Θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την μεγάλη σύνοδο.

 ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

“ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ”

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016
   Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
   Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
   Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
   Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
   Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
   Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
   Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
   Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
   Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία… εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα… δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
   Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.    Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συνο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
   Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
   Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
   Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
   Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι

http://aktines.blogspot.gr/2016/02/e_7.html

Συνέχεια ανάγνωσης

Επιτρέπεται η συμπροσευχή μετά αιρετικών;

 Τοῦ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Κανονικοῦ Δικαίου

   Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποδίδει ὑψίστη σημασία στὴν προσευχή. Ἡ τεσσαρακονθήμερος προσευχή Του στὴν ἔρημο ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ στὸν δημόσιο βίο Του (Ματθ. 4, 1κ.ἑξ.). Οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι πρὸ παντὸς σημαντικοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς Του προηγεῖτο ἡ προσευχή (Ματθ. 14, 23. 26, 36. Μάρκ. 6, 36. 14, 32. Λουκ. 5, 16. 6, 12. 9, 28).

  image Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐντοπίζουν τὴν σημασία ποὺ προσδίδει ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν προσευχὴ, στὴν προσπάθεια τοῦ πλάσματος νὰ ὑποστασιάση μέσῳ αὐτῆς τὸν διάλογο μετὰ τοῦ Δημιουργοῦ του Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκστατικῆς ἀναφορᾶς τοῦ προσώπου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητος καὶ ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν φανέρωση τοῦ προσώπου συντελοῦνται μέσῳ τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐκφράζοντας τὴν πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας, λέγει: «Οὐ γὰρ ἐστιν, οὐκ ἔστιν οὐδὲν εὐχῆς δυνατώτερον, οὐδὲ ἴσον» (PG 48, 766).

   Ἀλλὰ καὶ τὴν κοινὴ – ὁμαδικὴ προσευχὴ ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τὴν θεσπίζει, ὅταν μᾶς διαβεβαιοῖ: «Οὗ γὰρ εἰσὶν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Οἱ συμπροσευχόμενοι διαλέγονται μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς υἱοὶ Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ὁ προσευχόμενος κοινωνεῖ ἐσωτερικῶς μετὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ συμπροσευχόμενος, σὲ ἕναν κοινὸ διάλογο ἀληθείας καὶ γνώσεως «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἄλλωστε, αὐτὸ τὸ νόημα ἐμπεριέχει ἡ φράση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου «εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα». «Ἡ συμφωνία πολλὴν ἔχει τὴν ἰσχύν» (PG 62, 461), ὑπογραμμίζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

    Τὸ περιεχόμενο ἑπομένως τῆς συμπροσευχῆς εἶναι ἡ καθολικὴ ἀλήθεια τῆς μιας αγίας καθολικής καὶ αποστολικής εκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὅταν ἕνα ἢ περισσότερα μέλη ἀμφισβητοῦν ἢ ἀλλοιώνουν ἢ ἀπορρίπτουν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση, διασπᾶται ἡ κοινωνία τῶν συμπροσευχομένων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, πέρα ἀπὸ κάθε συμβατικὴ ἔννοια καὶ σκέψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ προηγεῖται τῆς συμπροσευχῆς ἡ ὁμολογία πίστεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη συμπροσευχή, ἐὰν δὲν προϋπάρχη ὁμοφωνία στὴν Ὀρθόδοξη Ἁγιοπατερικὴ πίστη.

   Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὸ ἀλλόκοτο εἶδος συμπροσευχῆς, τοῦ ὀρθοδόξου μετὰ αἱρετικοῦ, ἐπισημαίνουσα τὰ ὅρια τῆς ἀληθείας ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ συμπροσευχῆς τοῦ ὀρθοδόξου μέλους της μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ.

   Αὐτὴ ἡ ἀντίδρασή της ἐξεφράσθη μέσα ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Τοπικῶν, οἱ ὁποῖες ἔλαβον οἰκουμενικὸ κῦρος.

   Συγκεκριμένα ὁ ΜΕ´ κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 60).

   Ἡ συμπροσευχὴ τοῦ κληρικοῦ μετὰ αἱρετικοῦ ἐπιφέρει τὸν ἀφορισμό, ἀκόμη κι ἂν συμβῇ ἐκτὸς ἱεροῦ ναοῦ καὶ ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βάσει τοῦ Ι´ Ἀποστολικοῦ κανόνος: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ,  κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ,Σύνταγμα, τ. 2, σ. 14). Ἐὰν, ὅμως, διενεργηθῆ συμπροσευχὴ ἐν τῷ Ναῷ καὶ ἐπιτραπῆ στὸν αἱρετικὸ νὰ διενεργήση κάτι ὡς κληρικὸς, τότε  ἐπιβάλλεται ποινὴ καθαιρέσεως, κατὰ τὸν προαναφερθέντα ΜΕ´κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

   Κατηγορηματικὸς ὡς πρὸς τὴν συμπροσευχὴ σὲ αἱρετικὸ ναὸ εἶναι καὶ ὁ ΞΔ´ Ἀποστολικὸς κανόνας, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σσ. 81-82). Ἐδῶ σαφῶς ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν μετὰ Ἰουδαίων –σήμερα θὰ λέγαμε μετὰ ἀλλοθρήσκων– καὶ αἱρετικῶν. Ἡ ἐπιβαλλομένη δὲ ποινὴ στοὺς συμπροσευχηθέντες εἶναι γιὰ μὲν τοὺς κληρικοὺς ἡ καθαίρεση, γιὰ δὲ τοὺς λαϊκοὺς ὁ ἀφορισμός.

   Ἀκόμη καὶ ὁ συνεορτασμὸς καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς» (ΛΖ´ καν. Λαοδικείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 3, σ. 206. Βλ. ἐπίσης ΛΒ´, ΛΔ´, ΛΗ´, ΛΘ´τῆς ἰδίας Συνόδου). Ὁ δὲ ΛΓ´τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου διακελεύει: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» (ὅπ. π., σ. 198. Βλ. καὶ Θ´κανόνα Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 336).

   Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως διαπιστώνουμε, μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀποδεχόμενος τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ συνυπάρξη μὲ τὸν μὴ ἀποδεχόμενο τὴν προαναφερθεῖσα ἀλήθεια σὲ κοινὴ στάση προσευχῆς –ὁμολογίας τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον σὲ εὐχαριστιακὴ κοινωνία ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ.

   Δυστυχῶς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες βιώσαμε συνταρακτικὲς καταστάσεις στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.

   Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ἄμεσος συνεργάτης του Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ἄλλοι Πατριαρχικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, κληρικοὶ προέβησαν σὲ καθημερινὲς συμπροσευχὲς μὲ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο (τὸν ἀποδεχόμενο καὶ κηρύσσοντα δεκαπέντε καὶ πλέον αἱρέσεις), κινούμενοι στὸν χῶρο τῆς διανοητικῆς Θεολογίας καὶ ὄχι στὸν Ἁγιοπατερικὸ χῶρο τοῦ «λάλει Ἐκκλησία  μου καὶ ὁ δοῦλος σου (κληρικὸς ἢ λαϊκὸς) ἀκούει».

Εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἐν ταὐτῷ ἀντικανονικὸ ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ ἀποκαλῆ  ἀπερίφραστα τὸν Παπισμὸ «Ἐκκλησία», τὴν αἱρετικὴ αὐτὴ ὀργάνωση, ἡ ὁποία ἀπεκόπη γιὰ τὶς πολλές αἱρέσεις της ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν μια εκκλησια καὶ νὰ δηλώνη ὅτι ἀποσκοπεῖ νὰ «ἐπανεύρωμεν τὴν πλήρη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν κοινωνία».

   Δυστυχῶς, οἱ προαναφερθέντες δὲν ἔλαβαν ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ὁδό, τὴν ὁποία ὑποδεικνύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ μια εκκλησια, ποὺ εἶναι ἡ ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ἡ Θεανθρώπινη ὁδός. Δὲν ἐνήχησε στὰ ὦτα τους τὸ «ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», τὸ ὁποῖο δεσπόζει σὲ ὅλες τὶς Συνόδους, Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικές, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται «ἐν λόγῳ καὶ χρόνῳ» ἡ Θεανθρώπινη βούληση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

   Ἡ φωνὴ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀκούγεται καὶ πάλι τὶς θλιβερὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία αὐτὲς ἡμέρες: «Πάνυ με λυπεῖ ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καὶ φοβοῦμαι μή, κατὰ μικρὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 275).

   Πότε, λοιπόν, θὰ κατανοήση ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, οἱ περὶ αὐτὸν καὶ ὅλοι μας ὅτι ἡ πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι μαρτυρία ὑπακοῆς στὴν μία, Αγία, καθολική καὶ αποστολική εκκλησία, τὴν ορόοδοξο εκκλησία, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὑποταγῆς τῆς ἀτομικότητος στὴν κοινὴ μετοχὴ ὅλων τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, στὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια;

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι τρεις Ιεράρχες

Οι Τρεις Ιεράρχες

31

   Με την ονομασία Τρεις Ιεράρχες αναφέρονται τρεις επιφανείς άγιοι και θεολόγοι της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών: Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

   Αναδείχθηκαν πατέρες της Εκκλησίας και Άγιοι. Η σοφία και η δράση τους, έδωσε τον τίτλο των μεγίστων φωστήρων, όπως ψάλλεται και στο απολυτίκιό τους: «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος…».

 

   Η εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιερώθηκε στα μέσα του 11ου αιώνα και στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου ή του Αλέξιου Α΄Κομνηνού από τον μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα ο οποίος συνέθεσε τμήμα τουλάχιστον της ακολουθίας για τους τρεις αγίους της Εκκλησίας[1].

  Στην ακολουθία ο Μαυρόπους υμνεί τη σημασία του έργου και την ποιότητα της δράσης τους και τονίζει τη σχέση της τριανδρίας με τον τρισυπόστατο Θεό για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

   Οι τρεις Άγιοι εμφανίζονται μαζί το 1066 στο Ψαλτήριο Θεοδώρου και σε όλη τη διάρκεια του 11ου αιώνα όλο και πιο συχνά σε εικονογραφημένα χειρόγραφα. Στα Ευχάιτα πρέπει να καθιερώθηκε για πρώτη φορά η εορτή όταν ήταν εκεί ο Μαυρόποδας μητροπολίτης.

  Η θεσμοθέτησή της εορτής ως σχολικής εκδήλωσης δεν αναφέρεται πριν από τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα με την ιστορικό Έφη Γαζή, προηγείται αυτής  η τέλεση μνημοσύνου την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για τους χορηγούς σχολείων στη συνοικία Σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης από τον Πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ το 1805. Άλλη μια αναφορά υπάρχει για την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και τον εορτασμό κατά την 30η Ιανουαρίου της μνήμης των ευεργετών και συνδρομητών του σχολείου από το 1812-1813. Στην Ιόνιο Ακαδημία οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται και τιμώνται ως οι προστάτες της από τη σύστασή της (1824-1826).

   Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους Οι διαδικασίες καθιέρωσης της εορτής ως εκπαιδευτικής συνδέονται με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν σε συνεδρίαση του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου στις 9 Αυγούστου του 1841, η οποία πραγματοποιήθηκε με αφορμή τον θάνατο του καθηγητή του ιδρύματος Δημήτριου Μαυροκορδάτου και δωρεάς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών της οικίας του θανόντος από τον πατέρα του, θέλησαν να τον τιμήσουν. Τελικά προκρίθηκε η καθιέρωση μνημοσύνου υπέρ των ευεργετών του Πανεπιστημίου κατά την εκκλησιαστική εορτή των Τριών Ιεραρχών. Ο πρώτος εορτασμός-μνημόσυνο πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1842. Η πραγματική θεσμοθέτηση της εορτής τους όμως θα καθυστερήσει: θα πραγματοποιηθεί το 1911 όταν το ανώτατο αυτό ακαδημαϊκό ίδρυμα θα αποκτήσει τον καινούργιο οργανισμό του και μέσα σ΄ αυτόν θα προσδιορίσει και τις εορτές του.

Α. Μέγας Βασίλειος: Συγγραφέας πολλών σημαντικών έργων. Θεία λειτουργία, μελέτες Θεολογικές, ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής κείμενα, μοναχικούς κανόνες, Κανόνες για την Πνευματική ζωή και την Εκκλησιαστική ευταξία και υπέροχες επιστολές που συγκινούν βαθιά τον αναγνώστη. Ίδρυσε την Βασιλειάδα, μία ολόκληρη πόλη με νοσοκομείο, πτωχοκομείο, γηροκομείο, λεπροκομείο, σχολείο, ξενώνα… Ωραίο κείμενό του: “Όπως οι μέλισσες διαλέγουν το νέκταρ από τα λουλούδια, έτσι και εσείς να διαλέξετε αυτά που διαβάζετε. Να κρατάτε τα καλά και τα ωφέλιμα“.

Β. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Είχε ευαίσθητη ψυχή. Έγραψε πολλά ποιήματα. Έλαβε επαξίως τον τίτλο του Θεολόγου, για τα υπέροχα κηρύγματά του και κυρίως τις θεολογικές ομιλίες που εξεφώνησε στον ναΐσκο της Αγίας Αναστασίας στην Κωνσταντινούπολη. Στον ναΐσκο αυτό “αναστήθηκε” η Ορθοδοξία, την οποία ο Άγιος βρήκε ημιθανή όταν ήλθε στην Κωνσταντινούπολη… Ωραίο κείμενό του: “Πώς αδελφοί μου είναι δυνατόν, εσείς να έχετε περισσεύματα και ο άλλος να πεινάει;

Γ. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Η ζωή του αγία και περιπετειώδης. Τα κηρύγματά του εξαιρετικά. Όταν κήρυττε έτρεχε “χρυσάφι” από το στόμα του. Ήλεγχε τους παρεκτρεπομένους χωρίς δισταγμό, διότι ήταν αληθινός και απεχθάνετο την υποκρισία. Τα έργα του γεμίζουν από μόνα τους μια βιβλιοθήκη. Καθημερινά έτρεφε επτά χιλιάδες πτωχούς… Μια Ωραία φράση του: “Ένας και μόνον άνθρωπος, με θεΐκή φωτιά στην ψυχή του, μπορεί να διορθώσει ολόκληρη πόλη“.

Συνέχεια ανάγνωσης