Τα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου)

imageΘεομητορική εορτή της Αγίας μας Εκκλησίας, με την οποία τιμάται η είσοδος της τριετούς Παναγίας μας, μαζί με τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα στο Ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ, προκειμένου η μέλλουσα Θεοτόκος να αφιερωθεί στον Θεό. Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου, ενώ στις 4 Δεκεμβρίου τη γιορτάζουν οι χριστιανοί που ακολουθούν το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο.

Η αναφορά για το περιστατικό των Εισοδίων της Θεοτόκου δεν γίνεται σε κάποιο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά σε δύο απόκρυφα Ευαγγέλια: το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (κεφ. 6-7) και το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Σύμφωνα με αυτά, οι ευσεβείς γονείς της Θεοτόκου, Ιωακείμ και Άννα, έπειτα από εικοσαετή έγγαμο βίο, ήσαν άτεκνοι και παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Ο Θεός τους ανάγγειλε με Άγγελο ότι η επιθυμία τους θα εκπληρωθεί και η Άννα έμπλεη χαράς υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί στον Θεό. Πράγματι, η Άννα έμεινε έγκυος και μετά από εννέα μήνες απέκτησε κόρη, τη Μαριάμ (Μαρία).

Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε από τους γηραιούς γονείς της στο Ναό του Σολομώντος, προκειμένου να εκπληρωθεί το τάμα τους προς τον Θεό. Η Μαρία ανήλθε μόνη της τα 15 σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Ναό και παραδόθηκε από τους γονείς της στα χέρια του ιερέα Ζαχαρία. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το όνομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Στη συνέχεια ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός της πρόσφερε τη Χάρη του. Το νεαρό κορίτσι υπηρέτησε τον Ναό μέχρι τα 14 χρόνια του, οπότε αρραβωνιάστηκε τον Ιωσήφ και στη συνέχεια έγινε η μητέρα του Θεανθρώπου Κυρίου μας.

Τα Εισόδια της Θεοτόκου καθιερώθηκαν ως εκκλησιαστική εορτή κατά τον 7ο αιώνα, πρώτα στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. Αναφορές υπάρχουν στα γραπτά του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή και των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιου και Γερμανού. Με τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέεται και η βασιλική της Αγίας Μαρίας της Νέας, που χτίστηκε δίπλα στα ερείπια του Ναού του Σολομώντος και εγκαινιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 543 από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Εξ αυτού του γεγονότος φαίνεται να επελέγη από την εκκλησία ο εορτασμός των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου. Επί αυτοκράτορος Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1143-1180) καθιερώθηκε ως ημέρα αργίας για το Βυζάντιο.

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ:
Στην εικονογράφηση του γεγονότος των Εισοδίων της Θεοτόκου, βλέπουμε, στο κέντρο την Παναγία σαν μικρό τριετές κοράσιον, που όμως έχει όλη την ιερότητα της μέλλουσας Μητέρας του Θεού. Ο ιερέας Ζαχαρίας ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου, έχει ακουμπήσει ευλαβικά και στοργικά το χέρι του επάνω στην κεφαλή της. Την ευλογεί και την υποδέχεται στα άγια των αγίων, φορώντας ενδύματα λειτουργικά και διακριτικό της ιερωσύνης στην κεφαλή του. Η Παναγία στέκει με ιερή σιγή απέναντί του έχει τα χέρια της σε στάση ευλαβική και συγχρόνως κινητική απέναντί του, που δηλώνει την προθυμία και την χαρά της προσελεύσεώς της στον Ναό του Κυρίου. Αυτό είναι το σχέδιο και το θέλημα του Θεού και η προαιώνια βουλή του για την σωτηρία των ανθρώπων.

Το ίδιο ευλαβικά και με ιερή συγκίνηση εικονίζονται και οι γέροντες γονείς της Ιωακείμ και Άννα. Την παραδίδουν στα χέρια του Ζαχαρία με μια κίνηση πολύ εκφραστική, που δηλώνει την προθυμία τους να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό και να του αφιερώσουν το μονάκριβο παιδί τους, που το απέκτησαν μετά από πολλών χρόνων προσευχή και νηστεία και σε γήρας προχωρημένο. Όμως η αγάπη στο Θεό επισκιάζει τα σπλάχνα της στοργής της ανθρώπινης φύσης. Έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους στην παιδίσκη τους Μαρία, προσέχοντάς την με πολύ συγκίνηση.

Πίσω τους βλέπουμε πολλές νεάνιδες, να κρατούν λαμπάδες αναμμένες και να προπέμπουν την Παναγία οδηγώντας την στο Ιερό, όπου έμεινε σαν περιστερά ηγιασμένη και έγινε η λαμπάδα του Θεού, η κατοικία Του, ο ναός Του, το θυσιαστήριο και η λατρεία η ζώσα και καθαρά.

«Ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και Παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού, σήμερον εισάγεται, εν τω οίκω Κυρίου, την χάριν συνεισάγουσα, την εν Πνεύματι Θείω˙ ην ανυμνούσιν Άγγελοι Θεού˙ Αύτη υπάρχει σκηνή επουράνιος».

Συνέχεια ανάγνωσης

Η παραβολή του Πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου

Η παραβολή του Πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου, διαιρεῖται σέ δύο μέρη καί τό καθένα ἀπό αὐτά περιλαμβάνει δύο σκηνές. Τό πρῶτο μέρος διαδραματίζεται στήν γῆ. Προβάλλει τήν σκηνή τοῦ πλουσίου, πού ζῆ μέσα στήν πολυτέλεια καί στίς ἀπολαύσεις, καί τήν σκηνή τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, πού μαστίζεται ἀπό τήν φτώχεια καί τήν imageταλαιπωρία. Τό δεύτερο μέρος ἐκτυλίσσεται στήν μετά θάνατον πραγματικότητα. Παρουσιάζει ἀφενός τόν φτωχό Λάζαρο, πού ἀπολαμβάνει τήν δόξα τοῦ παραδείσου, καί ἀφετέρου τόν πλούσιο, πού ὑποφέρει τά βάσανα τῆς κόλασης.
Οἱ δύο σκηνές τοῦ πρώτου μέρους ἀπεικονίζουν τήν παροῦσα πραγματικότητα, γνωστή σέ ὅλους. Τοῦ δευτέρου μέρους οἱ σκηνές ἀφοροῦν στήν ζωή πέραν τοῦ τάφου, ἀπρόσιτη στήν ἀνθρώπινη γνώση. ῾Ο θεάνθρωπος Κύριος γνωρίζει τήν παροῦσα πραγματικότητα ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά καί τήν μέλλουσα ὡς Θεός. Καί τίς δύο τίς γνωρίζει μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα. Μόνον Αὐτός ἔχει πλήρη καί τέλεια γνώση τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ μεταφυσικοῦ κόσμου καί καταθέτει τήν ἀξιόπιστη μαρτυρία του μέ ὅσα μᾶς ἀποκαλύπτει στήν παραβολή.

16,19. ῎Ανθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς.
Κάποιος ἄνθρωπος ἦταν πλούσιος. Σκόπιμα ὁ Κύριος ἀποσιωπᾶ τό ὄνομά του. ῾Ο ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας ἐφιστᾶ ἰδιαίτερα τήν προσοχή τοῦ ἀναγνώστη στήν λεπτομέρεια αὐτή· «᾿Επιτήρησον ἀκριβῶς τοῦ Σωτῆρος τοὺς λόγους, πολύ τι τὸ σοφὸν ἐμφαίνοντας». ῾Η ἀνωνυμία ὑποδηλώνει τήν ἀπαρέσκεια τοῦ Κυρίου γιά τόν «ἀφιλοικτείρμονα», τόν ἄσπλαγχνο πλούσιο ἀλλά καί γιά κάθε πλούσιο πού ἐπιδεικνύει τήν ἴδια ἄσπλαγχνη καί ἀθεόφοβη συμπεριφορά. Γιά τούς ἀνόμους, ἐξάλλου, λέει ὁ Θεός· «οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου» (Ψα 15,4). Γι᾿ αὐτό ὁ ᾿Ιησοῦς περιορίζεται νά πεῖ· ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος.
῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος σέ μία ἀπό τίς ἑπτά ὑπέροχες ὁμιλίες τίς ὁποῖες ἀφιερώνει στήν παραβολή αὐτή χαρακτηρίζει τόν πλούσιο ὡς ἑξῆς· «῎Ανθρωπος οὐκ ἔχων ἀνθρώπου καρπόν. ῞Οπου γὰρ πλοῦτος καὶ ἁρπαγαί, λύκος ὁ βλεπόμενος· ὅπου πλοῦτος καὶ θηριωδία, λέοντα ὁρῶ καὶ οὐκ ἄνθρωπον». Εἶχε χάσει τήν ἀνθρωπιά του ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος· κυνηγώντας τά πλούτη εἶχε καταντήσει θηρίο ἀνήμερο (πρβλ. Ψα 48,13. 21).
Τά πολυτελῆ ἐνδύματα τοῦ πλουσίου φανερώνουν τό μέγεθος τοῦ πλούτου του ἀλλά καί τήν κενοδοξία καί ἐπιδειξιομανία του· ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον. «Πορφύρα» λέγεται τό θαλάσσιο κοχύλι τοῦ ὁποίου ὁ χυμός χρησιμοποιήθηκε στήν ἀρχαιότητα γιά τήν βαφή ὑφασμάτων σέ κόκκινο χρῶμα. Στήν συνέχεια, ὀνομάστηκε ἔτσι καί τό ὕφασμα, κυρίως τό μάλλινο, πού ἦταν βαμμένο μέ τήν βαφή αὐτή καί οἱ χιτῶνες πού κατασκευάζονταν ἀπό αὐτό τό ὕφασμα. Τό πιό φημισμένο κέντρο παραγωγῆς πορφύρας ἦταν ἡ Τύρος τῆς Φοινίκης. Τίς πορφύρες φοροῦσαν ὡς ἐξωτερικό ἔνδυμα συνήθως μόνο οἱ βασιλιάδες καί οἱ ἄρχοντες, διότι ἦταν πανάκριβες.
«Βύσσος» ἦταν ἕνα εἶδος λιναριοῦ πού καλλιεργοῦνταν στήν Αἴγυπτο. ῎Ετσι ὀνομαζόταν, ἐπίσης, τό λεπτό, ἁπαλό καί πανάκριβο λινό ὕφασμα πού κατασκευαζόταν ἀπό τόν βύσσο. Εἶχε χρῶμα ὑποκίτρινο καί τό χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἐσωτερικό ἔνδυμα οἱ βασιλεῖς καί οἱ πλούσιοι.
῾Η ἔκφραση εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς ἀπεικονίζει τήν μεγαλοπρέπεια καί τήν λαμπρότητα τῶν συμποσίων πού καθημερινά ἀπολάμβανε ὁ πλούσιος. Φαίνεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός μαζί μέ τά πλούτη εἶχε καί καλή ὑγεία καί εὐεξία καί εὐχέρεια, ὥστε νά μπορεῖ νά ἀπολαμβάνει τήν τρυφή τῶν συμποσίων. Κανένα πρόβλημα ἤ δυσκολία δέν ἀνέκοπτε τήν ἀπόλαυσή του. ῾Η κάθε ἡμέρα του κυλοῦσε ἀνέμελα καί, κατά τήν κοινή γνώμη τοῦ κόσμου, εὐτυχισμένα. Αὐτό ὅμως πού τελείως τοῦ διέφυγε ἦταν ἡ ἀνάγκη νά φροντίσει καί γιά τήν ψυχή του· «ἐνῶ, δηλαδή, καλοτάιζε τήν δούλη, τήν σάρκα του, ἄφηνε νά λιμοκτονεῖ ἡ ἀρχόντισσα ψυχή του», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.

16,20. Πτωχὸς δὲ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος.
Σέ ἀντίθεση πρός τόν ἀνώνυμο πλούσιο ὁ φτωχός ἀναφέρεται «ὀνομαστί»36. Εἶναι ἀσφαλῶς μία ἔνδειξη τιμῆς, διότι τά ὀνόματα τῶν δικαίων δέν λησμονοῦνται ἀλλά «ἐν βίβλῳ ζωῆς ἀπογράφονται» (πρβλ. Λκ 10,20· Φι 4,3· ῾Εβ 12,23· ᾿Απ 17,8· 20,12· 21,27).
Τό ὄνομα Λάζαρος, κοινότατο στούς ᾿Ιουδαίους, εἶναι ὁ ἐξελληνισμένος τύπος τοῦ ἑβραϊκοῦ ᾿Ελεάζαρ, πού σημαίνει «ὁ Θεός εἶναι βοηθός μου». ῾Ο ᾿Ιησοῦς δίνει στόν φτωχό ἄνθρωπο τῆς παραβολῆς αὐτό τό ὄνομα γιά νά δείξει ὅτι οἱ ταπεινοί φτωχοί τῆς γῆς στηρίζονται στόν Θεό. Λάζαρος ὀνομαζόταν καί ὁ φίλος τοῦ Κυρίου, ὁ ἀδελφός τῆς Μάρθας καί τῆς Μαρίας (βλ. ᾿Ιω 11,1-2), τόν ὁποῖο θά δοῦν ἀναστημένο οἱ φαρισαῖοι, χωρίς, ὡστόσο, νά πιστέψουν στόν Χριστό πού τόν ἀνέστησε. Νά χρησιμοποιεῖ ἄραγε ὁ Κύριος τό ὄνομα αὐτό ὡς προφητεία γιά τήν μέλλουσα ἀπιστία τους; Πάντως εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι σέ καμία ἄλλη παραβολή δέν δίνει ὀνόματα στά πρόσωπα ὁ Κύριος.
῾Ο φτωχός Λάζαρος ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα, ἦταν πεταμένος μπροστά στήν μεγάλη πύλη, στήν κύρια εἴσοδο ἀπό τήν ὁποία ἔμπαινε κανείς στό ἀρχοντικό τοῦ πλουσίου. ῾Η κατάστασή του ἦταν ἀξιοθρήνητη. Δέν βασανιζόταν μόνον ἀπό τήν φτώχεια καί τήν ἐγκατάλειψη. ῾Υπέφερε, ἐπιπλέον, ἀπό μία βαρειά ἀρρώστια ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε γεμίσει τό σῶμα του μέ πληγές, ἦταν ἡλκωμένος καί, ἑπομένως, ἐντελῶς ἀνήμπορος νά κάνει μόνος του ὁ,τιδήποτε γιά νά ἀντιμετωπίσει τά βάσανά του.
Βαρύτερη ἀκόμη γινόταν ἡ θλίψη τοῦ Λαζάρου, διότι, ὅπως πολύ χαρακτηριστικά γράφει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἦταν ναυαγός μέσα στό λιμάνι, διψοῦσε ἀφόρητα πλάι στήν πηγή. Μαστιζόταν ἀπό μεγάλη φτώχεια, ἐνῶ βρισκόταν κοντά σέ ἕναν πάμπλουτο, ὁ ὁποῖος σπαταλοῦσε ἀλόγιστα τά πλούτη του σέ πολυτελῆ ἐνδύματα καί ἡδυπαθῆ συμπόσια! ῾Η ἀπαρηγόρητη θλίψη δίπλα στήν ἄλυπη χλιδή γίνεται πιό ὀδυνηρή· «ἱκανὸν τοῦτο σκοτῶσαι (=νά σκοτίσει) ψυχήν», καταθέτει ὁ μεγαλομάρτυρας μετά τούς διωγμούς, ὁ πολύπαθος ἅγιος Χρυσόστομος.
Περιγράφοντας τό μέγεθος τῶν συμφορῶν τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου ὁ ᾿Ιησοῦς ἔμμεσα στηλιτεύει τήν σκληροκαρδία τοῦ πλουσίου. Εἶχε τόσο κοντά του ἕναν ἄνθρωπο φτωχό, ἀνέστιο, πληγιασμένο, καί ὅμως ἔμενε ἀσυγκίνητος! Αὐτό βαρύνει μέ μεγαλύτερο κρίμα τήν ἀσπλαγχνία του. ῞Οποιος δέν νιώθει οἶκτο καί συμπάθεια γιά τόν συνάνθρωπό του πού πάσχει ἀπό πεῖνα καί ἀρρώστια μοιάζει μέ ἄλογο θηρίο, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας. ᾿Ενῶ ὁ ἄνθρωπος διαθέτει λογική καί συναίσθημα καί, ἐπιπλέον, πλάσθηκε καθ᾿ ὁμοίωσιν τοῦ πανάγαθου Θεοῦ, ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς ἔμενε ἀσυμπαθής στίς τόσο ὀδυνηρές συμφορές οἱ ὁποῖες ἔπλητταν τόν συνάνθρωπο πού εἶχε δίπλα του!

16,21. καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.
῾Η ἔσχατη πενία καί ἡ ἀνυπόφορη πεῖνα τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου ζωγραφίζεται ἀνάγλυφα στήν ἐπιθυμία του χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου. Λαχταροῦσε νά χορτάσει μέ τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. ᾿Ενῶ παρακολουθοῦσε ἀπό κοντά τήν ζωή τοῦ πλουσίου πού κυλοῦσε μέσα στήν χλιδή καί στήν τρυφή, δέν φαίνεται νά ἐπιθύμησε τά πορφυρά πολυτελῆ ἐνδύματα ἤ τά ποικίλα ἑλκυστικά ἐδέσματα· ἐπιζητοῦσε μόνον ὅ,τι τοῦ ἦταν ἀναγκαῖο.
᾿Ακόμη ζωηρότερα προβάλλει τό οἰκτρό κατάντημα τοῦ Λαζάρου ἡ πληροφορία· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. ῏Ηταν τόση ἡ ἀνημποριά του, ὥστε δέν εἶχε οὔτε τήν δύναμη νά ἀπομακρύνει τά σκυλιά πού τόν πλησίαζαν καί ἔγλυφαν τίς πληγές του· ἦταν ἕνας ζωντανός νεκρός! Καί πόσο θά ὄξυνε τόν πόνο του τό γεγονός ὅτι τά σκυλιά τοῦ φέρονταν πιό συμπονετικά ἀπό τόν ἄσπλαγχνο πλούσιο! ᾿Εκεῖνα πλησίαζαν τόν ταλαίπωρο Λάζαρο καί ἴσως τόν ἀνακούφιζαν κάπως γλείφοντας μέ τήν γλῶσσα τους τίς πληγές του. Τί οἰκτρό θέαμα!
῾Ωστόσο, ὁ φτωχός Λάζαρος δέν ἐμφανίζεται πουθενά στήν παραβολή νά γογγύζει, νά ἀγανακτεῖ καί νά κακολογεῖ τόν πλούσιο ἤ νά μέμφεται τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πρέπει ἰδιαίτερα νά προσεχθεῖ. ῎Αν ἦταν δύσκολο νά σωθεῖ ὁ πλούσιος μέσα στήν ἄνεση καί στήν καλοπέρασή του, δέν ἦταν καί γιά τόν φτωχό εὔκολο νά ἀποφύγει τήν ἀγανάκτηση, τήν στενοχώρια, τόν γογγυσμό πού προκαλεῖ ἡ καταφρόνια καί ἡ στέρηση. Γιά πολλούς ἡ φτώχεια ἀποδείχθηκε κακός σύμβουλος. ῎Οχι ὅμως γιά τόν φτωχό Λάζαρο. Αὐτός ἀποτελεῖ τό ὑπόδειγμα τοῦ φτωχοῦ ἀνθρώπου πού ἀντιμετωπίζει μέ καρτερία καί μακροθυμία τίς θλίψεις (πρβλ. ᾿Ια 5,7-11). ᾿Ακριβῶς ἡ ὑπομονή του στά βάσανα καί ἡ ἐμπιστοσύνη του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τόν ὁδήγησαν στήν σωτηρία, στήν αἰώνια ἀνάπαυση καί δόξα.

16,22. ᾿Εγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.
Ο θάνατος ἔφερε τήν λύτρωση τοῦ Λαζάρου ἀπό τά βάσανα. Δέν γίνεται λόγος γιά τήν ταφή του, διότι σίγουρα δέν τοῦ ἔκαναν τιμητική κηδεία, ὅπως στόν πλούσιο. ῎Ετσι ὅπως τόν εἶχε καταντήσει ἡ ἀσθένειά του, πληγιασμένο καί ἀποκρουστικό, δέν ἀποκλείεται νά τόν ἔθαψαν κάπου μακριά ἀπό τήν πόλη, ὥστε νά μήν καταστεῖ ἑστία μολύνσεως.
Περνοῦμε ἤδη στό δεύτερο μέρος τῆς παραβολῆς καί προβάλλει μπροστά μας ἡ πρώτη σκηνή τοῦ μέρους αὐτοῦ, ὁ Λάζαρος στήν μετά θάνατον πραγματικότητα· ᾿Ενῶ τό νεκρό σῶμα τοῦ φτωχοῦ ἐπαίτη δέν εἶχε κανέναν στήν γῆ νά τό προπέμψει, ἡ ψυχή του ὁδηγήθηκε στόν παράδεισο μέ τιμητική συνοδεία ἀγγέλων· ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ. ῎Ελαβε ὁ φτωχός Λάζαρος τό βραβεῖο γιά τήν ὑπομονή του, τόν καρπό τῆς κακοπάθειάς του, τό στεφάνι γιά τήν φτώχεια πού μέ θαυμαστή καρτερία ἀντιμετώπισε.
Παραβάλλοντας τόν θάνατο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου μέ τόν θάνατο τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λκ 12,20) ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ· «Σάν αἰχμάλωτο ἔσερναν οἱ ἄγγελοι τόν ἄφρονα πλούσιο, ἐνῶ τόν φτωχό Λάζαρο τόν περιστοίχιζαν ὡς νικητή».
῾Ο παράδεισος δηλώνεται μέ τήν ἔκφραση εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ. «Κόλπος» λέγεται τό μέρος τοῦ σώματος πού εἶναι ἀνάμεσα στούς δύο βραχίονες, τό στῆθος, ὁ κόρφος. «Εἶμαι στόν κόλπο κάποιου» σημαίνει ὅτι βρίσκομαι σέ πολύ στενή σχέση μέ κάποιον, ἑπομένως κοινωνῶ καί στήν εὐτυχία του. Στήν παραβολή ὁ Κύριος ὀνομάζει τόν παράδεισο «κόλπο τοῦ ᾿Αβραάμ», γιά νά δείξει ὅτι αἰτία γιά τήν καταδίκη τοῦ πλουσίου δέν εἶναι τά πλούτη ἀλλά ἡ ἀσπλαγχνία του. Πλούσιος ἦταν καί ὁ ᾿Αβραάμ ἀλλά μέ τήν εὐσπλαγχνία καί τήν φιλοξενία του, καρπούς τῆς μεγάλης πίστεώς του, εἰσῆλθε στόν παράδεισο· μέ τό δικό του ὄνομα μάλιστα ὀνομάζεται ὁ παράδεισος.
Θεολογώντας ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής θεωρεῖ τούς κόλπους τοῦ ᾿Αβραάμ σύμβολο τοῦ ἐπιφανέντος Θεοῦ, τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Αὐτός χορηγεῖ στούς πιστούς κάθε ἀγαθό καί ἡ παρουσία του ἀποτελεῖ τήν αἰώνια μακαριότητα, τήν «χώρα τῶν ζώντων», ὅπου βρίσκουν ἀνάπαυση καί δόξα οἱ ψυχές τῶν δικαίων.
῞Οπως ὁ φτωχός ἔτσι καί ὁ πλούσιος κατέληξε στόν θάνατο. Γιά τόν θάνατό του σημειώνεται· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. Τά πλούτη του φάνηκαν ἀνίσχυρα νά παρατείνουν τήν ζωή του. Θά τοῦ ἔγινε προφανῶς μεγαλόπρεπος ἐνταφιασμός, ἀλλά δέν τοῦ πρόσφερε ἀπολύτως τίποτε. ῎Επεσε ἡ αὐλαία καί βρέθηκε ξαφνικά σέ ἕνα σκηνικό τελείως διαφορετικό.
Σχολιάζει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Χρυσόστομος· «Μή προσπερνᾶς ἀδιάφορα τό “ἐτάφη”, ἀγαπητέ μου. ᾿Εδῶ νά σκεφθεῖς τά τραπέζια τά ἐπιχρυσωμένα, τίς κλίνες, τούς τάπητες, τά σκεπάσματα, ὅλα τά ἄλλα πού γέμιζαν τό σπίτι του, τά μύρα, τά ἀρώματα, τό πολύ κρασί, τίς ποικιλίες τῶν ἐδεσμάτων, τά καρυκεύματα, τούς μαγείρους, τούς κόλακες, τούς ἀκολούθους, τούς ἱκέτες, ὅλη τήν ἄλλη ἐπίδειξη, πού ἔσβησε καί καταμαράθηκε. ῞Ολα στάχτη, ὅλα τέφρα καί σκόνη, θρῆνοι καί ὀδυρμοί, χωρίς κανείς νά μπορεῖ πλέον νά βοηθήσει, οὔτε νά ἐπαναφέρει τήν ψυχή πού ἔφυγε… ᾿Ανάμεσα ἀπό τόσο προσωπικό, γυμνός καί μόνος μεταφερόταν. Τίποτε ἀπό τήν τόσο μεγάλη εὐπορία του δέν μποροῦσε νά μεταφέρει ἀπό ἐδῶ, ἀλλά ἀπομακρυνόταν ἔρημος καί ἀπροστάτευτος. Δέν ἦταν παρών κανείς ἀπό τούς ὑπηρέτες, κανείς πού νά τόν βοηθήσει καί νά τόν γλυτώσει ἀπό τήν κόλαση καί τήν τιμωρία. ᾿Αποσπάσθηκε ἀπό ὅλους ἐκείνους καί παραλήφθηκε μόνο γιά νά ὑποστεῖ τίς ἀφόρητες τιμωρίες».
Τραγική ἡ τελευταία σκηνή τῆς παραβολῆς καί ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τήν προηγούμενη. ᾿Ενῶ ὁ τυραννισμένος Λάζαρος ἀπολαμβάνει, ὁ ἁβροδίαιτος πλούσιος βασανίζεται. ᾿Εδῶ εἶναι ὅλα ἀντίθετα ἀπό τά περιστατικά τῆς ἐπί γῆς ζωῆς του.

16,23. Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.
᾿Από τήν πολυτέλεια καί τήν καλοπέραση τοῦ ἀρχοντικοῦ του ὁ πλούσιος βρέθηκε ἐν τῷ ᾅδῃ. ῾Ο ἅδης, τό ἑβραϊκό «σεώλ», εἶναι ἡ περιοχή τοῦ κάτω κόσμου, τό βασίλειο τῶν νεκρῶν. ᾿Εκεῖ σάν σέ φρούριο ἰσχυρό κρατοῦσε ὁ θάνατος φυλακισμένους τούς ἀπ᾿ αἰῶνος νεκρούς, δικαίους καί ἀδίκους. Αὐτό τό φρούριο θά συντρίψει ὁ Κύριος ὅταν μέ τόν θάνατό του θά κατεβεῖ στόν χῶρο τοῦ ἅδη καί θά ἀναστηθεῖ.
῾Ο θάνατος ἅρπαξε καί μετέφερε τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς σ᾿ ἐκεῖνον τόν κόσμο τόν ὁποῖο ἠθελημένα ἀγνοοῦσε, ὅταν ζοῦσε καί προφανῶς τόν περιφρονοῦσε σάν νά ἦταν ἕνα εὐφάνταστο παραμύθι. ᾿Εμπειρικά πλέον διαπίστωσε ὅτι ἡ ψυχή δέν πεθαίνει μαζί μέ τό σῶμα, ἀλλά ὅποιος δέν ἐκμεταλλεύθηκε σωστά τόν χρόνο τῆς ἐπίγειας ζωῆς του ὑποφέρει ἀφόρητα.
᾿Ενῶ βασανιζόταν ὁ πλούσιος, σήκωσε κάποια στιγμή τά μάτια του ἀναζητώντας βοήθεια. Κοντά του δέν βρισκόταν κανείς. Διέκρινε ὅμως ἀπὸ μακρόθεν, ἀπό μακριά τόν ᾿Αβραάμ καί στήν ἀγκαλιά του εὐτυχισμένο τόν Λάζαρο.

16,24. Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.
Εχοντας συναίσθηση τῆς ἀπάνθρωπης συμπεριφορᾶς του πρός τόν Λάζαρο ὁ πλούσιος δέν τολμᾶ νά ἀπευθυνθεῖ σ᾿ αὐτόν. Πιθανόν νά νομίζει -κρίνοντας ἐξ ἰδίων- ὅτι ὁ περιφρονημένος ἔτρεφε ἐναντίον του κάποια μνησικακία, ὑποθέτει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος. ᾿Απευθύνεται στόν ᾿Αβραάμ καί μάλιστα φωνάζοντας δυνατά, φωνήσας, καί διότι ἦταν πολύ μεγάλη ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσά τους καί διότι ἔτσι ἐκφράζει τόν ἀβάσταχτο πόνο του. Προφανῶς ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς ἦταν ᾿Ιουδαῖος. Γι᾿ αὐτό ἀναγνωρίζοντας -παρά τήν ἀπόσταση- τόν ᾿Αβραὰμ τόν προσφωνεῖ πάτερ.
Σύντομα ἀλλά πολύ ἐκφραστικά ἀποδίδεται ἡ ὀδύνη τοῦ πλουσίου· ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. ῾Ικετεύει τόν πατριάρχη νά τόν λυπηθεῖ, ἐνῶ ὁ ἴδιος, βέβαια, δέν ἔδειξε ἐλάχιστη συμπόνια στήν ζωή του! Περνώντας ὅμως στήν αἰωνιότητα ἔπεσαν τά προσωπεῖα καί ἄλλαξαν ἀπότομα οἱ ρόλοι. Αὐτός πού ἄλλοτε ντυνόταν στό χρῶμα τῆς φωτιᾶς μέ τά πορφυρά του ἐνδύματα, τώρα εἶναι κυκλωμένος ἀπό πύρινες φλόγες! Αὐτός πού ἀπολάμβανε λαμπρά συμπόσια, ἐπιθυμεῖ ἔστω καί μία σταγόνα νά δροσίσει τήν γλῶσσα του! Αὐτός πού ἔρριχνε περιφρονητικό τό βλέμμα του στόν φτωχό Λάζαρο, τόν παραπεταμένο στήν πύλη του, τώρα τόν ἀποζητᾶ μέ ἀγωνία νά ἀνακουφίσει μέ τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του, ἔστω καί γιά κλάσμα δευτερολέπτου, τόν ἀφόρητο πόνο του! ῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς προειδοποιεῖ· «ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος» (᾿Ια 2,13)!
Σχολιάζοντας τήν ἀλλαγή πού ἐπῆλθε στήν ζωή τοῦ πλουσίου ὁ ἅγιος Χρυσόστομος σημειώνει· «Φύλλα ἦν· χειμὼν κατέλαβε, καὶ πάντα ἐξηράνθη· ὄναρ ἦν· ὡς δὲ ἡμέρα ἐγένετο, ἀπῆλθε τὸ ὄναρ· σκιὰ ἦν· ἦλθεν ἡ ἀλήθεια, καὶ παρέδραμεν ἡ σκιά». ῾Η ἐπίγεια ζωή μοιάζει μέ φύλλα πού ξηραίνονται ἀπό τήν χειμωνιά τοῦ θανάτου· μέ ὄνειρο πού χάνεται σάν φθάσει τό ξημέρωμα· μέ τήν σκιά πού ἐξαφανίζεται, ὅταν λάμψει ἡ ἀλήθεια τῆς αἰωνιότητος.
῾Η φρίκη τῆς κολάσεως ἀποδίδεται στήν παραβολή μέ τήν εἰκόνα τῆς φωτιᾶς. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι στήν κόλαση θά ὑπάρχουν πύρινες φλόγες. ᾿Αποδίδει ὅμως ἡ φωτιά τήν τραγικότητα τοῦ κολασμένου ἡ ὁποία, βέβαια, θά λειτουργεῖ μεταφορικά στήν πνευματική συχνότητα.

16,25. Εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ ᾿Αβραάμ δέν ἐπιπλήττει τόν ἄσπλαγχνο πλούσιο, δέν τοῦ μιλᾶ μέ γλῶσσα αὐστηρή ἀλλά μέ πραότητα καί τρυφερότητα προσφωνώντας τον τέκνον. ᾿Ηχεῖ ὅμως πιό ἀποκαρδιωτική ἡ ἀπάντησή του, διότι παρά τήν καλωσύνη του καί παρ᾿ ὅτι δέν ἀρνήθηκε τήν συγγένεια μαζί του, δέν τοῦ δίνει καμία ἐλπίδα. Δέν πρόκειται οὔτε ἐλάχιστα νά καταπραΰνει τόν πόνο του, καί αὐτό τό παρουσιάζει ὡς κάτι φυσικό καί δίκαιο. Τόν προτρέπει νά θυμηθεῖ τήν ἐπίγεια ζωή του, τήν ἀνάμνηση τῆς ὁποίας φαίνεται ὅτι διατηροῦν οἱ κολασμένοι· μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι.
Τό ρῆμα «ἀπολαμβάνω» σημαίνει «λαμβάνω κάτι ὡς ἀνταμοιβή». ᾿Ακόμη καί ἄν ἐπικαλεσθεῖ ὁ πλούσιος κάποιες καλές του πράξεις, ἤδη μέ τήν πληθώρα τῶν ἀγαθῶν πού ἀπήλαυσε στήν ἐπίγεια ζωή ἔλαβε τήν ἀμοιβή του (πρβλ. Β´ Θε 1,5-10). Καί ὁ φτωχός Λάζαρος, ἄν ἔπεσε σέ κάποια παραπτώματα, μέ ὅσες συμφορές ὑπέμεινε ξεπλήρωσε τό χρέος του πρίν περάσει τό κατώφλι τοῦ θανάτου.
῾Ο πλούσιος ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τήν σκληρή καί ὠμή πραγματικότητα. Αὐτά πού ἐκτιμοῦσε ὡς ἀγαθά δέν ἔχουν καμία ἀξία πέραν τοῦ τάφου. Καί ἐπειδή ἀκριβῶς τά θεωροῦσε δικά του, καί δέν σκέφθηκε ὅτι ὁ Θεός τοῦ τά ἔδωσε μέ σκοπό νά τά διαχειριστεῖ σωστά, θά ὑποφέρει αἰώνια. ᾿Αντίθετα, οἱ συμφορές τοῦ Λαζάρου τελείωσαν μέ τόν θάνατό του, καί αἰώνια θά ἀναπαύεται.
᾿Από τόν διάλογο αὐτό συνάγεται καί ἕνα ἀκόμη συμπέρασμα, πού ἰδιαίτερα θά δυσαρέστησε τούς ᾿Ιουδαίους οἱ ὁποῖοι ἄκουσαν τήν παραβολή. ῾Η συγγένεια μέ τόν ᾿Αβραάμ, γιά τήν ὁποία τόσο κόπτονταν, δέν ἀποτελεῖ ἐγγύηση γιά τήν εἴσοδο στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾Ο καθένας θά κριθεῖ ἀνάλογα μέ τά ἔργα του (βλ. Ρω 2,6· Β´ Κο 5,10· ᾿Απ 20,12). Μόνη της ἡ περιτομή δέν ἐξασφαλίζει τήν σωτηρία, ὅπως ἤθελαν νά ἰσχυρίζονται οἱ ᾿Ιουδαῖοι.

16,26. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.
῾Ο πατριάρχης ᾿Αβραάμ ἀναφέρει καί ἕναν πρόσθετο λόγο γιά τόν ὁποῖο εἶναι ἀδύνατο νά βοηθήσει τόν δυστυχισμένο πλούσιο. ῾Υπάρχει χάσμα, καί μάλιστα μεγάλο, ὥστε νά εἶναι ἀδύνατη ἡ διάβαση ἀπό τήν κόλαση πρός τόν παράδεισο καί ἀντίστροφα. Μέ μία ἀκόμη εἰκόνα ἀπό τήν φυσική ζωή ὁ Κύριος ρίχνει φῶς στήν πραγματικότητα πέρα ἀπό τόν τάφο. Τό ἀγεφύρωτο χάσμα δηλώνει ὅτι ἡ κατάσταση μετά τόν θάνατο θά εἶναι ἀμετάβλητη· «μετανοίας καιρὸς οὐκ ἔτι ὑμῖν ὑπελέλειπτο», τονίζει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
Δέν ὑπάρχουν στόν ἅδη περιθώρια γιά μετάνοια καί στήν κόλαση ἡ τιμωρία θά εἶναι ἀνελέητη. ᾿Επιπλέον, καμία ἐπικοινωνία δέν θά ὑπάρχει μεταξύ δικαίων καί ἀδίκων. Αὐτό εἶναι «τὸ ἀνεπιχείρητον (=ἀμετάκλητο) πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ» τό ὁποῖο κατά τόν Ζιγαβηνό «δίκην χάσματος» βρίσκεται μεταξύ τῶν δύο καταστάσεων τῆς μετά θάνατον πραγματικότητος.

16,27-28. Εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου.
Τίποτε δέν ἔχει νά ἀντιτάξει ὁ πλούσιος στήν ἀπάντηση τοῦ ᾿Αβραάμ. Τό γνωρίζει πλέον καλά ὅτι εἶναι ἀναπολόγητος. Καμία δικαιολογία δέν μπορεῖ νά ἐλαφρύνει τήν θέση του. Γι᾿ αὐτό, προχωρεῖ σέ μία ἄλλη παράκληση· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς. Ζητᾶ χάρη ὄχι γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά γιά τούς ἀδελφούς του. ᾿Αξιώνει νά ἐπιτελεσθεῖ ἕνα θαῦμα· νά ἀναστηθεῖ ὁ Λάζαρος καί νά σταλεῖ στό πατρικό ἀρχοντικό, ὥστε τά πέντε ἀδέλφια του, πού γνώριζαν τήν ἐλεεινή κατάσταση τοῦ ἄλλοτε πάμφτωχου καί πληγιασμένου ἀνθρώπου, νά τόν δοῦν ὑγιῆ καί δοξασμένο καί νά πεισθοῦν γιά τήν ζωή μετά τόν θάνατο. Πιστεύει ὅτι μέ ἕνα τόσο φοβερό σημεῖο τά ἀδέλφια του θά ὁδηγηθοῦν στήν ὀρθή πίστη καί θά γλυτώσουν τά βασανιστήρια τῆς κολάσεως. ᾿Εντούτοις, ὁ Θεός δέν χρησιμοποιεῖ τρόπους ἐκφοβισμοῦ γιά νά ἀναγκάσει τούς ἀνθρώπους νά πιστέψουν. ῏Ηταν, ἐξάλλου, ἄκριτο καί ἀσεβές ἀπό μέρους τοῦ πλουσίου νά ὑποδεικνύει τρόπους πειθοῦς καί σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, σάν νά μήν εἶχε προνοήσει ἤδη ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

16,29-31. Λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ῾Ο δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Η ἀπάντηση τοῦ ᾿Αβραάμ στήν τελευταία ἀξίωση τοῦ πλουσίου εἶναι· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ᾿Αγαπᾶς ἐσύ περισσότερο τούς ἀδελφούς σου ἀπό τόν Θεό πού τούς ἔπλασε; Αὐτός «μυρίους ἐπέστησεν διδασκάλους», γιά νά τούς δείξουν τόν δρόμο γιά τήν σωτηρία.
᾿Εφόσον οἱ ᾿Ιουδαῖοι διδάσκονταν στίς συναγωγές τους τόν μωσαϊκό νόμο καί τά συγγράμματα τῶν προφητῶν, ἦταν σάν νά εἶχαν ἀνάμεσά τους τούς ἁγίους ἐκείνους ἄνδρες. ῎Αν ἄκουγαν μέ προσοχή τά θεόπνευστα κηρύγματά τους, θά πληροφοροῦνταν τήν ἀλήθεια γιά τήν μεταφυσική πραγματικότητα καί θά ὁδηγοῦνταν στήν μετάνοια. ῾Υπάρχουν στήν Παλαιά Διαθήκη ὄχι μόνον ἀρκετοί ὑπαινιγμοί ἀλλά καί μαρτυρίες γιά τήν μετά θάνατον ζωή καί τήν ἀνταπόδοση τῶν πράξεων.
῾Ο πλούσιος ἐκφράζει μία ἔνσταση, τήν ὁποία ἐπικαλοῦνται πολλοί οἱ ὁποῖοι στό βάθος τους δέν θέλουν νά πιστεύσουν· ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν, ἄν ἐμφανισθεῖ ἀναστημένος κάποιος ἀπό τούς νεκρούς, τότε μόνον οἱ ἄπιστοι θά μετανοήσουν.
῾Η ἀπάντηση, ὡστόσο, πού λαμβάνει εἶναι ἀποστομωτική· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται, ἐφόσον ἀπορρίπτουν τήν μαρτυρία τῆς θεόπνευστης Γραφῆς, δέν πρόκειται νά πεισθοῦν νά μετανοήσουν, ἀκόμη κι ἄν κάποιος νεκρός ἀναστηθεῖ. Τήν ἰσχύ τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀπέδειξε περίτρανα ἡ ἀμετανοησία τῶν ᾿Ιουδαίων. Εἶδαν ἀναστημένο τόν ἄλλο Λάζαρο, τόν φίλο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀντί νά μετανοήσουν, σχεδίαζαν πῶς νά τόν θανατώσουν (βλ. ᾿Ιω 12,10). ᾿Αργότερα, ἔμαθαν γιά τήν ἀνάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀπό τούς ἴδιους τούς φρουρούς τοῦ τάφου του, καί ἀντί νά μετανοήσουν, ἔσπευσαν νά διαδώσουν ψευδεῖς πληροφορίες (βλ. Μθ 28,11-14).
Τά θαύματα, πού τόσο τά ἐπιζητοῦν οἱ ἄπιστοι, δέν ὁδηγοῦν στήν πίστη. ᾿Εντυπωσιάζουν, δέν ἀποκαλύπτουν τίποτε γιά τό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Αντίθετα τό κήρυγμα τῆς θεόπνευστης Γραφῆς ἀνοίγει ἕνα παράθυρο μέσα ἀπό τό ὁποῖο βλέπει ὁ πιστός τά μετά θάνατον. Οἱ πιστοί ἐνισχύονται στήν πίστη ἀπό τά θαύματα πού ἐπιτελεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ· οἱ ἄπιστοι θά βροῦν τρόπους νά τά ὑπονομεύσουν ἤ σύντομα θά καταχωνιάσουν τίς πρῶτες ἰσχυρές ἐντυπώσεις στήν λήθη, ὥστε νά μήν ἐπέλθει καμία ἀλλαγή στήν ζωή τους.

(Στεργίου Σάκκου, Ἑρμηνεία στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, τ.Β΄, σελ. 359-373)

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αγία Ζώνη της Παναγίας μας (με την ευκαιρία της εις την Ι.Μητρόπολή μας προσκύνησής της)

image

 

 Η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, αποτελεῖ τὸ μοναδικὸ ἱερὸ κειμήλιο ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου καὶ διασῴζεται μέχρι σήμερα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος τὴν ὕφανε ἀπὸ τρίχες καμήλας.

Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου εἶναι λιγοστὲς καὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀπὸ τὴν παράδοση ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους.

Ἡ Θεοτόκος μέχρι τὴν Κοίμησή της παρέμεινε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τὴ φροντίδα της εἶχε ἀναλάβει ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης.

Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς της εἶναι θαυμαστὲς καὶ συγκινητικές. Κοντὰ της βρέθηκαν οἱ Ἀπόστολοι οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τρόπο θαυμαστό, «ἐπὶ νεφελῶν».

Καὶ τότε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε θριαμβευτικὰ «ἐπὶ νεφελῶν», μὲ τὴ συνοδεία πλήθους ἀγγέλων. Ἡ Θεοτόκος προσευχήθηκε στὸν Υἱό της, παρηγόρησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι πάντα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της καὶ παρέδωσε τὴν πανάμωμη ψυχή της στὸν Κύριο.

Οἱ Ἀπόστολοι ἐναπόθεσαν τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου σὲ «καινὸν μνημεῖον» στὴ Γεθσημανή. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀργότερα ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως. Τρεῖς μέρες μετὰ τὴν κοίμηση κατέβηκε ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πλήθους ἀγγέλων.

Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου παρέλαβε τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλοι μαζὶ ἀνῆλθαν στοὺς οὐρανούς. Ἡ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεομήτορος εἶχε συντελεστεῖ. Τὸ ἱερὸ Σῶμα της ἑνώθηκε πάλι μὲ τὴν ἁγνὴ ψυχή της.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ εἶδε τὴ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶχε μπορέσει νὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία της εὑρισκόμενος στὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, καὶ ἐνῷ τελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στὴ Γεθσημανὴ μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ εἶδε ὅλα ὅσα συνέβησαν.

Τότε παρακάλεσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ δώσει γιὰ εὐλογία τὴ Ζώνη της. Καὶ ἐκείνη, καθὼς ἀνέβαινε στοὺς οὐρανούς, τοῦ ἔριξε τὸ Ἱερὸ κειμήλιο «πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι τῷ ἀποστόλῳ Θωμᾷ τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου» ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς στὴ συνέχεια πληροφόρησε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους γιὰ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ γεγονότα καὶ τοὺς ἔδειξε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας.

Ἐκεῖνοι δοξολόγησαν τὸν Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς εὐλογήσει, καθὼς ἦταν ὁ μόνος ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἔνδοξη Μετάσταση τῆς Θεοτόκου.

Τὴ διαφύλαξη τῆς Ἁγίας Ζώνης ἀνέλαβαν δύο φτωχὲς καὶ εὐσεβεῖς γυναῖκες στὰ Ἱεροσόλυμα, οἱ ὁποῖες φρόντιζαν τὴν Θεοτόκο. Παρέλαβαν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ κειμήλιο καὶ ἀπὸ τότε τὸ ἔργο τῆς διαφύλαξής του συνέχιζε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μία εὐλαβὴς παρθένος καταγομένη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια αὐτή.

Ἡ ἀνακομιδὴ τῆς Τιμίας Ζώνης καὶ ἡ μεταφορά της στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο (395-408). Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴ Βασιλεύουσα ἦταν λαμπρότατη. Ὁ αὐτοκράτορας κατέθεσε τὴν Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου σὲ λειψανοθήκη ποὺ ὀνόμασε «ἁγίαν σορόν». Ἡ κατάθεση ἔγινε στὶς 31 Αὐγούστου, τελευταία μέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Στὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τῆς ὁποίας Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς καὶ Προστάτις ἦταν ἡ Θεοτόκος, θὰ φυλασσόταν πλέον ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Θεομήτορος.

Ἡ κόρη τοῦ Ἀρκάδιου, ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀνήγειρε λαμπρὸ ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας, τὸν περίφημο ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων. (Χαλκοπράτεια ὀνομαζόταν ἡ συνοικία ὅπου κτίστηκε ὁ ναός τὸ ὄνομά της ἡ συνοικία τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖ πρὶν κατασκευάζονταν καὶ πωλοῦνταν χάλκινα ἀντικείμενα).

Στὸ ναὸ αὐτὸ ἡ αὐτοκράτειρα κατέθεσε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ Πουλχερία κέντησε μὲ χρυσὴ κλωστὴ τὴν Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Ἡ χρυσὴ αὐτὴ κλωστὴ εἶναι εὐδιάκριτη καὶ σήμερα στὸ τμῆμα ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος Β΄ καὶ ἡ σύζυγός του Σοφία ἀνακαίνισαν τὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Χαλκοπρατείων καὶ ἀνήγειραν ἐκεῖ καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σοροῦ. Ἐκεῖ, μέσα σὲ λειψανοθήκη καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, φυλασσόταν ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου.

Πλῆθος πιστῶν συνέρρεαν γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν μὲ εὐλάβεια ζητώντας ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ μεσιτεύσει μὲ τὶς πρεσβεῖες της στὸν Κύριο. Πλῆθος θαυμάτων ἐπιτέλεσε ἡ Τιμία Ζώνη. Ἄνθρωποι δυστυχισμένοι καὶ πονεμένοι βρῆκαν λύτρωση μὲ τὴ θαυματουργὴ δύναμη τοῦ ἁγίου λειψάνου.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὑμνήθηκε ἀπὸ φημισμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς. Μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας καθαγιάζει τοὺς πιστοὺς ποὺ προσέρχονται εὐλαβικὰ γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν τοὺς ἀνυψώνει ἀπὸ τὴ φθορά, τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἀσθένειες καὶ θλίψεις.

Στὴ συνέχεια ἡ Ἁγία Ζώνη τεμαχίστηκε καὶ τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σὲ διάφορους ναοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης. Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, κάποια τεμάχια ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους κατακτητὲς καὶ μεταφέρθηκαν στὴ Δύση.

Ἕνα μέρος ὅμως διασώθηκε καὶ παρέμεινε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν. Ἡ τελευταία ἀναφορὰ γιὰ τὸ ἅγιο λείψανο εἶναι ἑνὸς ἀνώνυμου Ρώσου προσκυνητῆ στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξύ τοῦ 1424 καὶ 1453.

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453, εἶναι ἄγνωστο τί ἀπέγινε τὸ ὑπόλοιπο μέρος τῆς Ἁγίας Ζώνης στὴ συνέχεια. Ἔτσι τὸ μοναδικὸ σωζόμενο τμῆμα εἶναι αὐτὸ ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου καθώς μὲ ἐξαιρετικὰ περιπετειώδη τρόπο ἔφτασε ἐκεῖ.

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος εἶχε κατασκευάσει ἕναν χρυσὸ σταυρὸ γιὰ νὰ τὸν προστατεύει στὶς ἐκστρατεῖες. Στὴ μέση του σταυροῦ εἶχε τοποθετηθεῖ τεμάχιο Τιμίου Ξύλου. Ὁ σταυρὸς ἔφερε ἐπίσης θῆκες μὲ ἅγια λείψανα Μαρτύρων, καὶ ἕνα τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης. Ὅλοι οἱ βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἔπαιρναν αὐτὸν τὸν σταυρὸ στὶς ἐκστρατεῖες. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἰσαάκιος Β΄ Ἄγγελος (1185-1195) σὲ μιὰ ἐκστρατεία ἐναντίον τοῦ ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Ἀσάν. Νικήθηκε ὅμως καὶ μέσα στὸν πανικὸ ἕνας ἱερέας τὸν πέταξε στὸ ποτάμι γιὰ νὰ μὴν τὸν βεβηλώσουν οἱ ἐχθροί. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες ὅμως οἱ Βούλγαροι τὸν βρήκαν καὶ ἔτσι πέρασε στὰ χέρια τοῦ Ἀσᾶν.

Οἱ Βούλγαροι ἡγεμόνες μιμούμενοι τοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορες ἔπαιρναν μαζί τους στὶς ἐκστρατεῖες τὸν σταυρό. Σὲ μία μάχη ὅμως ἐναντίον τῶν Σέρβων ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς νικήθηκε ἀπὸ τὸν Σέρβο ἡγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ὁ Λάζαρος ἀργότερα δώρισε τὸ σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου μαζὶ μὲ τὸ τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διασῴζουν καὶ μία παράδοση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου ἀφιερώθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνὸ (1341-1354), ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ καὶ μόνασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

Τὰ θαύματα ποὺ πραγματοποίησε καὶ πραγματοποιεῖ ἡ Τιμία Ζώνη εἶναι πολλά. Βοηθᾶ εἰδικὰ τὶς στεῖρες γυναῖκες νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Ἂν ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, τοὺς δίδεται τεμάχιο κορδέλας ποὺ ἔχει εὐλογηθεῖ στὴν λειψανοθήκη τῆς Ἁγίας Ζώνης καὶ προσευχόμενες μὲ πίστη, καθίστανται ἔγκυες.

Κωνσταντίνος Σύγγελος

Συνέχεια ανάγνωσης

Τὸ πρόσφορο (Κατηχητικό κείμενο)

Γιά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, εἶναι ἀπαραίτητο τὸ πρόσφορο. Ἀπὸ τὸ πρόσφορο ὁ ἱερεὺς θὰ βγάλει, κατά τήνΑποτέλεσμα εικόνας για προσφορο Προσκομιδή, τὸ μέρος ἐκεῖνο πού θὰ γίνει τὸ Τίμιο Σῶμα τοῦ Κυρίου, τὸν «Ἀμνό», ἀλλὰ καὶ τὶς μερίδες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν δικῶν μας ὀνομάτων (ζώντων καὶ κεκοιμημένων), πού θὰ μνημονευθοῦν.

Γιά νά γίνει ὅμως τὸ πρόσφορὸ μας εὐπρόσδεκτο καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο, πρέπει νά ἔχουμε καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώματος μὲ νηστεία, προσευχή καὶ ἐγκράτεια. Δέν μποροῦμε νά ζυμώνουμε πρόσφορα καί νά τά πηγαίνουμε νά λειτουργηθοῦν καί οἱ ἴδιοι νά μένουμε ἀμέτοχοι τοῦ Μυστηρίου, ἀνεξομολόγητοι καί ἀκοινώνητοι. Αὐτός πού ζυμώνει, ὀφείλει νά φροντίσει καὶ γιά τή δική του σωματικὴ καὶ ψυχικὴ προετοιμασία. Δηλαδὴ νά ἔχει χριστιανικό βίο.

Πρίν ἀρχίσει τό ζύμωμα νά προσεύχεται, ζητώντας ἀπό τόν Θεό νά εὐλογήσει τό ἔργο του (στό τέλος τοῦ κειμένου ἐπισυνάπτουμε ἕνα τύπο προσευχῆς γιά τόν ζυμωτή). Κατά τή διάρκεια ἐπίσης τοῦ ζυμώματος, ἀσκεῖ ἰδιαίτερα, τὴν προσευχή (λέγοντας τούς χαιρετισμοὺς στήν Παναγία ἢ παρακλήσεις, ἢ τὴν Εὐχὴ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πολὺ σημαντικὸ νά συνοδεύουν τὴν παρασκευὴ τοῦ προσφόρου, πού πρόκειται νά χρησιμοποιηθεῖ γιά τὸν πιὸ ἱερὸ σκοπό, νά γίνει Σῶμα Χριστοῦ.

Ἰδιαίτερα ἐπίσης, πρέπει νά προσέξουμε τήν προετοιμασία τοῦ χώρου, στόν ὁποῖο θὰ παρασκευάσουμε τὸ πρόσφορο. Φροντίζουμε, δηλαδή, νά εἶναι πάντα καθαρός καί τακτοποιημένος. Ἀνάβουμε καντήλι ἢ κερὶ καὶ θυμιατὸ. Ἐπίσης, τὰ σκεύη πού θὰ χρησιμοποιήσουμε γιά τὸ σκοπὸ αὐτό, νά εἶναι καθαρὰ καὶ νά ἐξυπηρετοῦν μόνο τήν παρασκευή τοῦ προσφόρου καὶ καμιὰ ἄλλη οἰκιακὴ ἀνάγκη. Τὸ ἀλεύρι νά εἶναι ἀρίστης ποιότητος, εἰδικὰ ξεχωρισμένο γιά τά πρόσφορα.

Ἡ διαδικασία παρασκευῆς τοῦ προσφόρου

Ἀποβραδὺς κοσκινίζουμε τὸ ἀλεύρι, πού θὰ εἶναι ἀνάλογο μὲ τὸ μέγεθος τοῦ προσφόρου μας. Καλὸ εἶναι τὸ σκληρὸ (κίτρινο), ἢ 1/4 ἄσπρο καὶ 3/4 κίτρινο. Γιά ἕνα πρόσφορο χρειάζεται 700 γραμ. ἀλεύρι•(ἄν εἶναι λίγο μεγαλύτερο τό πρόσφορό μας, ἀκόμα καλύτερα. Ὁ ἱερέας θά βγάλει περισσότερο Ἀντίδωρο). Κατόπιν, ἀναπιάνουμε τὸ προζύμι:
Ἔχουμε κρατημένο Αποτέλεσμα εικόνας για προσφοροἀπὸ προηγούμενο ζύμωμα λίγο προζύμι, τὸ ὁποῖο διατηροῦμε σὲ μέρος δροσερὸ ἢ στό ψυγεῖο, ὅταν ὁ καιρὸς εἶναι ζεστός. Ζεσταίνουμε λίγο νερό, τόσο ὅσο χρειάζεται γιά νά γίνει χλιαρό. Τὸ δοκιμάζουμε καὶ μὲ τὸ χέρι μας. Δέν πρέπει νά εἶναι καφτό, γιατὶ θὰ καεῖ τὸ προζύμι καὶ δέν θὰ γίνει. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ χλιαρὸ νερὸ λιώνουμε τελείως τὸ προζύμι νά γίνη χυλός.

Τέλος, προσθέτουμε ἀλεύρι, ἀπ’ αὐτὸ πού ἔχουμε κοσκινίσει γιά τὸ ζύμωμα, ὥστε νά γίνει μία ζύμη πολὺ-πολὺ μαλακή. Σταυρώνουμε μὲ τὸ χέρι μας τὸ προζύμι, τὸ σκεπάζουμε μὲ καθαρή πετσέτα καὶ μὲ κουβέρτα γιά νά μὴν κρυώσει, καὶ τὸ ἀφήνουμε σὲ χῶρο ζεστό, γιά νά γίνει . Τὴν ἄλλη μέρα, πρὶν ζυμώσουμε, θά ἀνάψουμε κανδήλι ἤ κερί καί θὰ θυμιάσουμε τὸ χῶρο μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ προσοχή.

Ἐνῶ δὲ τὰ χέρια θὰ δουλεύουν, τὸ στόμα καὶ ὁ νοῦς θὰ προσεύχονται, κατά δύναμη. Κατόπιν, ῥίχνουμε μέσα σὲ λεκάνη τὸ ἀλεύρι, ἀφοῦ κρατήσουμε προηγουμένως λίγο, γιά τὴν περίπτωση πού θὰ μᾶς χρειασθεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ζυμώματος. Στό κέντρο τοῦ ἀλευριοῦ κάνουμε μία μικρὴ γουβίτσα καὶ ῥίχνουμε μέσα τὸ προζύμι, τὸ ἀνάλογο ἁλάτι (ἕνα κουταλάκι τοῦ γλυκοῦ) καὶ λίγο νερὸ, μόλις χλιαρό.

Ἀρχίζουμε μετά νά ζυμώνουμε πρῶτα πολὺ καλὰ μὲ τὶς γροθιὲς μας, μὲ δύναμη καὶ γρήγορο ῥυθμὸ περίπου 20΄. Δοκιμάζουμε τή ζύμη μας κόβοντάς την μὲ ἕνα μαχαίρι. Ἂν ἔχει μέσα φουσκάλες, δηλ. ἀέρα, θεωρεῖται καλὰ ζυμωμένη. Οἱ φουσκάλες ὅμως αὐτὲς πρέπει νά φύγουν στή συνέχεια μὲ πολὺ καλὸ πλάσιμο, ἔτσι ὥστε, ὅταν κόψουμε, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο,μετὰ τὸ πλάσιμο, τή ζύμη νά μὴν ὑπάρχει μέσα της οὔτε ἡ παραμικρὴ φουσκάλα. Κι αὐτὸ γιατὶ, ἀργότερα, ὅταν τὸ πρόσφορο ζεσταθεῖ στό φοῦρνο, ὁ ἀέρας θὰ προσπαθήσει νά βγεῖ ἐπάνω καὶ θὰ χαλάσει τή σφραγίδα.

Ἡ ζύμη πρέπει νά εἶναι σκληρή: νά μπαίνη μέσα τὸ δάχτυλο καὶ νά μὴν κολάει. Ἂν γίνει μαλακή, προσθέτουμε λίγο ἀλεύρι, ἀπὸ αὐτὸ πού κρατήσαμε. Ἂν γίνει ὑπερβολικὰ σκληρή, βρέχουμε τὰ χέρια μας σὲ χλιαρὸ νερὸ καὶ ξαναζυμώνουμε, ὥσπου νά πετύχουμε τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ, νά γίνει λεία σὰν μάρμαρο.

Τὸ πλάσιμο

Πλάθουμε τὴν ζύμη πολὺ καλὰ σὲ καθαρή καὶ λεία ἐπιφάνεια, καὶ μὲ δύναμη τὴν τρίβουμε, ὥστε νά πέσει καὶ νά μὴν μείνει μέσα της ἀέρας . Ἔτσι τὴν ἀναμοχλεύουμε διαρκῶς καὶ, κυλώντας την καὶ τρίβοντάς την, μέχρι νά γίνει λεία σὰν μάρμαρο. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νά γίνουν σὲ 10΄. Ὅταν τελειώσει τὸ πλάσιμο, χαράζουμε τὸ ζυμάρι μὲ ἕνα μαχαίρι σταυροειδῶς. Ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ σταυροῦ πού σχηματίστηκε, κρατᾶμε ἕνα μικρὸ κομμάτι, πού θὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε ὡς προζύμι στό ἑπόμενο ζύμωμα.

Μετὰ ξαναδουλεύουμε τή ζύμη παρὰ πολὺ καλά, στρογγυλεύοντάς την σὰν μπάλα καὶ τὴν γυρίζουμε ἀπὸ τὴν ὄψη. Κατόπιν, παίρνουμε ἕνα ταψάκι διαμέτρου 18-20 ἑκ. τὸ ζεσταίνουμε καὶ τὸ ἀλείφουμε μὲ καθαρὸ κερὶ στόν πάτο καὶ στήν γύρω ὄρθια ἐπιφάνεια. Τὰ κάνουμε αὐτά, γιά νά μὴν κολάει μετὰ τὸ πρόσφορο. Τό κερί μπορεῖ νά παραμείνει καί γιά τό ἑπόμενο πρόσφορο (περίπου τρεῖς φορές μπορεῖ, ἄν τό ταψί εἶναι καλά κερωμένο καί δέν πλυθεῖ, νά δητηρήσει τήν ἀντικολλητική του δυνατότητα.

Δέν χρησιμοποιοῦμε ποτέ λάδι, βούτυρο κτλ. στή βάση τοῦ ταψιοῦ, γιατί αὐτό καίγεται καί μυρίζει τό πρόσφορο.

Τὸ σφράγισμα

Τοποθετοῦμε στό κέντρο τοῦ ταψιοῦ τὸ πρόσφορο, μὲ τὴ στιλπνὴ ἐπιφάνεια πρὸς τὰ πάνω. Παίρνουμε τή σφραγῖδα, σταυρώνουμε μὲ αὐτή τὸ πρόσφορο, καὶ μετὰ τήν πατᾶμε μὲ δύναμη, νά μπεῖ πολύ βαθιὰ μέσα στό ζυμάρι. ΤήνΑποτέλεσμα εικόνας για προσφορο τραβοῦμε πρὸς τὰ πάνω μὲ προσοχὴ καὶ ἂν τυχὸν μείνουν ζυμαράκια πάνω της, τὰ καθαρίζουμε μὲ ἐπιμέλεια. Γιατί ἄν αὐτά παραμείνουν θά ξεραθοῦν καί τὸ ἑπόμενο πρόσφορο πού θὰ ζυμωθεῖ μετά ἀπό μέρες, δέν θὰ σφραγισθεῖ καλά.

Σὲ περίπτωση πού ζυμωθοῦν δύο πρόσφορα, μέχρι νά πλάσουμε τὸ δεύτερο, ἐκεῖνο πού ἔχει πλασθεῖ πρῶτο πρέπει νά μείνει σκεπασμένο μὲ πετσέτα καὶ νάϋλον ἀπὸ πάνω, γιά νά μὴν πιάσει τὸ ζυμάρι κρούστα. Τὸ ἴδιο καὶ στό σφράγισμα, μέχρι νά σφραγισθεῖ καὶ τὸ δεύτερο πρόσφορο, τὸ πρῶτο πού ἔχει ἤδη σφραγισθεῖ μένει σκεπασμένο.

Τὸ φούσκωμα

Ἀφοῦ, λοιπόν, σφραγίσουμε τὸ πρόσφορο, σκεπάζουμε τὸ ταψάκι μὲ μία μεγαλύτερη καί βαθιά λεκάνη, καὶ ἀπὸ πάνω τοποθετοῦμε μία καθαρή πετσέτα καὶ μία ζεστή κουβέρτα. Τό ἀφήνουμε μετά νά γίνει 1 ½ ὥρα ἢ καὶ περισσότερο, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχή καὶ.τή θερμοκρασία πού ἔχει ὁ χῶρος. Καταλαβαίνουμε δέ, ὅτι ἔγινε, ἄν, πατώντας το μὲ τὸ δάχτυλο, σχηματίζεται στὸ ζυμάρι μία βούλα, καὶ ἀμέσως, σὰν ἐλαστικό, τὸ ζυμάρι ἐπανέρχεται στή θέση του ἢ μόλις τὸ πρόσφορο πάει νά σκάσει. Ἐπίσης θεωρεῖται γινομένο ὅταν ἔχει διπλασιασθεῖ περίπου ὁ ὄγκος του. (Χρειάζεται προσοχὴ γιά νά μὴν παραγίνη ἡ ζύμη καί ξυνίσει).

Τρυπᾶμε στή συνέχεια μετά τὸ πρόσφορο μὲ ἕνα μακρύ καί λεπτό ξυλάκι, φροντίζοντας αὐτό νά φθάσει βαθιὰ μέχρι τὸ ταψί, ὥστε νά μπορεῖ νά βγαίνει ὅλος ὁ ἀέρας. Προσοχὴ νά μὴν τρυπήσουμε κοντὰ στόν Ἀμνό, ἀλλὰ ἔξω, γύρω ἀπό τή σφραγίδα, στίς ἄκρες τοῦ σταυροῦ.

Τὸ ψήσιμο

Ἔχουμε νωρίτερα ἀνάψει τὸ φοῦρνο στούς 250° (ἀνάλογα, βέβαια, μὲ τὸν φοῦρνο), ὥστε νά εἶναι ἤδη καυτὸς στήν κανονικὴ του θερμοκρασία, καὶ βάζουμε μέσα τὸ πρόσφορο καὶ τὸ ἀφήνουμε σ’ αὐτὴ τή θερμοκρασία 15΄- 20΄ (μπορεῖ ἕως καὶ 35΄, θά τό παρακολουθοῦμε) νά ῥοδίσει πολὺ ἐλαφρά. Τὸ σκεπάζουμε μὲ χαρτοπετσέτα ἢ ἀλουμινόχαρτο, ἄν χρειασθεῖ, κατεβάζουμε τὸ φοῦρνο στούς 200° ἢ καὶ στοὺς 1800, γιά 40΄ ἢ καὶ 45΄ καὶ τὸ παρακολουθοῦμε.

Ἀφοῦ περάσει περίπου 1 ½ ὥρα, ἀπὸ τή στιγμή πού βάλαμε τὸ πρόσφορο μέσα, κλείνουμε τὸ φοῦρνο καὶ βγάζουμε τὸ πρόσφορο, τὸ τοποθετοῦμε σὲ καθαρή πετσέτα καὶ τὸ σκεπάζουμε μὲ κουβέρτα, ἕως ὅτου κρυώσει καλὰ (χρειάζεται πολλὲς ὧρες γιά νά κρυώσει καλά). Γιά νά ψηθεῖ καλά τὸ πρόσφορο χρειάζεται συνολικά περίπου 1 ½ ὥρα. Εἴμαστε σίγουροι ὅτι τό πρόσφορό μας ἔχει ψηθεῖ καλά, ἄν δέν εἶναι βαρύ καί, ἄν κτυπώντας το ἀπό κάτω, ἀκούγεται σάν νά εἶναι μέσα κούφιο.

Τό πρόσφορο πρέπει νά εἶναι ζυμωμένο τουλάχιστον 24 ὧρες πρίν ἀπό τήν Προσκομιδή, γιατί ἄν εἶναι πολύ μαλακό, ὁ ἱερεύς δυσκολεύεται κατά τή μνημόνευση νά βγάλει τίς μερίδες

Πῶς φτιάχνεται τὸ προζύμι

Συνήθως, ἀφοῦ ζυμώσουμε, κρατοῦμε προζύμι γιά τὴν ἑπομένη φορά. Μποροῦμε νά φτιάξουμε κι ἐμεῖς προζύμι γρήγορα καὶ εὔκολα. Σὲ χλιαρὸ νερὸ «ἴσα–ἴσα νά δέχεται τὸ χέρι» (περίπου 35ο) ῥίχνουμε «μιὰ χεριὰ» κοσκινισμένο ἀλεύρι. Τὸ ἀνακατεύουμε ἐλαφρά, ὥστε νά γίνει παχύρρευστη μᾶζα. Τὸ ἀφήνουμε ἕνα μερόνυχτο (σέ ζεστό μέρος καί καλά σκεπασμένο) γιά «νὰ γίνει», δηλαδὴ νά ἐνεργοποιηθοῦν οἱ μύκητες. Ὅταν τὸ προζύμι εἶναι ἕτοιμο, τὸ «ἀναπιάνουμε» γιά ζύμωμα.

Τὸ προζύμι Αποτέλεσμα εικόνας για προσφοροσυνήθως γίνεται μετά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου) ἤ μετά τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Κι αὐτό γιατί, μέ τό βασιλικό ἤ τά σταυρολούλουδα, σταυρώνουμε πρῶτο τό νερό (αὐτό πού θά δεχθεῖ τό ἀλεύρι γιά νά γίνει προζύμι), προσευχόμενοι καί ψάλλοντας τά τροπάρια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σέ ἄλλα μέρη, πάλι, συνηθίζεται νά εὐλογεῖται τό πρόπλασμα τοῦ προζυμιοῦ ( τό νερό καί τό ἀλεύρι) στόν Ἱερό Ναό, κατά τήν Ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἤ μέ τήν εὐλογία τῶν Ἁγίων Λειψάνων.

Αὐτό πού ἔχει σημασία δέν εἶναι ὁ χρόνος ἤ ὁ τόπος, ἀλλά ἡ εὐλογία τῶν ὑλικῶν. Καί γι’αὐτό ἐνδείκνυται νά ἐρωτᾶται πάντα γι’αὐτό ὁ Πνευματικός ἤ ὁ ἱερέας τῆς Ἐνορίας μας.

Πῶς γίνεται τὸ Ἀνάπιασμα

Βγάζουμε ἀπ’ τὸ ψυγεῖο τὸ προζύμι, τὸ ἀφήνουμε λίγη ὥρα νά ξεπαγώσει. Ἐτοιμάζουμε χλιαρὸ νερὸ «νὰ δέχεται τὸ χέρι» καὶ διαλύουμε τὸ προζύμι. Προσθέτουμε ἀλεύρι ἀνακατεύοντας μέχρι ἡ ζύμη νά γίνει πηκτὸς χυλός. Τὸ σκεπάζουμε μὲ καθαρή πετσέτα καὶ τὸ ἀφήνουμε περίπου 6 ὧρες «νὰ ἀναπαυτεῖ».

Τί χρειαζόμαστε γιά τὸ Πρόσφορο

1.-. Μία καλή ξυλογλύπτη σφραγίδα (ἄν ἡ σφραγίδα εἶναι καινούργια, μία ἑβδομάδα πρὶν τὸ ζύμωμα, ζεσταίνουμε σὲ μπρίκι ἐλαιόλαδο. Ἀλείφουμε τή σφραγίδα καὶ τὴν τυλίγουμε μὲ μία πετσέτα. Τὴν ἀφήνουμε μία ἑβδομάδα νά πιεῖ τὸ λάδι. Ἔτσι δέν ἔχει φόβο νά σκάσει τὸ ξύλο. Δέν τὴν πλένουμε ποτέ. (Προσοχή:Κυκλοφοροῦν στό ἐμπόριο σφραγῖδες μέ βλάσφημο ἐγχάρακτο μήνυμα. Προμηθεύεσθε πάντοτε ἐκκλησιαστικά εἴδη ἀπό φερέγγυες πηγές).

2.-. Ἕνα. ταψάκι βαθὺ μὲ διάμετρο 18 ἢ 20 ἑκ.

3.-. Ἕνα κόσκινο γιά τὸ ἀλεύρι .

4.-. Μία λεκάνη γιά τό ζύμωμα.

5.-. Μία λεκανίτσα γιά τό ἀνάπιασμα τοῦ προζυμιοῦ.

6.-. Μία καθαρή, εἰ δυνατόν ἀχρησιμοποίητη, μεγάλη λινή πετσέτα.

7.-. Μία καθαρή, εἰ δυνατόν ἀχρησιμοποίητη, κουβέρτα.

8.-. Ἕνα.πύλινο ἤ ἀνοξείδωτο μικρό δοχεῖο γιά νά φυλάξουμε τό προζύμι.

9.-. Καθαρό κερί γιά τό ταψί.

Στήν Ἁγία Προσκομιδή ὁ ἱερέας εὔχεται:

“Ὁ Θεός, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον, τὴν τροφὴν τοῦ παντὸς κόσμου, τὸν Κύριον ἡμῶν καὶ Θεὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐξαποστείλας σωτῆρα καὶ λυτρωτὴν καὶ εὐεργέτην, εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἡμᾶς· αὐτὸς εὐλόγησον τὴν πρόθεσιν ταύτην καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εἰς τὸ ὑπερουράνιόν σου θυσιαστήριον· μνημόνευσον, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾿ οὓς προσήγαγον καὶ ἡμᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου μυστηρίων. Ὅτι ἡγίασται καὶ δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.”

Εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀμοιβή γιά τό μικρό αὐτό ἔργο μας. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα πλούσια καί δεδομένη σέ κάθε προσφορά μας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Tο Eκκλησιολογικό και κανονικό ολίσθημα της Συνόδου του Κολυμπαρίου (Aρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι.Μ.Πατρών, Δρος Θεολογιας)

Μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῶν ἀποφάσεων τῆς συγκληθείσης συνόδου τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης θὰ ἤθελα νὰ τοποθετηθῶ imageὡς Κανονολόγος στὰ τῆς παραγράφου (ποὺ εἶναι καὶ ἡ σημαντικώτερη), τῆς ἀναφερομένης στὶς σχέσεις τῆς ΜΙΑΣ, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς ὑπόλοιπες αἱρετικὲς ὁμάδες, τὶς αὐτοαποκαλούμενες «ἐκκλησίες».

Δυστυχῶς, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ ἡ πλειονότης τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἀπαρτισάντων τὴν σύνοδο αὐτὴ ὁμολογοῦν ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλες «ἐκκλησίες», ἑτερόδοξες μέν, ἀλλὰ πάντως «χριστιανικὲς ἐκκλησίες».
Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχώμεθα τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες, τῶν Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν, ὡς «ἐκκλησίες»; Εἶναι δυνατὸν νὰ πρεσβεύουν «ἑτέρα δόξα» (δόξα=γνώμη, πίστη, Liddell-Scott, Μ. Λεξικόν, 1, 643), ἄλλη δηλαδὴ πίστη ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποία διακηρύσσει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ Ἁγιοπατερική μας Παράδοση καὶ νὰ γίνωνται δεκτὲς ὡς «ἐκκλησίες»; Αὐτὸ εἶναι καθαρὸς συγκρητισμὸς καὶ ἐπάρατος οἰκουμενισμός.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου εἶναι ΜΙΑ. Καὶ τοῦτο γιὰ τὸν λόγο ὅτι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ΕΝΑ. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος τὸ τονίζει: «Ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ» (Ρωμ. 12, 5) καὶ «Μεμέρισται ὁ Χριστός;» (Α´ Κορ. 1, 13). Κομματιάζεται ὁ Χριστός; Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος δὲν εἶπε στὸν μαθητήν Του Ἀπόστολο Πέτρο «οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησία…» (Ματθ. 16, 18); Τὴν Ἐκκλησία, εἶπε, ὄχι τὶς Ἐκκλησίες!
Ὁ Μ. Βασίλειος στὸν 1ο κανόνα του ὁμιλεῖ σαφῶς γιὰ τοὺς «καταλιπόντες τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν» (Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τ. 3, 89) καὶ τοὺς διαχωρίζει σὲ αἱρετικούς, σχισματικοὺς καὶ ἀποσυναγώγους ἀνάλογα μὲ τὸ βάθος τῆς πλάνης, στὴν ὁποία ἔχουν ὑποπέσει. Δὲν ἀποκαλεῖ «ἐκκλησίες» τὶς νεοπαγεῖσες συνάξεις, τὶς ψευδεπιγράφως καὶ παραπλανητικῶς ὀνομαζόμενες «χριστιανικές», ἀλλὰ τὶς ἀντιδιαστέλλει ἀπολύτως ἀπὸ τὴν ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, τὴν ἀποκλειστικῶς κατέχουσα τὸ πλήρωμα τῆς ἀληθείας. Ὁμολογεῖ δὲ ὅτι τοὺς αἱρετικοὺς ἑτεροδόξους «ὡς ἀσεβεῖς ἀποφεύγομεν καὶ ἀναθεματίζομεν» (ἐπ. 226, PG 32, 849).
Oἱ δὲ κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων 8ος τῆς Α´, 7ος τῆς Β´ καὶ 95ος τῆς ΣΤ´ ρυθμίζουν τὸν τρόπο ὑποδοχῆς καὶ ἀποδοχῆς στὸ Σῶμα τῆς Μίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν». Καὶ τοῦτο γιατὶ ποτὲ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποδέχθηκε τοὺς ἀποκοπέντες ὡς νέες φυτεῖες ἢ κλάδους τοῦ ἑνὸς δένδρου. Πάντοτε διεκήρυττε ὅτι ὅποιος ἐξέρχεται ἐκ τοῦ ΕΝΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ τῆς ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ἐξέρχεται τῆς «τῶν σωζομένων μερίδος» καὶ ποτὲ δὲν ἀνεγνώρισε τὰ δῆθεν μυστήριά τους ὡς ἔγκυρα, οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ βάπτισμά τους (βλ. 46ο κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων).
καθηγητὴς καὶ ἐπίσκοπος Νικόδημος Μίλας γράφει σχετικὰ μὲ τὰ ἀνωτέρω: «Ἐπειδὴ μία κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει, δηλονότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δέον ἡ Ἐκκλησία, ἡ τὸ Σῶμα Αὐτοῦ ἀποτελοῦσα, νὰ ᾖ ἑνιαία, μία» (Ἐκκλησ. Δίκ. [1906] 294). Ὁ δὲ Μ. Βασίλειος ἔγραφε στοὺς Ἰταλοὺς καὶ τοὺς Γάλλους Ἐπισκόπους: «Τοὺς τὴν ἀποστολικὴν ὁμολογοῦντας πίστιν, ἅπερ ἐπενόησαν σχίσματα διαλύσαντας, ὑποταγῆναι τοῦ λοιποῦ τῇ αὐθεντίᾳ τῆς Ἐκκλησίας» (ἐπ. 92, PG 32, 481). Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν τὴν ἀποστολικὴ πίστη νὰ διαλύσουν τὰ σχίσματα ποὺ ἐπενόησαν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, «οἶκός ἐστιν ἡ Ἐκκλησία πατρικός· ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα» (PG 62, 87). Ὅλα τὰ ἄλλα μορφώματα, τὰ ὁποῖα ἀποκαλοῦνται Ἐκκλησίες (Παπισμός, Προτεσταντισμός, Οὐνία κ.τ.λ.) εἶναι ὁμάδες ἀποκεκομμένες ἀπὸ τὸ ἕνα Σῶμα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὀνομάση «ἐκκλησία» κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ αἱρετικὰ μορφώματα, τοποθετεῖται αὐτομάτως στὸν χῶρο τῆς αἱρέσεως.
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ὁμιλεῖ καθαρὰ περὶ τούτου: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, διότι εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ Χριστοῦ […] ποτὲ δὲν ὑπῆρχε διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μόνον χωρισμὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν […] Ἐκ τῆς μίας, ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἰς διαφόρους καιροὺς ἀπεσχίσθησαν καὶ ἀπεκόπησαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ συνέπειαν ἔπαυσαν νὰ εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ σύσσωμοι τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματός της. Τοιοῦτοι ἦσαν πρῶτον οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοὶ καὶ Πνευματομάχοι, ἔπειτα οἱ Μονοφυσίται καὶ Εἰκονομάχοι καὶ τέλος οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Προτεστάνται καὶ Οὐνῖται καὶ ὅλη ἡ ἄλλη αἱρετικὴ λεγεών» (Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός [1974] 82).
Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια περὶ τῆς ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ νὰ ἀγκαλιάζουν τοὺς αἱρετικούς, διχάζοντες τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο;
Στὴν Κρήτη, ὄχι μόνον δὲν κατεδίκασαν τὶς πολλὲς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἀλλὰ ἐστράφησαν καὶ ἐναντίον τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ καθαρὰ ὁμολόγησε τὴν μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας: «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν».
Δὲν εἶναι πνευματικὴ παραφροσύνη νὰ στρέφεσαι ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως καὶ διακηρύξεως τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ θέμα τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας; Καί μόνον ἐξ αὐτοῦ τοῦ δογματικοῦ ὀλισθήματος ἡ ἐν λόγῳ σύνοδος καθίσταται ληστρική, ἐφ᾽ ὅσον δὲν πληροῖ τὸ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι».
Ἀπεκάλεσαν τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες».
Ἡ ἴδια ἡ φράση ἀποτελεῖ σχῆμα ὀξύμωρο. Ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἀκόμη οἱ ὅροι «ἑτεροδοξέω», «ἑτεροδοξία», «ἑτερόδοξος» δηλώνουν τὸ ψεῦδος, τὴν πλάνη, τὸν πλανεμένο (Πρβλ. Πλάτωνος, Θεαίτητος, 190e, 193d κ.ἀλ.). Στὴν δὲ Πατερικὴ Γραμματεία ὁ ὅρος ἑτερόδοξος ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πλανεμένου, τοῦ ἀποκεκομμένου ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται ἑτέρα δόξα, ἑτέρα γνώμη, δηλαδή, ψευδὴ καὶ ἀλλοιωμένη δογματικὴ καὶ κανονικὴ διδασκαλία ἀπὸ ἐκείνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Βλ. καὶ Liddell-Scott,vol. ii, 344). Αὐτὸς δὲν εἶναι αἱρετικός; Αὐτὸς δὲν ἀπεκόπη ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία; Τότε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετῆται μετὰ τῆς Μίας Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς «Ἐκκλησία»; Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιβεβαιοῖ: «Τέτμηται ἡ αἵρεσις πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν» (ἐπ. 258, PG 32, 952).
Ἀλλὰ ἂς δοῦμε ἐπὶ τροχάδην κάποιες ἀπὸ τὶς ἄπειρες θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ τῶν ἑτεροδόξων. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος τονίζει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἀπωλέση τοὺς ἑτεροδόξους: «Τοὺς ἀποπεσόντας τῆς ἀληθείας ἑτεροδόξους λαλοῦντας ψεῦδος… ἀπολεῖ ὁ Θεός» (PG 27, 73), ἐνῶ ὁ Μ. Βασίλειος προτρέπει νὰ μὴν δεχώμαστε τὶς διδαχὲς τῶν ἑτεροδόξων, διότι εἶναι καθαρὴ τρέλλα νὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς παράφρονες: «Μὴ ἄγεσθαι ὑπὸ τῆς πιθανότητος τῶν ἑτεροδόξων· μανία γὰρ σαφής, ἐξεστηκόσιν ἀκολουθεῖν» (PG 30, 649). Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος διακηρύσσει ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι, μὲ τὸ νὰ διαστρεβλώνουν τὰ νοήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ φανερώνουν τὴν πλάνη τους μὲ σκοπὸ νὰ παγιδεύσουν τοὺς Ὀρθοδόξους, θὰ ἐπισύρουν ἐπὶ τὰς κεφαλάς των τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ: «Οἱ ὀρύσσοντες τὰς Γραφὰς ἑτερόδοξοι οὐκ ἐπὶ τῷ μαργαρίτας εὑρεῖν, ἀλλὰ παραφθεῖραι καὶ παγίδα στῆσαι, θησαυρίζουσι πῦρ, τὴν ἐγκρύφιον κακίαν εἰς φανερὸν ἄγοντες» (PG 64,709). Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, ὁ ὁποῖος καταδικάζει τοὺς ἑτεροδόξους, ὄχι μόνον ὡς μὴ πειθομένους στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ προσπαθοῦντας νὰ παρασύρουν καὶ ἄλλους στὴν πλάνη τους, χρησιμοποιώντας ἀθέμιτα μέσα: «Οἳ (ἐν. οἱ ἑτερόδοξοι) πείθεσθαι ταῖς Γραφαῖς οὐκ ἀνέχονται· δεινότητι δέ τινι περιτρέπειν τοὺς ἀήθεις τῶν τοιούτων λόγων πειρῶνται» (PG 10, 1137). Ἐπίσης καὶ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης στεντορείᾳ τῇ φωνῇ προειδοποιεῖ ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τῆς Μίας Ἐκκλησίας, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν καμμία κοινωνία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, δηλαδὴ τοὺς αἱρετικούς, ἂν θέλουν νὰ παραμείνουν φίλοι τοῦ Θεοῦ: «Εἰ φίλοι κατὰ θεόν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες;» (ἐπ. 48, PG 99, 1081).
Πῶς, λοιπόν, θὰ ἀγνοήσουμε ὅλη τὴν Πατερική μας Παράδοση καὶ θὰ ἀποκαλέσουμε «ἐκκλησίες» τοὺς αἱρετικούς, τοὺς «ἐν πανουργίᾳ πικροτάτους ἑτεροδόξους»; (Πρβλ. Ὀλυμπιοδώρου, PG 93, 761) Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βροντοφωνάζει: «Ἔστιν οὖν ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ Ἐκκλησία, τὸ σύστημα τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων Πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, οἷς προσετέθη πιστεύσαντα ὁμοθυμαδὸν πάντα τὰ ἔθνη» (PG 96, 1357).
Γιατὶ νὰ ψευδώμεθα, Παναγιώτατε, ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ἑτεροδόξων, τῶν πλανεμένων ἀδελφῶν μας; Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν μία νὰ τοὺς κατονομάζουμε ἑτεροδόξους, δηλαδὴ αἱρετικοὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ τοὺς δεχώμεθα ὡς «ἐκκλησίες»;
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ ΜΙΑ καὶ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ. Καὶ τοῦτο διότι ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος μετεβίβασε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία στοὺς Ἀποστόλους καὶ ἡ Ἀποστολικὴ αὐτὴ ἐξουσία περιῆλθε στοὺς Ἐπισκόπους καὶ διαδόχους αὐτῶν.
Γιατὶ νὰ μὴν ὁμολογοῦμε τὴν ἀλήθεια πρὸς ὅλους τοὺς αἱρετικούς, ὥστε νὰ τοὺς βοηθήσουμε νὰ ἐνταχθοῦν καὶ αὐτοὶ κάποτε στὴν ΜΙΑ Ἐκκλησία; Ἄλλωστε, οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Ἅγιοι Πατέρες μας αὐτὸ ἐπεδίωκαν νὰ κατανοήσουν οἱ παντὸς εἴδους αἱρετικοί: ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων εἶναι Μία καὶ μοναδική, διότι ἡ κεφαλή της εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἕνας καὶ Μοναδικός. «Ὡς γὰρ εἷς Κύριος, μία πίστις, εἷς Θεός, οὕτω δῆλον ὅτι καὶ μία ἐκκλησία» (Θεοδώρου Στουδίτου, ἐπ. 273, G. Fatouros, vol. 2, 404).
Πρέπει νὰ γίνη κατανοητὸ ἀπὸ ὅλους, Oἰκουμενικὸ Πατριάρχη, λοιποὺς Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὅτι ἡ ἐν Κολυμπαρίῳ σύναξη δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα «θέατρο τοῦ παραλόγου». Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιχειρήθηκε ἀνεπιτυχῶς ἦταν ἡ παραπλάνηση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ ἐπετεύχθη ἦταν ὁ παροργισμὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ἂς ἀκούσουμε τὴν φωνὴ τοῦ Οὐρανοφάντορος Βασιλείου, ὁ ὁποῖος προειδοποιεῖ γιὰ τὴν ἔγκαιρη λήψη μέτρων πρὶν τὸ μικρόβιο τῆς αἱρέσεως ἐπεκταθῆ καὶ μολύνη ὅλο τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας: «Ἐπινέμεται τὸ κακὸν τῆς αἱρέσεως, καὶ δέος ἐστὶ μὴ τὰς ἡμετέρας Ἐκκλησίας καταφαγοῦσα, ἕρψῃ λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιαῖνον μέρος» (ἐπ. 243, PG 32, 908).

Συνέχεια ανάγνωσης