Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς – Σύντομο οδοιπορικό

  Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, αλλά γιατί είναι μεγάλα και σωτηριώδη τα γεγονότα που βιώνουμε την Εβδομάδα αυτή. Τα Πάθη, τη Σταύρωση, το Θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Ο χριστιανός όλη τη Μ. Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να διανύσει. Ένα δρόμο που περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Αν δεν «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε να νιώσουμε τα μεγάλα Μυστήρια της Εβδομάδας αυτής.

 Το κοσμοσωτήρια και λυτρωτικά Πάθη του Κυρίου μας τα βιώνουμε μέσα από τις Ιερές Ακολουθίες που τελούνται κάθε βράδυ της Μ. Εβδομάδας στους Ναούς μας. Μέσα από τις Ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορυφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.

Να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι το βράδυ τελείται η Ακολουθία, ο Όρθρος της επόμενης μέρας. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια ένα σύντομο οδοιπορικό στις μέρες της Μ. Εβδομάδας.

 

     

 Σχετική εικόνα Την Μ. Δευτέρα (Κυριακή Βαΐων εσπέρας) θυμόμαστε τον πάγκαλο Ιωσήφ, υιό του Ιακώβ, τον οποίο τα αδέρφια του πούλησαν για 20 χρυσά νομίσματα στους Ισμαηλίτες. Έπαθε και υπέφερε ο Ιωσήφ, όπως και ο Χριστός. Τελικά  ο Φαραώ τον κατέστησε άρχοντα της Αιγύπτου. Αυτό προτυπώνει την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου. Σε καιρό πείνας ο Ιωσήφ, άνοιξε τις αποθήκες και έθρεψε τους πεινασμένους Αιγυπτίους και τους αδελφούς του. Σιτοδότης ο Ιωσήφ, σιτοδότης και ο Χριστός. Πάντοτε προσφέρει και προσφέρεται «εις βρώσιν τοις πιστοίς». Θυμόμαστε ακόμη την άκαρπη συκή, η οποία συμβολικά και πνευματικά είναι η συναγωγή των Εβραίων, αλλά και κάθε ανθρώπινη ψυχή, που δεν αποδίδει πνευματικούς καρπούς. Ο Χριστός καταράστηκε την συκή και ξεράνθηκε. Κάθε δέντρο που δεν κάνει καρπούς, όπως ο ίδιος ο Κύριος είπε, θα κόβεται και θα μπαίνει στην φωτιά. Ανάλογα θα συμβεί και με τους ανθρώπους.

 

 

 

Την Μ. Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα εσπέρας), ακούμε στον ναό, την παραβολή των δέκα (10) παρθένων, οι οποίες περίμεναν τον νυμφίο με αναμμένες τις λαμπάδες, κατά τη συνήθεια που είχαν την εποχή εκείνη. Πέντε από αυτές ήταν μυαλωμένες και πήραν μαζί τους λάδι για να τροφοδοτούν την λαμπάδα. Οι υπόλοιπες πέντε δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Έτσι όταν ήρθε ο νυμφίος ξαφνικά μέσα στην νύχτα, έψαχναν την υστάτη να βρουν λάδι για τις λαμπάδες τους. Αποτέλεσμα; Οι πρώτες πέντε μπήκαν μαζί με τον νυμφίο στην χαρά του νυμφώνος, ενώ οι άλλες πέντε κλείστηκαν έξω. Νυμφίος είναι ο Χριστός. Και νύμφη η Εκκλησία, και η κάθε ανθρώπινη ψυχή. Καλούμαστε σε εγρήγορση και πνευματική επαγρύπνηση για να μην μείνουμε και εμείς έξω του Νυμφώνος Χριστού, της Βασιλείας των ουρανών. Επιπλέον, φέρνουμε στην μνήμη μας τον οκνηρό δούλο, ο οποίος έκρυψε στη γη το τάλαντο που ο κύριός του, του είχε εμπιστευθεί. Τάλαντο είναι το χάρισμα ή τα χαρίσματα που έχει ο κάθε ένας. Καλούμαστε να αξιοποιήσουμε τα χαρίσματα αυτά για τη δική μας σωτηρία, αλλά και για το καλό του πλησίον μας.

 

 

 Την Μ. Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη εσπέρας), οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν να τελούμε μνήμη, του περιστατικού με την πόρνη γυναίκα. Αυτή η άγνωστη γυναίκα η οποία δεν είναι, όπως εσφαλμένα νομίζουν μερικοί, η Μαρία η Μαγδαληνή, σε ένδειξη ταπείνωσης και άκρας μετάνοιας αλείφει με μύρο τα πόδια του Χριστού, ενώ δάκρυα κυλούν από τα μάτια της. Είναι δάκρυα μετανοίας. Και ο πολυέλεος Χριστός την συγχωρεί. Την ίδια στιγμή ο Ιούδας ο δυσεββής συμφωνούσε με τους γραμματείς και τους αρχιερείς το ποσό που θα πάρει, προκειμένου να προδώσει τον Διδάσκαλο του.

Να σημειώσουμε εδώ ότι τα πρώτα τρία βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας ψάλλεται η ακολουθία του Νυμφίου.

 

 

Την Μ. Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη εσπέρας), συνέβησαν τα εξής τέσσερα σωτηριώδη γεγονότα: 1. Ο ιερός Νιπτήρας: Ο Ιησούς, παρ΄ όλο που είναι ο Διδάσκαλος τους και ο Θεός, πλένει τα πόδια των μαθητών Του, δίνοντας έτσι, σ’ αυτούς και σ’  εμάς παράδειγμα ταπεινώσεως. 2. Ο Μυστικός Δείπνος. Το τελευταίο επίγειο δείπνο του Χριστού με τους μαθητές Του. Το βράδυ αυτό ο Κύριος μας παρέδωσε το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.  3. Η υπερφυά προσευχή του Χριστού. Έγινε αμέσως μετά τον Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν την σύλληψη Του. Λέγεται και αρχιερατική προσευχή. Είναι προσευχή γεμάτη από αγωνία και αγάπη για τον κόσμο. 4. Η προδοσία. Βασική αιτία που ο Ιούδας πρόδωσε τον Κύριο και Θεό του, είναι το πάθος της φιλαργυρίας.

 

 

Την Μ. Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη εσπέρας), επιτελούμε τα άγια και σωτήρια Πάθη του Κυρίου μας. Ο Χριστός καταδικάζεται από το συνέδριο των ανόμων σε θάνατο δια σταυρού. Ο Ιησούς φραγγελώνεται, υβρίζεται, εξευτελίζεται, ραπίζεται και σταυρώνεται. Την εποχή εκείνη σε θάνατο δια σταυρού καταδικάζονταν οι χειρότεροι εγκληματίες. Ήταν ένας θάνατος εξευτελιστικός και ατιμωτικός. Γι’  αυτό και σταύρωσαν τον Χριστό και μάλιστα ανάμεσα σε δυο ληστές. Ο θάνατος στον σταυρό προερχόταν από ασφυξία και όχι από αιμορραγία. Το βάρος του σώματος πίεζε τους πνεύμονες και ο εσταυρωμένος πέθαινε σε λίγες ώρες ή και μέρες από ασφυξία. Ο Χριστός πέθανε σε λίγες ώρες. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι στρατιώτες έσπασαν τα σκέλη των δύο ληστών για να πεθάνουν γρηγορότερα, αφού την άλλη μέρα ήταν το Πάσχα των Εβραίων και δεν έπρεπε τα σώματα τους να μείνουν στον σταυρό. Ο Χριστός όμως αφού πέθανε, δεν του έσπασαν τα σκέλη για να πληρωθεί έτσι η Γραφή «οστούν ου συντρίψατε απ’  αυτού» (Έξοδος 12, 10). Όπως κατά την έξοδο οι Ισραηλίτες έσφαξαν ένα αρνί, προσέχοντας να μην του σπάσουν τα οστά, έτσι και τώρα και στον Χριστό που είναι ο Αμνός του Θεού δεν του σπάνε τα οστά. Ο πασχάλιος εκείνος αμνός συμβολίζει τη θυσία και την ακεραιότητα του αμνού Ιησού. Ο Χριστός θυσιάζεται για το δικό μας Πάσχα. Με το πανάγιο του αίμα, μας εξαγοράζει από την κατάρα του νόμου, μας ελευθερώνει από τα δεσμά του Άδου. Την στιγμή του θανάτου του Χριστού, η άψυχη φύση συγκλονίζεται. Μεγάλος σεισμός γίνεται και ο ήλιος έκρυψε για τρεις ώρες τις ακτίνες του.

 

 

Το Μ. Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή εσπέρας), εορτάζουμε την θεόσωμο ταφή και την εις Άδου Κάθοδο του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, με την οποία μας χάρισε την αιώνια ζωή, απαλλάσσοντάς μας από την φθορά και τον θάνατο. Ο τάφος του Ιησού γίνεται πηγή ζωής. Ο Άδης χάνει την ισχύ του. Ο θάνατος θανατώνεται. Το βράδυ της Μ. Παρασκευής ψάλλεται η ακολουθία του Επιταφίου. Ψάλλεται ο υπέροχος και μεστός νοημάτων Κανόνας του Μ. Σαββάτου και τα Εγκώμια. Ακολούθως γίνεται λιτάνευση του Επιταφίου πέριξ του Ναού ή και στους δρόμους της Ενορίας.

 

 

 

Την Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε την εκ νεκρών Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.  Η Εκκλησία μας σε ανάμνηση της Αναστάσεως ψάλλει τον υπέροχο και γεμάτο νόημα ύμνο: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος». Η Ακολουθία της Αναστάσεως τελείται ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα (αρχίζει τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα). Ψάλεται πρώτα ο Όρθρος με τον υπέροχο Αναστάσιμο Κανόνα και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως.

Η σημασία και η αξία του Πάθους και της Αναστάσεως του Κυρίου είναι μεγάλη και κοσμοσωτήρια. Από την στιγμή που το πανάγιο και ζωοποιό αίμα του Κυρίου μας χύθηκε πάνω στον σταυρό, έγινε το μεγαλύτερο λίτρο με το οποίο μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου. Κάθε καρφί για τον Χριστό, το τρύπημα της λόγχης, ο μεγαλύτερος πόνος γι’  Αυτόν, έγινε για εμάς λύτρωση και αιώνια ευτυχία. Στο σταυρό ο Χριστός βαστάζει τις δικές μας αμαρτίες και ανομίες, ελευθερώνοντας μας από τον θάνατο, που είναι συνέπεια της αμαρτίας. Ο Άδης στενάζει. Χάνει την δύναμη του. Τα αιώνια δεσμά του, λύονται από τον Ζωοδότη Χριστό. Αν ο Χριστός δεν αναστενόταν, τότε θα ήταν μάταιη η πίστη μας, κατά τον απόστολο των εθνών Παύλο. Ο Χριστός όμως δεν πέθανε απλά, αλλά αναστήθηκε για να μας δωρήσει την αιώνια ζωή. Το Πάθος του Κυρίου ακολουθεί η ένδοξη του Ανάσταση, η οποία αποτελεί το κέντρο της πίστης και της ύπαρξης μας.

 Ρ.Κ.

Συνέχεια ανάγνωσης

H ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων

 Mποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή Λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό.

Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.

Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία Λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό Τιμίων Δώρων. Τά Δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη Λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.

Γιά νά κατανοήσουμε τήν γενεσιουργό αἰτία τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων πρέπει νά ἀνατρέξωμε στήν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς ‘Εκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τή συνήθεια νά κοινωνοῦμε κατά ἀραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς ‘Εκκλησίας οἱ πιστοί κοινωνοῦσαν σέ κάθε Λειτουργία, καί μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν ὑποπέσει σέ διάφορα σοβαρά ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιά ἕνα ὡρισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδή οἱ πιστοί ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή καί κάθε Σάββατο καί ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορές ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία, τακτικῶς ἤ ἐκτάκτως στίς ἑορτές πού ἐτύχαινε νά συμπέσουν ἐντός τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορές τήν ἑβδομάδα, δηλαδή τήν Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή (ἐπιστολή 93). Ἄν πάλι δέν ἦτο δυνατόν νά τελεσθῇ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ Θεία Λειτουργία, τότε οἰ πιστοί κρατοῦσαν μερίδες ἀπό τήν θεία κοινωνία τῆς Κυριακῆς καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπιδοκιμάζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος.

 Στά Μοναστήρια καί ἰδιαίτερα στά ἐρημικά μέρη, ὅπου οἱ μοναχοί δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά παρευρεθοῦν σέ ἄλλες λειτουργίες ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καί οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδή ἁγιασμένες μερίδες ἀπό τήν Κυριακή ἤ τό Σάββατο καί κοινωνοῦσαν κατ᾿ ἰδίαν. Οἱ μοναχοί ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρές ἤ μεγάλες ὁμάδες καί ὅλοι ἔπρεπε νά προσέλθουν καί νά κοινωνήσουν κατά τίς ἰδιωτικές αὐτές κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μία μικρά ἀκολουθία. Ὅλοι μαζί προσηύχοντο πρό τῆς κοινωνίας καί ὅλοι μαζί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ἄν ὑπῆρχε καί ἱερεύς, αὐτός τούς προσέφερε τήν θεία κοινωνία. Αὐτό ἐγίνετο μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Θ’ ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοί ἔτρωγαν συνήθως μιά φορά τήν ἡμέρα, μετά τόν ἑσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν νά ἐντάξουν τήν κοινωνία τους αὐτή στά πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, πού νά ὑπενθυμίζει τήν θεία λειτουργία.

Κατά τόν τρόπο αὐτόν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδή κατά τόν τύπον τῆς Θείας Λειτουργίας), πρός τό τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτή εἶναι ἡ μητρική μορφή τῆς Προηγιασμένης.

Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν Τεσσαρακοστή. Ἡ Θεία Λειτουργία κατά τήν περίοδο αὐτή ἐτελεῖτο μόνον κατά τά Σάββατα καί τίς Κυριακές. Παλαιό ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπό ἐκκλησιαστικούς κανόνες ἀπηγόρευε τήν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας καί πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἦταν κάτι τό ἀσυμβίβαστο πρός τόν χαρακτῆρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ Λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, πού ἔχει ἔντονο τόν πανηγυρικό, τόν χαρμόσυνο, τόν ἐπινίκιο χαρακτῆρα. Αὐτό ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοί ἔπρεπε νά κοινωνήσουν δύο φορές τοὐλάχιστον ἀκόμη κατά τήν ἑβδομάδα, τό ὀλιγώτερο δηλαδή κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, πού μνημονεύει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοί θά κοινωνοῦσαν ἀπό Προηγιασμένα Ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τήν ἐποχή ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχή τροφῆς μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπόν θά ἔπρεπε νά κατακλείσῃ τήν νηστεία, νά γίνῃ δηλαδή μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ.

 Στό σημεῖο αὐτό συνδέεται ἡ ἱστορία μέ τήν σημερινή πρᾶξι. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικές εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καί ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπό αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στό ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό», κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτῆρα (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μέ τόν ἑσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καί τά τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μέ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχές εἶναι γεμᾶτες ταπείνωσι καί συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετή γίνεται», κατά τόν ἴδιο Πατέρα.

Καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στή μορφή πού ὕστερα ἀπό μακρά ἐξέλιξη ἀποκρυσταλώθηκε καί κατά τήν ὁποία τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τά δύο λειτουργικά στοιχεῖα πού τήν συνθέτουν: τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία. Τό πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινός τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ μικρές μόνο τροποποιήσεις.

 Ὁ ἱερεύς κατά τήν ψαλμωδία τῆς Θ’ ὥρας ἐνδύεται τήν ἱερατική του στολή καί θυμιᾷ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μέ τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατά τόν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδή ψαλμός, πού περιγράφει τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Eὐλόγει, ἡ ψυχή μου τόν Κύριον, Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Εἶναι τό προοίμιο τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, πού ἀρχίζει, ὡς γνωστό, κατά τόν ἑβραϊκό τρόπο, ἀπό τήν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος ἤ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στό στόμα τῶν πιστῶν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», τά εἰρηνικά. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ’ καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καί εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοί 119-133). Εἶναι τό τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου πού ἔχει καθορισθῇ νά ἀναγινώσκεται κατά τούς ἑσπερινούς τῆς Τεσσαρακοστῆς.

 Ὁ ἱερεύς ἐν τῷ μεταξύ ἑτοιμάζει στήν Πρόθεσι τά Προηγιασμένα – ἀπό τήν Λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς – Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τόν Ἅγιο Ἄρτο στό Δισκάριο, κάμνει τήν ἕνωσι τοῦ οἴνου καί τοῦ ὕδατος στό Ἅγιο Ποτήριο καί τά καλύπτει. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται μέ τήν ψαλμῳδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καί τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, πού περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καί γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἕνα ἀπό τήν Γένεσι καί ἕνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θά σταθοῦμε γιά λίγο στήν κατανυκτική ψαλμῳδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιᾷ τήν Ἁγία Τράπεζα.

«Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου· ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή»…

Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενής δέησις ὑπέρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διά τό ἅγιον Βάπτισμα, «τῶν πρός τό φώτισμα εὐτρεπιζομένων», καί τῶν πιστῶν. Καί μετά τήν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τό δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων.

Τήν μεταφορά τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν Πρόθεσι στό Θυσιαστήριο, πού γίνεται μέ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῷ οἱ πιστοί προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:

«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν· ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης. Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται. Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενόμεθα. Ἀλληλούϊα».

Ἡ προπαρασκευή γιά τήν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τήν Κυριακή προσευχή (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον…», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καί μετ᾿ αὐτήν ἡ εὐχαριστία. Καί ἡ Λειτουργία κλείνει μέ τήν κατανυκτική ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις πού συνδέει τήν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρός τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικός ἀγών τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλά καί ἡ νίκη κατἀ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιά τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα. Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μακράν. Ἄς τήν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ἐκκλησιαστικά κείμενα:

 «Δέσποτα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τήν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διά τήν ἄφατόν σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα ἀγαγών ἡμᾶς εἰς τά πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἐγκράτειαν παθῶν, πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διά τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τά θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καί ἡμῖν, ἀγαθέ, τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνίσασθαι, τόν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τήν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τάς κεφαλάς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν ἁγίαν ἀνάστασιν».

Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά συγχρόνως καί μία διαρκής πρόσκλησις γιά τήν συχνή κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μιά φωνή ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ἀπό τήν ἀρχαία ζωντανή παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνή πού λέγει ὅτι ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ζῇ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ἀνανεώνῃ διαρκῶς τήν ἕνωσί του μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ζωή ἡμῶν» (Κολοσ. 3, 4).

Ἰωάννη Φουντούλη

Ἀπό τό βιβλίο, ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ἐκδ. Ἀ. Δ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Περί του Μεγάλου Κανόνος του Αγ. Ανδρέου Κρήτης

 Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες.

Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες· Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος.
Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν, ανθρώπινα, αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα, και την έξαρση του τέλους βαστάζει η προτελευταία.

Πότε ψάλλεται ο Μ. Κανόνας;

Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε’ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.
 
Ποιος ο ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;

Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα, όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσόλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Αν και το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 μ.Χ. ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 μ.Χ. εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί, διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.

Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του προς την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε  «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε». Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 μ.Χ. στην Ερεσό της Λέσβου είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη είτε και εξόριστος εκεί. Ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.

Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη. Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται ομιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους Αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής.

Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.
Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των εννέα (9) ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε έναν ήχο. Όμως κάθε ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα, στον όλο κανόνα αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει η μονοτονία με τις παραλλαγές που παρουσιάζει κάθε μια ωδή στην ψαλμωδία.
 
Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;
Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο.  250  οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30 τροπάρια. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την Οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Άγιο Ανδρέα.
 
Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μ. Κανόνα;
Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. Στον Μ. Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή   αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής.  Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο Άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.
Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος.  Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του.  Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. 
 Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη. Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια. 
 Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ,του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ, και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους.
Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται σε ήχο πλ. του β’. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.

 Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο γεμάτος κατάνυξη  Μεγάλος Κανόνας προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακεφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του Ρωμανού του Μελωδού που συμψάλλεται με τον Μ. Κανόνα:

«Ψυχή μου, Ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις;

Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι·

                ανάνηψον ουν, ίνα φείσηται σου Χριστός ο Θεός,

  ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Συνέχεια ανάγνωσης

OΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΣΑΜΠΕΖΥ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016 (Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ιεροκήρυκος Ι . Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Κατόπιν της ανακοινώσεως των αποφάσεων της Συνάξεως των Προκαθημένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Σαμπεζύ της Γενεύης (21-28 Ιανουαρίου 2016) και ενόψει της συγκλήσεως της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου τον Ιούνιο ε.έ. στην Κρήτη, θα ήθελα ως κανονολόγος να τοποθετηθώ κυρίως ως προς τα θέματα, τα αφορώντα στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μόνης Εκκλησίας μετά των αιρετικών ομάδων των αποκεκομμένων από το Σώμα της.

Στις περισσότερες παραγράφους του προαναφερθέντος κειμένου υπογραμμίζεται η ευθύνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την ενότητα των χριστιανών και μάλιστα των   χριστιανικών  «εκκλησιών   και  ομολογιών».  

Απαντούμε   ως   προς   αυτή  την αναφορά:

Η Eκκλησία του Χριστού είναι μία και τούτο γιατί το Σώμα του Χριστού είναι ένα. «Μεμέρισται ο Χριστός;» (A´ Κορ. 1, 13). Ο καθηγητής και επίσκοπος Νικόδημος Μίλας γράφει επ’ αυτού: «Επειδή μία κεφαλή της Εκκλησίας υπάρχει, δηλονότι ο Ιησούς Χριστός, δέον η Εκκλησία, η το σώμα αυτού αποτελούσα, να ή ενιαία, μία» (Εκκλησιαστικόν  Δίκαιον, σ. 294). Όλα τα άλλα μορφώματα, τα οποία αυτοαποκαλούνται «Εκκλησίες», είναι αμάδες αποκεκομμένες από το Σώμα της ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ και ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Εκείνος δε που ονομάζει κάθε ένα από αυτά τα μορφώματα «Εκκλησία», τοποθετείται αυτομάτως στον χώρο της αιρέσεως. Ο 95ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου διακελεύει: «Τους προστιθεμένους τη ορθοδοξία, και τη μερίδι των σωζομένων από αιρετικών, δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν και συνήθειαν […] διδόντας  λιβέλλους, και αναθεματίζοντας πάσαν αίρεσιν μη φρονούσαν, ως φρονεί η αγία του Θεού καθολική και αποστολική εκκλησία…» (Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων, τ. 2, σ. 529-530. Βλ. και 2ο κανόνα Β´ Οικουμ. Συνόδου, όπ. σ. 187.

Δεν είναι δυνατόν κάποιοι να αφαιρούν ή να προσθέτουν στα όσα διακελεύει  η Εκκλησία μέσω  των Οικουμενικών Συνόδων και των τοπικών Συνόδων, οι οποίες έλαβαν οικουμενικό κύρος με τον 2ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, και να παραμένουν «Εκκλησία». Εξάλλου, αυτό διετράνωσαν οι συμμετασχόντες στην Ζ´Οικουμενική Σύνοδο Πατέρες: «Μετά πάσης τοίνυν ακριβείας ερευνήσαντές τε και διασκεψάμενοι, και τω σκοπώ της αληθείας ακολουθήσαντες, ουδέν αφαιρούμεν, ουδέν προστίθεμεν, αλλά πάντα τα της Καθολικής Εκκλησίας αμείωτα διαφυλάττομεν· και επόμενοι ταις  αγίαις οικουμενικαίς εξ συνόδοις […] επακολουθούντες τη θεηγόρῳ διδασκαλία των αγίων Πατέρων ημών και τη παραδόσει της καθολικής εκκλησίας, του γαρ εν αυτή οικήσαντος Αγίου Πνεύματος είναι ταύτην γινώσκομεν» (Mansi 13, 376).

 Kατ’ αυτόν τον τρόπο η Ορθόδοξος Εκκλησία ως κατέχουσα την αλήθεια δεν επιζητεί την ανεύρεση «κοινών στοιχείων της χριστιανικής πίστεως» μετά των αιρετικών, αλλά την αποδοχή εκ μέρους αυτών της όλης Ευαγγελικής και Πατερικής αληθείας. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, γράφοντας στον Τίτο και αναφερόμενος στους αιρετικούς, εντέλλεται: «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει, ων αυτοκατάκριτος» (Τίτ. 3, 10). Kι αυτό γιατί, κατά τον Θεοδώρητο Κύρου, είναι ανώφελο – «ανόνητος ο πόνος» (PG 82, 869) – να επιδιώκονται συνομιλίες με ήδη διεστραμμένους εκ της αιρέσεως νόες. Γι’ αυτό και ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επιμένει: «Τοις γαρ άπαξ ολοτρόπως απονενευκόσι προς απάτην και φενακισμόν, και κεκρατημένοις τω ψεύδει περιττός που τάχα και των ωφελείν ειωθότων ο λόγος» (PG 70, 784).

 Η Ορθόδοξος Εκκλησία, σύμφωνα με τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, δεν είναι μουσείο νεκρών αποθεμάτων, αλλά ούτε εταιρεία ερευνών. Κατά παρόμοιο τρόπο, ούτε η Ορθόδοξος πίστη είναι κειμήλιο του παρελθόντος, αλλά συνιστά την «μάχαιραν του πνεύματος» (Εφεσ. 6, 17. Βλ. Γ. Φλωρόφσκυ, Αγ. Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση, Θεσ/νίκη 1976, σ. 43). Αυτονόητο είναι ότι επιδίωξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν είναι να αγωνισθεί για την ενότητα, αλλά για την επιστροφή των αποκοπέντων απ’ αυτήν αιρετικών και την επανένταξή τους σ’  αυτήν. Αυτό άλλωστε αποδεικνύει και η οντολογική αγάπη της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους ετεροδόξους. Και τούτο διότι η αγάπη, για να είναι όντως αγάπη, οφείλει να ευρίσκεται εντός της αληθείας, αποκλείοντας κάθε πνεύμα φιλαρεσκείας και κοσμικότητος. Εκτός αληθείας δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πραγματική αγάπη. Η πραγματική αγάπη δεν εγκαταλείπει τον αιρετικό στην πλάνη του, αλλά τον ανασύρει από το βάραθρο της απωλείας, τείνοντας την χείρα της αληθείας. Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος προσδιορίζει τα ανωτέρω με ακρίβεια: «Εάν γαρ την αλήθειαν κρύψωμεν, ουδέν διαφέρομεν των ψευδοπροφητών, οί επλάνων τον λαόν, τα καταθύμια εκάστω λαλούντες. Οι δε του Θεού Προφήται, την αλήθειαν κηρύσσοντες, εμισούντο και απεκτείνοντο» (Εις το πρόσεχε σεαυτώ, τ. 2, σ. 158).

   Σε άλλη παράγραφο του κειμένου της ανακοινώσεως των Προκαθημένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναφέρεται ότι στόχος της μελλούσης Συνόδου είναι η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Ο όρος «αποκατάσταση» ενέχει την ανασκευή των αποφάσεων των προηγουμένων Οικουμενικών Συνόδων. Όμως, ο 2ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου τονίζει: «Μηδενιή εξείναι τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή ετέρους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας» (Ράλλη – Ποτλ , Σύνταγμα, τ. 2, σσ. 309-310). Επομένως, ο όλος αγώνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας πρέπει να αποβλέπει στην επιστροφή  των αιρετικών στην Αγιοπατερική αλήθεια και την ένταξη αυτών στο Σώμα της Εκκλησίας.

Τέλος, το πολλάκις χρησιμοποιούμενο ως επιχείρημα υπέρ της οικουμενιστικής συνυπάρξεως μετά των αιρετικών χωρίο «ίνα πάντες έν ώσιν» (Ιωάν. 17, 21) δεν αναφέρεται στους αποκοπέντες αιρετικούς, αλλά στους ιδίους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς και τους μετανοούντες αιρετικούς και αλλοθρήσκους, οι οποίοι, διά του κηρύγματος των Αποστόλων και των διαδόχων τους, θα εντάσσονται στην Μητέρα Εκκλησία.

 Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, συμφωνεί απολύτως με την Ορθόδοξη εκκλησιολογική άποψη, ότι το Σώμα της Μίας Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να διαιρεθεί και μόνον για επιστροφή των αποκοπέντων από αυτό, ημπορούμε να ομιλούμε και όχι για συνένωση διεστώτων τεμαχίων αυτού. Λέγει χαρακτηριστικά: «Η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, διότι είναι το Σώμα του ενός και μοναδικού Χριστού. Είναι, οντολογικώς, αδύνατος ο χωρισμός της Εκκλησίας, διά τούτο ποτέ δεν υπήρχε διαίρεσις της Εκκλησίας, αλλά μόνον χωρισμός από την Εκκλησίαν […] Εκ της μιας αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού, εις διαφόρους καιρούς, απεσχίσθησαν και απεκόπησαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι κατά συνέπειαν έπαυσαν να είναι   μέλη   της   Εκκλησίας και σύσσωμοι του Θεανθρωπίνου σώματός της […]. Τοιούτοι είναι, οι Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάνται και Ουνίται και όλη η άλλη αιρετική και σχισματική λεγεών» (Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσ/νίκη 1974, σ. 82).

Τοιουτοτρόπως, μία Οικουμενική Σύνοδος – και όχι «Πανορθόδοξος» – οφείλει να εξετάσει ζητήματα αφορώντα στην ουσία της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, χωρίς να εισάγει καινοτομίες. Οι αποφάσεις της πρέπει να είναι σύμφωνες με την διαμορφωθείσα, τη επενεργεία του Αγίου Πνεύματος, καθολική πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι Άγιοι Πατέρες, οι συμμετασχόντες στην εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο του 879-880 μ.Χ. με παρρησία διεκήρυξαν ότι κάθε επέμβαση στα παραδοθέντα εκ των προηγουμένων θεοπνεύστων Οικουμενικών Συνόδων συνιστά αίρεση και ύβρη: «Ουδέν αφαιρούντες, ουδέν προστιθέντες, ουδέν αμείβοντες, ουδέν κιβδηλεύοντες. Η μεν γαρ αφαίρεσις και η πρόσθεσις, μηδεμιάς υπό των του πονηρού τεχνασμάτων ανακινουμένης αιρέσεως, κατάγνωσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των πατέρων αναπολόγητον. Τόδε κιβδήλοις αμείβειν ρήμασιν όρους πατέρων πολύ του προτέρου χαλεπώτερον» (Μansi   17,   373).   Εν αντιθέτω περιπτώσει η συνελθούσα Σύνοδος  κηρύσσεται «ληστρική» Σύνοδος.

   Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Είναι «εικών της Αγίας Τριάδος», κατά τον Lossky. Οι Άγιοι Πατέρες δεν παύουν να το επαναλαμβάνουν και οι ιεροί κανόνες να το επιβεβαιώνουν. Πρέπει, συνεπώς, να αποτελούμε   μέλη   αυτού   του   Σώματος   του   Χριστού, της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να απολαμβάνουμε αυτὴν την ενότητα μέσω της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και να σωζώμεθα.   Έτσι   θα   εκπληρώνεται   το   αίτημα   του Θεανθρώπου: «ίνα πάντες έν ώσιν». Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης το επισημαίνει: «Το συνδετικόν της ενότητος ταύτης […] το πνεύμα το άγιον […] Την δόξαν γάρ, φησίν, ην έδωκάς μοι,  δώκα αυτοίς» (“Gregorii Nysseni opera, vol. 6”, H.Langerbeck, Brill,ἐLeiden 1960, τ. 6, σ. 467).

Τα άλλα θέματα, τα απασχολούντα τις προπαρασκευαστικές της μελλούσης Συνόδου συνάξεις, όπως τα περί  του μυστηρίου του γάμου ή της νηστείας έχουν, κατά την γνώμη μας, λυθεί από τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους και τις Τοπικές Συνόδους, οι οποίες έλαβαν οικουμενικό κύρος.

Είναι εξόχως σημαντικό στην παρούσα χρονική στιγμή ο Οικουμενικός Πατριάρχης και οι περί αυτόν, να κατανοήσουν ότι φέρουν μεγίστη ευθύνη έναντι του Θεού και των μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εάν μία  Σύνοδος καταστεί ληστρική και προκαλέσει σχίσμα στην Ορθόδοξο Εκκλησία μας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το Μέγα Απόδειπνο

 Είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου ριζωμένο ένα αλλόκοτο πρωτόγονο συναίσθημα μπροστά στο φαινόμενο του ύπνου. Ο ζωντανός, ο εργαζόμενος, ο σκεπτόμενος, ο γεμάτος δραστηριότητα άνθρωπος, καμπτόμενος από την φυσιολογική κόπωση, καταλαμβάνεται από μία ακατανίκητη ανάγκη να παραδοθεί στην αγκάλη του ύπνου. Οι αισθήσεις, οι διανοητικές λειτουργίες, οι δυνάμεις του σώματος ατονούν και ο ζωντανός γίνεται σαν νεκρός. Εικόνα του θανάτου ο ύπνος.

Μυστήριο για τους απλούς ανθρώπους των περασμένων εποχών. Ώρα που ενεδρεύουν οι πονηρές δυνάμεις του κόσμου τούτου, ορατές και αόρατες, για να κακοποιήσουν η και απλώς να πειράξουν τον ανυπεράσπιστο άνθρωπο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν θα υπάρχει ανθρώπινο ον που να μην αισθάνθηκε την ανάγκη, αφήνοντας προσωρινά τον κόσμο των ζώντων για να περάσει στο μυστήριο της εικόνας του θανάτου, να στρέψει το νου του στο Θεό του και να ζητήσει από αυτόν προστασία και σκέπη.

Σ’ αυτό το υπόβαθρο της ιδιωτικής προ του ύπνου προσευχής στηρίχθηκε και η πράξη της χριστιανικής Εκκλησίας, όταν έδινε στην ατομική αυτή προσευχή τη μορφή εκκλησιαστικής ακολουθίας.

Η μετατροπή έγινε κατ’ αρχάς στις μοναχικές αδελφότητες, που τα πάντα, και ιδίως η προσευχή, ήσαν κοινά. Η κοινή αυτή προσευχή γινόταν στην ώρα της ιδιωτικής, δηλαδή αμέσως μετά το δείπνο και πριν τον ύπνο. Γι’ αυτό και της δόθηκε το όνομα «απόδειπνο» η «απόδειπνα» και «προθύπνια».

Είναι δε η ακολουθία του αποδείπνου μία πολύ μεγάλη ακολουθία. Το μήκος της δεν πρέπει να μας παραξενεύει. Είναι καθαρά μοναστηριακή και γνωρίζουμε πόσο οι μοναχοί ήθελαν να παρατείνουν την προσευχή τους, τόσο που, αν ήταν φυσικώς δυνατόν, δεν θα διέκοπταν ποτέ την δοξολογία του Θεού. Η είσοδός της όμως στους ενοριακούς ναούς και η χρήση της από τους κοσμικούς ιερείς και το λαό οδήγησε γρήγορα σε αδιέξοδο. Έτσι κατά τον ΙΔ  μὲ ΙΕ  αἰώνα αναγκάσθηκαν να κάνουν και μία επιτομή της, που ονομάσθηκε, για να διακρίνεται από την αρχική εκτενή μορφή, «μικρό απόδειπνο». Το άλλο, το πλήρες και παλαιό, ονομάσθηκε τώρα «μέγα απόδειπνο». Είναι κοινός νόμος, ότι τα νεώτερα πράγματα και τα συντομότερα κερδίζουν γρήγορα έδαφος. Αυτό συνέβη και με το μικρό απόδειπνο. Το «μικρό» και νεώτερο επισκίασε το παλαιό και μεγάλο, και περιόρισε την τέλεσή του μόνο κατά τις νήστιμες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που λόγω της ιερότητας της περιόδου αυτής και της συντηρητικότητας των ακολουθιών της, μπορούσε να βαστάσει το βάρος της εκτενούς αρχαϊκής ακολουθίας.

Έτσι σήμερα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την τέλεση του μεγάλου αποδείπνου και στους ενοριακούς ναούς από την Δευτέρα ως την Πέμπτη των εβδομάδων της μεγάλης Νηστείας, τις δε Παρασκευές μαζί με τους χαιρετισμούς την ακολουθία του μικρού αποδείπνου. Στις υπόλοιπες εκτός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ημέρες τελείται, κατ’ ιδίαν στα σπίτια από τους ιερείς και ευλαβείς λαϊκούς η από κοινού στα μοναστήρια, το μικρό απόδειπνο.

Το θέμα του αποδείπνου είναι διπλό, ανάλογο προς την ώρα της τελέσεώς του· ευχαριστία δηλαδή κατά πρώτον και δοξολογία για την διέλευση της ημέρας και δέηση για την «απρόσκοπτο» και «ελευθέρα φαντασιών», κατά τον Μέγα Βασίλειο, ανάπαυση κατά την επερχόμενη νύκτα. Με το πρώτο θέμα συμπλέκονται και άλλα συναφή. Μία ανασκόπηση των έργων της ημέρας γεννά ασφαλώς την ανάγκη για αίτηση συγγνώμης για τις ποικίλες παραβάσεις μας, ένα έντονο συναίσθημα μετανοίας. Η συναναστροφή με τους αδελφούς μας γέννησε ασφαλώς δυσαρέσκειες και ενδεχομένως προκάλεσε αντιδικίες και μίση. Είναι καιρός όλα αυτά να επανορθωθούν με την αμοιβαία συγχώρηση και συνδιαλλαγή. Με το δεύτερο πάλι θέμα συνδέεται η ομολογία της ορθής πίστεως, για να μας βρει ο θάνατος στερεά στερεωμένους στην αληθινή μαρτυρία και ομολογία, κατά τους Πατέρες. Και όλα αυτά τα θέματα κατακλείει και η δέηση για την ταχεία από τον ύπνο εξανάσταση για να μη σιγήσει επί πολύ το στόμα που δοξολογεί τα «κρίματα» του Θεού.

Όπως και όλες οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας έτσι και το απόδειπνο αποτελείται από ψαλμούς, ύμνους και ευχές. Όλα έχουν εκλεγεί με βάση τα πιο πάνω θέματα. Στα τρία μέρη του μεγάλου αποδείπνου και στην επιτομή των «καιριωτάτων» του μεγάλου, που περιέχονται στο ένα μέρος του μικρού, βρίσκει κανείς εκλεκτούς νυκτερινούς ψαλμούς, όπως ο 4ος με το «εν ειρήνη επί το αυτώ κοιμηθήσομαι και υπνώσω», ο 6ος με το «λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω», ο 12ος με το «φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον», ο 30ος με το «εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου», ο 90ος με το «ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού… από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου». Φράσεις γεμάτες βαθειά πίστη και εγκατάλειψη στο έλεος του Θεού. Θα βρει τον περίφημο ψαλμό της μετανοίας, τον 50ο. το «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», και κείμενα γεμάτα μετάνοια και συντριβή, όπως την προσευχή του Μανασσή βασιλέως της Ιουδαίας.

Από τις ευχές εκτός από την τόσο γνωστή ευχή προς την Θεοτόκο του μοναχού της Μονής της Ευεργέτιδος Παύλου «Άσπιλε, αμόλυντε…» και την σύντομη και περιεκτική «επικοίτιο» ευχή στον Κύριον ημών Ιησού Χριστό του μοναχού Αντιόχου του Πανδέκτου «Και δος ημίν, δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν ανάπαυσιν σώματος και ψυχής … », θα έπρεπε να μνημονεύσουμε την θαυμάσια ευχή που αποδίδεται στον Μέγα Βασίλειο «Κύριε. Κύριε, ο ρυσάμενος ημάς από παντός βέλους πετομένου ημέρας…». Αυτή συγκεφαλαιώνει κατά ένα απαράμιλλο τρόπο τα αιτήματα της προ του ύπνου προσευχής του πιστού. Βρίσκεται στα «Ωρολόγια» και σε όλα τα προσευχητάρια, που κυκλοφορούν μεταξύ των πιστών. Και μόνη η προσεκτική ανάγνωσή της, και μάλιστα στην προ του ύπνου προσευχή, είναι ικανή να γεμίσει τη ψυχή του ανθρώπου από τα πιο ιερά αισθήματα.

Το απόδειπνο περιλαμβάνει και την ψαλμωδία τροπαρίων και μάλιστα τριών αρχαίων ύμνων, που έχουν όμως παραλειφθεί κατά την σύνταξη της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου. Σήμερα δεν ψάλλονται πια παρά μόνο κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής, στο μέγα απόδειπνο.

Ο πρώτος, το γνωστό «Μεθ’ ημών ο Θεός», είναι μία εκλογή από την ωδή του Ησαΐα, που βρίσκεται στο 8ο και 9ο κεφάλαιο του ομώνυμου προφητικού βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένας ύμνος θριάμβου και εγκαρτερήσεως. Ψάλλεται κατά στίχο κατά τον αρχαίο τρόπο, με εφύμνιο το «ότι μεθ’ ημών ο Θεός». Κατά τον άγιο Πατέρα Μάρκο τον Ευγενικό ο ύμνος αυτός ψάλλεται στο απόδειπνο «κατά της ενεργείας των δαιμόνων… που εκδηλώνουν την πονηρή δύναμή τους κατά τη νύκτα».

Ο δεύτερος ύμνος είναι ένα αρχαϊκό πρωτοχριστιανικό ποιητικό κείμενο σε στίχους ενδεκασύλλαβους, που το βρίσκομε και σε πάπυρο του 6ου αιώνα. Δοξολογία αγγελική και ανθρώπινη προς το δημιουργό και δέηση ενώνονται αρμονικά στο ωραίο αυτό υμνογράφημα το «Η ασώματος φύσις τα χερουβείμ…»

Τέλος ένας τρίτος ύμνος λαϊκής εμπνεύσεως. Είναι γεμάτος κατάνυξη και σύντονη δέηση. Όλοι οι άγιοι προβάλλονται στο Θεό για πρεσβεία υπέρ ημών των αμαρτωλών. Αρχίζει με το«Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών».

Ιωάννη Μ. Φουντούλη

 Από το βιβλίο: «Λογική Λατρεία», Θεσ/νίκη 1971

 

Συνέχεια ανάγνωσης