Το μήνυμα της διδασκαλίας του Αγιου Γρηγορίου του Παλαμά εις την εποχήν μας (Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταληνού)

1. Ο Ησυχασμός1 είναι η πεμπτουσία της ορθοδόξου παραδόσεως, ταυτιζόμενος με αυτό που περικλείει και εκφράζει ο όρος ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Έξω από την ησυχαστική παράδοση η Ορθοδοξία είναι ανύπαρκτη και αδιανόητη. Η ησυχαστική πράξη, εξ άλλου, είναι η «λυδία λίθος» για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. «Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή» -με τις ησυχαστικές πρακτικές- αποκτώνται τα ουράνια χαρίσματα στην ορθοδοξοπατερική παράδοση. Πρέπει δε να αποσαφηνισθεί εξ αρχής, ότι ως ησυχασμός νοείται κυρίως η πορεία προς την θέωση και η εμπειρία της θεώσεως και δευτερευόντως η διερεύνηση και καταγραφή αυτής της πορείας και εμπειρίας, η ακαδημαϊκή δηλαδή νοηματοδότηση του όρου «θεολογία».

Ο Ησυχασμός είναι η βάση και το θεμέλιο των δογματικοθεολογικών αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, ως η αγιοπνευματική πορεία της «καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως» και όχι κάποια διανοητική-στοχαστική-επιστημονική διαδικασία. Γι’ αυτό η γνώση του Θεού ως θέωση είναι υπόθεση όλων, εγγραμμάτων και αγραμμάτων, σοφών και ασόφων και όχι μόνο των φιλοσοφούντων, όπως διετείνετο ο ουνιτίζων Βαρλαάμ ο Καλαβρός (1290-1359), τον 14ο αιώνα. Αυτόν κυρίως αντέκρουσε, ως κύριος εκπρόσωπος και πρόμαχος της Ησυχαστικής παραδόσεως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359)2, ο μεγαλύτερος ορθόδοξος θεολόγος της εποχής του και μέγας Πατήρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο Άγιος Γρηγόριος σπούδασε Θεολογία στην αληθινή Θεολογική Σχολή της Ορθοδοξίας, κατά τα κεφάλαια 12-14 της Α’ Προς Κορινθίους (δόμηση της Εκκλησίας δια των χαρισμάτων), δηλαδή στον χώρο της ασκήσεως και μετανοίας. Μέσα στο (κοινοβιακό) Μοναστήρι ο Παλαμάς έγινε Θεολόγος. Πηγή της Θεολογίας του δεν ήταν η σχολική, ακαδημαϊκή, έστω και αν κατείχε και αυτήν στο έπακρον, γνώση, αλλά η αγιοπνευματική ζωή. Με αυτή την προϋπόθεση αναδείχθηκε συνεχιστής των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων και γνήσιος Θεολόγος της παραδόσεως. Με βάση δε τα θαύματά του -βεβαίωση της αναδείξεώς του σε «ναόν του Αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6, 19) – διακηρύχθηκε το 1368 Άγιος της Ορθοδοξίας, σύμφωνα με τα αγιολογικά κριτήρια της, και όχι λόγω των υπέροχων συγγραμμάτων του, όπως θα ήθελε το κοσμικό πνεύμα3.

Οι εκδοτικές και ερευνητικές συμβολές των γνωστών ακαδημαϊκών Θεολόγων μας Παναγιώτου Χρήστου, π. Ιωάννου Ρωμανίδου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, π. John Meyendorf, π. Ιουστίνου Πόποβιτς, π. Δημητρίου Στανιλοάε, Γεωργίου Μαντζαρίδου, Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου κ.ά. έκαμαν ευρύτερα γνωστό τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον 20ο αιώνα.

(Μέγας Φώτιος: 820-891.     Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς:1296-1359.     Αγ. Μάρκος ο Ευγενικός:1339-1445)

Η πατερικότης έναντι της αιρετικής πλάνης

2. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αναδείχθηκε από την Χάρη του Θεού σε κατ’ εξοχήν ησυχαστή Θεολόγο, που οριοθέτησε σε κρίσιμους καιρούς την πατερικότητα απέναντι στην αιρετική πλάνη, αυθαιρεσία και αλλοτρίωση της Δυτικής Χριστιανοσύνης. Η πρώτη σπουδαία επισήμανση έγινε από τον Μέγα Φώτιο (±820-±891) στο πλαίσιο της Θεολογίας (Filioque) και Εκκλησιολογίας (κανονική τάξη), αλλά προσδιορίσθηκε σαφέστερα και βαθύτερα από τον Γρηγόριο Παλαμά. Φώτιος και Παλαμάς εχάραξαν την στάση έναντι της Δυτικής Χριστιανοσύνης, που έγινε παράδοση της Ορθοδοξίας, στην οποία εβάδισε, επίσης σε κρίσιμους καιρούς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (1394-1445). Καμιά παρέκκλιση στην στάση αυτή δεν είναι δυνατή -όσο η Λατινική Εκκλησία εμμένει στις πλάνες της- χωρίς συνέπειες για την ορθόδοξη πίστη και την σωτηριολογική δυναμική της.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνέχισε την πνευματική σκυταλοδρομία, που άρχισε με τον Μέγα Φώτιο στην αντιμετώπιση της δυτικής πλάνης. Ο Μέγας Φώτιος συνέλαβε την προϊούσα αλλοτρίωση του Δυτικού Χριστιανισμού, όπως φαίνεται στο σπουδαίο θεολογικό έργο του «Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας»4, που συνιστά έκτοτε την βασική πηγή για την κατανόηση του βάρους της αιρετικής διδασκαλίας του Filioque. Αναδείχθηκε δε πατέρας της Η’ Οικουμενικής Συνόδου (Κωνσταντινούπολις, 879/880)5, που κατεδίκασε το Filioque και την προσθήκη του στο ιερό σύμβολο. Ο Παλαμάς με την διεύρυνση των δυτικών προκλήσεων στην εποχή του, μετά μάλιστα το τραγικό 1204[6], συνειδητοποίησε πλέον καθαρά ότι είχε προκύψει στη Δύση ένας χριστιανισμός άλλου είδους, εντελώς ξένος προς το πνεύμα της πατερικής παραδόσεως. Ο Παλαμάς αναδείχθηκε σε πατέρα της Θ’ Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή των ησυχαστικών συνόδων των ετών 1341, 1347 και 1351, ιδιαίτερα δε της τελευταίας7, που διεκήρυξαν το άκτιστο της θείας Χάριτος, οριοθετώντας την πίστη της Εκκλησίας μας εν αναφορά προς την αιρετική σχολαστική διδασκαλία περί κτιστής Χάριτος (gratia creata) (Θωμάς Ακινάτης). Είναι ψευδοεπιχείρημα, συνεπώς, ότι δεν υπάρχει Οικουμενική Σύνοδος, που έχει καταδικάσει ως αιρετική την Λατινική Εκκλησία. Αυτό αναμένεται να το δεχθεί και διακηρύξει η προετοιμαζόμενη Πανορθόδοξος Σύνοδος -για μας οικουμενική- αναγνωρίζοντας ως οικουμενικές την Η’ και Θ’ Σύνοδο επί Φωτίου και Παλαμά. Αν δεν πράξει αυτό, θα συγκαταριθμηθεί -ο μη γένοιτο- με τις ψευδοσυνόδους της Εφέσου (449) και της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/39).

Ο άγων διά την διάσωση της διδασκαλίας
περί διακρίσεως ουσίας – ενεργείας

3. Σε τι όμως συνίσταται συγκεκριμένα η προσφορά του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά στον χώρο της Θεολογίας; Η συμβολή του, που έχει ιδιαίτερη σημασία και σήμερα λόγω του οικουμενικού διαλόγου, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα βασικά σημεία:

3.1. Πρωταρχικό χαρακτήρα έχει ο αγώνας του να σωθεί, στο πλαίσιο της πατερικής Θεολογίας (π.χ. Μέγας Βασίλειος), η διδασκαλία περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας στον Θεό και το άκτιστο της θείας Χάριτος (ενεργείας του Τριαδικού Θεού). Κατά τον λόγο του ο Θεός έχει ουσία και ενέργεια. Ο ενεργών είναι το πρόσωπον και η ενέργεια είναι η ουσιώδης κίνηση της θείας φύσεως. Την διάκριση αυτή ο Παλαμάς χαρακτηρίζει «θεοπρεπή και απόρρητον», ως βασική προϋπόθεση της θεώσεως του ανθρώπου. Αν η εκπεμπόμενη από τον Θεό προς τον κόσμο (την κτίση) Χάρη δεν είναι άκτιστη, δεν υπάρχει δυνατότητα θεώσεως (σωτηρίας) του ανθρώπου και αγιασμού της κτίσεως. Με την αποδοχή της ακτίστου Χάριτος σώζεται η εμπειρία της παρουσίας του Θεού στην ιστορία. Η μετοχή στην θεία Χάρη υπερβαίνει τις λογικές αναβάσεις της σχολαστικής θεολογήσεως προς τον Θεό, που εμμένει στην περί «actus purus» διδασκαλία, την ταύτιση δηλαδή ουσίας και ενεργείας. Θα μου επιτραπεί στην συνάφεια αυτή ένα ησυχαστικό παράδειγμα. Η δυτική Θεολογία βλέπει τον Θεό ως ένα ηλιακό δίσκο, που είναι μεν φωτεινός εις τον ουρανό, αλλά οι ακτίνες του δεν φθάνουν στην γη, για να θερμάνουν και ζωογονήσουν τον κόσμο. Σ’ αυτή την περίπτωση, ή υπάρχει ή δεν υπάρχει ο ήλιος, δεν έχει πρακτική σημασία. Αντίθετα ο Θεός της Ορθοδοξίας (όλων των Αγίων της) είναι ένας Ήλιος, του οποίου οι ακτίνες φθάνουν στην γη και την ζωογονούν. Γι’ αυτό και σπεύδουν οι άνθρωποι από τα οποιαδήποτε «υπόγεια» της αμαρτίας και ασωτείας τους να ανεβούν (=μετάνοια) στην επιφάνεια, για να δεχθούν την σωστική ενέργεια του Ηλίου της δικαιοσύνης και να σωθούν δι’ Αυτού.

Το φιλιόκβε

3.1.1. Από την δυτική σχολαστική διδασκαλία περί ταυτίσεως ουσίας και ενεργείας στον Θεό απορρέουν όλες οι άλλες αιρέσεις και πλάνες της δυτικής χριστιανοσύνης. Λ.χ. το Filioque, που συνιστά βλασφημία κατά της Αγίας Τριάδος: Ο Πατήρ, μεταδίδοντας (ανάρχως και ατελευτήτως) την ουσία του στον Υιό, Του μεταδίδει (δήθεν) και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Έτσι όμως καταργούνται τα προσωπικά και ακοινώνητα ιδιώματα των θείων Προσώπων, η αγεννησία του Πατρός, το γεννητόν του Υιού και το εκπορευτόν του Αγίου Πνεύματος. Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος στο σημείο αυτό να διερωτηθεί: Μήπως όλ’ αυτά είναι σχολαστικά ζητήματα χωρίς σωτηριολογική σημασία; Όπως, όμως, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (680 – πριν από το 754): «Ο Θεός απεκάλυψεν ημίν ό,τι ην δυνατόν ημίν γνώναι και εδυνάμεθα φέρειν». Για τον Θεό γνωρίζουμε ό,τι Αυτός απεκάλυψε. Αν, λοιπόν, αναφέρουμε στον Τριαδικό Θεό τις δικές μας προλήψεις, τότε πέφτουμε σε ειδωλολατρία, διότι «κατασκευάζεται» Θεός, που δεν υπάρχει.

Άλλη σχετική πλάνη είναι η υποτίμηση του υλικού κόσμου, αφού δεν αγιάζεται με την άκτιστη Χάρη, η υποχρεωτική αγαμία του Κλήρου, η υποτίμηση του ύδατος, όπως εκφράζεται με τον ραντισμό ή την επίχυση στο μυστήριον του Βαπτίσματος, μέχρι την θεώρηση της θείας ενανθρωπήσεως ως εξιλεώσεως του ανθρώπου και όχι ως θεώσεως, ή της Σταυρικής θυσίας του Χριστού ως ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης8. Η παραδοχή, εξ άλλου, του Πάπα ως Vicarius Christi in terra είναι το εύρημα για την κάλυψη του κενού μεταξύ Θεού και κόσμου. Η Ορθοδοξία των Αγίων μας ουδέποτε χρειάσθηκε έναν άνθρωπο ως μεσάζοντα. Μόνος «μεσίτης Θεού και ανθρώπων» (Α’ Τιμ. 2, 5), ο ων μεθ’ ημών «έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20), μένει ο «Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός» (Ιω. 4, 42). Οι Άγιοι δεν είναι «μεσίτες» μας προς τον Θεό, όπως ο Χριστός, αλλά προσεύχονται για μας στον Χριστό.

Επί πλέον η πίστη στην κοινωνία του Θεού με τον κόσμο, διά κτιστής ενεργείας, δεν οδηγεί μόνο σε αιρέσεις, όπως οι παραπάνω, αλλά και στην εκκοσμίκευση. Με βάση αυτή την διδασκαλία δεν υπάρχουν πραγματικά μυστήρια. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι αληθινή και σωτήρια, αφού δεν ενώνει τον άνθρωπο με τον άκτιστο Θεό, αλλά με την δήθεν κτιστή χάρη Του, που δεν είναι αιώνια, αφού έχει αρχή και τέλος. Απόληξη αυτής της ειδωλολατρικής, όπως ελέχθη, αναφοράς στον Θεό είναι ο δυτικός νομικισμός και ο φεουδαρχισμός, με κύρια έκφραση το Παπικό Κράτος (από το 754). Ο παπικός θεσμός (πρωτείο, αλάθητο, ο Πάπας φορεύς πολιτικής εξουσίας), διαμορφώθηκε με βάση φεουδαλιστική. Ο Πάπας έχει το πλήρωμα της εξουσίας (plenituto potestatis) και ασκεί διπλή εξουσία, πνευματική και κοσμική9.

Οντολογική η σχέση Θεού και κόσμου εις την Ορθοδοξίαν

3.1.2. Η περί κτιστής θείας χάριτος διδασκαλία, όπως και ο νομιναλισμός, είχαν θλιβερές για τον χριστιανισμό της Δύσης συνέπειες, διότι οδήγησαν (τέλη του 16ου αι.) στον γνωστόν Deismus: Deus creator, sed non gubernator, ως προϋπόθεση της «Θεολογίας του θανάτου του Θεού» (μέσα του 20ού αι.). Είτε υπάρχει, δηλαδή, ο Θεός, είτε δεν υπάρχει καθ’ εαυτόν, είναι άνευ πρακτικής σωτηριολογικής σημασίας, διότι η ύπαρξή του ουδεμία έχει συνέπεια στην ζωή του ανθρώπου και στην πορεία του κόσμου. Η εμμονή της δυτικής χριστιανοσύνης στα ηθικοκοινωνικά προβλήματα είναι καρπός αυτής της αντιλήψεως. Ο αγώνας για θέωση υποκαθίσταται από την προσπάθεια για ηθικοποίηση του ανθρώπου. Σωτηρία όμως είναι η δια της ακτίστου ενεργείας (Χάριτος) του Θεού μεταμόρφωση της φύσεως του ανθρώπου. Η έλλαμψη δηλαδή του ανθρώπου από το άκτιστο, αγιοτριαδικό, Φως, όπως πυρακτώνεται και ο σίδηρος από το υλικό πυρ και αποκτά τις ιδιότητές του. Η πορεία προς την θέωση διαμορφώνει το ορθόδοξο ήθος (Γαλ. 5, 22).
Η ορθόδοξη περί ακτίστου Χάριτος διδασκαλία εμπνέει αισιοδοξία. Ο ορθόδοξος πιστός γνωρίζει ότι ο Θεός κοινωνεί με τον κόσμο μεταδίδοντας σ’ αυτόν την ζωή του. Η σχέση Θεού και κόσμου στην Ορθοδοξία είναι οντολογική, άμεση, ενεργειακή και όχι έμμεση και ηθική. Ο κόσμος ορθόδοξα μεταμορφούται σε «καινήν κτίσιν» (Β’ Κορ. 5, 47) και ό,τι ο όρος αυτός εκφράζει. Η κοινωνία Θεού-κόσμου, εξ άλλου, είναι γεγονός εκκλησιαστικό, ταυτιζόμενη με την μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας.

Οι θεούμενοι Άγιοι οι αυθεντίες εις την Εκκλησία

3.2. Μετά από αυτά, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επαναβεβαιώνει την ουσία και τον χαρακτήρα της Ορθοδόξου Θεολογίας. Η θεολογία και το θεολογείν δεν είναι καρπός μιας ευσεβούς, έστω, αλλά διανοητικής ενασχολήσεως με τα θεία. είναι μαρτυρία της εν Αγίω Πνεύματι αλλοιώσεως του «πάσχοντος τα θεία». Ο λόγος περί Θεού προϋποθέτει γνώση του Θεού. Η θεογνωσία όμως προϋποθέτει την εμπειρική προσέγγιση και γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον οποίο ακολουθεί και αναπαράγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς10. Ο Θεός γνωρίζεται στα όρια της θεοπτίας ή θεώσεως. Θεολόγος είναι ο κοινωνών του Θεού, δηλαδή ο Άγιος. Ο ορθόδοξος Θεολόγος, πορευόμενος «συν πάσι τοις Αγίοις», και πριν ακόμη φθάσει στην εμπειρία της θεώσεως -όπως εμείς οι ορθόδοξοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι- θεολογεί με βάση την εμπειρία του δοξασμού των Αγίων και όχι κάποιες στοχαστικές-μεταφυσικές ατομικές αναζητήσεις. Θεολόγος κυριολεκτικά είναι ο «προφήτης», ο διά της θεοπτικής εμπειρίας, τόσον στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη, καθιστάμενος «στόμα του Θεού προς τον κόσμον» «ο κατ’ ενώπιον Θεού εν Χριστώ λαλών» (Β’ Κορ. 2, 17).

Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη «Ναμπού» (προφήτης) γινόταν ο «Ροέ», ο βλέπων τον Θεό μέσα στο άκτιστο φως-ενέργειά Του. Η αποσύνδεση της ακαδημαϊκής Θεολογίας και στην Ανατολή από την εμπειρία παραμόρφωσε τον Χριστιανισμό, οδηγώντας στην εκκοσμίκευση και την εκφιλοσόφηση της Πίστεως. Αυτό επιχειρήθηκε και στην εποχή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με τον Βαρλαάμ και τον μαθητή του Ακίνδυνο, ως και τους βυζαντινούς σχολαστικούς. Η «βαβυλώνια αυτή αιχμαλωσία» της ορθόδοξης θεολογίας, την οποία περιέγραψε εναργέστατα ο αείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ11, ξεπεράστηκε εν πολλοίς τον 20ό αιώνα με την επανασύνδεση της ακαδημαϊκής θεολογίας μας με την άσκηση και αγιοπνευματική ζωή, με πρωτοπόρους τους αείμνηστους συναδέλφους πατέρες Πόποβιτς, Στανιλοάε και Ρωμανίδη.

3.3. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς επεβεβαίωσε την διαπίστωση του αγίου Ειρηναίου (β’ αι.), ότι αυθεντίες στην Εκκλησία δεν είναι τα κείμενα, αλλά οι θεούμενοι, οι Άγιοι12. Εξ άλλου, η θεολογία και κυρίως η δογματική διδασκαλία, ανήκει στον χώρο της εκκλησιαστικής ποιμαντικής. Αυτό τον χαρακτήρα έχουν τα έργα των Αγίων Πατέρων. Δεν πρόκειται για «lavoro da tavolino», εργασία του γραφείου ή του σπουδαστηρίου. Η διακρίβωση της αλήθειας και η προφύλαξη από τις αιρέσεις συμπορεύονται με την θεραπεία της καρδίας από τα πάθη, την παράκληση, την παραμυθία και την πνευματική οικοδομή. Η πατερική αντιρρητική δεν είναι κοσμική πολεμική, αλλά ποιμαντική-θεραπευτική αγωγή για τα νοσούντα μέλη του σώματος, τους αιρετικούς και εν πλάνη ευρισκομένους. Ο αντιαιρετικός αγώνας είναι έργο αγάπης και φιλανθρωπίας, διά την απελευθέρωση από την νόσο της αιρέσεως, αφού η αίρεση δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο και τον κόσμο. Γι’ αυτό η απόκρουση, με κάθε ποιμαντικό μέσο, της αιρετικής πλάνης είναι φιλανθρωπία και ευεργεσία. Αυτό τον χαρακτήρα έχει η αντιδυτική στάση Πατέρων, όπως ο Μ. Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός, τους οποίους μπορούμε άφοβα να χαρακτηρίζουμε «ευεργέτες της Ευρώπης» και του χριστιανισμού της13.

Η θεία άνωθεν σοφία σώζει

3.4. Εξ άλλου, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ανανέωσε την αγιοπατερική στάση έναντι της παιδείας. Όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, έτσι και αυτός, άριστος μάλιστα γνώστης του Αριστοτέλους, δεν απέρριπτε την χρησιμότητα της θύραθεν σοφίας («των ελληνικών μαθημάτων»), αλλά μόνον «προς παίδευσιν». Απεδοκίμαζε όμως, ως πατερικός, την τάση υποβαθμίσεως ή υποκαταστάσεως με αυτήν της πληρότητας και αυτάρκειας της Ορθοδοξίας στο θέμα της σωτηρίας. Αυτήν την φιλοσοφία απέρριπτε, που εκφιλοσοφεί τελικά την «άπαξ τοις Αγίοις παραδοθείσαν πίστιν» (Ιουδ. 3), την εν Χριστώ αποκάλυψη. «Προσδοκάν δε τι των θείων ακριβώς παρ’ αυτής (=της ελληνικής σοφίας) είσεσθαι και τελείως απαγορεύομεν», παρατηρεί14 (Περί των ιερώς ησυχαζόντων 1.1.12). Απορρίπτει, δηλαδή, τον προβαλλόμενο από τον Βαρλαάμ λυτρωτικό χαρακτήρα της θύραθεν σοφίας, κάνοντας και αυτός (πρβλ. Ιακ. 3, 13 ε.) διάκριση σαφή δύο γνώσεων και σοφιών, της θείας και της ανθρωπίνης. Η θεία («άνωθεν») σοφία σώζει, η «επίγειος» απλώς παιδεύει και φωτίζει την διάνοια, αν δεν οδηγεί στην δαιμονοποίηση τον άνθρωπο.

3.5. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, επίσης, προσφέρει πρότυπο αγωνιστού Θεολόγου υπέρ της σωζούσης πίστεως και υπόδειγμα εκκλησιαστικού ανδρός και θεολόγου διαλεγομένου με την αίρεση και την μη Ορθοδοξία. Η μεγαλωσύνη δε και εγκυρότητά του έγκειται στο ότι δεν θέτει ποτέ την γνήσια εκκλησιαστική παράδοση υπό διαπραγμάτευση. Αντίθετα, την θεωρεί πάντοτε αμετακίνητο θεμέλιο και αφετηρία στην συνάντηση με την αίρεση. Σώζοντας δε την εκκλησιαστική και πατερική παράδοση ολόκληρη, υπενθυμίζει ότι η ησυχαστική παράδοση αποτελεί τον πολυτιμότερο καταλύτη για την σύγχρονη θεολογία Ανατολής και Δύσεως, για να επανεύρει τον πραγματικό δυναμισμό της μέσα στην δίνη των σημερινών προκλήσεων. Με τους διαλόγους του ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απέδειξε, ότι αυτό είναι το ορθό πλαίσιο κινήσεως του θεολογικού διαλόγου. Έξω από κάθε κοσμική σκοπιμότητα, αλλά με μόνο στόχο την σωτηρία ως θέωση. Ο διάλογος πρέπει να αποβλέπει στην μετάνοια, για να είναι δυνατή και η σωτηρία. Ο Άγιος Γρηγόριος φωτίζει εξ άλλου, μεθοδολογικές δυσλειτουργίες του σημερινού θεολογικού διαλόγου. Όπως ο καθηγ. Γεώργιος Γαλίτης έχει υποστηρίξει: «Αν η διάκριση αυτή (ουσίας και ενεργείας) ετίθετο ως βάση των συζητήσεων, αν οι διαλεγόμενοι με μας μπορούσαν να αποδεχθούν την διάκριση αυτή, πολλά εμπόδια θα είχαν αρθεί και ο δρόμος της συνεννοήσεως θα ήταν πολύ εύκολος»15. Αυτό όμως θα καθιστούσε πιο εμφανείς πλάνες, όπως το Παπικό πρωτείο, σ’ αντίθεση με εκείνους, που αγωνίζονται στην εποχή μας, να το καταξιώσουν ως εκκλησιαστική διδασκαλία.

Ήλεγξε τους Άρχοντες αλλά και τους Ζηλωτές

3.6. Ο Άγιος Γρηγόριος γίνεται, εξ άλλου, δείκτης πορείας για την θέση και ευθύνη της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο, σ’ όλο το φάσμα μάλιστα της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ησυχασμός δεν είναι πολιτική απραξία. (Ο όρος «πολιτική» βέβαια χρησιμοποιείται με την αριστοτελική της σημασία, που εξεχριστιάνισε ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, τον 8ο αιώνα). Αυτό επιβεβαιώνει η πολιτική παρέμβαση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στα δρώμενα της εποχής του. Ο Παλαμάς άσκησε κριτική στις πολιτικές ίντριγκες του Πατριάρχου Ιωάννου Καλέκα, όταν συνήργησε στο πραξικόπημα κατά του Ιωάννου Καντακουζηνού (1295-1383), έλεγξε όμως και τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης για τις εγκληματικές ενέργειές τους στην Θεσσαλονίκη, αλλ’ εξίσου και όσους με την αφιλάνθρωπη στάση τους εξέτρεφαν και προωθούσαν την βία. Η παρέμβαση των Ποιμένων και μάλιστα των Επισκόπων είναι αναγκαία και απαρέγκλιτη σε μία κοινωνία μάλιστα, που θέλει να λέγεται χριστιανική. Η θεολογία του γίνεται «άλας της γης» και «φως του κόσμου». Ο διάλογος με τον κόσμο, στην πράξη του Αγίου Γρηγορίου, έχει τον χαρακτήρα της Ιεραποστολής. Δεν τίθεται ποτέ εν αμφιβόλω η αποκλειστικότητα και μοναδικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας (πρβλ. Πράξ. 4, 12), όπως βιώνεται στην παράδοση των Αγίων Πατέρων.

Ούτε στην αντιμετώπιση του Βαρλαάμ και του κύκλου του, ούτε στην αντιπαράθεσή του με τους Μουσουλμάνους, παρά τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, προχώρησε σε κάποια σχετικοποίηση της πίστεως και συμβιβαστική διάθεση, για την επίτευξη μάλιστα προσωπικού οφέλους. Και σήμερα ο Άγιος Γρηγόριος θα καλούσε, χωρίς κανένα συμβιβασμό, στην πορεία της θεώσεως, έστω και αν ο κόσμος μας αποκρούει μία τέτοια πρόσκληση, ζώντας στο πάθος της αυτοθεώσεως.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τιμά και δοξάζει το Άγιον Όρος, αποδεικνύοντας ότι η Αθωνική Πολιτεία μένει ορθόδοξη, εφ’ όσον μένει πιστή στην παράδοση του Αγίου Γρηγορίου, διασώζοντας την πίστη και θεολογία του, και την αγωνιστικότητά του, καρπό της αγάπης του για τον Χριστό. Είναι δε ιδιαίτερα ελπιδοφόρο, ότι η δυτική Θεολογία, που παλαιότερα (M. Jugie) αποστρεφόταν τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως «αιρετικό», σήμερα έχει σημειώσει θετική στροφή απέναντί του. Ίσως έλθει η εποχή, που η θεολογία του θα οδηγήσει τον διαχριστιανικό διάλογο στην αυθεντική του πορεία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. το πολύ κατατοπιστικό άρθρο του π. Ιωάννου Meyendorf στην «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», τ. 6 (Αθήνα 1965) στ. 83-87, με βιβλιογραφία. Η εκτενέστερη συλλογή σχετικών κειμένων είναι η «Φιλοκαλία». Τα κείμενα όμως είναι εγκατεσπαρμένα στην PG του Migne. Η βιβλιογραφία είναι πλουσιότατη σ’ όλες τις βαλκανικές χώρες. Βλ. ενδεικτικά π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τ. Α’, Θεσσαλονίκη 1984. Γ. Ι. Μαντζαρίδου, Μέθεξις Θεού, Θεσσαλονίκη 1979. Του Ιδίου, Παλαμικά, Θεσσαλονίκη 1983. Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως αγιορείτης, Λεβαδειά 1992. Του Ιδίου (ως Μητροπολίτου), Παλαιά και Νέα Ρώμη – ορθόδοξη και δυτική παράδοση, Λεβαδειά 2009. Μονάχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο βίος και η θεολογία του, Θεσσαλονίκη 1976. Πλούσιο και σπουδαίο υλικό για τον Ησυχασμό, την εποχή και τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά περιέχει ο συλλογικός τόμος: Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν (Πρακτικά Διεθνών Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών και Λεμεσού), Άγιον Όρος 2000. Για τον Ησυχασμό στην Ρουμανία βλ. την σπουδαία ανακοίνωση του πρώην Αντιπροέδρου της Ρουμανικής Ακαδημίας μακαριστού Virgil Candea, στις σελ. 727-736 (βιβλιογραφία).
2. Βλ. το εκτενές άρθρο του Παναγιώτου Κ. Χρήστου στην ΘΗΕ, τ. 4 (1964) στ. 775-794 (βιβλιογραφία). Πλουσιότατη είναι η μεταγενέστερη βιβλιογραφία.
3. Όπως εδήλωσε ο Πρόεδρος της Συνόδου του 1368, Οικουμενικός Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος (1345-55 – 1364-76): «-Και στέργω και τιμώ τούτον ως Άγιον από των θαυμάτων αυτού, α μετά την ενθένδε προς Θεόν εκδημίαν του ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον…», («Τόμος Συνοδικός» ανακηρύξεως της αγιότητος Γρηγορίου του Παλαμά, PG 151, 711. Πρβλ. Φιλοθέου (Κοκκίνου), Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών Γρηγόριον, Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν, PG 151, 648/9.
4. PG 102, 263-391.
5. Από μεγάλους Θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή ως η τελευταία προ του σχίσματος Γενική Σύνοδος της αρχαίας Εκκλησίας, με την συμμετοχή και του Πατριαρχείου της Δύσεως (Παλαιάς Ρώμης). Έχει όλα τα γνωρίσματα της Οικουμενικής Συνόδου. Βλ. Φιλίππου Ζυμάρη, πρεσβυτέρου, Ιστορική, δογματική και κανονική σπουδαιότης της Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), φωτοτυπημένη διατριβή, Θεσσαλονίκη 2000. Πρβλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι I9602, σ. 261-2.
6. Α’ Άλωση της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους της Δ’ Σταυροφορίας.
7. Βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Παλαιά και Νέα Ρώμη…, σ. 207-210. Πρβλ. π. Δημητρίου Κουτσούρη, Σύνοδοι και Θεολογία για τον Ησυχασμό, (διδακτορική διατριβή), Αθήνα 1997.
8. Είναι η περιβόητος διδασκαλία Ανσέλμου του Κανταβρυγίας (1033-1109). Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Η «περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης» διδασκαλία και η νεοελληνική κατηχητική και κηρυκτική πράξη, στο: Λόγος ως Αντίλογος, Αθήνα 1992, σ. 85-98: Πρβλ. π. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη, Η διδασκαλία περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης στη νεοελληνική θεολογία, στο περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 71 (τεύχ. 723), 1988, σ. 529-537. (Πρβλ. τον τόμο: Simposio Christiano, Milano 1989, σ. 103-109).
9. Ο πάπας Γρηγόριος Ζ’ ο Ιλδεβράνδης (1073-1085) με το κείμενο του «Dictatus Papae» (PL 148, 107ε.) διετύπωσε την περί απόλυτης εξουσίας του πάπα, ακλόνητη έκτοτε, θεωρία σε 27 θέσεις. Η ταύτιση με τις ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις είναι πλήρης. «Ο πάπας είναι απόλυτος κύριος της Εκκλησίας και της Πολιτείας».
10. Η θεολόγηση είναι κατ’ αυτόν υπόθεση «των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία (δηλαδή στην θεοπτία) και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων, ή καθαιρομένων, το μετριώτατον. (Λόγος Θεολογικός Α’, 3-4. PG 36, 13 ε.). Αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση αυτή, ισχύει ο λόγος του Μ. Βασιλείου: «Θεολόγος δε πας, και ο μυρίαις κηλίσι την ψυχήν στιγματίσας» (PG 32, 213D).
11. Βλ. π. Γ. Φλωρόφσκυ, Σταθμοί της Ρωσικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986 (μετάφραση από τα ρωσικά).
12. Βλ. Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήνα 1977, σ. 300.
13. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, «Αντιδυτικοί» Πατέρες ευεργέτες της Ευρώπης, στο Του Ιδίου, Ιχνηλασία πνευματικής σχοινοβασίας. Κατερίνη 1999, σ. 45-54. Και στα Ρουμανικά.
14. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 1, 12: («Αποκλείομεν τελείως να περιμένει ότι θα μάθει κάποιος από αυτήν κάτι σχετικό με τα θεία»).
15. Γεωργίου Α. Γαλίτη, Θεολογία και εμπειρία. Το μήνυμα του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά στην εποχή μας, στον παραπάνω τόμο: Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς…, σ. 481-488 (εδώ: 484).

(Μάιος 2010)

ΠΗΓΗ: “ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ, ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ”
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Συνεχίστε την ανάγνωση

ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ Η ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ; του Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν-Δρος Θεολογίας

Ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐδιδάσκετο ὅτι ἕνα βάπτισμα ὑπάρχει. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος γράφοντας πρὸς τοὺς Ἐφεσίους λέγει: «Eἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (4, 4). Καὶ ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας ἐπισημαίνει στοὺς Φιλιππησίους: «Εἰ γὰρ εἷς ἐστιν ὁ τῶν ὅλων θεός […], ἓν δὲ καὶ τὸ βάπτισμα τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ κυρίου διδόμενον, μία δὲ καὶ ἡ ἐκλεκτὴ ἐκκλησία· μία ὀφείλει εἶναι καὶ ἡ κατὰ Χριστὸν πίστις» (Funk, Die Kamp, Laupp [Tubingen 1913] 5, 1).

Αὐτὴ ἡ ὁμολογία περὶ ἑνὸς βαπτίσματος ἐπέχει ἐξόχως ἰδιάζουσα θέση στὴν Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ περιελήφθη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Β´ ἐν Κωνσταντινουπόλει Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».

=====

Κατὰ τὸν προηγούμενο αἰώνα, ὡστόσο, παρουσιάστηκε μία ἐκκλησιολογικὴ θεωρία, ἀποκαλούμενη «βαπτισματικὴ θεολογία», ἡ ὁποία ἐπεκτάθηκε καὶ διδάσκεται ἐντόνως μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἄλλοι Πατριάρχες, Ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι ὀρθόδοξοι πρεσβεύουν καὶ διακηρύσσουν τὴν θεωρία περὶ τῆς ἑνότητος καὶ ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος ὅλων τῶν «χριστιανικῶν ὁμολογιῶν». Παραδέχονται, δηλαδὴ καὶ ἀποδέχονται τὸ βάπτισμα τῶν Παπικῶν, τῶν Προτεσταντῶν καὶ ἄλλων αἱρετικῶν ὁμάδων ὡς ἔγκυρο, ταυτίζοντάς το μὲ τὸ Βάπτισμα τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτὴ ἡ θεωρία ἐντάσσεται στὴν οἰκουμενιστικὴ κίνηση καὶ θεολογία, ἡ ὁποία ἀνάγει τὶς ρίζες της στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΘ´ αἰώνα μὲ τὸν Βαπτιστὴ Ἱεραπόστολο William Carey, ὅπως ἀναφέρει ὁ R. Givellini στὸ ἔργο του «Ἡ Θεολογία τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα» (2002, σ. 607).

=====

Γίνεται, ὅμως, αὐτὸ ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Πατερικὴ διδασκαλία; Ἀπαντοῦμε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ: Ὄχι!

Πρωτίστως, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ διευκρινίσουμε ὅτι τὸ Βάπτισμα, γιὰ νὰ εἶναι κανονικό, πρέπει νὰ πληροῖ τὶς ἑξῆς προϋποθέσεις: 1) Nὰ ἐπιτελῆται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. 2) Νὰ γίνεται στὸ Ὄνομα τῆς Παναγίας καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος. 3) Νὰ τελῆται διὰ τριττῆς καταδύσεως καὶ ἀναδύσεως καὶ ὄχι διὰ ραντισμοῦ. 4) Νὰ τελῆται ἀπὸ κανονικὸ Ὀρθόδοξο Λειτουργό, ᾽Επίσκοπο ἢ Πρεσβύτερο.

Οἱ αἱρετικοὶ Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐντάσσονται στὰ ἀνωτέρω, ἀφοῦ παρεξέκλιναν παντοιοτρόπως τῆς εὐθείας ὁδοῦ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μὲ τὶς διάςτροφες τῶν ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου θέσεις τους. Μὲ μία ἁπλὴ ἀνάγνωση τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀποδεικνύεται  αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμός μας.

Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου ἀναφέρεται ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου πρὸς τοὺς Μαθητές Του: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. 28, 19). Ἐδῶ ἀποκαλύπτονται τὰ τρία στοιχεῖα τῆς σωτηρίας ποὺ ἐπαγγέλλεται ἡ Μία Ἐκκλησία: Προηγούμενη ὀρθὴ διδασκαλία – κατήχηση, Βάπτισμα στὸ Ὄνομα τῆς Ἀδιαιρέτου καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος καὶ ἀκριβὴς τήρηση τῶν παραδεδομένων ὑπὸ τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου. Ποιὸ ἀπὸ τὰ τρία πληροῦν οἱ αἱρετικοί, οἱ παραχαράξαντες τὴν Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια; Ἀσφαλῶς κανένα.

Ἡ βάπτιση τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου διασώζεται στὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο: «Βαπτισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εὐθὺς ἀνέβη ἀπὸ τοῦ ὕδατος» (3, 16). Στὶς δὲ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων περιγράφεται ἡ βάπτιση τοῦ εὐνούχου ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου: «Κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ὕδωρ ὅ τε Φίλιππος καὶ ὁ εὐνοῦχος, καὶ ἐβάπτισεν αὐτόν. ὅτε δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ὕδατος, πνεῦμα κυρίου ἥρπασεν τὸν Φίλιππον, καὶ οὐκ εἶδεν αὐτὸν οὐκέτι ὁ εὐνοῦχος (8, 38-39). Ἡ χρήση τοῦ ρήματος «ἀνεβαίνω» στὰ δύο προηγούμενα χωρία ὑποδηλώνει τὴν προηγειθεῖσα βύθιση  τῶν βαπτισθέντων ἐντὸς τῶν ὑδάτων (βαπτίζω = βυθίζω ὑπὸ τὸ ὕδωρ, Liddell – Scott, τ. I, 479).

Τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν ὡς γνωστὸν τελεῖται διὰ ραντισμοῦ. Ἠμπορεῖ νὰ ταυτισθῆ μὲ τὸ Ὀρθόδοξο κανονικὸ βάπτισμα τῶν τριῶν καταδύσεων, οἱ ὁποῖες συμβολίζουν τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γράφοντας στοὺς Ρωμαίους, ἐπισημαίνει: «Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν; συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, […] εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα» (6, 3-6). Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιβεβαιώνει: «Τὴν κατάδυσιν τὸν τύπον τῶν τριῶν ἡμερῶν ἐκπληροῦν» (ἐπ. 236, PG 32, 884Α).

Ἐπίσης, οἱ τρεῖς καταδύσεις γίνονται στὸ Ὄνομα τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ὁμοουσίου Τριάδος. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διευκρινίζει μὲ ἀναλυτικὸ τρόπο ὅτι γιὰ κάθε Ὑπόσταση τῆς Ἁγίας Τριάδος κάνουμε μία κατάδυση καὶ εἶναι τρεῖς οἱ καταδύσεις γιὰ τὶς τρεῖς Ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Καθ’ ἑκάστην τῶν τῆς θεότητος ὑποστάσεων μίαν κατάδυσιν καὶ τρεῖς διὰ τὸ τρισσὸν τῶν ὑποστάσεων» (B. Kotter, De Gruyter [Berlin 1981] PTS 22, 5, 11).

Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ βάπτισμα τῶν Παπικῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγαν πλῆθος αἱρετικῶν δοξασιῶν, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες παραχαράσσουν, ἀλλοιώνουν καὶ διαστρεβλώνουν τὸ Τριαδολογικὸ καὶ Χριστολογικὸ δόγμα, ἀλλά -πολὺ περισσότερο- καὶ τὸ βάπτισμα τῶν Προτεσταντῶν νὰ ταυτίζονται μὲ τὸ τῆς Ὀρθοδόξου, ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας; Ὁ Μ. Βασίλειος μὲ τὴν ἀπαράμιλλη εὐστοχία του διασαφηνίζει ὅτι ἡ πίστη καὶ τὸ βάπτισμα συνιστοῦν δύο συμφυεῖς καὶ ἀδιαίρετους τρόπους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ὅρο sine qua non γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι δὲ ἀδιαίρετο τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο, ἀφοῦ χωρὶς τὸν ἕνα δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχύει ὁ δεύτερος: «Πίστις δὲ καὶ βάπτισμα, δύο τρόποι τῆς σωτηρίας, συμφυεῖς ἀλλήλοις καὶ ἀδιαίρετοι. Πίστις μὲν γὰρ τελειοῦται διὰ βαπτίσματος, βάπτισμα δὲ θεμελιοῦται διὰ τῆς πίστεως, καὶ διὰ τῶν αὐτῶν ὀνομάτων ἑκάτερα πληροῦται. Ὡς γὰρ πιστεύομεν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, οὕτω καὶ βαπτιζόμεθα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ προάγει μὲν ἡ ὁμολογία πρὸς τὴν σωτηρίαν εἰσάγουσα· ἐπακολουθεῖ δὲ τὸ βάπτισμα ἐπισφραγίζον ἡμῶν τὴν συγκατάθεσιν» (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, SC 17, 12, 2831-40). 

=====

Ἂς δοῦμε, ὅμως, τὸ θέμα καὶ ἀπὸ κανονικῆς πλευρᾶς. Ὁ 46ος κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διακελεύει: «Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα 2, 61). Αὐτὸ τὸ ἀκούουν οἱ φιλοαιρετίζοντες ἐπίσκοποί μας καὶ θεολόγοι; Ὅποιος ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος, μᾶς λέγει ὁ προαναφερθεὶς κανών, κάμει ἀποδεκτὸ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν νὰ καθαιρῆται. Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, ἑρμηνεύοντας τὸν παρόντα κανόνα, ὑπογραμμίζει: «Εἰ γάρ φησι, μία εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἓν εἶναι τὸ ἀληθὲς βάπτισμα, πῶς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθὲς βάπτισμα τὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, εἰς καιρὸν ὅπου αὐτοὶ δὲν εἶναι μέσα εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ἐξεκόπησαν ἀπὸ αὐτὴν διὰ τῆς αἱρέσεως;» (Πηδάλιον [1976] 51).

Οἱ ὀγδόντα τέσσσερις περίπου ἐπίσκοποι, οἱ συγκαλέσαντες τὴν σύνοδο τῆς Καρχηδόνας τὸ 255, ἀποφάνθηκαν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ὅπερ διὰ παντὸς ἰσχυρῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατοῦμεν, μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας· ἑνὸς ὄντος βαπτίσματος, καὶ ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα 3, 3). Ἐδῶ οἱ ἱεροὶ Πατέρες τονίζουν τὴν ἀκρίβεια αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως καὶ ὁμολογοῦν ὅτι ἕνα βάπτισμα ὑπάρχει, αὐτὸ τὸ ὁποῖο τελεῖται στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

=====

Ὅπως συμφωνεῖ καὶ ὁ καθηγητὴς πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας ποὺ τὰ πάντα σχετικοποιοῦνται, ἀκόμη καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο καὶ μία στάση αὐστηρᾶς τηρήσεως τῶν κανόνων σχολιάζεται ὡς φανατικὴ καὶ στερουμένη ἀγάπης, ἡ ἐμμονὴ στὴν παράδοση τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ οὐσιαστικότερη ἀντίσταση στὸν γενικὸ κατήφορο. (Βλ. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα, 1996, 122).

Ὡς ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἐκτεθείσας ἐν συντομίᾳ διδασκαλίας τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἀπορρίπτεται ὡς ἄκυρο. Ὁ Μ. Βασίλειος ἀποφαίνεται ὅτι γίνεται δεκτὸ μόνον ἐκεῖνο τὸ βάπτισμα ποὺ τηρεῖται χωρὶς νὰ παρεκκλίνη τῆς πίστεως: «Ἐκεῖνο γὰρ ἔκριναν οἱ παλαιοὶ δέχεσθαι βάπτισμα τὸ μηδὲν τῆς πίστεως παρεκβαῖνον» (PG 32, 665A).

Ἑπομένως, ἐπ᾽οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται στὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ ὁδηγοῦν τὰ τέκνα τους νὰ βαπτισθοῦν ἀπὸ αἱρετικούς. Τὰ βαπτισθέντα δὲ ἀπὸ αὐτοὺς θεωροῦνται ὡς ἀβάπτιστα καὶ ἄρα ἐὰν προσέλθουν στὴν Μία Ἐκκλησία, πρέπει νὰ βαπτίζονται κανονικῶς, χωρὶς αὐτὸ νὰ θεωρῆται ἀναβαπτισμός. Ὁ Δίδυμος ὁ Τυφλὸς εἶναι κατηγορηματικὸς ὡς πρὸς αὐτό: «Μετερχόμενοι τοίνυν εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν, κἂν τυχὸν ὦσιν βεβαπτισμένοι, βαπτίζονται μέν (οὐ γὰρ λέγομεν ἀναβαπτίζονται, ἐπειδὴ μὴ ἔχουσι τὸ ἀληθὲς βάπτισμα)» (PG 39, 720Α).

Ἔρχεται, δυστυχῶς, ἡ βαπτισματικὴ θεολογία τῶν Οἰκουμενιστῶν νὰ δεχθῆ ὅτι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ἑτερόδοξοι τελοῦν ὀρθὸ βάπτισμα, ἐὰν ἐπικαλοῦνται κατὰ τὴν τέλεσή του τὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἄσχετα ἐὰν βρίσκονται στὴν κακοδοξία καὶ τὴν αἵρεση. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο καὶ καθίσταται ἀπορριπτέο. Ὁ Μ. Βασίλειος στὸν 1ο κανόνα του διασαφηνίζει τὸ θέμα λέγοντας: «Οὐ γὰρ ἐβαπτίσθησαν οἱ μὴ εἰς τὰ παραδεδομένα ἡμῖν βαπτισθέντες» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα 4, 000). Ὁ Ἀστέριος Ἀμασείας (5ος αἰ.) διευκρινίζει ὅτι ἐφόσον οἱ αἱρετικοὶ παραβίασαν τὴν παράδοση περὶ βαπτίσματος, ὅπως αὐτὴ διαμορφώθηκε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου καὶ τοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐρμηνεία τῶν πρώτων, ἔχασαν τὴν σφραγίδα τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Λέγει χαρακτηριστικά: «Εἶχόν ποτε κἀκεῖνοι ὡς πρόβατα λευκὸν τὸν πόκον καὶ τὴν φραγῖδα ἀνθηράν. Ἀλλ’ ἕως τότε λευκὸν τὸν πόκον ἐτήρουν ἕως εἶχον τὸ τῆς ἐκκλησίας βάπτισμα, καὶ ἕως τότε ἡ σφραγὶς αὐτῶν τὴν ἀνθηρότητα τοῦ αἵματος Χριστοῦ ἔφερεν ἕως οὗ ἐσφραγισμένην ἐτήρουν τὴν περὶ τοῦ βαπτίσματος διάταξιν» (Ὁμ. 26.3.10, Richard, Brogger, 1956).

Ἑπομένως «κατ᾽ ἀκρίβειαν» τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση ὡς ἄκυρο. Ἡ ἀπουσία δὲ διατάξεως, ἡ ὁποία νὰ δέχεται ἔστω καὶ «κατ᾽οἰκονομίαν» τὸ αἱρετικὸ βάπτισμα, καταδεικνύει καὶ ἀποδεικνύει αὐτὸ ὡς ἄκυρο.

=====

Ἐὰν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, πῶς δικαιολογοῦνται ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποί μας νὰ ἀποδέχωνται τὴν βαπτισματικὴ θεολογία τῶν Προτεσταντῶν; Δὲν φοβοῦνται τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ;

Μακάρι νὰ κατανοήσουν ὅτι βαδίζουν τὸν ὀλισθηρὸ δρόμο τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ἀλήθεια καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἁγιοπατερικὴ Παράδοση καὶ ἀλήθεια πρὶν εἶναι ἀργὰ γι᾽ αὐτούς.

Πηγή: Εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, www.orthodoxostypos.gr

Συνεχίστε την ανάγνωση

H ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων (Ἰωάννη Φουντούλη)

Mποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή Λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό.

Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.

Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία Λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό Τιμίων Δώρων. Τά Δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη Λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.

Γιά νά κατανοήσουμε τήν γενεσιουργό αἰτία τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων πρέπει νά ἀνατρέξωμε στήν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς ‘Εκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τή συνήθεια νά κοινωνοῦμε κατά ἀραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς ‘Εκκλησίας οἱ πιστοί κοινωνοῦσαν σέ κάθε Λειτουργία, καί μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν ὑποπέσει σέ διάφορα σοβαρά ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιά ἕνα ὡρισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδή οἱ πιστοί ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή καί κάθε Σάββατο καί ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορές ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία, τακτικῶς ἤ ἐκτάκτως στίς ἑορτές πού ἐτύχαινε νά συμπέσουν ἐντός τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορές τήν ἑβδομάδα, δηλαδή τήν Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή (ἐπιστολή 93). Ἄν πάλι δέν ἦτο δυνατόν νά τελεσθῇ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ Θεία Λειτουργία, τότε οἰ πιστοί κρατοῦσαν μερίδες ἀπό τήν θεία κοινωνία τῆς Κυριακῆς καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπιδοκιμάζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος.

Στά Μοναστήρια καί ἰδιαίτερα στά ἐρημικά μέρη, ὅπου οἱ μοναχοί δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά παρευρεθοῦν σέ ἄλλες λειτουργίες ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καί οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδή ἁγιασμένες μερίδες ἀπό τήν Κυριακή ἤ τό Σάββατο καί κοινωνοῦσαν κατ᾿ ἰδίαν. Οἱ μοναχοί ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρές ἤ μεγάλες ὁμάδες καί ὅλοι ἔπρεπε νά προσέλθουν καί νά κοινωνήσουν κατά τίς ἰδιωτικές αὐτές κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μία μικρά ἀκολουθία. Ὅλοι μαζί προσηύχοντο πρό τῆς κοινωνίας καί ὅλοι μαζί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ἄν ὑπῆρχε καί ἱερεύς, αὐτός τούς προσέφερε τήν θεία κοινωνία. Αὐτό ἐγίνετο μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Θ’ ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοί ἔτρωγαν συνήθως μιά φορά τήν ἡμέρα, μετά τόν ἑσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν νά ἐντάξουν τήν κοινωνία τους αὐτή στά πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, πού νά ὑπενθυμίζει τήν θεία λειτουργία.

Κατά τόν τρόπο αὐτόν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδή κατά τόν τύπον τῆς Θείας Λειτουργίας), πρός τό τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτή εἶναι ἡ μητρική μορφή τῆς Προηγιασμένης.

Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν Τεσσαρακοστή. Ἡ Θεία Λειτουργία κατά τήν περίοδο αὐτή ἐτελεῖτο μόνον κατά τά Σάββατα καί τίς Κυριακές. Παλαιό ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπό ἐκκλησιαστικούς κανόνες ἀπηγόρευε τήν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας καί πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἦταν κάτι τό ἀσυμβίβαστο πρός τόν χαρακτῆρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ Λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, πού ἔχει ἔντονο τόν πανηγυρικό, τόν χαρμόσυνο, τόν ἐπινίκο χαρακτῆρα. Αὐτό ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοί ἔπρεπε νά κοινωνήσουν δύο φορές τοὐλάχιστον ἀκόμη κατά τήν ἑβδομάδα, τό ὀλιγώτερο δηλαδή κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, πού μνημονεύει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοί θά κοινωνοῦσαν ἀπό Προηγιασμένα Ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τήν ἐποχή ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχή τροφῆς μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπόν θά ἔπρεπε νά κατακλείσῃ τήν νηστεία, νά γίνῃ δηλαδή μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ.

Στό σημεῖο αὐτό συνδέεται ἡ ἱστορία μέ τήν σημερινή πρᾶξι. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικές εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καί ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπό αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στό ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό»,, κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτῆρα (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μέ τόν ἑσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καί τά τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μέ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχές εἶναι γεμᾶτες ταπείνωσι καί συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετή γίνεται», κατά τόν ἴδιο Πατέρα.

Καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στή μορφή πού ὕστερα ἀπό μακρά ἐξέλιξη ἀποκρυσταλώθηκε καί κατά τήν ὁποία τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τά δύο λειτουργικά στοιχεῖα πού τήν συνθέτουν: τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία. Τό πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινός τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ μικρές μόνο τροποποιήσεις.

 Ὁ ἱερεύς κατά τήν ψαλμωδία τῆς Θ’ ὥρας ἐνδύεται τήν ἱερατική του στολή καί θυμιᾷ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μέ τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατά τόν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδή ψαλμός, πού περιγράφει τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Eὐλόγει, ἡ ψυχή μου τόν Κύριον Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Εἶναι τό προοίμιο τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, πού ἀρχίζει, ὡς γνωστό, κατά τόν ἑβραϊκό τρόπο, ἀπό τήν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος, ἤ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στό στόμα τῶν πιστῶν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»,, τά εἰρηνικά. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ’ καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καί εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοί 119-133). Εἶναι τό τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου πού ἔχει καθορισθῇ νά ἀναγινώσκεται κατά τούς ἑσπερινούς τῆς Τεσσαρακοστῆς.

 Ὁ ἱερεύς ἐν τῷ μεταξύ ἑτοιμάζει στήν Πρόθεσι τά Προηγιασμένα -ἀπό τήν Λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς- Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τόν Ἅγιο Ἄρτο στό Δισκάριο, κάμνει τήν ἕνωσι τοῦ οἴνου καί τοῦ ὕδατος στό Ἅγιο Ποτήριο καί τά καλύπτει. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται μέ τήν ψαλμῳδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καί τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, πού περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καί γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἕνα ἀπό τήν Γένεσι καί ἕνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θά σταθοῦμε γιά λίγο στήν κατανυκτική ψαλμῳδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιᾷ τήν Ἁγία Τράπεζα.

«Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου·ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή»..

Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενής δέησις ὑπέρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διά τό ἅγιον Βάπτισμα, «τῶν πρός τό φώτισμα εὐτρεπιζομένων»,, καί τῶν πιστῶν. Καί μετά τήν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τό δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων.

Τήν μεταφορά τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν Πρόθεσι στό Θυσιαστήριο, πού γίνεται μέ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῷ οἱ πιστοί προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:

«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν· ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης. Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται. Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενόμεθα. Ἀλληλούϊα».

Ἡ προπαρασκευή γιά τήν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τήν Κυριακή προσευχή (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον…», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καί μετ᾿ αὐτήν ἡ εὐχαριστία. Καί ἡ Λειτουργία κλείνει μέ τήν κατανυκτική ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις πού συνδέει τήν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρός τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικός ἀγών τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλά καί ἡ νίκη κατἀ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιά τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα. Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μακράν. Ἄς τήν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ἐκκλησιαστικά κείμενα:

«Δέσποτα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τήν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διά τήν ἄφατόν σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα ἀγαγών ἡμᾶς εἰς τά πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἐγκράτειαν παθῶν, πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διά τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τά θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καί ἡμῖν, ἀγαθέ, τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνίσασθαι, τόν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τήν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τάς κεφαλάς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν ἁγίαν ἀνάστασιν».

Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά συγχρόνως καί μία διαρκής πρόσκλησις γιά τήν συχνή κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μιά φωνή ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ἀπό τήν ἀρχαία ζωντανή παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνή πού λέγει ὅτι ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ζῇ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ἀνανεώνῃ διαρκῶς τήν ἕνωσί του μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ζωή ἡμῶν» (Κολοσ. 3, 4).

Ἀπό τό βιβλίο “ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ”, ἐκδ. Ἀ. Δ.

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ερμηνεία της Εικόνος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (Χρήστου Γκότση)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ

 Ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας. Βοά προς αυτήν κατά το γνωστό τροπάριο «ποιον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διο, ως προσετάγην (=διατάχτηκα), βοώ σοι, Χαίρε η Κεχαριτωμένη».

=============

Η Θεοτόκος. Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ’ άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.

=============

Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.

 

Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξαν τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του αρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτά «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητά να μάθει με πιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από Αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε, «ίδου η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της εορτής, η Εκκλησία μας δίκαια ψάλλει «Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι, παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται, Πνεύμα Άγιον καταπέμπεται, Πατήρ άνωθεν ειδοκεί και το συνάλλαγμα (=συμφωνία) κατά κοινήν πραγματεύεται βούληση, την επιθυμία, τη συμφωνία μεταξύ του Θεού και της Παρθένου, Πλάστη και πλάσματος, γιατί «η σάρκωσις του Λόγου ήτο έργον όχι μόνον του Πατρός και της Δυνάμεώς Του και του Πνεύματος… αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «Η Θεομήτωρ», σ. 134).

Η αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ’ άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β’ στιχηρό του εσπερινού).
Άλλες εικόνες του Ευαγγελισμού μάς τονίζουν τη συγκατάθεση της Θεοτόκου στα λόγια του αρχαγγέλου. Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με σκυμμένο το κεφάλι (όπως στην εικόνα μας) έχοντας το δεξί της χέρι πάνω στο στήθος της, ή να βγαίνει από το μαφόριό της. αυτά μάς θυμίζουν το «ιδού η δούλη Κυρίου…». Στην εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει στη στάση της Θεοτόκου την αμηχανία με τη συγκατάθεση. Παρουσιάζει τη Θεοτόκο με σκυμμένο το κεφάλι και βυθισμένη στις σκέψεις της.

=============
Ο πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

[Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων» (α’ τόμος) Χρήστου Γκότση Εκδ. Αποστολική Διακονία]
Πηγή: orthodox answers

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Νηστεία (π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος)

 

π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος - Η Νηστεία

 

Ο Μέγας Βασίλειος δίνει τον ακόλουθο ορισμό της νηστείας: «Νη­στεία αληθινή είναι η αποξένωσις από το κακόν, η εγκράτεια της γλώσ­σης, η αποχή από τον θυμόν, ο χωρισμός από τας επιθυμίας, την καταλαλιάν, το ψεύδος και την ψευδορκίαν. Η στέρησις από αυτά είναι αλη­θινή νηστεία. Μέσα εις αυτά λοιπόν η νηστεία είναι αγαθόν».

*****

Ο περιορισμός της νηστείας στην αποχή από φαγητά δεν είναι «αγαθόν»· μόνο νηστεία τού σώματος που συνοδεύεται από τον χωρι­σμό από τα πάθη λογίζεται αρετή. «Η αληθινή νηστεία είναι η αποξένωσις από τα κακά» επαναλαμβάνει ο Μ. Βασίλειος και παραπέμπει στο Ης. ξγ’ 4-6′ να λύσης τα δεσμά της αδικίας, μη νηστεύεις χάριν δια­μάχης και έριδος. «Δεν τρώγεις κρέατα, αλλά τρώγεις τον άδελφόν σου· δεν πίνεις οίνον, αλλά δεν είσαι εγκρατής εις τας ύβρεις».

*****

«Διότι ποίον είναι το όφελος εάν απέχης από τροφάς, αλλά τρώγεις δια των οφθαλμών την ακολασίαν της μοιχείας ή με την θέλησίν σου ακούεις δια των ώτων ματαίας και διαβολικάς φωνάς; Δεν ωφελεί καθό­λου να απέχης από τροφάς, όμως να μην απέχης από την έπαρσιν της υψηλοφροσύνης, της κενοδοξίας και κάθε πάθους. Ή τι ωφελεί βεβαί­ως να είσαι εγκρατής εις τας τροφάς, αλλά να μην απέχης από πονηρούς λογισμούς… Ας γίνωμε λοιπόν εγκρατείς εις όλα αυτά, δια να μη έλθη ποτέ εις ημάς η κατηγορία τού Κυρίου, ότι διυλίζομεν τον κώνωπα και καταπίνομε την κάμηλον (Ματθ. κγ’ 24)» (Μ. Βασίλειος).

*****

Για τον Μ. Βασίλειο η νηστεία είναι παλαιότερη εντολή (Γέν. β’ 17). Το «μη φάγετε», λέγει, είναι «νομοθέτημα νηστείας και εγκράτειας». Με­τά από την πτώση όμως η νηστεία πήρε τη θέση τού ιατρού, γιατί συν­δέεται με τη μετάνοια· είναι η μετάνοια του σώματος! Εκείνος που νη­στεύει δεν μιμείται την παρακοή της Εύας και δεν ακολουθεί τη συμ­βουλή του φιδιού. Για τους πρωτόπλαστους η «νηστεία» ήταν το μέτρο που θα εδοκιμάζετο η σφοδρή επιθυμία των να μείνουν σε κοινωνία με τον Θεό. Μετά από την πτώση η νηστεία, που συνοδεύεται με την άσκη­ση των άλλων αρετών, αποτελεί θεμέλιο στο οποίο ο πνευματικός αθλη­τής στηρίζει τον πνευματικό του αγώνα.

*****

«Η νηστεία, οπού είναι ο ιατρός των ψυχών ημών», λέγει ο Συμεών ο νέος Θεολόγος, «έχει συνήθειαν, άλλου χριστιανού να ταπεινώση την σάρκα και άλλου να καταπραΰνη τον θυμόν και άλλον να φέρη εις προ-θυμίαν δια να κάμη το καλόν και άλλου να καθαρίζη τον νουν του και να τον κάμνη ελεύθερον από τους πονηρούς λογισμούς. Και άλλου να δαμάζη την αδάμαστον και ακράτητον γλώσσαν και να την κρατά με τον φόβον τού Θεού… Και άλλου να εμποδίζη τα μάτια να μη κοιτάζουν εδώ και εκεί και να περιεργάζονται τι κάμνει ο ένας και ο άλλος, αλλά κά­μνει τον κάθε ένα να προσεχή εις τον εαυτόν του και να ενθυμήται τα ιδικά του ελαττώματα…». Η νηστεία οδηγεί σε κατάνυξη και μας βοηθεί να περάσουμε με τη χάρη τού Θεού «όλην την ταραχήν των παθών και την φουρτούνα των πειρασμών τού διαβόλου οπού μας καταδυνα­στεύει πικρώς και θέλει έλθωμεν εις τον λιμένα της απαθείας», καταλή­γει ο ίδιος πατέρας.

*****

«Θλίβε την κοιλία και οπωσδήποτε να κλείσης και το στόμα· διότι η γλώσσα ισχυροποιείται από τα πολλά φαγητά. Να πυγμαχής συνεχώς εναντίον της και να επαγρυπνής συνεχώς επάνω της. Εάν συ κοπιάσης λίγο, αμέσως και ο Κύριος σε βοηθεί» (Κλίμαξ).

*****

«Η σωματική νηστεία δεν είναι το πρώτο· κατέχει τελευταίον μέρος εις τον χώρον της αρετής» (Χρυσ.). Η αληθινή νηστεία είναι «βία φύ­σεως και περιτομή των ηδονών τού λάρυγγος, εκτομή της σαρκικής πυρώσεως, εκκοπή των πονηρών λογισμών, απελευθέρωσις από μολυσμούς ονείρων, καθαρότης προσευχής, φωτισμός της ψυχής, διαφύλαξις τού νου, διάλυσις της πωρώσεως, θύρα της κατανύξεως… σταμάτημα της πολυλογίας, αφορμή ησυχίας, φρουρός της υπακοής ελαφρότης τού ύπνου, υγεία τού σώματος πρόξενος της απαθείας, άφεσις των αμαρτη­μάτων, θύρα και απόλαυσις τού παραδείσου» (Κλίμαξ). Οι κόποι και οι ταλαιπωρίες είναι η συνεργασία τού σώματος στην άσκηση των αρετών της ψυχής, λέγει ο Μ. Βασίλειος και αναφέρεται στη νηστεία τού Κυρί­ου, τού Μωυσή και τού Ηλία

*****

Διακρίνοντας τη νηστεία τού Κυρίου με την ιδική μας νηστεία ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει πως η νηστεία Εκείνου προβάλλεται εναντίον των πειρασμών (Ματθ. δ’ 1-2), ενώ για μας σημαίνει «συμμετοχή εις την νέκρωσιν τού Χριστού και μία προεόρτιος κάθαρσις». Και δεν είναι αυτό «παντελής αποχή από τας τροφάς», λέγει ο Μ. Βασίλειος, αλλά «αποχή από τας απολαύσεις, με σκοπόν να συντρίψωμε το φρόνημα της σαρκός (Ρωμ. η’ 8) και να επιτύχωμε τον σκοπόν της ευσέβειας». Γι’ αυτό κα­νείς δεν εξαιρείται «από τον κατάλογον των νηστευόντων… Άγγελοι είναι αυτοί που κάμνουν την καταγραφήν των νηστευόντων εις κάθε εκκλησίαν».

*****

Σκοπός της νηστείας δεν είναι η συντριβή τού σώματος, αλλά χαλι­ναγώγηση της δυνάμεως της σάρκας ώστε ο ίππος των επιθυμιών να κα­ταστεί ευπειθής, λέγει ο Χρυσόστομος και συνιστά την τροφή για την ικανοποίηση των αναγκών.

*****

Η νηστεία είναι όπλο στην εκστρατεία εναντίον τού Διαβόλου (Μάρκ. θ’ 29). Ένας πολεμιστής προμηθεύεται πάντοτε τα αναγκαία τρόφιμα, όχι εκείνα που χρησιμεύουν στην απόλαυση· έτσι πρέπει να κάνει και ο πολεμιστής εναντίον των αοράτων έχθρων, λέγει ο Μ. Βα­σίλειος και προσθέτει σε άλλο σημείο: «Η εγκράτεια πρέπει να ορίζε­ται δια κάθε άνθρωπο ανάλογα της σωματικής του δυνάμεως, ώστε ούτε ολιγώτερον της υπαρχούσης δυνάμεως να αγωνισθώμεν, ούτε να επεκτεινόμεθα υπέρ την δύναμιν. Διότι και τούτο, νομίζω, πρέπει να προσέξωμε, μήπως δηλαδή καταλύσωμε την αντοχήν τού σώματος με την υπερβολήν της εγκράτειας και το καταστήσωμεν ανίκανον να επιτελέση τας σπουδαίας πράξεις».

*****

Αναφερόμενος στην αναγκαιότητα της εργασίας και ταυτόχρονα της νηστείας λέγει· «πρέπει να νηστεύωμε και να τρώγωμεν όπως απαιτείται από την θεοσέβειαν ώστε όταν μεν χρειάζεται να εκτελεσθή η εντολή τού Θεού δια της νηστείας, να νηστεύσωμεν όταν δε πάλιν η εντολή τού Θεού ζητή τροφή τονωτικήν δια το σώμα, να φάγωμεν όχι ως γαστρίμαργοι, άλλ’ ως εργάται τού Θεού. Διότι πρέπει να τηρούμε τον λόγον τού αποστόλου· «είτε ουν εσθίετε είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε» (Α’ Κορ. Γ 31).

*****

Εκείνος που τρώγει τόσο, «όσον χρειάζεται δια να αναλάβη δυνά­μεις το σώμα που ασθενεί», λέγει ο Χρυσόστομος, μπορεί να είναι «εφάμιλλος προς εκείνον που νηστεύει ως προς την σωφροσύνην της ψυχής. Γιατί και αν το σώμα είναι ασθενικό για τη νηστεία, δεν είναι ασθενικό για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο για να περιφρονήσει την τρυφηλή ζωή και να αποφύγει την αμαρτία ή να μετάσχει με κατάνυξη στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Αυτός που για λόγους ασθενείας δεν νηστεύει σε τίποτε δεν εμποδίζεται να ασκηθεί στην ταπείνωση, να περιφρονήσει την κενοδοξία, να προσεύχεται και να εξομολογείται και να βοηθεί τον εαυτό του με την ελεημοσύνη», λέγει ο Χρυσόστομος και υπογραμμίζει ότι η ελεημοσύνη μπορεί να εξαλείψει τις αμαρτίες μας, όταν την ασκούμε με αφθονία και χωρίς επίδειξη ενώπιον των ανθρώ­πων.

*****

«Διότι υπάρχουν πράγματι τρόποι κατά πολύ σπουδαιότεροι από την αποχήν από τα τρόφιμα, οι οποίοι μπορούν να μας ανοίξουν τας θύρας της παρρησίας προς τον Θεόν. Εκείνος λοιπόν, που τρώγει και δεν ημπορεί να νηστεύει ας επιδεικνύει πλουσιωτέραν ελεημοσύνην, εκτε­νείς προσευχάς ας έχη έντονον προθυμίαν δια την ακρόασιν των θείων λόγων εδώ δεν μας εμποδίζει καθόλου».

*****

Από το βιβλίο: ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Συνεχίστε την ανάγνωση