Οι Άγιες τεσσαράκοντα μάρτυρες γυναίκες και Αμμούν ο διδάσκαλος αυτών

Την 1ην Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας εορτάζει τις άγιες τεσσαράκοντα παρθενομάρτυρες γυναίκες και τον διδάσκαλο αυτών, Αμμούν.

Οι Σαράντα γυναίκες μάρτυρες ασimageκήτριες κατάγονταν από την Αδριανούπολη της Θράκης και ζούσαν εκεί ως μαθήτριες του Διακόνου Αμμούν. Την εποχή εκείνην (το έτος 305 μ.Χ.), βασίλευε ό αυτοκράτορας Λικίνιος στο ανατολικό μέρος της Αυτοκρατορίας. Αυτός ήταν φοβερός διώκτης των Χριστιανών. Ο Λικίνιος λοιπόν είχε εκδώσει διάταγμα για εξόντωση των Χριστιανών, και ή τυραννική του διαταγή έφτασε σ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά. Οι Χριστιανοί οδηγούνταν κατά χιλιάδες στο μαρτύριο, επειδή δεν υποτάσσονταν στης απειλές του και δεν προσκυνούσαν τα είδωλα.

Σ’ αυτήν την φοβερή για τους χριστιανούς εποχή έζησαν και μαρτύρησαν οι Σαράντα Παρθένες ασκήτριες, μαθήτριες του Διακόνου Αμμούν. Ήταν πλασμένες με αστραφτερή ομορφιά στο σώμα και την ψυχή. Αυτήν όμως την ομορφιά δεν ήθελαν να την χαρίσουν στην θλιβερή ματαιότητα των υλικών αγαθών. Είχαν ως στόχο ζωής  τα ανώτερα αγαθά, τα αγαθά του παραδείσου

Το μαρτύριο των 40 Αγίων Παρθενομαρτύρων (11ος αιώνας)
Οι Άγιες λοιπόν αυτές γυναίκες δεν υπέκυψαν στις προκλήσεις του τυράν­νου Λικινίου να προσκυνήσουν τα είδωλα και μαρτύρησαν με φρικτά βασανιστήρια την 1ην Σεπτεμβρίου, ημέραν κατά την οποίαν εορτάζεται και ή μνήμη τους, όπως γράφεται εις το Μηναίον του Σεπτεμβρίου.

Συγκεκριμένα στο Μηναίο αναφέρεται: «Τη 1η του Μηνός Σεπτεμβρίου, μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα γυναικών μαρτύρων, παρθένων και ασκητριών και Αμμούν δια­κόνου και διδασκάλου αυτών». Δι΄αποφάσεως του τυράννου Λικινίου, «αι μεν δέκα ερρίφθησαν» μέσα σε φωτιά, «αι δε οκτώ μετά του διδασκάλου αυτών Αμμούν αποκεφαλίσθησαν», άλλες δέκα τελειώθησαν με ξίφος «κατά στόμα και καρδίαν», έξι κατεκόπησαν ύπό μαχαιρών και αί λοιποί έξι «σίδηρα πυρακτωμένα κατά στόμα λαβούσες προς Κύριον εξεδήμησαν».

Τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι Σαράντα Μάρτυρες παρθένες και ασκήτριες ήταν φοβερά, όπως αναφέρουν τα επίσημα στοιχεία που βρήκαμε στο Μηναίον του Σεπτεμβρίου. Με αυτά τα βασανιστικά μαρτύρια οι σαράντα παρθένες και ο δάσκαλος τους Διάκονος Αμμούν εξεδήμησαν εις Κύριον και τώρα ακτινοβολούν εις το στερέωμα της Εκκλησίας.

Όταν βασανίζονταν, έβλεπαν ανοιχτούς τους ουρανούς και στα δεξιά τους τον Υιόν του Θεού, πού και εκείνος μαρτύρησε πριν απ’ αυτές, απ’ τους σταυρωτές του. Ο σκληρός Λικίνιος διέταξε να τις θανατώσουν και τις σαράντα με φρικτά μαρτύρια.

Δεν γνώριζε όμως πώς στους μάρτυρες δεν υπάρχει θάνατος, διότι όλο το είναι τους είναι γεμάτο από τον μόνον αθάνατον, Κύριον και Θεόν μας Ιησούν Χριστόν και ότι νικάται και αναιρείται κάθε θάνατος και κάθε αμαρτίαν με την δύναμιν του Αναστάντος Κυρίου μας.

Δεν γνώριζε επίςης ότι οι μάρτυρες του Χριστού δεν αισθάνονται φόβο για τα μαρτύρια διότι ενιςχύονται απο Αυτόν Τον ίδιο τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Κύριό μας. Αυτό μας το βεβαιώνουν όλα τα Μαρτυρολόγια, πού διηγούνται και εξυμνούν την δύναμιν και την άφοβίαν των Μαρ­τύρων ενώπιον των βασανιστηρίων

Η πνευματικότητα τους
Είναι μεγάλο μυστήριον πώς την εποχή εκείνη υπήρχε οργανωμένη η πίστη των Αγίων Παρθένων και πώς φύτρωσε μέσα τους ο θείος και γόνιμος σπόρος της εγκρατείας και της αγιότητος. Τα ασκητικά τους ”καθήκοντα”, τα όποια δεν γνω­ρίζουμε επί πόσα χρόνια ασκούσαν, όσο δύσκολα και αν ήσαν αυτά, υπηρετούσαν με πλήρη υπακοή στον διδάσκαλό τους και μεγάλο ζήλο. Αυτός ο ζήλος τους έδωσε την δύναμη να ασκήσουν και να διατηρήσουν την λάμψη της αγνότητας και της παρ­θενίας·  κοντά στον Διάκονο και δάσκαλο τους Αμμούν αναγεννήθηκαν και απέκτησαν την αγιότητα και την αγάπη προς τον πλησίον. Ή συνείδησή τους ακουγόταν από μέσα τους σαν φωνή θεϊκής αποστολής και ήσαν έτοιμες για το μαρτύριο. Ή πνευματική ζωή και η ακράδαντη πίστη τους τις έκανε να μη λογαριάζουν πλούτη και υλικά αγαθά ούτε στολίδια και κοσμική ζωή, που τους προσέφερε ο άρχοντας της Αδριανουπόλεως. Προτίμησαν ευκόλως τα στολίδια της αγάπης και της πίστεως στον Λυτρωτή του κόσμου. Έμειναν ασυμβίβαστες με τους νόμους της ειδωλολατρίας και αγωνίσθηκαν τον καλόν αγώνα της πίστεως με την φώτιση του Αγίου Πνεύματος, πού είχαν για οδηγό τους. Ή καρδιά τους ήταν καθαρή από λογισμούς και με κατάνυξη πνευματική προσεύχονταν στον μόνο αληθινό Θεό, για να τους δώσει δύναμη να μη λυγίσουν ποτέ μπροστά στα μαρτύρια πού τις περίμεναν. Είχαν επιλέξει για επίγεια πνευματική τροφή την πνευματική αγαλλίαση και την ουράνια ευφροσύνη. Η αγάπη σ’ όλους τους ανθρώπους ήταν ή μοναδική.Με αυτά τα βασανιστικά μαρτύρια οι σαράντα παρθένες και ό δάσκαλος τους Διάκονος Αμμούν εξεδήμησαν εις Κύριον και τώρα ακτινοβολούν εις το στερέωμα της Εκκλησίας.

Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (η Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (η Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (η Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (η Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Άννα (η Ανθούσα).

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (29/8/2016)

Πληροφορίες γιά τόν Ἰωάννη τόν IIρόδρομο ἔχουμε ἀπ τήν Καινή Διαθήκη καί τόν Ἑβραῖο ἱστορικό Ἰώσηπο (Ἀρχαιολ. XVIII, 5, 2). Σ′ αὐτόν ἐπίσης ἀναφέρονται σάν μία μεσσιανική μορφή καί τά λεγόμενα Μανδαϊκά Κείμενα. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζεται ὡς προφήτης τῆς ἀναμενόμενης ἡμέρας τῆς κρίσης τοῦ Κυρίου καί τῆς ἐγκαθίδρυσης μίας νέας τάξης πραγμάτων κηρύττοντας στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας image«μετανοεῖτε• ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2). Ἑρμηνεύει τό ἔργο του σάν μία προετοιμασία γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, κατά τήν πρόρρηση τοῦ Ἠσαΐα: «ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου». Γι′ αὐτό κι ὀνομάστηκε Πρόδρομος. Καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια (οἱ γονεῖς του ἀναφέρονται ὡς Ζαχαρίας καί Ἐλισάβετ), καί φαίνεται νά μή συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα τό πολιτικό ἀλλά καί θρησκευτικό κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του. Ἡ ζωή καί ἡ ἐμφάνισή του ἐπίσης δείχνουν τήν ἀντιθεσή του πρός τήν πολιτιστική διαφθορά τῆς κοινωνίας του.

Ἐκτός ἀπό τήν προφητική του παρουσία ὁ Ἰωάννης βάπτιζε, καί γι′ αὐτό ἔχει μείνει γνωστός στήν ἱστορία ὡς Βαπιστής. Σύμφωνα μέ τόν Ἰώσηπο, τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη εἶχε τήν ἠθική σημασία τῶν καθαρμῶν, ὅπως γινόταν καί ἀπό ὁρισμένα ἐθνικά θρησκευτικά κινήματα τῆς ἐποχῆς του (νεοπυθαγόριοι). Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη εἶχε καί μεσσιανικό ἡ ἐσχατολογικό χαρακτήρα καί δέν ἦταν μόνο ἀποκαθαρτικό τῶν ἁμαρτιῶν: «βάπτισμα μετανοίας τῷ λαῷ λέγων εἰς τόν ἐρχόμενον μετ′ αὐτόν ἵνα πιστεύσωσι» (ΙΙράξ. 19, 4). Μέ τό βάπτισμά του προετοίμαζε τό λαό γιά νά δεχθεῖ τόν Μεσσία.

Ἡ σημασία τοῦ ἔργου τοῦ Βαπτιστή Ἰωάννη βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ἀπό τή διδασκαλία του προῆλθε τό χριστιανικό κίνημα. Στό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστή Ἰωάννη (1:6 κ.ἑξ.) διαφαίνεται ὅτι οἱ πρῶτοι μαθητές imageτοῦ Ἰησοῦ βγῆκαν ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Βαπτιστή. Πράγματι τήν ἐποχή αὐτή ἀλλά καί τήν περίοδο μετά τή ζωή καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε στήν Παλαιστίνη κάποια κίνηση παράλληλη πρός τή χριστιανική μέ κεντρική τή μορφή τοῦ Ἰωάννη. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἀξιολογεῖ τή μορφή τοῦ Ἰωάννη μέ τά λόγια: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γενντοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ…» (Ματθ. 11:11 κ.ἑξ.).

Στά Μανδαϊκά κείμενα ὁ Ἰωάννης ἐμφανίζεται σάν θεία μεσσιανική μορφή μέ στόχους σωτηριολογικούς, κάτι δηλ. σάν τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ἀναγνωρίζει τήν ἀνωτερότητα τοῦ Χριστοῦ: «Οὗτος (ὁ Ἰωάννης) ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός» (Ἰωάν. 1:8).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική συνείδηση παρουσίασε τόν Τίμιο Πρόδρομο σάν τό συνδετικό κρίκο τῶν δύο κόσμων, τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιατί στό πρόσωπό του συγκεντρώνονται ὅλα τά χαρακτηριστικά, τόσο τῶν προφητῶν καί τῶν δικαίων, ὅσο καί τῶν μαρτύρων καί ἀποστόλων τῆς περιόδου τῆς Καινῆς Διαθήκης. Εἶναι ὁ μοναδικός Προφήτης πού προφητεύτηκε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη (Μαλαχ. 3:1), καί μάλιστα «περισσότερον προφήτου» (Λουκ. 7:26), ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τόν ἀποκάλεσε. Φώτισε τούς «καθημένους ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου» ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὥστε νά μπορέσουν νά ἀναγνωρίσουν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόν ἀναμενόμενο Μεσσία καί νά πιστεύσουν σ′ Αὐτόν. «Δείκνυσι παρόντα, ὅν πόρρωθεν προμελετᾶ ὁ νόμος καί οἱ προφῆται, τόν ἕνα καί μόνον Θεόν», ὅπως λέγει ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξάνδρεας. Ἔγινε γιά τούς δικαίους «ὁ ἐπίγειος ἄγγελος», γιά τούς ἀποστόλους ὁ πρῶτος κήρυκας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιά τούς μοναχούς ὁ υἱός τῆς ἐρήμου, γιά τούς μάρτυρες ἐκεῖνος πού σφράγισε μέ τό αἷμα του τήν ἀπόλυτη πίστη του στόν Χριστό.

Ὁ θάνατος τοῦ Ἰωάννη περιγράφεται στά τρία πρῶτα Εὐαγγέλια, καί ἰδίως ἀπό τόν Μάρκο, μέ ἰδιαίτερη δραματικότητα. Οἱ Εὐαγγελιστές παρουσιάζουν τόν Ἰωάννη νά ἐλέγχει τήν ἀνήθικη συμπεριφορά τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη Ἀντίπα, ἰδιαίτερα τοῦ γάμου του μέ τήν Ἡρωδιάδα, πού τή χώρισε ἀπό τόν ἀδερφό του Φίλιππο καί τήν παντρεύτηκε ὁ ἴδιος. Ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος λέει πώς ὁ Ἡρώδης φοβήθηκε ὅτι θά ξεσπάσει πολιτική ἐπανάσταση ἀπό τό κίνημα τοῦ Βαπτιστῆ κι ἔκρινε φρόνιμο νά ἀποφύγει κάτι τέτοιο μέ τό νά συλλάβει καί νά φυλακίσει τόν Ἰωάννη στά μπουντρούμια τοῦ παλατιοῦ του στή Μαχαιρούντα, στό νοτιότερο σημεῖο τῆς Νεκρᾶς Θάλασσας.

Ὅπως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, οἱ Εὐαγγελιστές βασίζονται στήν παράδοση θέλοντας νά ἀποδώσουν τήν πραγματικότητα, καί παρουσιάζουν τήν εἰκόνα τῆς θανάτωσης τοῦ Ἰωάννη ὡς ἑξῆς: Ὁ Ἡρώδης γιόρταζε τά γενέθλιά του δίνοντας ἕνα μεγάλο γεῦμα στούς ἄρχοντες τῆς Ἰουδαίας. Πρός τιμή τῶν καλεσμένων χόρεψε ἡ Σαλώμη, imageκαί μόλις ἡ κοπέλα τελείωσε τό χορό της, ὁ Ἡρώδης συγκινημένος τή ρώτησε μέ ποιό τρόπο θά ἤθελε νά τήν ἀνταμείψει. Αὐτή σέ συννενόηση μέ τή μητέρα της ζήτησε τό κεφάλι τοῦ Ἰωάννη «ἐπί πίνακι». Στό ἐπάνω μέρος τοῦ παλατιοῦ συνεχίζεται τό γλέντι καί ὁ χορός, καί μέσα σ′ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα ὅλης τῆς ἀφρόκρεμας τῶν διεφθαρμένων τῆς Γαλιλαίας λαμβάνεται ἀπόφαση γιά τήν τύχη τοῦ πιό ἀξιόλογου μετά τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς.

Ἡ σύλληψη καί μαρτυρική ἐκτέλεση τοῦ Ἰωάννη δημιούργησε πραγματικό πνευματικό σάλο. Ὡστόσο τό κήρυγμά του εἶχε ριζώσει καί ὁ δρόμος γιά τόν Σωτήρα εἶχε ἀνοιχθεῖ. Οἱ Συνοπτικοί Εὐαγγελιστές θεωροῦν τό γεγονός τῆς θανάτωσης τοῦ Βαπτιστῆ ὡς μήνυμα πρός τόν Ἰησοῦ γιά νά ἀρχίσει τή δική του δράση. Γι′ αὐτό καί οἱ τρεῖς γράφουν περίπου τά ἑξῆς: «Μετά δέ τό παραδοθῆναι Ἰωάννην ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τήν Γαλιλαίαν κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί λέγων ὅτι πεπλήρωται ὁ καιρός καί ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ…» (Μάρκ. 1:14 καί πρλλ).

Ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἰκονογραφεῖ τό κείμενο ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου: «Καί εὐθέως ἀποστείλας ὁ βασιλεύς σπεκουλάτωρα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τήν κεφαλήν αὐτοῦ. Ὁ δέ ἀπελθών ἀπεκεφάλισεν αὐτόν ἐν τῇ φυλακῇ, καί ἤνεγκε τήν κεφαλήν αὐτοῦ ἐπί πίνακι καί ἔδωκεν αὐτήν τῷ κορασίῳ, καί τό κοράσιον ἔδωκεν αὐτήν τῇ μητρί αὐτῆς». Μέσα στό κτίριο πού παριστάνει τό παλάτι τοῦ Ἡρώδη μέ ἐνσωματωμένη φυλακή στά ὑπόγειά του λαμβάνει χώρα τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου. Ὁ στρατιώτης πού ἔχει σύρει τό ξίφος ἀπ τή θήκη του ἔχει καταφέρει τό χτύπημα πάνω στό λαιμό τοῦ Προδρόμου καί ἑτοιμάζεται νά ἀποτελειώσει μέ δεύτερη προσπάθεια τό ἔργο του. Ὁ Ἅγιος μέ τά χέρια δεμένα, γονατιστός καί σκυμμένος πάνω ἀπό τό δίσκο δέχεται μέ πρόσωπο πού φανερώνει ἐσωτερική γαλήνη καί ταπεινοφροσύνη καρτερικά τό μαρτύριό του. Φοράει σκουροπράσινο χιτώνα καί ἀπό κάτω μηλωτή, ὅπως βρίσκουμε στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο (3:4): «Εἶχε τό ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπό τριχῶν καμήλου καί ζώνην δερματίνην περί τήν ὀσφύν αὐτοῦ». Τά μακριά μαλλιά καί γένια του εἶναι ἀτημέλητα, καί τά γυμνά μέρη τοῦ σώματός του ἐξαιρετικά ἀδύνατα: ἕνας ἀληθινός ἀθλητής τῆς ἐρήμου πού τρεφόταν μέ χόρτα καί μέλι ἀπό ἀγριομελίσσια ἐκεῖ ὅπου ζοῦσε.

Μπροστά ἀπό τόν Βαπτιστή ἡ βασιλοπούλα Σαλώμη κρατεῖ στά χέρια ἀσημένιο δίσκο καί εἶναι ἕτοιμη νά παραλάβει τήν Τίμια Κεφαλή. «Καί ἠνέχθη ἡ κεφαλή αὐτοῦ ἐπί πίνακι» (Ματθ. 14:11). Αὐτός ὁ δίσκος εἶναι χαρακτηριστικός καί στήν εἰκονογράφηση τῆς σκηνῆς ὅπου παριστάνεται ἡ «εὕρεση τῆς Τίμιας Κεφαλῆς». Οἱ εἰκόνες πού δείχνουν τή Σαλώμη νά μεταφέρει τό κεφάλι τοῦ Βαπτιστῆ «ἐπί πίνακι» μᾶς θυμίζουν ἀντίστοιχες ἀπό τό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Ἰουδήθ», ὅπου ἡ ὁμώνυμη ἡρωίδα τῶν Ἑβραίων κρατεῖ στά χέρια τό κομμένο κεφάλι τοῦ στρατηγοῦ Ὀλοφέρνη. Οἱ δύο μορφές ἀντικριστά ἐπιστέφονται μέ στέμμα: ὁ μέν Ἰωάννης μέ θεϊκό ὁλόχρυσο φωτοστέφανο, σημάδι τῆς οὐράνιας παρουσίας του, ἡ δέ Σαλώμη μέ βασιλική κορῶνα, ἔνδειξη τῆς ἐπίγειας κυριαρχίας της.

Ὁ Ρωμαῖος στρατιώτης μέ τά πόδια σέ διασκελισμό —πράγμα πού δηλώνει δράση— φοράει πλουμιστή στολή, καθώς προέρχεται ἀπό τό Αὐλικό περιβάλλον τοῦ βασιλιᾶ, καί στό κεφάλι ἔχει στρατιωτικό κράνος, περικεφαλαία. Τόσο αὐτός ὅσο καί ἡ Σαλώμη περιβάλλονται ἀπό τά κόκκινα βασιλικά χρώματα σέ ἀντίθεση μέ τόν Πρόδρομο πού τά σκοῦρα χρώματά του ἐκφράζουν στέρηση καί ταπεινότητα. Μέ τίς διαφορετικές χρωματικές ἀποδώσεις δηλώνονται ἔτσι καί οἱ διαφορετικοί κόσμοι στούς ὁποίους ἀνήκουν οἱ πρωταγωνιστές…

Τό οἰκοδόμημα σέ προοπτική στό φόντο τῆς σκηνῆς εἶναι ὁ χῶρος μέσα στόν ὁποῖο λαμβάνει χώρα τό μαρτύριο. Ἔχει φρουριακή μορφή μέ πολεμίστρες στήν κορυφή, ἐνῶ στήν κάτοψή του ἀνοίγεται τοξοειδής εἴσοδος μέ ξύλινη πόρτα πού φέρει σιδερένιους μοχλούς καί κλειδωνιές. ΙΙιό πάνω στόν ἴδιο τοῖχο ἡ πρόσοψη στολίζεται μέ πλούσια διακόσμηση. Στή δεξιά πλευρά τοῦ κτιρίου δεσπόζει τό παράθυρο τῆς φυλακῆς μέ τίς σιδερένιες ἀμπάρες του, καί πιό ψηλά εἰκονίζονται δύο μικρά τοξοειδῆ ἀνοίγματα. Τέλος, ἀριστερά στήν εἰκόνα πίσω ἀπ′ τό στρατιώτη παριστάνεται βραχῶδες ἔξαρμα.

Ἐκτιμώντας τή σύνθετη πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι αὐτό πού ἐπιδιώκεται νά τονισθεῖ δέν εἶναι τόσο τό μαρτύριο καθαυτό οὔτε καί ὁ τρόπος τῆς ἐκτέλεσής του, ἀλλά ἡ ἑτοιμότητα τοῦ Προδρόμου μπροστά στή Θυσία. Ὁ Ἰωάννης προετοίμασε τό δρόμο τοῦ Χριστοῦ καί ὑπέστη μαρτύριο πρίν ἀπ’ αὐτόν.

Ἀπό τό βιβλίο: Οἱ εἰκόνες τοῦ Δωδεκαόρτου,  Ἀθαν. Διαλεκτόπουλου

===============================================

imageΑδελφέ μου αναγνώστη: Βοήθησε και εσύ την ανοικοδόμηση του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου που έχει ξεκινήσει στην Ενορία μας. Είναι ένα μεγάλο έργο που γίνεται σε πολυ δύσκολους χρόνους. Ο Άγιος ας είναι προστάτης και βοηθός σου. Τηλ. 6936829378.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άγιος Κοσμάς Ο Αιτωλός (1714 – 1779)

Εὔκοσμος ὤφθης κόσμος, ὦ Κοσμᾶ μάκαρ,
Κόσμον λόγοις σοῖς αἵμασι τ᾽ αγλαΐσας.

Βιογραφία:

Ο Άγιος Κοσμάς υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία του Χριστού, για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο.

Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν imageπαιδεία και νουθεσία Κυρίου. Είκοσι χρονών μετέβη στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο του Βατοπεδίου.  Ο Άγιος Κοσμάς, ονομαζόταν αρχικά Κωνσταντίνος και μετά την αποφοίτηση του, πήγε στη Μονή Φιλόθεου, όπου έγινε μοναχός (1759 μ.Χ.) και κατόπιν Ιερομόναχος και έλαβε το όνομα Κοσμάς.

Ο Άγιος γνωρίζοντας ότι το Έθνος κινδύνευε, δεν ησύχαζε και φλεγόταν νύχτα-μέρα από τον πόθο να βγει και να διδάξει στους σκλαβωμένους Έλληνες τα Άγια Γράμματα. Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό και αδύνατο να επωμισθεί τέτοιο φορτίο. Με θεία αποκάλυψη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο, που ήταν δάσκαλος. Αυτός του έκανε μερικά μαθήματα ρητορικής, που θα βοηθούσαν τον Κοσμά στο κήρυγμα. Έπειτα, αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη Σεραφείμ, όργωσε στην κυριολεξία την Ελλάδα, διδάσκοντας στους «ραγιάδες» το λόγο του Θεού.

Έτσι, ο Άγιος Κοσμάς, αρχικά κήρυξε στην Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια μετέβη στην Αιτωλοακαρνανία. Με νέα άδεια περιήλθε τα Δωδεκάνησα και το Άγιο Όρος. Ακολούθως περιόδευσε στην Θεσσαλονίκη, Βέροια, σε ολόκληρη την Μακεδονία, έφθασε στην Χειμάρα, επέστρεψε στην Νότιο Ήπειρο και από εκεί κατέληξε στη Λευκάδα και την Κεφαλληνία. Πήγε ακόμη στη Ζάκυνθο, Κέρκυρα και ξανά στην Βόρειο Ήπειρο.

Απ’ οπού περνούσε, έκτιζε σχολεία, εκκλησίες, και πλήθος λαού συνέρεε και «ρουφούσε» το «νέκταρ» της αγίας διδασκαλίας του.

Τελικά, ο φθόνος των Εβραίων, σε συνεργασία με τους Τούρκους, είχε σαν αποτέλεσμα τον απαγχονισμό του Αγίου στο Κολικόντασι, στα χώματα της Βορείου Ηπείρου το 1779 μ.Χ. Το λείψανο του το έριξαν στα νερά του πόταμου Άψου. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό, το λείψανο επέπλεε. Βρέθηκε από τον ιερέα Μάρκο κι ενταφιάσθηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας Β. Ηπείρου, όπου και ανευρέθη.

Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεως του ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20 Απριλίου 1961 μ.Χ. Ακολουθία και βίο του έγραψαν ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης, ο Θωμάς Πασχίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον βίο και το έργο του μεγάλoυ αγίου. Πλήθος εικόνων, χαλκογραφιών, ζωγραφιών και σχεδίων φανερώνουν την τιμή και την ευγνωμοσύνη του Γένους για τον λαμπρό αστέρα του Αγίου Όρους.

Τα λόγια του ήταν προφητικά, γεμάτα θεία χάρη και απλότητα. Κάποτε είπε στους κατοίκους κάποιου χωριού: «Ήρθα στο χωριό σας και σας κήρυξα. Δίκαιο είναι λοιπόν να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Με χρήματα μήπως; Τι να τα κάνω; Η πληρωμή η δική μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας, για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τὸν ταφον σου Σωτὴρ.
Τὸν μέγαν ἀθλητήν, ὀρθοδόξων τὸ κλέος, Χριστοῦ τὸν μιμητὴν καὶ διδάσκαλον θεῖον, Κοσμᾶν τὸν ἰσαπόστολον, Αἰτωλίας ἀγλάϊσμα, τὸν παιδεύσαντα τὸ δοῦλον Γένος ἐνθέως καὶ συντρέξαντα εἰς τὴν ἀνάστασιν τούτου ἐν ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Μέγαν εὔρατο ὲν τοῖς κινδύνοις.
Κόσμον ηὔγασας Πνεύματι θείῳ, κόσμον ἤνεγκας τῇ ᾿Εκκλησίᾳ, κόσμημα θεῖον, πιστῶν τὸ προπύργιον, ταῖς διδαχαῖς σὺ τὸ Γένος ἐφώτισας καί τῆς δουλείας τὰ σκότη διέλυσας, Κοσμᾶ ῞Αγιε· τῶν ᾿Αποστόλων ὁμότροπε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε κοσμῆσαι τὰς ψυχὰς τῶν ἀνυμνούντων σε.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ερμηνεία της εικόνος της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η αγία εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι πολυπρόσωπη. Δύο όμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στην όλη παράσταση: Ο Χριστός και η Παναγία. Ο Χριστός μας με το ηγεμονικό Του παράστημα που κρατεί την ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του, βρέφος φασκιωμένο, και το λιπόσαρκο σκήνωμα της Παναγίας.

image«Στην εικόνα δεσπόζει το νεκρικό κρεβάτι, στολισμένο με πλούσια ποδέα, όπου αναπαύεται η Παναγία με τα χέρια σταυρωμένα. Μπροστά στερεωμένο σε ένα απλό κηροπήγιο καίει ένα χοντρό κερί. Πίσω από το νεκρικό κρεβάτι και στη μέση ακριβώς στέκει ο Χριστός με το σώμα σε περίεργη στροφή προς τα δεξιά, προς την κεφαλή της Μητέρας Του. Στα χέρια Του απλωμένα στην ίδια κατεύθυνση, κρατεί την ψυχή της, που έχει τη μορφή φασκιωμένου μωρού με τα χέρια σταυρωμένα. Τον τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ’ αυτή είναι ζωγραφισμένοι στην κορυφή ένα εξαπτέρυγο και σε μονοχρωμία τέσσερις άγγελοι που πλαισιώνουν το Χριστό με χειρονομίες και έκφραση λύπης στα πρόσωπά τους… Πάνω ακριβώς από το Χριστό στην κορυφή του τόξου της εικόνας έχουν ανοίξει οι πύλες του ουρανού και φαίνονται δύο άγγελοι, πάλι σε μονοχρωμία, να σκύβουν με σκεπασμένα χέρια για να πάρουν με τη σειρά τους την ψυχή της. Στην κεφαλή και στα πόδια του νεκρικού κρεβατιού είναι μαζεμένοι οι δώδεκα απόστολοι με εκφράσεις, στάσεις και χειρονομίες που δείχνουν βαθειά λύπη. Ο Πέτρος θυμιατίζει στην κεφαλή της Παναγίας, ο δε Απόστολος Παύλος και ο Θεολόγος Ιωάννης σκύβουν στα πόδια της και την ασπάζονται. Πιο πίσω είναι τρεις ιεράρχες με ανοιχτά βιβλία και στα αριστερά, στο βάθος, θρηνούν τρεις γυναίκες. Τη σύνθεση κλείνουν στο βάθος, πίσω από τις ομάδες των μαθητών, δύο συμβατικά αρχαιόπρεπα κτήρια. Ανάμεσα σ’ αυτά διαβάζεται η επιγραφή. Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Α. Καρακατσάνη). Οι τέσσερις (εικονίζονται οι τρεις) Ιεράρχες που παραβρέθηκαν στην Κοίμηση, ήταν: ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Ιερόθεος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Τιμόθεος. Ο Ιερόθεος δεν εικονίζεται.

Σε κάποιες εικόνες βλέπουμε στη δεξιά άκρη του σπιτιού τον Ιωάννη το Δαμασκηνό που βαστά χαρτί (πάπυρο) με τα εξής λόγια: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια Πάναγνε θεία σκηνώματα καὶ παρέστηκας…» Και στα αριστερά τον άγιο Κοσμά τον ποιητή κρατώντας άλλο χαρτί που λέει: «Γυναίκα σε θνητήν, ἄλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε…»

Σ’ όλα τα πρόσωπα διακρίνεται η θλίψη, ανάμικτη όμως με τη γλυκιά ελπίδα. Είναι η «χαρμολύπην», το «χαροποιὸν πένθος», γνώρισμα των πιστών που ζουν με την προσμονή της ανάστασης. Τούτο βλέπουμε και στα τροπάρια της εορτής, που άλλοτε τονίζουν τον τρόμο και το δέος των Αποστόλων, τους οποίους παρουσιάζουν να δακρύζουν και άλλοτε τονίζουν τη χαρά τους, που την εκδηλώνουν με ψαλμούς και ύμνους. Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμω ἐώρων σε» (Στιχηρό ιδιόμελο όρθρου). «…Καὶ τὸ ζωαρχικὸν καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικό αποστίχων Εσπερινού).

Σε μερικές εικόνες εικονίζονται στον ουρανό σύννεφα, που μετέφεραν τους αποστόλους στην Ιερουσαλήμ. Σε πολλές εικόνες της Κοίμησης ζωγραφίζεται και το επεισόδιο του αγγέλου και κόβει με το ξίφος του τα χέρια του Ιεφονία. (Πρόκειται για εκείνο τον Εβραίο που αποπειράθηκε να ρίξει στο έδαφος το λείψανο της Θεοτόκου).

Συνέχεια ανάγνωσης

Η χαρά των Χριστιανών (Φωτίου Κόντογλου)

 

Ἡ Παναγία εἶναι τὸ πνευματικὸ στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ’ ἡ προστάτρια, ποὺ μᾶς παραστέκεται σὲ κάθε περίσταση. Σὲ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι’ ἕνα σωρὸ ρημοκλήσια, μέσα στὰ βουνά, στοὺς κάμπους καὶ στὰ νησιά, μοσκοβολημένα ἀπὸ τὴν παρθενικὴ καὶ πνευματικὴ εὐωδία της.

imageΜέσα στὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ βρίσκεται τὸ παληὸ καὶ σεβάσμιο εἰκόνισμά της μὲ τὸ μελαχροινὸ καὶ χρυσοκέρινο πρόσωπό της, ποὺ τὸ βρέχουνε ὁλοένα τὰ δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατί δὲν ἔχουμε ἄλλη νὰ μᾶς βοηθήσει, παρεκτὸς ἀπὸ τὴν Παναγία, «ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεὸν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν». Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας δὲν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλὰ πνευματικό, γιατί ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ὁ πόνος κ’ ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Τὸ σαρκικὸ κάλλος φέρνει τὴ σαρκικὴ ἔξαψη, ἐνῶ τὸ πνευματικὸ κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμὸ κι’ ἁγνὴ ἀγάπη.

Αὐτὸ τὸ κάλλος ἔχει ἡ Παναγία. Κι αὐτὸ τὸ κάλλος εἶναι ἀποτυπωμένο στὰ ἑλληνικὰ εἰκονίσματά της ποὺ τὰ κάνανε ἄνθρωποι εὐσεβεῖς ὁπού νηστεύανε καὶ ψέλνανε καὶ βρισκόντανε σὲ συντριβὴ καρδίας καὶ σὲ πνευματικὴ καθαρότητα. Στὴν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτὸ τὸ μυστικὸ κάλλος ποὺ τραβᾶ σὰν μαγνήτης τὶς εὐσεβεῖς ψυχὲς καὶ τὶς ἡσυχάζει καὶ τὶς παρηγορᾶ. Κι’ αὐτὴ ἡ πνευματικὴ εὐωδία εἶναι τὸ λεγόμενο Χαροποιὸν Πένθος ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν πήγανε κοντὰ σ’ αὐτὸν τὸν καλὸν ποιμένα. Τούτη τὴ χαροποιὰ λύπη τὴν ἔχουνε ὅλα ὅσα ἔκανε ἡ ὀρθόδοξη τέχνη, καὶ τὰ εὐωδιάζει σὰν σμύρνα καὶ σὰν ἀλόη, κἄν εἰκόνισμα εἶναι, κἄν ὑμνωδία, κἄν ψαλμωδία, κἄν χειρόγραφο, κἄν ἄμφια, κἄν λόγος, κἄν κίνημα, κἄν εὐλογία, κἄν χαιρετισμός, κἄν μοναστήρι, κἄν κελλὶ καν σκαλιστὸ ξύλο, κἄν κέντημα, κἄν καντήλι, κἄν ἀναλόγι, κἄν μανουάλι, ὅτι καὶ νάναι ἁγιωτικό.

Ἀπὸ τὰ ὀνόματα καὶ μόνο ποὺ ἔδωσε ἡ ὀρθοδοξία στὴν Παναγία, καὶ ποὺ μ’ αὐτὰ τὴν καταστόλισε, ὄχι σὰν εἴδωλο θεατρικό, ὅπως γίνηκε ἀλλοῦ ποὺ φορτώσανε μία κούκλα μὲ δαχτυλίδια καὶ σκουλαρήκια καὶ μὲ ἕνα σωρὸ ἄλλα ἀνίερα καὶ ἀνόητα πράγματα, λοιπὸν αὐτὰ μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματικὴ ἀληθινὰ εἶναι ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στὴν ἑλληνικὴ ὀρθοδοξία.

Πρῶτα-πρῶτα τὸ ἕνα ἁγιώτατο ὄνομά της: Παναγία. Ὕστερα τὰ ἄλλα: Ὑπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, Ζῶσα καὶ Ἄφθονος, Πηγή, Ἔμψυχος Κιβωτός, Ἄχραντος, Ἀμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Ἀειμακάριστος καὶ Παναμώμητος, Προστασία, Ἐπακούουσα, Γρηγοροῦσα, Γοργοεπήκοος, Ἠγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον τὸ Ἀμάραντον, Χρυσοῦν Θυμιατήριον, Χρυσὴ Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Ἐπουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τεῖχος ἀπροσμάχητον, Ἐλέους Πηγή, τοῦ Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος καὶ Δωδεκάτειχος Πόλις, Ἡλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη τοῦ Κόσμου, Δένδρον ἀγλαόκαρπον, Ξύλον εὐσκιόφυλλον, Ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου, Σιών ἁγία, Θεοῦ κατοικητήριον, Ἐπουράνιος Πύλη, Ἀδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλῶν, Θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ χίλια δύο ἄλλα, ποὺ βρίσκονται μέσα στὰ βιβλία τῆς ἐκκλησίας.

Κοντὰ σ’ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ ὀνόματα ποὺ γράφουνε ἀπάνω στὰ ἅγια εἰκονίσματά της οἱ ἁγιογράφοι: Ὁδηγήτρια, Γλυκοφιλοῦσα, Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Ἐλπὶς τῶν ἀπελπισμένων, ἡ Ταχεία Ἐπίσκεψις, ἡ Ἀμόλυντος, ἡ Ἐλπὶς τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παραμυθία, ἡ Ἐλεοῦσα κι ἄλλα πολλά, ποὺ γράφουνται ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴ συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, ποὺ θὰ πεῖ Μήτηρ Θεοῦ. Πόση ἀγάπη, πόσο σέβας καὶ πόσα κατανυκτικὰ δάκρυα φανερώνουνε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ δὲν εἰπωθήκανε σὰν τὰ λόγια ὁπού βγαίνουνε εὔκολα ἀπὸ τὸ στόμα, ἀλλὰ ποὺ χαραχτήκανε στὶς ψυχὲς μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ πίστη.

Ἀμὴ οἱ ὕμνοι της πού ’ναι ἀμέτρητοι σὰν τάστρα τ’ οὐρανοῦ κ’ ἐξαίσιοι στὸ κάλλος, καὶ ποὺ τοὺς συνθέσανε οἱ ἅγιοι ὑμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αὐτὸ τὸ εὐωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται ὅλα τὰ ἀμάραντα ἄνθη καὶ τὰ εὐωδιασμένα βότανα τοῦ λόγου. Ἀληθινὰ προφήτεψε ἡ ἴδια ἡ Παναγία γιὰ τὸν ἑαυτό της, τότε ποὺ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρία καὶ τὴν ἀσπάσθηκε ἡ Ἐλισάβετ, πὼς θὰ τὴ μακαρίζουνε ὅλες οἱ γενεές: «Ἐκεῖνες τὶς μέρες, σηκώθηκε ἡ Μαριὰμ καὶ πῆγε στὴν Ὀρεινὴ μὲ σπουδὴ στὴν πολιτεία τοῦ Ἰούδα καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρία καὶ χαιρέτησε τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ σὰν ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τὸν χαιρετισμὸ τῆς Μαρίας πήδηξε τὸ παιδὶ μέσα στὴν κοιλιὰ της1.

Καὶ γέμισε Πνεῦμα Ἅγιο ἡ Ἐλισάβετ καὶ φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη κ’ εἶπε: Βλογημένη εἶσαι ἐσὺ ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες καὶ βλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Κι’ ἀπὸ ποῦ μοῦ ἦρθε αὐτὸ τὸ καλό, νάρθει ἡ μητέρα τοῦ κυρίου μου πρὸς ἐμένα; γιατί μόλις ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ χαιρετισμοῦ σου στ’ αὐτιά μου, ξεπέταξε τὸ παιδὶ στὴν κοιλιά μου, κι’ εἶναι μακάρια ἐκείνη ποὺ πίστεψε σὲ ὅσα τῆς εἶπεν ὁ Κύριος2. Κ’ εἶπε ἡ Μαριάμ: «Δοξολογᾶ ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο κι’ ἀναγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου γιὰ τὸ Θεὸ τὸν σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε νὰ κυτάξει τὴν ταπεινὴ τὴ δούλα του. Γιατί, νά, ἀπὸ τώρα κ’ ὕστερα θὰ μὲ μακαρίζουνε ὅλες οἱ γενεές, ἐπειδὴ ἔκανε σὲ μένα μεγαλεῖα ὁ Δυνατός, κ’ εἶναι ἁγιασμένο τ’ ὄνομά του, καὶ τὸ ἔλεός του πηγαίνει ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ σὲ κείνους ποὺ ἔχουνε τὸν φόβο του».

Ἀμέτρητες εἶναι οἱ ὑμνωδίες τῆς Παναγίας, μὰ ἀμέτρητα εἶναι καὶ τὰ σεμνόχρωμα εἰκονίσματά της, ποὺ καταστολίζουνε τὶς ἐκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στὸ σανίδι εἴτε στὸν τοῖχο. Σὲ κάθε ὀρθόδοξη ἐκκλησιὰ στέκεται τὸ εἰκόνισμά της στὸ τέμπλο ἀπὸ τὰ δεξιὰ τῆς ἅγιας Πόρτας. Σὲ ἄλλες εἰκόνες ζωγραφίζεται καὶ μοναχή, μὰ στὰ εἰκονίσματα τοῦ τέμπλου κρατᾶ πάντα τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιὰ της ἀπ’ τ’ ἀριστερά, σπάνια ἀπ’ τὰ δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατοῦσα).

Τὸ κεφάλι της εἶναι σκεπασμένο σεμνὰ καὶ σοβαρὰ μὲ τὸ μαφόριο, ἕνα φόρεμα φαρδὺ κι’ ἱερατικὸ σκοῦρο βυσσινί, ποὺ πέφτει στὸν ὦμο της ἁπλόχωρο, ἀφήνοντας νὰ φαίνεται μοναχὰ τὸ μακρουλὸ πρόσωπό της καὶ τὰ χέρια της. Ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ σκέπασμα φαίνεται μία στενὴ λουρίδα ἀπὸ τὸ δέσιμο τοῦ κεφαλιοῦ της ποὺ σφίγγει τὸ μέτωπό της καὶ ἀφήνει νὰ φανοῦνε μονάχα οἱ ἄκρες τῶν αὐτιῶν της. Τὸ μέτωπό της εἶναι σὰν μελαχροινὸ φίλντισι, ἁγνό, ἁπλὸ καὶ κατακάθαρο. Τὰ ματόφρυδά της εἶναι καμαρωτά, ζωηρὰ καὶ μακρυά, φτάνοντας ἴσαμε κοντὰ στ’ αὐτιά της, τὰ μάτια της ἀμυγδαλωτά, ἰσκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρὰ μὰ γλυκύτατα, μὲ τ’ ἀσπράδι καθαρὸ μὰ ἰσκιωμένο.

Τὸ βλέμμα της εἶναι μελαγχολικὸ ἁπλό, ἴσιο, ἥσυχο, συμπαθητικό, ἀγαπητό, θλιμένο μὰ καὶ μαζὶ χαροποιό, αὐστηρὸ μὰ καὶ μαζὶ συμπονετικό, ἁγιώτατο, πνευματικό, ἀθῶο, σκεφτικό, ἄμωμο, ἐλπιδοφόρο, ὑπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυὰ ἀπὸ κάθε σαρκικὸν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό τοῦ παραδείσου, βασιλικὸ καὶ ταπεινό, ἀνθρώπινο καὶ θεϊκό, ἄκακο, ἀδελφικό, εὐγενικό, ἐλεγκτικό, ἄγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερὸ γιὰ ὅσους ἔχουνε πονηροὺς λογισμούς, τρυφερό, διαπεραστικό, ἐρευνητικό, ἀπροσποίητο, ἡγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, ἀμετασάλευτο.

Ἡ μύτη της εἶναι μακρυά καὶ στενή, μὲ μέτρο, ἰουδαϊκή, ἄσαρκη, μὲ λεπτὰ ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Τὸ στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνιμο, κλειστό, καθαρό, ἰσκιωμένο κατὰ τὸ μάγουλο, σὰν νὰ χαμογελᾶ ἐλαφρά.

Τὸ πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ἀνεπιτήδευτο, ταπεινό. Τὸ μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, εὐωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμὸ μὲ μίαν ἐλαφρότατη ροδοκοκκινάδα.

Ὁ λαιμὸς της γυρτὸς ταπεινά, σμίγει μὲ τὸ πηγούνι μ’ ἕνα ἁπαλὸ ἴσκιασμα ποὺ τὸ λέγανε οἱ παλαιοὶ γλυκασμό. Τὸ ὅλο πρόσωπό της εἶναι ἱερατικὸ καὶ θρησκευτικό, καὶ μαρτυρᾶ ἀρχαία φυλή. Τὰ ἄχραντα χέρια της εἶναι μικρά, στενὰ μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Μὲ τὸ ἀριστερὸ βαστᾶ τὸν Χριστό, καὶ τὸ δεξὶ τόχει ἀκουμπισμένο σεμνὰ ἀπάνω στὸ στῆθος της, σὲ στάση παρακαλεστική, μὲ τὸ μεγάλο δάχτυλο μακρυὰ ἀπὸ τ’ ἄλλα. Στὰ πιὸ ἀρχαῖα εἰκονίσματα αὐτὸ τὸ χέρι εἶναι πιὸ ὄρθιο καὶ πιὸ ψηλά, κοντὰ στὸ λαιμό.

Ὁ πιὸ αὐστηρὸς τύπος τῆς Παναγίας εἶναι ἡ λεγόμενη Ὁδηγήτρια, ποὺ ἔχει ὄρθια τὴν κεφαλή της, ἔκφραση ἀπαθέστερη καὶ τὸ ὅλο σχῆμα της εἶναι πιὸ ἱερατικό. Ἐνῶ ἡ Γλυκοφιλοῦσα ἔχει τὸ κεφάλι της γυρτὸ κατὰ τὸ παιδί της, ποὺ τ’ ἀγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ ἡ ἔκφρασή της εἶναι πιὸ αἰσθηματική. Ἡ Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη ἀπάνω στὸ θρόνο, αὐστηρὴ κι’ ἀλύγιστη, καὶ βαστᾶ τὸν Χριστὸ στὰ γόνατά της, ἀκουμπώντας τόνα χέρι της στὸν ὦμο του καὶ μὲ τ’ ἄλλο βαστώντας τὸ πόδι του ἢ ἕνα μαντήλι.

Στὴν Ἑλλάδα, οἱ περισσότερες ἐκκλησιὲς τῆς Παναγίας γιορτάζουνε κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, δηλαδὴ στὶς 15 Αὐγούστου. Τὰ τροπάρια ποὺ ψέλνουνε σ’ αὐτὴ τὴ γιορτὴ εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἐξαίσια. Τὸ δοξαστικό του Ἑσπερινοῦ εἶναι τὸ μονάχο τροπάρι ποὺ ψέλνεται μὲ τοὺς ὀχτὼ ἤχους, κάθε φράση κι’ ἄλλος ἦχος· ἀρχίζει ἀπὸ τὸν πρῶτον ἦχο καὶ τελειώνει πάλι στὸν πρῶτον.

Μὰ ὁλάκερη ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑμνολογᾶ τὴν Παναγία μονάχα μὲ τοὺς ψαλτάδες καὶ μὲ τοὺς παπάδες στὶς ἐκκλησιές, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ κάθε τί της, μὲ τὰ χωριά, μὲ τὰ βουνά, μὲ τὰ νησιά, πούχουνε τ’ ἁγιασμένο τ’ ὄνομά της. Τὰ καράβια βολτατζάρουνε στὴ δροσερὴ θάλασσα, ἀνοιχτὰ ἀπὸ τοὺς κάβους πού ’ναι χτισμένα τὰ μοναστήρια της, ἔχοντας στὴ πρύμνη σκαλισμένο τ’ ἀγαπημένο καὶ προσκυνητὸ ὄνομά της. Ὅποιος ταξιδεύει στὰ ἑλληνικὰ νερά, σ’ ὅποιο μέρος κι’ ἂν βρεθεῖ τὴ μέρα τῆς Παναγίας, θ’ ἀκούσει ἀπ’ ἀνοιχτὰ τὶς καμπάνες ἀπάνω ἀπὸ τὸ πέλαγο. Ἄλλες ἔρχουνται ἀπὸ τ’ Ἅγιον Ὅρος ποὺ τὸ λένε Περιβόλι τῆς Παναγίας, ἄλλες ἀπὸ τὴν Τῆνο πούχει τὸ ξακουστὸ παλάτι της, ἄλλες ἀπὸ τὴν Σαλαμίνα ποὺ γιορτάζει ἡ Φανερωμένη, ἄλλες ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη, ἀπὸ τὴν Παναγιὰ τῆς Ἁγιάσσος καὶ τῆς Πέτρας, ἄλλες ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Σίφνου, ἄλλες ἀπὸ τὴ Σκιάθο, ἄλλες ἀπὸ τὴ Νάξο, ἀπὸ κάθε νησί, ἀπὸ κάθε κάβο, ἀπὸ κάθε στεριά.

Συνέχεια ανάγνωσης