Οι οκτώ αναστάσεις νεκρών που αναφέρονται στην Αγία Γραφή

Στην Αγία Γραφή αναφέρονται οκτώ αναστάσεις νεκρών, τρεις στην Παλαιά Διαθήκη και πέντε στη Καινή.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για η ανάσταση του προφήτου ηλιούΗ αναστάσεις νεκρών στην Παλαιά Διαθήκη είναι οι εξής τρεις:  

α) Η ανάσταση του γιού της χήρας από τα Σαρεπτά της Σιδώνας, τον οποίο ανέστησε κατόπιν προσευχής στο Θεό ο προφήτης Ηλίας. (Γ’ Βασ. 17, 20-24)

β) Η ανάσταση του γιου μιας σουναμίτιδος γυναίκας, τον οποίο πάλι με προσευχή ανέστησε ο προφήτης Ελισσαίος. (Δ’ Βασ. 4, 32)

γ) Η ανάσταση ενός νεκρού ανδρός που τοποθέτησαν στον τάφο του προφήτη Ελισσαίου και αναστήθηκε. (Δ’ Βασ. 13, 21)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για η ανάσταση του χριστού

Στην Καινή Διαθήκη αναφέρονται πέντε αναστάσεις. Τρεις τελούνται από τον Χριστό, μία από τον απόστολο Πέτρο και μία από τον απόστολο Παύλο.

α) Η ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν από τον Χριστό (Λουκ. 7, 11-17).
β) Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου από τον Χριστό μπροστά στους γονείς της και στους τρεις μαθητές Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη (Λουκ. 10, 40-56, Ματθ. 9, 18-26 και Μαρκ. 5, 22-43).
γ) Η ανάσταση του τετραήμερου θανόντα Λαζάρου από τον Χριστό (Ιωαν. 11, 17-45).

δ) Η ανάσταση της Ταβιθάς ή Δορκάδος στην Ιόππη από τον απόστολο Πέτρο (Πραξ. 9, 32-42).
ε) Η ανάσταση του Εύτυχου στην Τρωάδα από τον απόστολο Παύλο (Πραξ. 20, 8-11).

Συνέχεια ανάγνωσης

Ἅγιος Ἀλέξανδρος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Τόν Ἅγιο Ἀλέξανδρο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τόν συναντοῦμε πρώτη φορά στίς ἱστορικές πηγές κατά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία συγκλήθηκε ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντίνο στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325. Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, «ἀνήρ θεοφιλής», ἦταν τότε πρεσβύτερος στό ἀξίωμα καί εἶχε ἡλικία ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη τῶν 70 ἄν ὄχι τῶν 80, ἐτῶν.

Τόν ἐπισκοπικό θρόνο τοῦ Βυζαντίου κατεῖχε ὁ ἅγιος Μητροφάνης, ὁ ὁποῖος ἐπειδή ἦταν ὑπέργηρος καί ἀσθενής δέν ἔλαβε μέρος στή Σύνοδο, ἀλλά ἔστειλε ἀντιπρόσωπο τόν «συμπρεσβύτερό του» ἅγιο Ἀλέξανδρο, πού εἶχε ἀπό πολλῶν ἐτῶν βοηθό καί συνεργάτη στό ἔργο του.

Τά πρῶτα χρόνια
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος γεννήθηκε περί τό 240. Ὡς ἐκ τούτου, ἔζησε σέ παιδική ἤ νεανική ἡλικία τούς τελευταίους μεγάλους διωγμούς κατά imageτῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς αὐτοκράτορες Δέκιο (250) καί Βαλεριανό (257-260) καί σέ ὥριμη ἡλικία τούς διωγμούς τοῦ Διοκλητιανοῦ (303-305) καί τοῦ Γαλέριου Μαξιμιανοῦ (305-311).

Ἡ ἀρειανική αἵρεση καί ἡ ἀντιπαράθεσή του μέ τόν Ἄρειο
Ἡ ἀρειανική αἵρεση, παρά τήν ἀπόφαση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί παρ’ ὅλες τίς προσπάθειες γιά τή διάδοση τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, δέν εἶχε ἐξαλειφθεῖ καί ἔμελε νά ταλαιπωρήσει τήν Ἐκκλησία γιά πολύ καιρό ἀκόμη. Ἡ ὁμάδα τῶν ἐπισκοπῶν, πού ὑπεστήριξαν τόν Ἄρειο στή Σύνοδο, παρ’ ὅλο πού προσυπέγραψαν τίς ἀποφάσεις της, δέν ἡσύχασαν πότε.

Ἡ ὁμάδα αὐτή εἶχε ἐν τῷ μεταξύ διευρυνθεῖ, ἡγέτης της ἦταν ὁ φιλόδοξος Εὐσέβιος Νικομηδείας, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη ἐπιρροή στόν αὐτοκράτορα. Ἀκόμη πολλοί κρατικοί λειτουργοί καθώς καί πρόσωπα ἀπό τό οἰκογενειακό περιβάλλον τοῦ αὐτοκράτορα εἶχαν προσχωρήσει στήν αἵρεση, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ Βασιλίνα, μητέρα τοῦ τελευταίου εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου.

Κατά τό τριακοστό ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (τό 335) καί κατόπιν πιέσεων ἀπό τόν κύκλο αὐτῶν πού ὑπεστήριζαν τόν αἱρεσιάρχη, κλήθηκε ὁ Ἄρειος ἀπό τόν αὐτοκράτορα στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ἐρωτηθεῖ καί νά ὁμολογήσει «εἰ τήν πίστιν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἔχοι», ἄν ἔχει τήν πίστη, δηλαδή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὀρθή πίστη.

Ὁ ἐρχομός τοῦ αἱρεσιάρχη στήν πρωτεύουσα ἀνα­ζωπύρωσε τή διαμάχη τῶν δύο μερίδων τοῦ λαοῦ, τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν αἱρετικῶν, καί πάλι ἐπαναλήφθηκαν ταραχές στήν Πόλη. Ὁ Ἄρειος, χωρίς πότε νά ἔχει μετανοήσει ἤ νά ἔχει ἀλλά­ξει κάτι στίς αἱρετικές του δοξασίες, βασιζόμενος μόνον στή μεγάλη δύναμη πού εἶχαν οἱ ὑποστηρικτές του, ὡμολογησε μπροστά στόν βασιλιά ὅτι πιστεύει τήν κοινή πίστη τῆς imageἘκκλησίας, ἔδωσε μάλιστα γραπτή ὁμολογία τῆς πίστεώς του. Ἡ ὁμολογία αὐτή ἦταν διατυπωμένη μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε, παίζοντας μέ τίς λέξεις, χρησιμοποιώντας χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί παραλείποντας ὅ,τι δέν τόν ἐξυπηρετοῦσε, τίς ἐνδεικτικές φράσεις δηλαδή τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως τήν εἶχε διατυπώσει ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, καί αὐτές τῆς αἱρετικῆς του διδασκαλίας, νά κρύβεται ἡ κακοδοξία του, γιά τήν ὁποία εἶχε καταδικασθεῖ ἀπό τή Σύνοδο.

Ἔτσι παρουσίασε ὅτι ἡ πίστη τοῦ ἦταν ἴδια μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας «ὑποκρινόμενος καί αὐτός, ὡς ὁ διάβολος τά τῶν Γραφῶν ρήματα», ὅπως σχολιάζει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δέχθηκε τήν ὁμολογία του καί τόν ἔστειλε στόν πατριάρχη Ἀλέξανδρο λέγοντας του ὅμως: «Εἰ ὀρθή σου ἡ πίστις ἐστί, καλῶς ὤμοσας, εἰ δέ ἀσεβής ἐστιν ἡ πίστις σου καί ὤμοσας, ὁ Θεός ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κρῖναι τά κατά σέ», θέλοντας ἔτσι νά ἐκδηλώσει τήν ἐπιφυλακτικότητά του γιά τήν εἰλικρίνεια τοῦ Ἀρείου καί νά τόν καταστήσει ὑπεύθυνο τῶν πράξεών του.

Μέ τό δόλιο αὐτό τρόπο καί διά τῶν συνηθισμένων σ’ αὐτούς πιέσεων οἱ φιλικά προσκείμενοι στόν Ἄρειο ἐπίσκοποι καί κοσμικοί ἄρχοντες θέλησαν νά εἰσαγάγουν τόν Ἄρειο στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ἡ δολιότητα καί ὁ ἐκβιασμός ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ Ἄρειος εἶχε κριθεῖ ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο καί εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπό τήν κοινωνία τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας θά ἔπρεπε πάλι ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο νά κριθεῖ, ὥστε νά ἐλεγχθεῖ λεπτομερῶς ἡ πίστη του καί ἡ μετάνοιά του δέν ἦταν δυνατόν μία βασιλική ἀπόφαση ἡ μία ἁπλή ὁμολογία πίστεως τοῦ αἱρεσιάρχη ν’ ἀνατρέψει ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνοδοῦ.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος στίς μεθοδεύσεις αὐτές μέ παρρησία ἀντέτασσε ὅτι δέν εἶναι σωστό ἔτσι ἁπλά νά δεχθοῦμε σέ κοινωνία «τόν τῆς αἱρέσεως εὑρετήν».

Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ὡς ἀπάντηση στήν ἄρνηση τοῦ πατριάρχη μεταξύ ἄλλων τόν ἀπειλοῦσε ὅτι θά προκαλοῦσε τήν καθαιρεσή του καί τήν ἐξορία του, ἄν δέν δεχόταν τόν Ἄρειο σέ κοινωνία, ὅποτε οὕτως ἤ ἄλλως ὁ διάδοχός του θά δεχόταν τόν Ἀρειο. Τόν Ἅγιο Ἀλέξανδρο βέβαια δέν τόν ἀπασχολοῦσε τόσο ἡ ἀπειλή τῆς καθαιρέσεως, ὅσο ἡ ἀνάγκη νά τηρηθεῖ ἀπαρασάλευτη ἡ πίστη πού διακήρυξε ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Νικαίας.

Βλέποντας λοιπόν ὅτι στή φάση αὐτή τοῦ ἀγώνα ἡ θεολογική συζήτηση καί ἡ ἀπροκάλυπτη ἔρευνα τῆς ἀλήθειας δέν εἶχαν καμία δύναμη, ἄφησε κατά μέρος τήν προσπάθεια νά πείσει τούς αἱρετικούς γιά τό λάθος τους καί κατέφυγε στόν παντεπόπτη Θεό. Μέ νηστεῖες καί προσευχές, νύκτα καί ἡμέ­ρα παρακαλοῦσε τόν Θεό. Σύχναζε μάλιστα στήν ἐκκλησία τήν ἀφιερωμένη στήν Ἁγία Εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία imageεὑρίσκεται πολύ κοντά στή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας (πού τότε χτιζόταν), ὅπου μόνος «ὑπό τήν ἱεράν τράπεζαν ἑαυτόν ἐπί στόμα ἐκτείνας ηὔχετο δακρύων»: ἄν μέν οἱ πεποιθήσεις καί τά σχεδία τοῦ Ἀρείου εὐοδωθοῦν, νά μήν εὑρεθεῖ στήν ἀνάγκη νά τόν συναντήσει κατά πρόσωπον, ἄν ὅμως ἡ πίστη τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὀρθή, τότε ὁ Θεός ἄς ἀποδώσει τό δίκαιο καί ἄς μήν ἐπιτρέψει ἡ αἵρεση νά νομι­σθεῖ ὡς εὐσέβεια. Στήν ἀγωνία του ὁ Ἅγιος εἶχε συμπαραστάτη τόν πρεσβύτερο Μακάριο, γνωστό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος καί τόν ἐνημέρωσε γιά τά συμβάντα στήν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ θάνατος τοῦ Ἀρείου
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἦρθε πράγματι ἄμεση. Τήν παραμονή τῆς ἡμέρας, κατά τήν ὁποία ὁ Ἄρειος ἐπρόκειτο νά γίνει δεκτός στήν ἐκκλησιαστικη κοινωνία καί ἐνῶ περιεφέρετο στήν ἀγορά τῆς Κωνσταντινουπόλεως συνοδευόμενος, ὡς συνήθως, ἀπό πλῆθος ὀπαδῶν του, πέρασε ἀπό τά δημόσια ἀποχωρητήρια γιά κάποια σωματική ἀνάγκη. Ἐκεῖ μέσα βρῆκε οἰκτρό θάνατο «τοῖς σκυβάλοις μέν τά ἔντερα, τοῖς ἐντέροις δέ τήν ψυχήν ὁ δείλαιος συναποβάλλει».

Τό γεγονός αὐτό, ὅπως εἶναι φυσικό, προεκάλεσε ἰδιαίτερη αἴσθηση σέ ὅλους. Τό μέρος αὐτό γιά πολλά χρόνια δείχνονταν ἀπό τούς κατοίκους τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἀποφεύγονταν ἡ χρήση του, μέχρις ὅτου κάποιος ἀρειανόφρων ἀγόρασε τό χῶρο, γκρέμισε τά δημόσια ἀποχωρητήρια καί ἔκτισε μιά οἰκία ὥστε νά ξεχαστεῖ τό γεγονός.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος σχολιάζοντας τόν ἀπροσδόκητο θάνατο τοῦ Ἀρείου μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό κοινό τέλος ὅλων μας καί δέν εἶναι συνετό νά εὐχόμαστε τό θάνατο κανενός, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἐχθρός, ἀφοῦ δέν γνωρίζουμε πότε, ἄν θά μᾶς βρεῖ τό βράδυ ζωντανούς ὁ θάνατος ὅπως τοῦ Ἀρείου ἔγινε κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες πού προκαλεῖ τήν ἔκπληξη καί τόν θαυμασμό μας.

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔμαθε γιά τό θάνατο τοῦ Ἀρείου, ἔμεινε ἐκπληκτος καί αὐτός γιά τό πῶς ἐλέγχθηκε ὁ αἱρεσιαρχής ὡς ἐπίορκος καί, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, μετά τό γεγονός αὐτό ἐξασθένησε κατά πολύ ἡ ἐπιρροή τῶν ἀρειανῶν ἐπισκοπῶν καί κοσμικῶν ἀρχόντων στόν αὐτοκράτορα.

Τήν ἑπομένη ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος καί ὁ ὀρθόδοξος λαός τῆς Κωνσταντινουπόλεως συνάχθηκαν στήν Ἁγία Εἰρήνη καί εὐχαρίστησαν τόν Θεό, ὄχι διότι χάρηκαν γιά τό θάνατο τοῦ αἱρεσιάρχη, ἀλλά διότι ὁ Θεός δέν ἐγκαταλείπει τό λαό του καί ἀποδίδει τό δίκαιο, παρά τά ἄδικα σχέδια καί τίς ἄδικες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων. Στήν Κωνσταντινούπολη ἐπανῆλθε ἡ εἰρήνη. Οἱ αἱρετικοί ντροπιάστηαν καί περιορίστηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅσο ζοῦσε ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, ἀπολάμβανε τήν εἰρήνη πού οἱ εὐχές καί οἱ ἀρετές τοῦ ἁγίου τῆς χαριζαν.

Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου
Τή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, μετά τίς προσευχές τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, θυμᾶται πενήντα χρόνια ἀργότερα καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τό 381, ὅταν ἦταν καί αὐτός πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως σέ ἐποχή ταραγμένη πάλι ἀπό τήν αἵρεση τῶν πνευματομάχων καί προετοίμαζε τήν Ἐκκλησία γιά τή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἀπευθύνεται στό λαό τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τούς λέγει ὅτι «ἔχουν παράδοση ὀρθοδοξίας ἀκολουθώντας ὡς μαθητές τόν πρῶτο ἐπίσκοπο τῆς Νέας Πόλεώς τους, τόν Ἀλέξανδρο (τόν πολύ τόν ξακουστό), μεγάλο ὑπέρμαχο καί κήρυκα τῆς ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος μέ λόγους καί μέ ἔργα ἐξαφάνισε τήν ἀσέβεια ἀπό τήν Ἐκκλησία» καί τούς θυμίζει τή δύναμη τῆς προσευχῆς του, πού κατά τά ἀποστολικά πρότυπα «κατέλυσε τόν ἀρχηγό τῆς ἀσέβει­ας σέ χῶρο ἀντάξιο τοῦ βορβόρου πού ἔρρεε ἀπό τό στόμα του καί ἔτσι ἡ ὕβρις ἀντιστάθηκε στήν ὕβρι καί ὁ δίκαιος θάνατος (τοῦ Ἀρείου) στηλίτευσε τόν ἄδικο θάνατο πολλῶν ψυχῶν», πού παρασύρονταν ἀπό τίς αἱρετικές διδασκαλίες του

Ἡ κοίμηση τοῦ Ἁγίου
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπεβίωσε ἐν εἰρήνῃ τό 337 (ἕνα ἔτος μετά τόν Μέγα Κωνσταντῖνο) σέ ἡλικία 98 ἐτῶν, ἐνῶ εἶχε συμπληρώσει εἰκοσιτρία χρόνια στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
πηγή: http://www.imns.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ΝΕΟΒΟΥΔΙΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑRIGATOU ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Ἡ κατάργηση τοῦ Ὀρθοδόξου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί ἡ διδασκαλία τῆς πολυθρησκείας εἶναι τό ὅραμα πού προβάλλεται τά τελευταῖα χρόνια ἀπό τούς ὑπουργούς Παιδείας. Αὐτήν τήν διδασκαλία ὀνομάζουν θρησκειολογία καί τήν προωθοῦν μέ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν στά Θρησκευτικά Δημοτικοῦ, Γυμνασίου καί Λυκείου.

Προσφάτως εἶδε τό φῶς τῆς δημοσιότητας ἡ δράση τῆς ἰαπωνικῆς νεοβουδιστικῆς ὀργάνωσης Arigatou καί ἡ διασύνδεσή της μέ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν στά Θρησκευτικά, τό ὁποῖο τό Ὑπουργεῖο Παιδείας καί τό Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς ἐπιδιώκουν νά ἐφαρμόσουν στά Ἑλληνικά Σχολεῖα.

Σύμφωνα μέ σχετική ἔρευνα τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς ΠΕΘ, ἡ ὀργάνωση Arigatou International εἶναι γέννημα τῆς ἰαπωνικῆς νεοβουδιστικῆς ὀργάνωσης Myochikai, μέ Πνευματικό ἡγέτη τήν Mitsu Miyamoto. Ἡ ὀργάνωση ἀποσχίστηκε τό 1950 ἀπό τό ἰαπωνικό κίνημα Reiyukai πού ἀποτελεῖ παρακλάδι τοῦ Βουδισμοῦ Μαχαγυάνα. Ἀκολουθώντας τά ὁράματα τῆς ἱδρύτριας, ἔγινε στόχος ἡ ἐξάπλωση τῆς διδασκαλίας τοῦ Βουδισμοῦ, τῆς προσευχῆς καί τοῦ διαλογισμοῦ μέ βάση τίς ἱερές γραφές Lotus Sutra. Ὁ μαθητής καί γαμπρός της Takeyasu, Miyamoto, τή διαδέχτηκε στήν ἡγεσία γιά νά συνεχίσει τό ἔργο της. Ἵδρυσε τό Arigatou Foundation τό 1990, μέ σκοπό νά χτίσει ἕναν κόσμο εἰρήνης μέσα ἀπό τήν προσευχή καί τήν πρακτική τῆς ὀργάνωσης. Συνδέθηκε μέ ἱεραποστόλους ἀπό τούς χώρους τοῦ Βουδισμοῦ, τοῦ Ἰνδουισμοῦ, τοῦ πνευματισμοῦ καί τῶν μαγικῶν τεχνῶν, μέ τούς ὁποίους συνδιοικεῖ τό Global Network of Religions: Interfaith Action for the Children of the World (GNRC) – «Παγκόσμιο Δίκτυο Θρησκειῶν γιά παιδιά» – γιά τήν ἐνθάρρυνση τοῦ διαθρησκειακοῦ ἔργου.

Αὐτό τό Δίκτυο ἀποφάσισε καί ἀνέθεσε σέ ἐπιτροπή τή συγγραφή διαθρησκειακοῦ προγράμματος γιά τήν ἠθική καί θρησκευτική διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν ὅλου τοῦ κόσμου, τό Learning To Live Together (LTLT), σύμφωνα μέ τίς ἰδέες καί βλέψεις τῶν ἀνωτέρω ἱεραποστόλων, ἀλλά καί ὁποιασδήποτε θρησκευτικῆς καί κοσμικῆς ἄποψης.

Τὁ ἐν λόγῳ δίκτυο, ἀκριβῶς ἐπειδή ἐνδιαφέρεται, ἀφενός νά ἐξαπλωθεῖ σέ ὅλο τόν κόσμο καί, ἀφετέρου, νά διαδώσει τίς ἰδέες του, δέχεται τήν ὁποιαδήποτε θρησκειακή ἰδέα ἤ πρακτική, ἀτόμων ἤ ὁμάδων, χωρίς νά διακρίνει, ἄν αὐτή ἀνήκει στό χῶρο τῶν μαγικοθρησκευτικῶν πρακτικῶν ἤ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ὄντως Θεοῦ. Μέ διάφορα προσχήματα, ἡ ὀργάνωση συνεργάζεται μέ διεθνεῖς ὀργανισμούς καί συγκαλεῖ τούς ἐνήλικες σέ διαθρησκειακές συναντήσεις, στίς ὁποῖες, μετά ἀπό διαθρησκειακές προσευχές, ἀποφασίζουν γιά προβλήματα πού ἀφοροῦν στά παιδιά, ὅπως ἡ εἰρήνη, ὁ τερματισμός τῆς βίας, τῆς παιδικῆς ἐκμετάλλευσης, τῆς διαθρησκειακῆς ἐκπαίδευσης κ.ἄ. Ὅλους αὐτούς τούς προετοιμάζει καί τούς προγραμματίζει νά ἐργάζονται γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν πανθρησκειακῶν σκοπῶν της.

Στίς γραμμές τοῦ ἀνωτέρω Προγράμματος ἔχει συγγραφεῖ ἀπό ὁμάδα ἐμπειρογνωμόνων τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς (ΙΕΠ) τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν στά Θρησκευτικά Δημοτικοῦ Γυμνασίου καί Λυκείου, τό ὁποῖο καταργεῖ τήν μοναδικότητα τῆς ἐν Χριστῷ διδασκαλίας καί σωτηρίας καί συγχέει ἤ ἐξισώνει τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία μέ τίς ἰδέες ἑτερόκλητων θρησκειακῶν χώρων. Τήν διδασκαλία αὐτοῦ τοῦ Προγράμματος Σπουδῶν ἐπιδιώκει ὁ Ὑπουργός Παιδείας κ. Φίλης νά ἐπιβάλει.

Σημειωτέον πώς ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος (13-1-2016)[18] καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (9-3-2016) ἀπεδοκίμασε τό ἐν λόγῳ Πρόγραμμα, τό ὁποῖο, μέ βάση τό Σύνταγμα, τούς Νόμους, τίς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί τοῦ Διοικητικοῦ Ἐφετείου Χανίων, εἶναι παράνομο. Ὡστόσο, οἱ συντάκτες τοῦ Προγράμματος καί ὁ ὑπουργός κ. Φίλης ἐπιμένουν αὐθαίρετα, προκλητικά καί παράνομα νά τό ἐφαρμόσουν σέ ὅλα τά σχολεῖα τῆς Ἑλλάδος, παρουσιάζοντάς το, παραπλανητικά, ὡς σύγχρονο, Ὀρθόδοξο καί πλουραλιστικό Πρόγραμμα.

Ὑπό τό φῶς τῆς σχετικῆς ἔρευνας γιά τίς διασυνδέσεις τῆς παραθρησκευτικῆς συγκρητιστικῆς ὀργάνωσης Arigatou, ἀναδεικνύεται ἡ κρισιμότητα τοῦ ζητήματος, γιά τό ποιοί καί πῶς σχεδιάζουν, καθορίζουν καί ἐπιβάλλουν στή χώρα μας τή θρησκευτική ἀγωγή τῶν Ὀρθοδόξων μαθητῶν.

Μέ ποιά λογική ἐπιτρέπεται σέ ξένα κέντρα καί ὀργανώσεις, μέ ἰδέες ξένες καί ἀντίθετες μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη, νά σχεδιάζουν καί νά ποδηγετοῦν τήν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν μας καί νά μετατρέπουν τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία σέ μία πολυθρησκειακή – συγκρητιστική διδασκαλία, μέ στόχο τήν τελική ἐπικράτηση καί ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας τῆς Νέας Ἐποχῆς;

Συνέχεια ανάγνωσης

«ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ» ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

(ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού)

Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η image«δόξα» Της. Πηγές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι’’ αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.

Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.image
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι’’ αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της Αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους Ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η Αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι’’ αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.image
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι’’ αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι’’ αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Οι ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλουμε τον υπέροχο παιάνα – τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου…».

Συνέχεια ανάγνωσης

Ευθανασία: Η Σφραγίδα της Αποτυχίας του Σύγχρονου πολιτισμού μας (Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος- δρ. Θεολογίας)

Ο όρος «ευθανασία» θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει δύο σημασίες, οι οποίες, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως.

Σύμφωνα με την πρώτη η ευθανασία σημαίνει τον θάνατο, ο οποίος επέρχεται κάτω από ευχάριστες, ήρεμες και ανώδυνες συνθήκες.(1)

Η δεύτερη σημασία αναφέρεται στον ασθενή, ο οποίος διανύει το τελικό στάδιο θανατηφόρου νόσου,συνοδευόμενης από αφόρητους πόνους. imageΈχοντας ο άνθρωπος αυτός επίγνωση της καταστάσεώς του και γνωρίζοντας από το ιατρικό προσωπικό τις μελλοντικές προοπτικές, επιζητεί ο ίδιος να επισπευθεί ο θάνατός του, προκειμένου να απαλλαγεί από τον πόνο και τις ταλαιπωρίες.(2)

Η θεολογική, η ηθική, η ιατρική, η νομική και η ψυχολογική διάσταση του σοβαρού αυτού προβλήματος προκάλεσε και προκαλεί αλλεπάλληλες διαμάχες μεταξύ των θεολόγων, φιλοσόφων, νομικών και αυτών των ιδίων των ιατρών.(3)

Εκείνοι, οι οποίοι αντιστέκονται στην σκέψη της ευθανασίας διατείνονται ότι με τον τρόπο αυτό αμφισβητούμε την εγκυρότητα του δικαιώματος στην ζωή, πράγμα το οποίο απολαμβάνει και πρέπει να απολαμβάνει κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Ο Λέκτωρ Εφαρμοσμένης Ηθικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης υπογραμμίζει: «Η ευθανασία, σε γενικές γραμμές, αποτελεί ολισθηρό έδαφος για την ηθική φιλοσοφία, και ως εκ τούτου, πρέπει να προσέχουμε ιδιαίτερα το κάθε βήμα μας. Διαφορετικά… κινδυνεύουμε να σχετικοποιήσουμε την ηθική αξία της ζωής, να την απογυμνώσουμε από ποιότητες και ιδιότητες που μέχρι σήμερα της αναγνωρίζουμε και που είναι ανεξάρτητες από την συγκυρία».(4)

Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι, οι οποίοι είναι υπέρμαχοι της ευθανασίας ως πράξεως διεξόδου για έναν «αξιοπρεπή» θάνατο. Η Ουγγαρέζα φιλόσοφος Άγκνες Χέλερ τονίζει: «Η έννοια της ευθανασίας υποδηλώνει ότι, αν είναι δυνατό να επιλέξουμε ανάμεσα στην παράταση μιας δυστυχισμένης ζωής και σε έναν καλό θάνατο, είναι ηθικά αποδεκτό, ορισμένες φορές να επιλέξουμε το δεύτερο».(5)

Η Ολλανδία είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα, η οποία απεδέχθη την ευθανασία. Ακολούθησε η Αυστραλία. Στην Ολλανδία και την Μ. Βρετανία κερδίζει έδαφος η ιδέα της living will (ή αλλιώς active declarations), δηλαδή μιας διαθήκης ζωής, με την οποία ο ίδιος ο ασθενής παραχωρεί το δικαίωμα στον γιατρό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να αφαιρέσει την ζωή του, χωρίς ο γιατρός να διώκεται ποινικά.(6)

Αλλά και στην χώρα μας έχουμε υποστηρικτές της ευθανασίας. Ο καθηγητής της Κοινωνικής Ιατρικής Ιωάννης Τούντας υποστηρίζει το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, με σεβασμό πάντα προς τους υπόλοιπους κι αναρωτιέται: «Ποιος λόγος υπάρχει να κρατάς έναν άνθρωπο στην ζωή με τεχνητή αναπνοή, όταν δεν υπάρχει ελπίδα αναστροφής της κατάστασης;».(7)

Όλες, όμως, οι απόψεις περί ευθανασίας –για έναν «αξιοπρεπή» θάνατο, όπως χαρακτηριστικά διατείνονται– είναι απογυμνωμένες από την βασική και αιώνια αλήθεια ότι ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα. Τα δύο αυτά στοιχεία, η ψυχή και το σώμα, συνιστούν το πρόσωπο, την ανθρώπινη προσωπικότητα. Έτσι ο άνθρωπος είναι προικισμένος από τον Δημιουργό του Θεό με το χάρισμα να υπάρχει με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει και ο προσωπικός Τριαδικός Θεός. Στον Δυτικό κόσμο του αθέου ουμανισμού και ατομισμού ταυτίζεταιη ανθρώπινη ύπαρξη με τον βιολογικό οργανισμό του ανθρώπου και τις ποικίλες λειτουργίες του. Για τον λόγο αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας αθάνατη ψυχή, άρα ούτε η δυνατότητα να επιζεί και να υπάρχει κάτι από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο του βιολογικού οργανισμού του. Έτσι η ζωή η ανθρώπινη γίνεται αποδεκτή σαν μια χρησιμοθηρική δυνατότητα, η οποία αντιμετωπίζεται με μηχανικούς σχεδιασμούς θανάτου.(8) 

Οι όροι και οι έννοιες ζωή – θάνατος, ψυχή – σώμα, αιωνιότητα, αμαρτία–μετάνοια, πόνος–κάθαρση, οι οποίες έχουν άρρηκτη σχέση με τον όρο ευθανασία είναι τελείως ξένες για τον σημερινό, κυρίως, υλιστή άνθρωπο.(9)

Η ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία είναι αντίθετες προς την ευθανασία, για τον λόγο ότι αποδέχονται και πιστεύουν στις παραπάνω έννοιες και βασίζουν την ηθική τους σ’ αυτές.

Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος γράφει στους Κορινθίους κάτι, το οποίο είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό από τον σημερινό υπερφίαλο, τεχνοκράτη και υπερκαταναλωτή άνθρωπο: «Όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμί».(10)

Ο πόνος για την Ορθόδοξη διδασκαλία είναι ο μεγάλος παιδαγωγός και αποτελεί αιτία βαθειάς μετάνοιας και εσωτερικού καθαρμού της ψυχής. Ο Μ. Βασίλειος, γράφοντας στον Αμφιλόχιο Ικονίου, τονίζει: «Την νόσον ως άθλησιν οι δίκαιοι δέχονται, μεγάλους επί τη υπομονή αναμένοντες τους στεφάνους».(11)

Ο πόνος κάμνει τον άνθρωπο να επιστρέφει στον εαυτό του, να φιλοσοφεί την πρόσκαιρη αυτή ζωή, να ωριμάζει μέσα του η σκέψη για μια αιώνια ζωή και να αναφωνεί μαζί με τον Απόστολο Παύλο: «Όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμί».(12)

Για τον λόγο αυτό και η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος σε Δελτίο Τύπου, απευθυνόμενη στο πλήρωμα, μεταξύ άλλων υποδεικνύει με έμφαση: «Η Εκκλησία που πιστεύει στην αθανασία της ψυχής, στην ανάσταση του σώματος, στην αιώνια προοπτική και πραγματικότητα, στους πόνους ως «στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι ημών» (Γαλ. 6, 17), στις δοκιμασίες ως αφορμές και ευκαιρίες σωτηρίας… κάθε θάνατο που αποτελεί αποτέλεσμα ανθρωπίνων αποφάσεων και επιλογών – όσο καλός κι αν ονομάζεται – τον απορρίπτει ως «ύβριν» κατά του Θεού».(13)

Ακόμη πρέπει να κατανοήσουμε ότι η υπομονή του ασθενούς, αλλά και του ιατρού, έχει στήριγμα την αγάπη. Την αγάπη του ασθενούς προς τον Θεό και του ιατρού προς τον συνάνθρωπο. Ουδέποτε η οντολογική αγάπη οδηγεί σε φονική πράξη, γιατί όταν μιλάμε για ευθανασία, ηθικά και νομικά τον φόνο εννοούμε είτε καλυμμένα είτε απροκάλυπτα.

Φαίνεται ότι οι γνώσεις που απέκτησε ο άνθρωπος της εποχής μας δεν άνοιξαν τους ορίζοντες της ψυχής του. Οι έρευνες που έκαμε δεν έσπασαν την σιδερένια πόρτα του ατομισμού, ώστε να έλθει σε άμεση επαφή με τον Δημιουργό του Θεό και τον συνάνθρωπο. Οι αμπαρωμένες καρδιές μας και η ανικανότητά μας να νοιώσουμε την ανάγκη της αγαπητικής κοινωνίας και της προσφοράς γέννησαν την εύκολη και απάνθρωπη λύση της ευθανασίας. Για τους λόγους αυτούς ανεπιφύλακτα είμαστε σε θέση να ομολογήσουμε:

Η ευθανασία είναι η σφραγίδα της αποτυχίας μας. Είναι το πειστήριο της αλλοτρίωσής μας, η οποία αμαύρωσε ή και κατέστρεψε την ταυτότητά μας.

****************************************************************

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Liddell-Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, τ. 2, σελ. 362.

2.Πάπυρος, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, τ. 3, σελ. 716.

3.Βλ. Ερευνητική Εργασία των Θ. Δαρδαβέση, Ν. Μοσχόπουλου, Β. Ζάκη, Α. Τσολάκη, Μ. Κυρίτση, «Θέσεις και απόψεις φοιτητών Ιατρικής για την ευθανασία», Ελληνική Ιατρική 2005, 71, 1:69-76.

4.Ευαγγ. Πρωτοπαπαδάκη, «Ευθανασία: Ηθικοί προβληματισμοί», ανακοίνωση στο Φιλοσοφικό Συνέδριο της Διεθνούς Επιστημονικής Εταιρείας Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφία στη Λεμεσό Κύπρου, 30-31 Μαΐου2008,Πρακτικά Συνεδρίου, Λεμεσός 2008, σελ. 78.

5.Παππά Β., «Ευθανασία: Ύβρη κατά του Θεού ή λύτρωση;», χ.χ.ε.,όπως ανακτήθηκε στις 3.11.2010 από http://www.orthodoxy.net/gr/texte/texte_v/pappa_euthanasia_gr.html.

6.«LivingWills», όπως ανακτήθηκε στις 3.11.2010 από http://www.bbc.co.uk/ethics/euthanasia/over-view/livingwills.shtml.

7.Βλ. άρθρο Γ. Ελαφρού, «Το δικαίωμα σε έναν αξιοπρεπή θάνατο», εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21.4.2002.

8.Bλ. Ευαγγ. Πρωτοπαπαδάκη, Η Ευθανασία απένταντι στη σύγχρονη Βιοηθική, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σσ. 63–70. Βλ. επίσης εφ. ΤΑ ΝΕΑ, «Υπέρ της παθητικής ευθανασίας οι Γερμανοί», 25.6.2010.

9.Βλ. Μ. ScottPeck, M.D., Eυθανασία και θνητότητα, Η άρνηση της Ψυχής, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 309.

10.Β΄ Κορ. 12, 10. Βλ. και Κολ. 1, 24. Ρωμ. 5, 3-5.

11.Μ. Βασιλείου, επ. 236, ΑμφιλοχίωΕπισκόπω, ΕΠΕ 1, Θεσ/νίκη 1972, σελ. 178. Βλ. και Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΙΔ΄, Περί φιλοπτωχίας, PG35, 865C.

12.Β΄Κορ. 12, 10.Βλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τους Ανδριάντας, Ομ. ΙΣΤ΄, PG49, 167–168.

13.Δελτίο Τύπου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με θέμα «Ευθανασία», 14.12.2000.

Συνέχεια ανάγνωσης