακρίβεια και ορίζει “ἀποστολικαῖς καί πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι” να μη λύεται η νηστεία τη Μ. Πέμπτη και έτσι να ατιμάζεται όλη η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί, ότι κατά τον Ζωναρά, οι Πατέρες της Καρθαγένης μιμούνταν την παράδοση της αναίμακτης θυσίας κατά το Μυστικό Δείπνο από τον Κύριο στους αποστόλους, που πρώτα δείπνησε σύμφωνα με το νομικό Πάσχα και στη συνέχεια τους παρέδωσε το “μυστικόν”. Ο κανόνας συνοψίζει ότι πλέον αυτό δεν είναι αναγκαίο να γίνεται και ότι θα πρέπει να τηρείται η ακρίβεια. Ένα άλλο ζήτημα, για το οποίο ο ίδιος ο Κύριος δίδαξε, είναι η υπερβολή στην ακρίβεια και τον τύπο. “Ὅταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τόν μισθόν αὐτῶν. Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ” (Ματθ. 6, 16-18), δηλαδή αυτός που νηστεύει θα πρέπει να μην εμφανίζεται ως νήστις για το λόγο ότι υπάρχει ο πνευματικός κίνδυνος της υπερηφάνειας και του εσωτερικού εγωϊσμού. Άρα η νηστεία είναι ένα πνευματικό αγώνισμα που συμβάλει στην καταπολέμηση της έπαρσης και του εγωϊσμού, όμως κινδυνεύει το μέλος της Εκκλησίας να εκκλίνει της πνευματικής του πορείας. “Ὁ δοκῶν ἐστᾶναι βλεπέτω μή πέσῃ” (Α´Κορ. 10,12) προειδοποιεί ο απόστολος των Εθνών Παύλος. ‘Ετσι στοιχούμενοι οι Πατέρες της συνόδου της Γάγγρας στον Κυριακό Λόγο με τον 17ο κανόνα κανονίζουν: “Εἴ τις διά νομιζομένην ἄσκησιν ἐν τῇ Κυριακῇ νηστεύοι, ἀνάθεμα ἔστω”. Ο παρών κανόνας εισήχθη στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας για το λόγο ότι υπήρχαν κάποιοι γύρω από τον Ευστάθιο Σεβαστείας της Μικράς Αρμενίας που νήστευαν την Κυριακή. Επιπρόσθετα, ο Βαλσαμών σημειώνει ότι “μή νηστεύειν καί σκυθρωπάζειν ἡμᾶς κατά τήν χαρμόσυνον ἡμέραν τῆς Κυριακῆς, διά τήν ἔγερσιν τοῦ Κυρίου, ἀλλά πανηγυρίζειν καί εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, ὡς ἀναστάντας ἐκ τοῦ πτώματος τῆς ἁμαρτίας”. Ο κανόνας στηρίχθηκε στον 66ο κανόνα των Αγίων Αποστόλων, που καθαιρεί τους κληρικούς και αφορίζει τους λαϊκούς που νηστεύουν τα Σάββατα (εκτός του Μ. Σαββάτου) και τις Κυριακές.

 Οικονομία νηστείας

Ως οικονομία νοείται είτε η λύση, είτε η κατάλυση της νηστείας κατά παρέκκλιση των κανόνων για ορισμένες περιπτώσεις α) είτε αδήριτης ανάγκης ενός προσώπου, β) είτε σύμπτωσης σε καιρό νηστείας Δεσποτικής ή Θεομητορικής Εορτής. Η εκκλησιαστική οικονομία δύναται να ασκηθεί αναφορικά με την ύπαρξη κανόνα ακριβείας, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η ακρίβεια διατυπώθηκε με τη θέσπιση συγκεκριμένου κανόνα (π.χ. 69ος κανόνας Αγ. Αποστόλων). Από το παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι Ιεροί Κανόνες εκτός από όρια και μέτρο, αποτελούν και τα παιδαγωγικά εκείνα μέσα που διαθέτει η Εκκλησία. Έτσι, η εκκλησιαστική οικονομία είναι το φιλάνθρωπο και φιλόστοργο εκείνο μέσο, που επιτρέπει τη διαποίμανση των μελών της και σκοπό έχει όπως χαρακτηριστικά λέγει ο 102ος κανόνας της Πενθέκτης “…τό πλανώμενον πρόβατον ἐπαναγαγεῖν, καί τρωθέν ὑπό τοῦ ὄφεως ἐξιάσασθαι καί μήτε κατά κρημνῶν ὠθῆσαι τῆς ἀπογνώσεως, μήτε τόν χαλινόν ὐπενδοῦναι πρός τήν τοῦ βίου ἔκλυσιν τε καί καταφρόνησιν…”. Παρομοιάζεταιδε, αυτός που εφαρμόζει την οικονομία ως ο ιατρός που χρησιμοποιεί τα κατάλληλα φάρμακα “…εἴτε διά τῶν αὐστηροτέρων τε και στυφόντων, εἴτε διά τῶν ἁπαλωτέρων τε καί πρᾳοτέρων φαρμάκων, κατά τοῦ πάθους στῆναι, καί πρός συνούλωσιν τοῦ ἕλκους ἀνταγωνίσασθαι…”.

Κανόνες που εισάγουν την οικονομία στη νηστεία

Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι Ιεροί Κανόνες που στοιχίζονται πίσω από τον λόγο του Κυρίου “ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω” (Ματθ. 19,12) και εισάγουν εκκλησιαστική οικονομία είναι:α) Ο 69ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων, που ορίζοντας την ακρίβεια, περιλαμβάνει και την οικονομία “ἐκτός εἰ μή δι᾽ ἀσθένειαν σωματικήν ἐμποδίζοιτο”. Ο Ζωναράς σχολιάζοντας τον παρόντα κανόνα σημειώνει ότι “ἡ γάρ νηστεία διά ταπείνωσιν ἐπινενόηται τῆς σαρκός· εἰ δ´ ἐκ νόσου, ἤ ἀσθένείας ἄλλης τινός καταπονοῖτο ἡ σάρξ,ἡ ἐκ τῆς νηστείας ταπείνωσις ἐκείνη οῦκ ἀναγκαία”. β) Ο Άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας, για λόγους υγείας, επιτρέπει την κατάλυση της νηστείας και κατ᾽ αυτήν ακόμα την Μ. Εβδομάδα. Πιο συγκεκριμένα στην 8η κανονική ερωτοαπόκριση αναφορικά με τη γυναίκα που θα γεννήσει την περίοδο της νηστείας του Πάσχα, αν θα πρέπει να νηστέψει διασαφηνίζει ότι “ὁφείλει μεταλαβεῖ, καθῶς βούλεται καί δύναται βαστάσαι, τροφῆς καί ποτοῦ”. γ) Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η 10η κανονική ερωτοαπόκρισή του, που επιτρέπει στον ασθενή την κατάλυση της νηστείας ακόμα και τη Μ. Εβδομάδα, γιατί “ὀφείλει μεταλαμβάνει καί τῆς τροφῆς καί τοῦ ποτοῦ ὁ ἀσθενῶν, πρός ὅ δύναται βαστάσαι” , είναι δηλαδή σωστό να τρώει λάδι ο ασθενής μια και εξαντλήθηκε από την ασθένειά του. Στο σχόλιό του ο Βαλσαμών επεκτείνει την ισχύ του παρόντος κανόνος και κατά τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής. Η ασθένεια του σώματος λαμβάνεται από την Εκκλησία σοβαρά υπ᾽όψιν, προκειμένου να χαρακτηρισθεί σε κατάσταση ανάγκης κάποιος και να γίνει σε αυτόν οικονομία, μάλιστα δε χαρακτηρίζεται και καθήκον σε ορισμένες περιπτώσεις.  Κατά τον Αββά Ποιμένα, η νηστεία «δέν εἶναι σωματοκτόνος, ἀλλά παθοκτόνος».  δ) Ο 19ος κανόνας της Γάγγρας ορίζει ότι αν κάποιος από τους ασκούμενους, χωρίς σωματική ανάγκη, (δηλαδή ασθένεια, όπως ορίζει ο 69ος Αποστολικός κανόνας), υπερηφανεύεται και καταλύει τις παραδεδομένες νηστείες, αυτός να αναθεματίζεται. Ο κανονικός νομοθέτης στην περίπτωση αυτή απαιτεί την πλήρη εφαρμογή της ακρίβειας και δεν αναγνωρίζει οικονομία, για το λόγο ότι η κατάλυση της νηστείας εδώ ξεκινά από την υπερηφάνεια, ότι κάποιος δηλαδή μπορεί από μόνος του να ρυθμίζει το ζήτημα αυτό, άνευ υπακοής στην Εκκλησία. ε) Ο 53ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων κανονίζει την κατάλυση της νηστείας κατά τις ημέρες των εορτών και φτάνει να απαγορεύσει την νηστεία κατά την εορταστική περίοδο. Έτσι αυτός που θα νηστεύσει σε εορταστική περίοδο και δεν καταλύσει τη νηστεία, δηλαδή με κρέας και οίνο, επειδή αποστρέφεται το κρέας, αυτός εάν είναι κληρικός να καθαιρείται. Γιατί αυτό δεν συμβαίνει επειδή έχει κάποια ατομική άσκηση ή βρίσκεται σε κανόνα από τον πνευματικό του, αλλά επειδή αποστρέφεται αυτά που έχουν δοθεί από το Θεό ως φαγώσιμα, κατά τον Βαλσαμώνα, με αποτέλεσμα να μολύνει την συνείδησή του και να γίνεται αίτιος σκανδάλου για πολλούς. στ) Ο 1ος κανόνας του Θεοφίλου Αλεξανδρείας κανονίζει το θέμα της λύσης της νηστείας όταν η παραμονή των Θεοφανείων, που είναι ημέρα νηστείας, πέσει ημέρα Κυριακή που είναι αναστάσιμη ημέρα, τότε η νηστεία να λύεται (με την κατανάλωση ολίγων φοινίκων”χουρμάδων” ή και σύκων και σταφίδων, κατά τον Όσιο Νικόδημο). Κατ᾽επέκταση μπορεί να γίνει οικονομία και να υπάρχει λύση της νηστείας κατά την παραμονή της Δεσποτικής Εορτής, όπως η Παραμονή των Χριστουγέννων, εάν συμπίπτει Κυριακή ή Σάββατο. Οι κανονικές διατάξεις που διατυπώθηκαν από: α) τον Ιωάννη το Νηστευτή, ο οποίος σε όλους σχεδόν τους κανόνες του προσθέτει την άσκηση της νηστείας και της προσευχής με σκοπό να μειώσει το χρόνο αποχής από τη Θεία Κοινωνία, β) τον Νικηφόρο τον Ομολογητή, 5ος (για τον Ευαγγελισμό εάν τύχει Μ. Πέμπτη ή Μ. Παρασκευή), 7ος (για τη νηστεία των Αγ. Αποστόλων και των Χριστουγέννων ), 16ος (για την κατάλυση νηστείας από εργαζομένους μοναχούς την Μ. Τεσσαρακοστή), 20ος (για τη νηστεία των μοναχών των Αγ. Αποστόλων και τα Χριστούγεννα) και 33ος (για τη νηστεία των μοναχών την τετάρτη και την παρασκευή της Τυροφάγου) και γ) τον Νικόλαο Κωνσταντινουπόλεως στον 3ο κανόνα του (που αναφέρεται στη νηστεία του Δεκαπενταυγούστου) δεν έχουν κυρωθεί από τον 2ο κανόνα της Πενθέκτης ώστε να λάβουν οικουμενικό κύρος και καθολική ισχύ, για το λόγο αυτό δε θα γίνει αναφορά σ᾽ αυτούς.

Αρμοδιότητα

 Σύμφωνα με την κανονική παράδοση αρμόδιοι για την άσκηση της εκκλησιαστικής οικονομίας πέρα από κάθε αμφιβολία είναι ο επίσκοπος, ο οποίος δύναται να οικονομήσει ενόρια τα ζητήματα που σχετίζονται με την τήρηση, λύση και κατάλυση της νηστείας, αλλά και λαμβάνοντας μέρος στην τοπική σύνοδο της μείζονος εκκλησιαστικής περιφέρειάς του, ή ως εκπρόσωπος της τοπικής του Εκκλησίας σε μείζονες συνοδικές διασκέψεις. Ο Επίσκοπος γνωρίζοντας τις τοπικές και ατομικές συνθήκες ρυθμίζει το ζήτημα της νηστείας ορισμένων πιστών της περιφέρειάς του, ή λαμβάνει γενικότερο μέτρο οικονομίας, που ανάγεται στην αρμοδιότητα της Συνόδου, λόγω κατεπείγουσας ανάγκης που επιβάλλουν έκτακτες συνθήκες και επιφυλάσσεται στη συνέχεια να ζητήσει την συνοδική έγκριση μιας τέτοιας κατ᾽οικονομίας ενέργειας. Επιπρόσθετα, αυτός που εξατομικευμένα ασκεί την εκκλησιαστική οικονομία στο ζήτημα της νηστείας είναι κατ᾽ εξοχήν ο πνευματικός πατήρ, που έχει την ευθύνη της διαποίμανσης κάθε μέλους της εκκλησιαστικής κοινότητας, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο 12ος κανόνας της Α´ Οικουμενικής Συνόδου και ο προαναφερθείς 102ος της Πενθέκτης, που επιτρέπει στον πνευματικό να χειρίζεται σαν ιατρός τις περιπτώσεις των πνευματικών του παιδιών και να δίδει το ανάλογο φάρμακο για την θεραπεία των πνευματικών νοσημάτων και την επούλωση των πληγών από την αμαρτία με τελικό σκοπό τη σωτηρία του εξομολογούμενου. Στον κανόνα αυτό εισάγεται και η έννοια της οικονομίας, ως “οἰκονομοῦντι σοφῶς” τον άνθρωπο που προρεύεται προς την “ἄνω λαμπροφορίαν”. Ο 74ος κανόνας του Μ. Βασιλείου δίνει τη δυνατότητα στον πνευματικό να ελαττώνει το επιτίμιο προς τον εξομολογούμενο, εάν υπάρχει από μέρους του πραγματική μετάνοια και να ασκεί την φιλάνθρωπη οικονομία.

Το ζήτημα της αναπροσαρμογής της νηστείας στη σύγχρονη εποχή

Ως επιστέγασμα των όσων ειπώθηκαν και μέσα στο πλαίσιο της κανονικής παράδοσης της Εκκλησίας, το αίτημα για την αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συγχρόνου εποχής, είναι ένα ζήτημα που τέθηκε στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις για τη μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Έτσι καθίσταται αδήριτος ανάγκη η εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων επί τη βάσει σύνολης της κανονικής νομοθεσίας της ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ζήτημα αυτό εντάχθηκε ως έβδομο – από τα δέκα (10) θέματα – στο θεματολόγιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 28 Όκτωβρίου 1986) ανέλυσε διεξοδικά το ζήτημα αυτό και εξέδωσε τελικά κείμενα-αποφάσεις, όπου διακηρύσσει χαρακτηριστικά “την ανάγκην τηρήσεως υπ’ αυτών των τεταγμένων νηστειών του ενιαυτού του Κυρίου”, ενώ διακρίνει τις νηστείες από την εξατομικευμένη άσκηση – νηστεία που θέτει ο πνευματικός στο αγωνιζόμενο μέλος της Εκκλησίας, “προς τούτοις δε και πασών των κατά ποιμαντικήν μέριμναν οριζομένων εκάστοτε νηστειών ή των κατά την προαίρεσιν των πιστών τηρουμένων”. Καταλήγει δε ότι: “Εκρίθη ούτως ότι ουδεμία κατάργησις νηστείας δύναται να προταθή, τούτο μεν δια το υψηλόν πνευματικόν περιεχόμενον του θεσμού, τούτο δε προς αποφυγήν σκανδαλισμού του πιστού λαού του Θεού, ο οποίος έχεται των πατρίων και μετά δυσφορίας θα έβλεπεν οιανδήποτε απομάκρυνσιν από την κρατήσασαν δια μέσου των αιώνων τάξιν”. Όσον αφορά το ζήτημα της εκκλησιαστικής οικονομίας διετύπωσε τις εξής θέσεις: α) Δύναται αυτή να εφαρμοστεί “δι’ ασθένειαν του σώματος ή δι’ αδήριτον ανάγκην ή και δια την χαλεπότητα των καιρών” και τούτο “κατά την υπεύθυνον κρίσιν και ποιμαντικήν μέριμναν του σώματος των επισκόπων των κατά τόπους Εκκλησιών”. β) Επίσης στις περιπτώσεις όπως, “δια τους έχοντας δυσκολίαν εις την τήρησιν των ισχυουσών περί νηστείας διατάξεων είτε εκ λόγων ατομικών (ασθένεια, στράτευσις, συνθήκαι εργασίας, διαβίωσις εν τη Διασπορά κ.λπ.) είτε γενικοτέρων (ειδικαί συνθήκαι επικρατούσαι εις τινας χώρας από πλευράς κλίματος, αδυναμία ευρέσεως νηστίμων τροφών και κοινωνικών δομών) επαφίεται εις την πνευματικήν διάκρισιν των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να καθορίσουν το μέτρον της φιλάνθρωπου οικονομίας και επιεικείας”. γ) Τονίζεται δε, από την Διάσκεψη ότι “η φιλάνθρωπος αύτη συγκατάβασις πρέπει να ασκηθή υπό της Εκκλησίας μετά πάσης φειδούς, οπωσδήποτε δε επί το επιεικέστερον δια τας νηστείας εκείνας, δι’ ας δεν υπάρχει ομοιόμορφος πάντοτε και εις απάσας τας περιπτώσεις παράδοσις και πράξις εν τη Εκκλησία”.

Επίλογος

Στην παρούσα εισήγηση επιχειρήσαμε να θίξουμε συνοπτικά το θέμα της ακρίβειας και της οικονομίας στην εντολή της νηστείας, έτσι όπως αυτή περιγράφεται στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας. Ασφαλώς το θέμα δεν είναι δυνατό να εξαντληθεί στο πλαίσιο μιας εισήγησης, αλλά χρήζει περαιτέρω ανάπτυξης και ερεύνης. Ανακεφαλαιώνοντας γίνεται σαφές ότι η ακρίβεια είναι αυτή που καθορίζει το βούλημα του κανονικού νομοθέτη, ενώ η οικονομία είναι αυτή που διασώζει το πνεύμα του. Τέλος, η νηστεία δεν θα πρέπει να θεωρείται ως η τήρηση ενός τυπικού καθήκοντος από την πλευρά του πιστού, αλλά ως η έκφραση της αγαπώσης καρδίας του, η οποία αναμένει τον ερχομό του Αναστάντος Νυμφίου της.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Σερβίας προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο περί της Μεγάλης Συνόδου

Η από 24.7.2015 επιστολή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Σερβίας εστάλη προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο πριν από την Ε΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 10-17.10.2015).

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΣΕΡΒΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ)
 
 
 
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Αρ. πρωτ. 439
Εν Βελιγραδίω την 24ην Ιουλίου 2015
Τω Παναγιωτάτω Αρχιεπισκόπω
Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης
και Οικουμενικώ Πατριάρχη
Κυρίω ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΩ
Εις Κωνσταντινούπολιν.
Παναγιώτατε,
Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά την τακτικήν συνεδρίασίν Της του παρελθόντος Μαΐου ε.ε. εξήτασε την έκθεσιν των εκπροσώπων τής καθ΄ ημάς Τοπικής Εκκλησίας,

που αφορούσε εις την τρίτην συνάντησιν της Ειδικής Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον και αποφάσισεν όπως κοινοποιήση τας προτάσεις Αυτής διά την Πέμπτην Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, εν ταυτώ ειπείν διά την μέλλουσα Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας.
Η απόφασις και αι προτάσεις της ημετέρας Συνόδου της Ιεραρχίας κοινοποιούνται εις τους Προκαθημένους πασών των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών επί κεφαλής όντος του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η απόφασις και αι προτάσεις αι αφορώσαι εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον έχουν ως ακολούθως:
«Μετά πλήρους συναισθήσεως της εξαιρέτου ιστορικής σπουδαιότητος της προετοιμαζομένης Μεγάλης Συνόδου διά την μαρτυρίαν και αποστολήν της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον, η Σύνοδος της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν όψει της προετοιμασίας της Μεγάλης Συνόδου, η οποία επρογραμματίσθη όπως συνέλθη το 2016, γνωρίζει εις τους Προκαθημένους και τας Ι. Συνόδους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών τας επισήμους απόψεις και προτάσεις Της:
1. Είναι εις όλους γνωστόν, ότι η Σερβική Ορθόδοξος Εκκλησία συμμετέχει ενεργώς και απ’ αρχής εις τας προετοιμασίας της Μεγάλης Συνόδου καθώς και ότι έχει λάβει μέρος εις όλας τας Πανορθοδόξους Προπαρασκευαστικάς Επιτροπάς από της πρώτης εν έτει 1961 έως και σήμερον. Το γεγονός αυτό διατρανώνει την επιθυμία Της διά την σύγκλησιν της Συνόδου και την συναίσθησιν των ευθυνών δια την καλυτέραν προετοιμασίαν του οροσήμου τούτου διά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την υλοποίησιν της ευαγγελικής αποστολής Της.
Προκαλεί όμως ανησυχίαν εις την καθ’ ημάς Τοπικήν Εκκλησίαν το γεγονός ότι ενώ η Σύνοδος συνέρχεται λίαν προσεχώς, τα προγραμματισθέντα θέματα της Συνόδου δεν απαντούν εις ουσιαστικά ζητήματα, με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπος η σημερινή Ορθόδοξος Εκκλησία. Ως γνωστόν, αι Οικουμενικαί Σύνοδοι και άπασαι αι της αυτής σπουδαιότητος Σύνοδοι εν τη ιστορία της Εκκλησίας αντιμετώπιζαν εν πρώτοις τα εμφανισθέντα δογματικά ζητήματα και ακολούθως, εν συσχετισμώ προς αυτά, και τα ζητήματα διοργανώσεως και κανονικής ευταξίας εν τη Εκκλησία.
Αδιαμφισβητήτως το κεντρικόν δογματικόν ζήτημα από του Μεγάλου Σχίσματος (1054 μΧ) και εντεύθεν, μετά την εμφάνισιν της Διαμαρτυρήσεως (από του 16ου αι.) έως και της σήμερον, είναι το εκκλησιολογικό ζήτημα: το περί Εκκλησίας ερώτημα.
Συνεπώς το προβλεπόμενον θέμα της Συνόδου, προερχόμενον από τον συγκερασμόν δύο πρώην θεμάτων (περί Οικουμενισμού και περί του Διαλόγου μετά των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών) υπό τον τίτλον Η σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού Χριστιανικού κόσμου, αναποφεύκτως απαιτεί προκαθορισμόν τινά της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής, εν η πιστεύομεν, εν τω Συμβόλω της Πίστεως ομολογούντες, ότι αύτη εστίν η Ορθόδοξος Εκκλησία – η Εκκλησία του Συμβόλου. Μόνον υπό το φως τοιαύτης προκαθορισμένης αυτογνωσίας της Εκκλησίας δύναται το προβλεπόμενον θέμα, ήτοι «Η σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού Χριστιανικού κόσμου», να εύρη την πραγματικήν αυτού θέσιν. Τούτο ακριβώς το ουσιώδες δογματικο-εκκλησιολογικό ζήτημα έχουσα υπ’ όψιν η καθ’ ημάς Τοπική Εκκλησία προέτεινε διά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απόφασιν της Συνάξεως αυτής (υπ’ αριθμ. 771/зап. 160 της 26ης Μαΐου 2011), επικύρωσιν τινά της οικουμενικής σπουδαιότητος της Συνόδου του Φωτίου (879/890), ειδικώς δε της διδασκαλίας αυτής περί του Filioque, το οποίο και ήτο ο κύριος λόγος διά τον χωρισμόν της Εκκλησίας της Ρώμης από το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Διά τον αυτόν λόγον, η ημετέρα Σύναξις προέτεινε, και πάλιν προτείνει, διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, την επικύρωσιν υπό της Μεγάλης Συνόδου των Ησυχαστικών Συνόδων του 14ου αι., και την αποδοχήν της διδασκαλίας των εξ ολοκλήρου ορθοδόξου περί της θείας Ουσίας και των αιωνίων Θείων Ενεργειών ως μίαν ουσιώδη διαφοράν εν σχέσει με την Ρωμαιοκαθολικήν διδασκαλίας περί της Θείας Χάριτος, τουτ’ έστιν εν γένει περί της σχέσως του Θεού προς την κτίσιν Αυτού, διδασκαλίαν από της οποίας οργανικώς συνάγεται η ρωμαιοκαθολική κατανόησις του Filioque, καθώς και η υπερτροφία, η ρωμαϊκή κατανόησις της θέσεως του Πρώτου εις την Εκκλησίαν (πρωτείον) – αφ’ ης η απουσία του Αγίου Πνεύματος ανταλλάσσεται από το αλάθητον ανθρώπου τινός.
Θεωρούμεν επίσης ως ουσιώδες η Μεγάλη Σύνοδος να επικυρώση τας αποφάσεις της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (1282-84), διά της οποίας η ένωσις της Λυώνος ηκυρώθη, και της Μεγάλης Συνόδου (1484) διά της οποίας αι αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας ηκυρώθησαν. Εις τα πλαίσια αυτά θα ήτο εξαιρετικής σημασίας να ορισθή η θέσις της Εκκλησίας επί του (Πετρείου) Πρωτείου, και επί της σφαλεράς διδασκαλίας των Συνόδων Λυώνος, Φλωρεντίας, και Βατικανής Ι και ΙΙ, επί του θέματος αυτού, καθώς επίσης και η θέσις του Πρώτου εις την Εκκλησίαν.
Η καθ΄ ημάς Εκκλησία έχει έτοιμον σχέδιόν τι επί του θέματος «Περί της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας», και είναι ετοίμη να το αποστείλη διά την Πέμπτην Προσυνοδικήν Διάσκεψιν προς μελέτην και προετοιμασίαν διά την τελικήν μορφήν εις την Σύνοδον.
Μόνον υπό το φως της Εκκλησιολογίας θα λάβουν άπαντα τα άλλα θέματα την θέσιν την οποίαν δικαιούνται.
2. 2α. Τα επεξεργασθέντα θέματα: «Περί της αποστολής της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως μαρτυρίας αγάπης εν διακονία» και «Περί της σπουδαιότητος της νηστείας και της τηρήσεως αυτής σήμερον», θεωρούμεν ότι έχουν ολοκληρωθεί διά την ημερησίαν διάταξιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
2β. Προκειμένου να δικαιολογηθή η προώθησις του θέματος «κωλύματα γάμου» εις την Μεγάλην Σύνοδον, είναι αναγκαίον πρώτον μεν να εξετασθή το υπαρξιακόν ζήτημα της συγχρόνου ανθρωπότητος και της Εκκλησίας – το ζήτημα του ιερού μυστηρίου του Γάμου και της χριστιανικής Οικογενείας, η οποία απειλείται την σήμερον περισσότερον από ποτέ (εδώ πρέπει να υπογραμμισθή: βιοηθική, ο «γάμος» συντρόφων του αυτού φύλου, το πρόβλημα της εκτρώσεως, αντισύλληψις, τεχνητή γονιμοποίησις, κλωνοποίησις κ.α.). Μόνον εις τα πλαίσια αυτά δύναται να δικαιολογηθή η συμπερίληψις του θέματος «κωλύματα γάμου». Και επί του θέματος αυτού η καθ’ ημάς Εκκλησία είναι ετοίμη να προσφέρη σχέδιόν τι προς μελέτην και προετοιμασίαν διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Ει δε μη, ελλείψει τούτου, η γνώμη της Εκκλησίας ημών είναι ότι τούτο δεν είναι ζήτημα διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, αλλά μάλλον διά μίαν άλλην Πανορθόδοξον Κανονικήν Επιτροπήν.
Το αυτό ισχύει και επί του ζητήματος του Ημερολογίου. Επικεντρώνοντες το ζήτημα αυτό περί την ερώτησιν του ενδεχομένου εορτασμού του ΠΑΣΧΑ ουδέν επιλύεται (η Εκκλησία έχει λύσει το ζήτημα αυτό διά της οικονομίας), δύναται δε να προκαλέση μόνον νέαν αντίδρασιν και σκάνδαλον εντός της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου, αυτά τα θέματα καθ’ αυτά θα πρέπει να αφαιρεθούν από τον κατάλογον των θεμάτων διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον.
3. Η καθ’ ημάς Εκκλησία θεωρεί άκρως σημαντικόν όπως εισαχθή εις την Σύνοδον το ήδη προετοιμασμένο θέμα «Περί του Αυτοκεφάλου και του Αυτονόμου», ως αυτό προετάθη εις την Προσυνοδική Διάσκεψιν (2009). Δεν είναι φρόνιμον να αφαιρεθή διά τυπικούς λόγους (τρόπος υπογραφής του Τόμου) το καθοριστικόν τούτο θέμα διά την οργάνωσιν, αποστολήν και κανονικήν ευταξίαν της Εκκλησίας.
Εις το ανωτέρω πλαίσιον, συμφώνως προς την πρότασιν της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (αρ. πρωτ. 1365 της 25ης Σεπτεμβρίου 2014), το οποίο επεδόθη εις τον Πρόεδρον της Ειδικής Επιτροπής Μητροπολίτην Περγάμου κ. Ιωάννην Ζηζιούλαν το 2014, η Σύνοδος της Ιεραρχίας εκτιμώντας ως ιδιαίτερα σημαντικό, προέτεινε όπως εντός του πλαισίου του θέματος «Αυτοκέφαλον» συμπεριληφθή και εξετασθή πρώτον το ζήτημα της επικυρώσεως πάντων των αυτοκεφάλων, των χορηγηθέντων υπό μόνης της Μητρός Εκκλησίας (αι Οικουμενικαί Σύνοδοι έχουν επικυρώσει μόνο τα τέσσερα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και την Εκκλησίαν της Κύπρου). Εκ των νεωτέρων Εκκλησιών μόνον ο Τόμος Ανακηρύξεως του Πατριαρχείου Μόσχας έχει υπογραφεί υπό των τεσσάρων Προκαθημένων των πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Η πρότασις αύτη είναι σύμφωνος προς την εισήγησιν της Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως εν Σαμπεζύ, ότι το Αυτοκέφαλον δεν χορηγεί, αλλά προτείνει η Μήτηρ Εκκλησία, επικυρώνει δε αυτό το ορθόδοξον πλήρωμα εκδίδοντας τον Τόμον από κοινού.
Η επικύρωσις αύτη θα αποτρέψει δύο μελλοντικούς κινδύνους:
α) Την επανάληψιν του ιστορικού προηγουμένου (το οποίο τελούσε εν συναρτήσει συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών) σύμφωνα με το οποίο το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ως Μήτηρ Εκκλησία έχει απονείμει μόνο του το αυτοκέφαλον, ενώ έχουν παρατηρηθεί νεώτερες απόπειρες Μητέρων Εκκλησιών να απονείμουν αυτές μόνες αυτοκέφαλα (πχ. το Πατριαρχείο Μόσχας εις την «Αμερικανικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν»).
β) Θα αποφευχθή ο πειρασμός της καταργήσεως αυτοκεφάλων εκ μέρους της Μητρός Εκκλησίας (πχ. περίπτωσις του Πατριαρχείου Ιπεκίου το 1463 και το 1766, και του Πατριαρχείου Τυρνόβου το 1767 και της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος).
Θα πρέπει να συνεκτιμήσωμεν ότι εις την εποχή μας η Ορθόδοξος Εκκλησία, διά πρώτην φοράν εν τη δισχιλιετή ιστορία Της εξαπλούται εις όλην την Οικουμένην όχι πλέον ως Πενταρχία ή Τετραρχία. Έχει οργανωθεί εις δεκατέσσαρας Τοπικάς Αυτοκεφάλους Εκκλησίας με την προοπτική εις το άμεσον ή απώτερον μέλλον όπως προκύψουν νέαι τοπικαί Εκκλησίαι εις την σημερινήν διασποράν εν Ευρώπη, Βορείω και Νοτίω Αμερική, Καναδά, Αυστραλία εκ των υπαρχουσών κατά περιοχάς σημερινών Επισκοπικών Διασκέψεων. Όθεν καθίσταται αναγκαίον όπως το ζήτημα της απονομής τού Αυτοκεφάλου εδρασθή επί υγειών, συνοδικών, κανονικών θεμελίων, ούτως ώστε να αποτραπούν και να θεραπευθούν σχίσματα τα οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία κατά το παρελθόν αντιμετώπισε και, δυστυχώς, αντιμετωπίζει και την σήμερον ημέρα.
4. Διά την τελικήν προετοιμασίαν και διεξαγωγήν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, καθίσταται απαραίτητος, το ταχύτερον δυνατόν, η συμμετοχή εις την σύνθεσιν της Γραμματείας Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Σαμπεζύ, ενός, τουλάχιστον, εκπροσώπου εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, κατόπιν προτάσεως των ιδίων Τοπικών Εκκλησιών.
Η Πανορθόδοξος Γραμματεία Προπαρασκευής και Οργανώσεως της Συνόδου καλείται όπως αναλάβη τις αρμοδιότητες των άχρι του νυν Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων και των Ειδικών Διορθοδόξων Επιτροπών, μετά την ολοκλήρωσιν του έργου των, ώστε η διεξαγωγή της Συνόδου να τελεσφορήση.
5. Συμφώνως τη ημετέρα προτάσει, διατυπωθείσα εν τη τελευταία Διασκέψει των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών εν Κωνσταντινουπόλει, η καθ’ ημάς Σύνοδος της Ιεραρχίας εισηγείται όπως η Πέμπτη Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις εξετάση την σύστασιν Μονίμου Ειδικού Ταμείου ώστε μέσω ετησίων εισφορών εκ μέρους όλων των Εκκλησιών εις το Ορθόδοξον Κέντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Σαμπεζύ ή αλλού, συγκεντρωθούν τα απαραίτητα κεφάλαια όχι μόνον διά την κάλυψιν των εξόδων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αλλά και διά την μελλοντικήν εκκλησιαστικήν διακονίαν εις την προαγωγήν της Πανορθοδόξου Ενότητος, της ανά τον κόσμον Πανορθοδόξου Ιεραποστολής, εις την βοήθειαν εις ενδεείς Εκκλησίας, εις την προαγωγήν της θεολογικής εκπαιδεύσεως, του επιστημονικού έργου πανορθοδόξως, των κοινών εκδόσεων κοκ.
Η καθ’ ημάς Σύνοδος της Ιεραρχίας εκφράζει την βαθυτάτην ευγνωμοσύνην της προς την πανορθόδοξον διακονίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θεωρώντας εν ταυτώ ότι η Πρωτόθρονος Εκκλησία, ευρισκομένη επί αιώνες επί μεγάλου Σταυρού, δεν υποχρεούται μόνη αύτη να επωμίζεται το οικονομικό βάρος της πανορθοδόξου Διακονίας, συμφώνως προς το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσετε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2).
Αι αποφάσεις και προτάσεις να διαβιβασθούν αρμοδίως εις τους Προκαθημένους όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών».
Όθεν, διαβιβάζοντες τας αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, διατελούμεν,
 
Εν Χριστώ αδελφός της Υμετέρας Παναγιότητος
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιπεκίου,
Μητροπολίτης Βελιγραδίου και ΚΑρλοβικίου
και Πατριάρχης Σερβίας
+Ειρηναίος
Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου
της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας
 
Συνέχεια ανάγνωσης

Κριτική θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού Διαλόγου (πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού).

Ο Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) διείδε την κατάληξιν των οικουμενιστικών σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ απεμακρύνθη από το Π.Σ.Ε. το 1961. Ο καθ. Ιωάννης Καρμίρης εδήλωσε το 1953: η άνευ όρων συμμετοχή της Ορθοδοξίας εις δογματικά συνέδρια δεν είναι σύμφωνος προς την διδασκαλίαν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής.

 


1. Η τραγωδία του σχίσματος (1054) και η οδυνηρή παράτασή της, ως και οι καταθλιπτικές πολιτικές εξελίξεις στον χώρο της Ανατολής, λειτούργησαν ως προϋπόθεση μιας σειράς διαλογικών προσπαθειών για την αποκατάσταση της ενότητας, με την επιστροφή των αιρετικών – σχισματικών στο ένα και αδιαίρετο εκκλησιαστικό σώμα για την σωτηρία τους: Με τις αιρέσεις και τα σχίσματα το ένα και αδιάτμητο εκκλησιαστικό σώμα, ως σώμα του Ιησού Χριστού, δεν διαιρείται, αλλά – κατά τον ιερό Χρυσόστομο – «το σεσηπός εκκόπτεται». Ο διάλογος ανήκει στην ουσία του αυθεντικού Χριστιανισμού, έχει δε εισαχθεί και εξαγιασθεί από τον ίδιο τον Δημιουργό στον ανθρώπινο βίο. «Δεύτε διαλεχθώμεν» λέγει ο Θεός (Ησ. 1, 18) στο πλάσμα Του. Η λατρεία μας, άλλωστε, είναι ένας συνεχής διάλογος Πλάστου και πλάσματος για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως και η «ατομική» προσευχή. Την οδό του διαλόγου με τα αποσχιζόμενα από το Σώμα του Χριστού τέκνα της ακολουθεί η Ορθοδοξία.
Μετά το μεγάλο σχίσμα (1054) και ως τον 15ο αιώνα έγιναν, μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Χριστιανοσύνης, δηλαδή μεταξύ Παπισμού και Ορθοδοξίας, περισσότεροι από έντεκα (11) διάλογοι με κορύφωση τη Σύν­οδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438 -39), που απεδείχθη ψευδοσύνοδος–ουνιτική και αιρετική και γι᾽ αυτό την απέρριψε η Ορθοδοξία, ενώ ο Παπισμός προσπαθεί αιώνες τώρα να την επιβάλει στην Ορθόδοξο Ανατολή.
Οι προ της αλώσεως (1453) ενωτικοί διάλογοι ήσαν καταδικασμένοι σε αποτυχία από την γένεσή τους, διότι κινητήρια δύναμή τους ήταν η πολιτική στοχοθεσία της διασώσεως του Βυζαντινού Κράτους και των συνδεομένων με αυτό υλικών συμφερόντων. Αυτό – τηρουμένων των αναλογιών – είναι ευδιάκριτο και στις σημερινές οικουμενι(στι)κές σχέσεις, με τη σχετικοποίηση της Πίστεως και την «Χρήση» της από τους διαλεγομένους, για την εξυπηρέτηση «σκοπιμοτήτων κοσμικού χαρακτήρος, επιβαλλομένων από την Νέα Παγκόσμια Τάξη (Νέα Εποχή – New Age), που τελικά κατευθύνει και τους διαχριστιανικούς και τους διαθρησκειακούς διαλόγους προς πραγμάτωση της «Πανθρησκείας» και την επίτευξη της «Παγκοσμιοποίησης».
2. Προσπάθειες διαχριστιανικού διαλόγου έγιναν και μετά την άλωση (1453), στην διάρκεια της δουλείας. Η στάση της Ορθοδοξίας, σ᾽ όλη την διάρκεια της δουλείας (οθωμανοκρατίας και λατινοκρατίας), υπαγορευόταν από την Πίστη στον Χριστό και την αγάπη προς την (σώζουσα) Αλήθεια, και όχι από την πολιτική κατάσταση, όπως θέλουν οι «επιφανείς» οικουμενιστές μας. Η υπόδουλη Ρωμηοσύνη εγνώριζε την αποχριστιανοποιημένη «Δύση» περισσότερο και αυθεντικότερα από όσο οι ουνιτίζοντες ημέτεροι σήμερα, που οι αγαπολογικές σχέσεις οδηγούν σε συσκότιση της συνειδήσεως και συνεχείς υποχωρήσεις. Τα βασικά πορίσματα της έρευνας για την στάση των Ορθοδόξων, και μάλιστα του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, κατά την δουλεία, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:
α) Η Ορθόδοξος Εκκλησία από τον 15ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα παρέμεινε αμετακίνητη στη στάση της απέναντι στον δυτικό χριστιανισμό, τον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό (Λουθηριανισμό, Καλβινισμό, κ.λπ.) και τον Αγγλικανισμό, που χαρακτηρίζονται σαφώς ως αιρέσεις και αποσχίσεις από τη Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία.
β) Εκφράζεται θετικά η ορθόδοξη εκκλησιαστική πίστη και αποκρούονται οι πλάνες των δυτικοχριστιανικών Ομάδων, διότι έχουν στερηθεί τον χαρακτήρα της Εκκλησίας.
γ) Παραμένει, έτσι, ακμαία η ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, κατά την οποία «ο μικρόν τι τούτων παραβαίνων ως σχισματικός και αιρετικός κατακρίνεται και αναθεματίζεται και ακοινώνητος παρά πάσι λογίζεται». Δεν πρόκειται για αθεμελίωτη εχθρότητα, αλλά για ομολογία της αληθείας.
δ) Ομολογείται, επίσης, χωρίς περιστροφές, ότι «αυτή μόνη η των Ανατολικών Ορθοδόξων (πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων) Χριστιανών πίστις εστίν αληθής μόνη ακραιφνεστάτη».
ε) Μόνη, συνεπώς, παραδεκτή βάση της εκκλησιαστικής ενώσεως είναι η απόλυτος «ενότης της πίστεως και η ομοφροσύνη στην πίστη των Αποστόλων, και των Πατέρων, στην Αγία Γραφή και στις Οικουμενικές Συνόδους, κατά την σχετική δήλωση του Αγίου Μάρκου: «Εν τοις θείοις δόγμασιν ουδαμού χώραν έχει ποτέ η οικονομία η συγκατάβασις».
στ) Η στάση αυτή κορυφώνεται με την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο του 1895, η οποία απήντησε στον Πάπα Λέοντα ΙΓ´ που εκάλεσε τους Ορθοδόξους σε ένωση, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «η Εκκλησία των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των εννέα πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, επομένως η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, στύλος και εδραίωμα της αληθείας». Συνεπώς, η ένωση πρέπει να γίνη «εν τω ενί κανόνι της πίστεως και επί του θεμελίου της αποστολικής και πατροπαραδότου διδασκαλίας». Ειδικά ο Παπισμός χαρακτηρίζεται: «Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των εκκλησιαστικών Πατέρων και της τε αγίας Γραφής και των όρων των αγίων Συνόδων», «Ουδέποτε εθεωρήθη ο Επίσκοπος Ρώμης ως η ανωτάτη αρχή και αλάνθαστος κεφαλή της Εκκλησίας».
Σήμερα οι υψηλόβαθμοι Οικουμενιστές θεωρούν τον Πάπα (και ως αιρετικόν) κανονικό Επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, που χαρακτηρίζεται «αδελφή Εκκλησία», όπως δηλαδή τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία!
3. Η αταλάντευτη αυτή στάση της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Ηγεσίας απέναντι στην ετερόδοξη Δύση άλλαξε επίσημα στις αρχές του 20ου αιώνα, επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ (†1912). Η ασυνέχεια αυτή γίνεται αντιληπτή και μόνο με την σύγκριση των δογματικοσυμβολικών κειμένων, από το 1902 και εξής, με εκείνα του 19ου αιώνα.
Αυτό όμως σημαίνει, ότι εγκαινιάζεται στο εθναρχικό Κέντρο μία νέα στάση απέναντι στην αποκρουόμενη ως τότε Δύση, κατά το πνεύμα του φιλοδυτικισμού και των «οικουμενικών σχέσεων». Το κύριο σημείο αναφοράς δεν θα είναι πλέον η Ανατολή, αλλά η Δύση, με ό,τι αυτή εκφράζει. Η αλλαγή αυτή οριοθετείται από τρία σπουδαία Κείμενα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εγκύκλιο του πατριάρχου Ιωακείμ Γ τo 1902, το Διάγγελμα του 1920 και την Εγκύκλιο του 1952. Η πρώτη πραγματοποιεί το οικουμενιστικό άνοιγμα στην Δυτική Χριστιανοσύνη, ενώ τα άλλα έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα, εγκαινιάζοντας και προωθώντας την πορεία προς τον Οικουμενισμό με την «Οικουμενική Κίνηση». Η συμμετοχή μας σ’ αυτήν οδήγησε στις σημερινές ελεγχόμενες από την ορθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Την επελθούσα αλλαγή μαρτυρεί η χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Οι «αναδενδράδες», όπως χαρακτηρίσθηκαν οι δυτικές χριστιανικές ομάδες το 1902, γίνονται το 1920 «Εκκλησίες», κάτι, βέβαια, που επαινείται από τους Οικουμενιστές, δικούς μας και ξένους. Αυτό όμως σημαίνει προοδευτική εξίσωση των δυτικών Ομολογιών με την Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία. Στο σημείο αυτό είναι περισσότερο ειλικρινής ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´, όταν το 2008 αρνήθηκε στον Προτεσταντισμό τον χαρακτήρα της «Εκκλησίας», την Ορθοδοξία δε εχαρακτήρισε «ελλειμματική», διότι δεν αποδέχεται το πρωτείο του.
Με το Διάγγελμα του 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσέφερε τον καταστατικό χάρτη για την στάση, που όφειλε να τηρήσει στο μέλλον η ορθόδοξη παράταξη μέσα στην Οικουμενική Κίνηση. Αν η Εγκύκλιος του 1902 άνοιξε τον δρόμο για την συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση, το Διάγγελμα του 1920 προετοίμασε την είσοδό μας στο ΠΣΕ.
Κατά τον καθηγητή Χρήστο Γιανναρά, η Εγκύκλιος «υποκαθιστά η αποσιωπά την αλήθεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του υπαρκτικού μυστηρίου της σωτηρίας, για χάρη της κοινωνιστικής και πιετιστικής αντίληψης ενός ιδεολογικού χριστιανισμού, μια και σ’ αυτή «δεν υπάρχει ούτε υπαινιγμός της αλήθειας» (Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας, Αθήνα 1997, σ. 196 επ.).
Η επί Πατριάρχου Αθηναγόρα Εγκύκλιος του 1952 λειτούργησε ως ολοκλήρωση και επισφράγιση της προγραμματισμένης αυτής πορείας. Γι’ αυτό μεγάλοι ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Ιωάννης Καρμίρης και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά την αφοσίωσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν τον δισταγμό τους στα ανοίγματα αυτά και τις επιφυλάξεις τους για τις μέσω αυτών δρομολογηθείσες εξελίξεις.
Ο μεν π. Φλωρόφσκυ το 1961 απομακρύνθηκε από το ΠΣΕ, ο δε Ιωάννης Καρμίρης (το 1953) δηλώνει περίφροντις από τις εξελίξεις: «Είναι προφανές ότι η ανεπιφύλακτος και άνευ όρων συμμετοχή (της Ορθοδοξίας) εις δογματικά συνέδρια και η οργανική σύνδεσις αυτής μετά πολυαρίθμων ποικιλωνύμων Εκκλησιών και Ομολογιών και αιρέσεων επί βάσεως δογματικής και εκκλησιολογικής εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών θα εσήμαινε παρέκκλισιν από της υπό του Πατριαρχικού Διαγγέλματος του 1920 χαραχθείσης γραμμής περί συν­εργασίας αυτής μόνον εν τοις ζητήμασιν του Πρακτικού Χριστιανισμού και γενικώς δεν θα ήτο σύμφωνος προς τας θεωρητικάς αρχάς της Ορθοδοξίας και την μακραίωνα παράδοσιν αυτής, ως και την διδασκαλίαν και πράξιν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής».
Στην Εγκύκλιο του 1952 το Οικουμενικό Πατριαρχείο λέγει, ότι «δια της άχρι τούδε συμμετοχής της εις την παγχριστιανικήν Κίνησιν η Ορθόδοξος Εκκλησία εζήτησε κυρίως, ίνα γνωρίση και μεταδώ τοις ετεροδόξοις τον πλούτον της πίστεως, της λατρείας και της οργανώσεως αυτής, και την θρησκευτικήν άμα και ασκητικήν αυτής πείραν, πληροφορηθή δε και αυτή τας νέας μεθόδους και αντιλήψεις της εκκλησιαστικής ζωής και δράσεως αυτών». Φοβούμενος όμως την σχετικοποίηση της πίστεως, αισθάνεται την ανάγκη ο Ιωάννης Καρμίρης να υπογραμμίσει: «Η συμμετοχή των Ορθοδόξων… και η συν­εργασία… έχει την έννοιαν κοινωνίας αγάπης και ουχί κοινωνίας εν τη δογματική διδασκαλία και τοις μυστηρίοις».
4. Τους αληθινούς στόχους όμως του διαχριστιανικού Οικουμενισμού δεν διστάζουν να ομολογούν διακεκριμένοι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, όπως ο Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος), αναφερόμενος δια μακρών στο Διάγγελμα του 1920, το οποίο και συνέταξε μαζί με άλλους καθηγητές της Θεολ. Σχολής της Χάλκης. «Είναι ανάγκη, είπε, να συνειδητοποιήσουν οι Εκκλησίες ότι εκτός από την ενότητα, υπό την στενή της λέξεως έννοια…, υπάρχει και μία άλλη, πιο περιεκτική έννοια της ενότητος, κατά την οποία όλοι όσοι παραδέχονται την θεμελιώδη διδασκαλία της αποκαλύψεως του Θεού εν Χριστώ, και αποδέχο-νται Αυτόν ως Σωτήρα και Κύριο, θα έπρεπε να θεωρούν ο ένας τον άλλο ως μέλη του ιδίου σώματος και όχι ως ξένους». «Χωρίς να εισχωρήσουμε στην εξέταση των δογματικών διαφορών, που χωρίζουν τις Εκκλησίες», πρόσθεσε ο Θυατείρων, «πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτήν ακριβώς την ιδέα της ευρυτέρας ενότητος…». Είναι φανερή εδώ η θεωρία περί «διευρυμένης Εκκλησίας», που απαιτεί την περιθωριοποίηση της πίστεως και του σωτηριολογικού χαρακτήρα του δόγματος, σ’ αντίθεση με την αποστολική και πατερική παράδοση, όλων των αιώνων.
Καθαρότερα όμως τον σκοπό της Οικουμενικής Κινήσεως έδωσε ο επίσης διακεκριμένος Ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εκ των πρωτεργατών της, πρώην Αμερικής Ιάκωβος σε συνέντευξή του το 1999 στο περιοδικό ΝΕΜΕΣΙΣ: «Πρώτον με επίκραναν οι πόλεμοι και δεύτερον η σχετική αποτυχία του Οικουμενικού Διαλόγου, ο οποίος απέβλεπε στην ένωση η την προσέγγιση των Εκκλησιών και κατόπιν γενικότερα όλων των θρησκειών». Είναι μια έντιμη ομολογία για τις επιδιώξεις της Οικουμενικής Κινήσεως και την διασύνδεσή της με τον πανθρησκειακό Διάλογο, αλλά και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής, για την επίτευξη της Πανθρησκείας.
Υπεύθυνη όμως και αντικειμενική κριτική στην Οικουμενική Κίνηση έχει ασκήσει ο όσιος Ιουστίνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τον Οικουμενισμό με τον ακόλουθο τρόπο: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών Ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικόν όνομά των είναι η παναίρεσις». Και διερωτάται: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθή τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το ΠΣΕ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία».
Ο Άγιος Ιουστίνος μπόρεσε να διίδει την κατάληξη των οικουμενιστικών σχέσεων, που κορυφώθηκαν στις αποφάσεις του Balamand (1993) (=κατάφαση της παπικής αιρέσεως ως αδελφής Εκκλησίας και της Ουνίας, που συμμετέχει επίσημα στον Διάλογο) και του Porto Allegre (2005) (= αποδοχή της προτεσταντικής Εκκλησιολογίας), αλλά και στην καταξίωση de facto της «βαπτισματικής Θεολογίας», «της κοινής διακονίας» χωρίς ενότητα πίστεως, της «διευρυμένης Εκκλησίας» και του «πολιτιστικού πλουραλισμού».
Ο Οικουμενισμός σ’ όλες τις διαστάσεις και εκδοχές του έχει αποβεί αληθινή βαβυλώνιος αιχμαλωσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων σχεδόν των τοπικών ηγεσιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η καύχηση και ο αυτοθαυμασμός των Οικουμενιστών μας «για μια δήθεν νέα εποχή, που άνοιξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις πατριαρχικές Εγκυκλίους των ετών 1902 και 1920, δεν δικαιώνονται», διότι «αυτό που κατορθώθηκε είναι να νομιμοποιήσουμε τις αιρέσεις και τα σχίσματα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού». Αυτό είναι το κατασταλαγμένο συμπέρασμα του αγαπητού αδελφού π. Θεοδώρου Ζήση, το οποίο αδίστακτα προσυπογράφω.
5. Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι ο Οικουμενισμός αποδείχθηκε πλέον ως εκκλησιολογική αίρεση, ως ένας «δαιμονικός συγκρητισμός», που επιδιώκει μία ομοσπονδιακή ενότητα της Ορθοδοξίας με την δυτική αιρετική πανσπερμία. Έτσι όμως, η ορθοδοξία δεν επηρεάζει σωτηριολογικά τον μη ορθόδοξο κόσμο, διότι έχει εγκλωβισθεί αυτή, στα πρόσωπα των κατά τόπους Ηγεσιών της, στις παγίδες του Οικουμενισμού, που κατεργάζονται την φθορά και την αλλοτρίωσή της.
Αντί λοιπόν, η εκκλησιαστική Ηγεσία μας, να ακολουθεί το παράδειγμα των Αγίων μας Πατέρων στη διαφύλαξη της Ορθοδοξίας, ως της μόνης δυνατότητος σωτηρίας ανθρώπου και κοινωνίας, πράττει ακριβώς το αντίθετο: συμφύροντας την Ορθοδοξία με την αίρεση, στα όρια του Οικουμενισμού, και ουσιαστικά καταξιώνοντας την αιρετική πλάνη, επιφέρει την άμβλυνση των κριτηρίων του ορθοδόξου πληρώματος και στερεί και αυτό και τον κόσμο από την δυνατότητα σωτηρίας.
Με αυτό τον τρόπο απορρίπτονται οι άγιοι Πατέρες και η διδασκαλία τους, με την ανατροπή της πίστεως και πράξεως της αρχαίας Εκκλησίας. Η «μεταπατερικότητα», δηλαδή, είναι στην ουσία της αντιπατερικότητα, διότι η προτεσταντίζουσα αυτή κίνηση απο­δυναμώνει την πατερική παράδοση, χωρίς την οποία η Ορθοδοξία παραμένει αθωράκιστη στην δίνη του Οικουμενισμού και την εξυπηρέτηση των σχεδίων της Νέας Εποχής. Και για να παραφράσουμε τον Ντοστογιέφσκυ: «Χωρίς Πατέρες όλα επιτρέπονται»! Κατά τον Άγιο Γρηγόριο όμως τον Παλαμά, «τούτό εστιν αληθής ευσέβεια, το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν».

Πηγή: “Θρησκευτικά”

Συνέχεια ανάγνωσης

Κυριακή της Απόκρεω (Αγάπη ναι, αλλά ποια Αγάπη;)

«ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε’ 40)

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού-Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ’ αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Καί πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…».

 
Κυριακή της Απόκρεω

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτερον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρίση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χριστιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική – παγκόσμια η κρίση, καθολικό – παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε… Δεν μπορεί να τ’ αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Που βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν’ αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ’ ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ’ 6· Α’ Ιωαν. δ’ 8· δ’ 16· ε’ 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

Αδελφοί μου!

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «Άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ’ άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία, η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χριστού. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει…

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ  Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr

Συνέχεια ανάγνωσης