Ο Άγιος Σάββας ο ηγιασμένος

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς  ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον υπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

1. Παιδική Ηλικία του Αγίου Σάββα, και αποταγή του κόσμου. Ασκητικοί αγώνες εις την Μονήν των Φλαβιανών (439-456)

osiossavvasigiasmenos02Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος εγεννήθη κατά το έτος 439 από της Χριστού Γεννήσεως υπό γονέων ευσεβών και πλουσίων, του Ιωάννου και της Σοφίας, εις την κώμην Μουταλάσκην της Καππαδοκίας. Ο πατήρ του, στρατιωτικός ων και αναγκασθείς να μεταβή μετά της συζύγου του Σοφίας εις την Αλεξάνδρειαν δια υπηρεσιακούς λόγους, ανέθεσε την ανατροφήν του μικρού Σάββα εις τον εκ μητρός θείον του Ερμίαν, ότε ο Άγιος ήτο πέντε μόλις ετών.

Μετ’ ολίγον καιρόν, δυσαρεστηθείς ο Σάββας από την συμπεριφορά της συζύγου του θείου του και από την επακολουθήσαν διαμάχην μεταξύ των θείων του Ερμίου και Γρηγορίου δια την ανατροφήν του και την διαχείρισιν της περιουσίας των γονέων του περιφρόνησε τον κόσμον και ενετάγη εις μοναστήριον πλησιόχωρον της γενέτειράς του ονομαζόμενον «Φλαβιαναί». Εκεί επεδόθη αφ’ ενός εις την εκμάθησιν του ψαλτηρίου και των μοναχικών υποχρεώσεων, αφ’ ετέρου εις την άσκησιν των θεοειδών αρετών και διέπρεψεν εις την εγκράτειαν, την σωματικήν κακοπάθειαν, την ταπεινοφροσύνην και την υπακοήν, δια των οποίων εφάνη υπέρτερος πάντων των συμοναστών του, εξήκοντα ή και εβδομήκοντα τον αριθμόν. Θέλων δε ο Θεός να προμηνύση την αγιότητα, εις την οποίαν θα έφθανεν ο Σάββας, τον εχαρίτωσε με ακράδαντον και θαυματουργόν πίστην: κάποτε εισήλθεν εις ανημμένον φούρνον, αφού καθωπλίσθη δια του σημείου Σταυρού, και σώος και αβλαβής εξήγαγε αβλαβή τα ενδύματα, τα οποία ο αρτοποιός είχεν λησμονήσει.

2. Μετάβασις εις Παλαιστίνην. Άσκησις εις το κοινόβιον του Αγ. Θεοκτίστου και πλησίον του Μ. Ευθυμίου (456-473)

Έχων συμπληρώσει εν ταις Φλαβιαναίς δέκα έτη αγώνων, εζήτησε από τον Ηγούμενον ευλογίαν, δια να απέλθη οριστικώς εις την Αγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ, καθόσον επεθύμει να αναβαίνη διαρκώς από δόξης εις δόξαν, ησυχάζων εις την έρημον. Ο Ηγούμενος του παρέσχε την άδειαν έπειτα από θεϊκήν οπτασίαν, και ούτως ο Σάββας, εις ηλικίαν δεκαοχτώ ετών, αφίχθη εις Ιεροσόλυμα και εφιλοξενήθη εις την Μονήν του Αγίου Πασσαρίωνος, όπου και διήλθε τον χειμώνα του έτους 456 προς 457 μ.Χ. Παρά τας προτροπάς του Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου και ετέρων αδελφών να μείνη πλησίον των, ο Σάββας είχε διαρκώς κατά νουν να συναριθμηθή με τους αναχωρητάς, οι οποίοι ησκούντο υπό την εποπτείαν του θαυματουργού και λάμποντος φωστήρος Ευθυμίου του Μεγάλου, δια τούτου δε έλαβε την ευλογία από τον Ελπίδιον και μετέβη προς συνάντησιν του Μ. Ευθυμίου.

Ο Ευθύμιος αρνήθη να κρατήση τον Σάββαν εις την Λαύραν του, αντιθέτως απέστειλεν αυτόν εις την Μονήν του Αββά Θεοκτίστου, μηνύων εις εκείνον να φροντίση τον Σάββαν, διότι ούτος θα εγίνετο διαπρεπής εις την μοναστικήν ζωήν, αυτό το έπραξεν ο Μ. Ευθύμιος, δια να δώση και εν υπόδειγμα εις τον Σάββαν να μη δέχηται νέους αγενείους, όταν θα ίδρυε την ιδικήν του περιφανή Λαύραν και θα καθίστατο νομοθέτης και αρχηγός πάντων των κατά Παλαιστίνην αναχωρητών. Ο νεαρός Σάββας εδέχθη την οδηγίαν του Μ. Ευθυμίου ως θέλημα θεού και εισελθών εις την υπακοήν του Αββά Θεοκτίστου ενέτεινε τους προτέρους του αγώνας, εις την νηστείαν, αγρυπνίαν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν προσέθεσε την αγάπην και επιτηδειότητα εις τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας, την αποδοτικωτάτην διακονίαν και εξυπηρέτησιν των λοιπών μοναχών, εν γένει δε διαγωγήν παντελώς άψογον.

Με τοιάυτην θαυμαστήν πολιτείαν διήνυσεν ο Άγιος Σάββας δέκα έτη, μέχρι θανάτου του αγίου Θεοκτίστου, και ακόμη δύο, μέχρι της κοιμήσεως του διαδόχου του θεοκτίστου, Μάριδος. Από τον νέον Ηγούμενον Λογγίνον ο Άγιος εζήτησε να του επιτρέψη την ησυχαστικήν ζωήν, έχων ο Λογγίνος κατά νούν την υψηλοτάτην αρετήν του Σάββα, λαβών δε και την σύμφωνον γνώμην του Μ. Ευθυμίου του την επέτρεψεν, έκτοτε και επί πέντε έτη ο Άγιος Σάββας διέμενε κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδας νήστις εις εν σπήλαιον νοτίως της Μονής, εις το οποίον προσηύχετο και ειργάζετο, μόνον δε κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς επέστρεφεν εις την Μονήν, δια να μεταφέρη το προϊόν του εργοχείρου του και να λάβη μέρος εις τας κοινάς προσευχάς. Καθ’ όλην την Τεσσαρακοστήν, ο Άγιος Σάββας διέμενε μετά του Μ. Ευθυμίου και του μακαρίου Δομετιανού, μαθητού εκείνου, εις την πανέρημον του Ρουβά, μεταξύ του χειμάρρου των Κέδρων και της Νεκράς θάλασσας, εν νηστεία, ολιγοποσία, προσευχή και αγρυπνία. Την συμήθειαν αυτήν διετήρησεν ο Άγιος και εις τα μετέπειτα έτη. Εις τας 20 Ιανουαρίου του 473 ο μέγας πατήρ ημών Ευθύμιος εκοιμήθη εν ειρήνη.

3. Απομόνωσις του Αγίου Σάββα εις την έρημον. Ίδρυσις της Ιεράς Λαύρας και ανάδειξις του Αγίου εις αρχηγών των αναχωρητών (473-493)

Τότε ο Άγιος Σάββας, κατά το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας του, δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις το κοινόβιον, άλλ’ απήλθε προς την ανατολικήν έρημον του Ρουβά και Κουτυλά, την ιδίαν περίοδον κατά την οποίαν ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης έλαμπεν εν τη ερήμω του Ιορδάνου. Εις την έρημον ταύτην, όπου συνεδέθη πνευματικώς και με τον Άγιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην μέσω του μοναχού Άνθου, διέμεινεν ο Άγιος Σάββας τέσσερα έτη. Τότε εκέρδισε την κατά των δαιμόνων και των θηρίων πλήρη αφοβίαν, άλλα και το σέβας των βαρβάρων, χάρις εις την εις Θεόν πίστην του και την αρετήν του. Μετά ταύτα, προσταχθείς υπό αγγέλου επάνω εις το όρος της Ευδοκίας, μετώκησεν εις την ανατολικήν πλευράν του Χειμάρρου των Κεδρών, εις σπήλαιον, το οποίον εως σήμερον δείκνυται ως το Σπήλαιον του Άγίου Σάββα, έναντι της Λαύρας. Μετά πέντε έτη, ήρχισαν να συναθροίζονται πλησίον του οι ερημίται και αναχωρηταί, ως εβδομήκοντα τον αριθμόν, άνδρες ουράνιοι και χαριτοφόροι, οι οποίοι απετέλεσαν και την πρώτην συνοδείαν της Λαύρας, εν έτει 483. Μετά την πρώτην οργάνωσιν της Λαύρας και την ανάβλυσιν αγιάσματος θαυματουργικώς, διά της προσευχής του Αγίου, ο άγιος Σάββας είδεν εις την δυτικήν όχθην, απέναντι του σπηλαίου του, να υψώνεται εώς τον ουρανόν στύλος πυρός. Ερευνήσας τον τόπον του θαύματος αυτού την επόμενη ημέραν, ανεύρε το θεόκτιστον σπήλαιον, το οποίον είχε κατάλληλον μορφήν δια να γίνη ναός. Αυτόν κατέστησε κέντρον της Λαύρας ο Αγ. Σάββας, οργανώσας και τας υπολοίπους υπηρεσίας. Η συνοδεία του έφθανε τότε τους εκατόν πενήντα μοναχούς.

Θα ήτο όμως αδύνατον να μη ενταθώσιν οι πειρασμοί και τα σκάνδαλα του διαβόλου, εναντίον ενός τόσον Θεϊκού έργου. Ο Άγιος Σάββας υπέστη την περιφρόνησιν και συκοφαντίαν εκ μέρους ιδικών του μοναχών, οι οποίοι εζήτησαν από τον πατριάρχην Σαλλούστιον την αντικατάστασιν του εις την ηγουμενίαν. Ο πατριάρχης Σαλλούστιος αντ’ αυτού, γνωρίζων την αγιότητα του Σάββα, τον εχειροτόνησε πρεσβύτερον, και ενεκαινίασε την Θεόκτιστον Εκκλησία την 12ην Δεκεμβρίου του 491.

Η επί γής ουράνιος πολιτεία του Αγ. Σάββα εσυνεχίζετο: η προσέλευσις μοναχών, και δή Αρμενίων, ελκόμενων από το παράδειγμα του Αγίου, ηύξανε, το ίδιον και η άσκησις και τα θαύματα του Αγίου, ο οποίος κατά τας Μ. Τεσσαρακοστάς διήνυε εις την πανέρημον ζωήν υπεράνθρωπον. Εις την Λαύραν προσήλθεν ο οσιώτατος Ιωάννης, επίσκοπος Κολωνίας, ως απλούς μοναχός, ο οποίος αργότερον κατέστη περιβόητος δια την αρετήν του. Το 492 ο Άγιος Σάββας ήλθεν εις το φρούριον του Καστελλίου, εν τη ερήμω βορειοανατολικώς της Λαύρας και αφού εξεδίωξε τους δαίμονας, οι οποίοι ενεφώλευον εκεί, ωκοδόμησε κοινόβιον και ετοποθέτησε μοναστικήν αδελφότητα. Μετ’ ολίγον καιρόν ο πατριάρχης Σαλλούστιος ανέδειξε τον μέν Σάββαν άρχοντα και νομοθέτην πάντων των αναχωρητών και κελλιωτών, των υπαγομένων εις την Αγίαν Πόλιν, τον δε Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην αρχηγόν και αρχιμανδρίτην πάντων των κοινοβίων. Δια τούτο ο Άγιος Σάββας έλεγε χαριέντως προς τον Θεοδόσιον ότι ο ίδιος ήτο «ηγούμενος ηγουμένων», ενώ ο Θεοδόσιος «ηγούμενος παιδίων», δηλαδή αρχαρίων.

4. Οικοδόμησις του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αποχώρησις του Αγίου εκ της Λαύρας (494-508)

Το έτος 494 μ.Χ. ήρχισαν και αι εργασίαι ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεοτόκου, της οποίας τα εγκαίνια εγένεντο αρκετά έτη αργότερον, την 1ην Ιουλίου του ε΄τους 502 μ. Χ., διότι ο Θεόκτιστος Ναός και ο μικρός ευκτήριος οίκος δεν επήρκουν δια τας λατρευτικάς αν’αγκας της Λαύρας.

Ωστόσο οι μαθηταί, που είχον προ ολίγων ετών κατηγορήσει τον Άγιον, εστασίασαν και πάλιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ηναγκλασθη ο Άγ. Σάββας, διά να μη τους παροξύνη επί πλέον, να αποχωρήση από την Λαύραν. Η απουσία του διήρκησε πέντε έτη (503-508 μ.Χ.), κατά τα οποία συνέστησε δύο νέα κοινόβια εις τα Γάδαρα και Νικόπολιν, εις τόπους όπου προσήρχοντο προς αυτόν πιστοί, δια να μονάσουν κοντά του. Τελικώς η αποκατάστασις του εις την θέσιν του Ηγουμένου είχεν ως αποτέλεσμα την φυγήν των στασιαστών από την Μεγίστην και την εγκαταβίωσιν των εις την Νέαν Λαύραν. Και όμως ο ανεξίκακος Άγιος και εκεί τους βοήθησε να κτίσουν και διοργανώσουν την Λαύραν των, εγκατέστησε δε εις αυτούς και Ηγούμενον αγιώτατον, τον Ιωάννην.

5. Ίδρυσις νέων Μονών, πρώτη μετάβασις εις Κωνσταντινούπολιν και αγών κατά του Μονοφυσιτισμού (509-516)

Τα επόμενα έτη ο Άγιος επεδόθη εις την καλλιέργειαν των πνευματικών του τέκνων. Συνέστησε μέχρι θανάτου του άλλας δύο λαύρας, την του Επταστόμου (512 μ.Χ.) και την του Ιερεμίου (531μ.Χ.), και άλλα δύο κοινόβια, το του Σπηλαίου (509μ.Χ.) και το του Σχολαρίου (512μ.Χ.), πλήν των ως άνω αναφρθέντων. Την τελευταίαν εικοσαετίαν της ζωής του ελάμπρυναν όμως και άλλαι θαυμασταί πράξεις, αι οποίαι έσχον τεράστιαν σημασίαν δια την εκκλησιαστικήν άλλα και παγκόσμιαν ιστορίαν. Υπό την πίεσιν των μεθοδεύσεων του μονοφυσίτου αυτοκράτορος Αναστασίου (491-518) και των πρωτοστατών του Μονοφυσιτισμού «Ακεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου και Σωτήρχου αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι της Ανατολής περιήρχοντο σταδιακώς εις τας χείρας μονοφυσιτών επισκόπων. Ο Άγιος Σάββας, μετά από παρακίνησιν του Ορθοδόξου πατριάρχου Ιεροσολύμων Ηλία (494-516), μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν το 512, όπου κατώρθωσε διά της φήμης του άλλα και της αγιότητός του να πείσει τον αυτοκράτορα να αναστείλει την εξορίαν του Ηλία. Τότε το επόμενον έτος η εκτόπισης του Ορθόδοξου πατριάρχου ετέθη υπό του αυτοκράτορος εις εφαρμογήν, ο Άγιος Σάββας συνεκέντρωσεν εις Ιεροσόλυμα όλους τους μοναχούς της ερήμου, δια να προφυλάξη τον Ηλίαν, και αναθεμάτισε τους αιρετικούς απεσταλμένους του αυτοκράτορος. Παρόμοιαν κινητοποίησιν των ερημιτών εφήρμοσε τρία έτη αργότερον, το 516 μ. Χ., προκειμένου να στηρίξει εις την Ορθοδοξίαν τον νέον Πατριάρχην Ιεροσολύμων, Ιωάννην Γ’ (516-524), βοηθούμενος υπό του Αγ. Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Η κινητοποίησις αυτή διεφύλαξε την Εκκλησίαν Ιεροσολύμων εν ορθή πίστη. Καθ’ ήν στιγμήν αι Εκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρίας και αντιοχείας είχον περιέλθει υπό μονοφυσίτας πατριάρχας. Μετ΄ολίγον η Ορθοδοξία αποκατεστάθη πανταχού.

6. Συνέχισης της οσιακής του Αγίου Σάββα ζωής. Συνάντησις μετά του Ιουστινιανού εν Κωνσταντινούπολει. Κοίμησις του Αγίου (516-532)

Η Δευτέρα μετάβασις του Αγίου Σάββα εις την Βασιλεύουσαν έλαβε χώραν περίπου είκοσιν έτη μετά την πρώτην, το 530 μ. Χ., όταν ο Άγιος ήτο ενενήκοντα ετών. Ο Άγιος επέτυχεν εκεί την απαλλαγήν της Παλαιστίνης από τα σκληρά μέτρα, τα οποία ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ήθελε να επιβάλλει συνέπεια των ταραχών, τας οποίας είχε προκαλέσει η εξέγερσις Σαμαρειτών και Ιουδαίων (529). Ο Άγιος παρώτρυνε ακόμη τον ευσεβή βασιλέα, ο οποίος είχεν αντιληφθεί ο ίδιος δι’ οπτασίας την αγιότητα του Σάββα, να προβεί εις δίωξιν των αιρέσεων Αρείου, Νεστορίου και Ωριγένους και εις κοινωφελή έργα εις την Παλαιστίνην, έναντι των οποίων θα απεκόμιζεν επέκτασιν της αυτοκρατορίας εις την Αφρικήν και Ιταλίαν. Πράγματι η προφητεία και ευλογία αυτή του Αγ. Σάββα εξεπληρώθη . Αι νίκαι των στρατηγών Βελισσαρίου και Ναρσή έφεραν και πάλιν τα δυτικά τμήματα της Αυτοκρατορίας υπό τον αυτοκράτορα της Πόλεως. Τοσαύτη ήτο η προφητική χάρις του Αγίου Σάββα.

Πόσα εκ των θαυμάτων του Αγίου δύναται κάποιος να διηγηθή και ποιόν να θαυμάσει πρώτον. Η χάρις του έφθασε και εώς του να λύση με την προσευχή του πενταετή ανοβρίαν εις Ιεροσόλυμα, την οποίαν είχε προκαλέσει η άδικος εκτόπισις του πατριάρχου Ηλία και η δι’ αυτήν οργή του Θεού (520 μ.Χ.). Όμως η επιστροφή του εκ της Βασιλευούσης εσήμανε και την αρχήν του τέλους της επιγείου πολιτείας του. Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος ανεπαύθη εκ των κόπων του εν Κυρίω την 5ην Δεκεμβρίου του 532 μ. Χ. Είχε ζήσει εις το κοινόβιον των Φλαβιανών δέκα έτη, ως του 18ου έτους της ηλικίας του, δεκαεπτά έτη εις το κοινόβιον του Αγίου Θεοκτίστου εις την Παλαιστίνην, και πεντήκοντα εννέα έτη εις τας ερήμους και εις την Μεγίστην Λαύραν. Κατά το έτος 547 το τίμιον λείψανόν του ευρέθη εντός του μνήματος σώον και αδιάλυτον, μετεφέρθη δε εις Κωνσταντινούπολιν πολλούς αιώνας αργότερον και εκείθεν υπό τους Σταυροφόρους εις Ενετίαν το 1204. Το 1965 επεστράφη οριστικώς εις την Μεγίστην αυτού Λαύραν. Η πρωτοφανής απήχησις της ζωής του εις τους πιστούς έσχεν ως αποτέλεσμα την συγγραφήν του Βίου του υπό Κυρίλλου του Σκυθοπολίτου ήδη κατά το 557 μ. Χ.

Εφ΄όσον κατά τους αψευδείς λόγους του Κυρίου Ιησού Χριστού το ποιόν των ανθρώπων γνωρίζεται από τους καρπούς των, η περαιτέρω πορεία της Ιεράς και Μεγίστης του Οσίου Σάββα Λαύρας αποτελεί καρπόν της θεϊκής αρετής του Αγίου και απόδειξιν της δόξης και παρρησίας, ας εύρε πλησίον του Θεού, διά των οποίων σώζει άχρι τούδε το κυριότερον μοναστικόν καθίδρυμα της κατά Ιουδαίαν ερήμου. Αληθώς προκαλούν τον θαυμασμόν, όχι μόνο τα απειράριθμα θαύματα του Οσίου άλλα και η απήχησις της μοναστοκής ζωής της Λαύρας του, η οποία απετέλεσε πρότυπον και καθοριστικόν παράγοντα εις την διαμόρφωσιν της μοναχικής ζωής και της λατρευτικής τάξεως της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας, εκτός του ότι πρόσφερε πληθύν αγίων ανδρών, γνωστών και αγνώστων, ανάμεσον των οποίων διαλάμπει ιδιαιτέρως ο μέγιστος θεολόγος του 8ου αι. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Η τιμή του Αγίου Σάββα διεδόθη τάχιστα από την Ρώμην ως και τον Καύκασον Γεωργίαν. Οι διάδοχοί του εις την Ηγουμενίαν ανέδειξαν την Λαύραν προπύργιον της Ορθοδοξίας εις την Παλαιστίνην κατά του Ωριγενισμού, Μονοθελητισμού, Εικονομαχίας και Παπισμού με πανορθόδοξον εμβέλειαν. Μετά τους μέσους χρόνους η Λαύρα ανεδείχθη ακόμη και παιδευτήριον της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, τα μέλη της οποίας ελάμβανον εν τη Λαύρα προπαιδείαν της μοναχικής πολιτείας και πείραν των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πάντα ταύτα οφείλονται εις την πρεσβείαν και το παράδειγμα του Αγίου Σάββα: « Λαμπρά του πεφωτισμένου πατρός ημών Σάββα τα θεία χαρίσματα, η μέν πολιτεία ένδοξος, ο δε βίος ενάρετος και η πίστις ορθόδοξος. Και τούτο μέν εκ μέρους ήδη διά των ειρημένων απεδείχθη».

image

 

 

 

Ιερά Λαύρα Σάββα του Ηγιασμένου
Θεόκτιστος Έπαλξις Ορθοδοξίας
1500 έτη
Έκδοσις Ιεράς Λαύρας Σάββα του Ηγιασμένου

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (Νίκου Ζία)

 

image῾Η Γέννηση τοῦ Χριστοῦ γιορτάζεται ἀπό τήν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία δοξολογικά καί συνάμα κατανυκτικά. ῾Η ἡδυμελής ὑμνογραφία καί ἡ εἰρηνόχυτη εἰκονογραφία μέ θαυμαστό τρόπο ἐκφράζουν τό μέγα γεγονός. Μέσα στό χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ὁ ᾿Ορθόδοξος Χριστιανός ζεῖ τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως μέ τίς αἰσθήσεις του, πού μεταμορφώνονται γιά νά γίνουν μέσα ἐπικοινωνίας μέ τό ἄρρητο. Προσκυνώντας τήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως ἀνταποκρίνεται στό κέλευσμα τῆς ψαλμωδίας «δεῦτε ἴδωμεν πιστοί» καί «βλέπει» μέ τά μάτια του τήν θεολογία τῆς σαρκώσεως αἰσθανόμενος τήν εὐφροσύνη τῆς θείας συγκαταβάσεως καί κενώσεως.

Τό πνευματικό μεγαλεῖο, τό μυστικό βάθος καί τό αἰσθητικό κάλλος τῆς ᾿Ορθοδόξου τέχνης συνεργοῦν στή μετοχή τοῦ πιστοῦ στό καλοάγγελτο γεγονός τῆς ἐνανθρώπησης.

Παραστάσεις μέ θέμα τή Γέννηση ἀπαντοῦν ἀπό τήν Παλαιοχριστιανική ἐποχή, ἀλλά ἡ εἰκόνα, μέ ὁλοκληρωμένο τόν εἰκονογραφικό τύπο, ἐμφανίζεται κυρίως στά χρόνια μετά τήν εἰκονομαχική ταραχή, στήν ἀκμή τῆς μεσοβυζαντινῆς περιόδου ἀκολουθώντας κατοπινά μιά πορεία μέ μικρές παραλλαγές ἀνάλογες μέ τίς γενικώτερες συνθῆκες τόπου καί ἐποχῆς.

Γύρω στόν 11ο αἰ. βρίσκουμε στά μεγάλα μνημειακά σύνολα τῶν ψηφιδωτῶν παραστάσεις τῆς Γεννήσεως πού συγκεντρώνουν ὅλα τά ἐπιμέρους εἰκονογραφικά στοιχεῖα. Τά ψηφιδωτά τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς τοῦ ῾Οσίου Λουκά (ἀρχές 11ου αἰ.) καί τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Δαφνιοῦ (τέλος 11ου αἰ.) εἶναι δύο χαρακτηριστικά καί προσιτά δείγματα, πού μποροῦν νά μάς δώσουν τήν αὐθεντική εἰκονογραφική σύνθεση.

Στό κέντρο τῆς εἰκόνας ὑψώνεται βουνό «βραχῶδες, ἀλλ᾿ εὔχαρι καί φωτεινόχρωμο». (Φ. Κόντογλου, ῎Εκφρασις τῆς ᾿Ορθοδόξου Εἰκονογραφίας, ἐκδ. οἶκος ᾿Αστήρ 1960 τόμ. Α΄, σελ. 156) μέ μιά μεγάλη σκοτεινόχρωμη σπηλιά. Μέσα στήν σπηλιά ἡ κτιστή – συχνά ἰσοδυναμικά – φάτνη μέ τόν σπαργανωμένο, ἀρτιγέννητο νήπιο Χριστό. Δίπλα ἡ Παναγία Μητέρα πάνω σέ στρῶμα κάθεται ἤ εἶναι μισοξαπλωμένη καί σέ μεταγενέστερους χρόνους γονατίζει.

Πίσω ἀπό τήν φάτνη προβάλλουν τά κεφάλια τους δυό ἀγαθά ζῶα, βόδι καί ὀνάριο. ῎Εξω ἀπό τό σπήλαιο στό ἕνα ἄκρο τῆς εἰκόνας κάθεται συλλογισμένος ὁ ᾿Ιωσήφ. Στό ἄλλο ἄκρο τό πρῶτο λουτρό τοῦ Βρέφους πού γίνεται μέ τήν βοήθεια δύο γυναικῶν· συχνά ἡ μία δοκιμάζει μέ τό χέρι της τή θερμοκρασία τοῦ νεροῦ.

Στό ἐπάνω μέρος οἱ ὁλόσωμοι ῎Αγγελοι προσκυνοῦν καί δοξολογοῦν τόν τεχθέντα Θεόν καί μέ χαρά ἀναγγέλουν στούς τσοπάνους, τό χαρούμενο μήνυμα τῆς γέννησης τοῦ Σωτήρα. Οἱ ποιμένες, πού ξενυχτώντας βόσκουν τά κοπάδια τους, δέχονται ἐκστατικοί τό ἄγγελμα. Συχνά ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς παίζει τό σουραύλι του, ἐνῶ ἄλλος συνομιλεῖ μέ τόν ᾿Ιωσήφ.

῾Η σύνθεση ὁλοκληρώνεται μέ τήν προσκύνηση τῶν Μάγων, πού ἔρχονται ντυμένοι μέ τίς ἐξωτικές τους στολές καί κομίζοντας τά βασιλικά τους δῶρα. ῾Ο λαμπρός ἀστέρας, πού τούς ὁδηγοῦσε, ἔχει σταθεῖ πάνω ἀπό τό σπήλαιο «ὡσάν δροσοσταλίδα κρεμασμένη ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ» (Φ. Κόντογλου, σελ. 156).

Τό τοπίο, πού μέσα διαδραματίζεται τό θαυμαστό αὐτό γεγονός εἶναι λιτό καί ἀπέριτο. «῎Αγρια πρινάρια καί εὐώδη χόρτα, μυρσίνες, θυμάρια καί ἄλλα στολίζουν ταπεινά τούς βράχους, ὅπως τά βλέπει κανένας στά εὐλογημένα βουνά τῆς πατρίδος μας». (Φ. Κόντογλου σελ. 158). Συχνά ἔχει ἕνα χαρακτήρα πιό εἰδυλιακό μέ τό βουνό ζωγραφισμένο σέ κοφτερά, κρυσταλικά ἐπίπεδα (Περίβλεπτος Μυστρᾶ).

῾Η εἰκονογραφική αὐτή σύνθεση στήν ἱστορική πορεία τῆς ᾿Ορθοδοξίας δέχεται διάφορες μικρές ἤ κάποτε καί σημαντικές παραλλαγές πού θά τίς δοῦμε παρακάτω.

᾿Εκτός ἀπό τήν συνοπτική αὐτή εἰκόνα ὑπάρχει καί εὐρύτερος εἰκονογραφικός κύκλος, πού ἀρχίζει ἀπό τά γεγονότα πρίν τήν Γέννηση (῎Ονειρο τοῦ ᾿Ιωσήφ, Ταξείδι πρός τήν Βηθλεέμ, ᾿Απογραφή στόν ἄρχοντα Κυρήνιο) κορυφώνεται μέ τήν σύνθεση τῆς Γεννήσεως καί συνεχίζεται μέ τήν ἀπεικόνιση τῶν Μάγων (Ταξείδι τῶν Μάγων, οἱ Μάγοι μπροστά στόν ῾Ηρώδη, ὁ ῾Ηρώδης ἐρωτᾶ τούς Γραμματεῖς, ῾Η ᾿Επιστροφή τῶν Μάγων) καί κλείνει μέ τά γεγονότα μετά τήν Γέννηση (Φυγή στήν Αἴγυπτο καί Βρεφοκτονία). ῞Ενας τέτοιος ἀφηγηματικός κύκλος ἔχει διασωθεῖ στά ἐξαίσια ψηφιδωτά τῆς Μονῆς τῆς Χώρας (Καχριέ Τζαμί) στή Κωνσταντινούπολη ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰ. (Βλ.Paul Underwood, The Kariye Djani, τομ. 2 πίν. 99-111, σελ. 148-203). Σέ πολλές ὅμως ἄλλες ἐκκλησίες ἀπαντοῦν ὁρισμένες ἀπό τίς σκηνές αὐτές, ὅπως π.χ. στό Δαφνί, ἡ Προσκύνηση τῶν Μάγων πού ἀκολουθεῖ ἀκριβέστερα τήν Εὐαγγελική διήγηση· «καί ἐλθόντες εἰς τήν οἰκίαν εἶδον τό παιδίον μετά Μαρίας τῆς Μητρός αὐτοῦ καί πεσόντες προσεκύνησαν καί ἀνοίξαντες τούς θησαυρούς αὐτῶν προσήνεγκαν δῶρα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν» (Ματθ. 2, 11).

Τήν ἴδια εἰκονογραφία περιγράφει καί ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ «Σπίτι καί ἡ Παναγία καθημένη εἰς σκαμνί, βαστάζουσα ὡς βρέφος τόν Χριστόν εὐλογοῦντα…» (῾Ερμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης, σελ. 86, §6). ῎Ας σημειωθεῖ ὅτι ἡ Προσκύνηση τῶν Μάγων εἶναι ἀρχαιοτάτη παράσταση, ἀφοῦ ἀπαντᾶ ἤδη στίς κατακόμβες (῾Αγ. Καλλίστου καί Δομιτίλλης), σέ ἀνάγλυφες μαρμάρινες σαρκοφάγους, σέ ψηφιδωτά τῆς Ραυέννας (6ος αἰ.) κ.ἄ.

῎Ας ἐπανέλθουμε ὅμως στήν παράσταση τῆς Γεννήσεως πού ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς βασικές σκηνές τοῦ εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας καθώς περιλαμβάνεται στό Δωδεκάορτο καί ἀποτελεῖ τήν «μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Μigne, P. G. 49, 351) κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο.

῾Ο εἰκονογραφικός τύπος διαμορφώθηκε ἔτσι ὥστε νά συνοψίζει τήν θεολογία τῆς Γεννήσεως ντύνοντάς την μέ ἄρτια αἰσθητική μορφή. ῾Η παράσταση ἔχει ὀργανωθεῖ ἀντιρρεαλιστικά καί συμβολικά συνθέτοντας στοιχεῖα ἀπό τήν πραγματικότητα μέ πνευματικά καί διαχρονικά. Τό βουνό, τό σπήλαιο, ἡ φάτνη, τά ζῶα συνυπάρχουν μέ τόν χρυσό κάμπο πού εἶναι ὁ πνευματικός χῶρος τοῦ οὐρανοῦ. ῎Ετσι ἡ εἰκόνα ἀμέσως παρουσιάζει τήν σύνθεση τοῦ γήϊνου καί τοῦ οὐράνιου, τοῦ ἀνθρώπινου καί τοῦ θείου. ῾Η ᾿Ορθόδοξη ζωγραφική οὔτε ἀνθρωποποιεῖ τήν παράσταση σάν μιά παχυλή εἰδωλοποίηση τῶν μορφῶν ἤ μιά ἁπλή ἀφήγηση, οὔτε πάλι τήν ἀπογυμνώνει ἀπό τήν ἱστορικότητα ἀφαιρώντας τίς ἀναφορές στήν πραγματικότητα. ῾Η πνευματική καί καλλιτεχνική αὐτή κατεύθυνση παρέχει στό ζωγράφο πολλές ἐλευθερίες ὅπως π.χ. τήν ὑπέρβαση τῶν φυσικῶν ἀναλογιῶν τῶν παριστανομένων μορφῶν καί τήν ἀνάπλασή τους μέσα στήν εἰκόνα σύμφωνα μέ τήν δεσπόζουσα κεντρική ἰδέα.

῞Ολες οἱ μορφές ἔχουν εἰδικό νόημα καί συμβολισμό. ῾Η Γέννηση τοποθετεῖται μέσα σέ σπήλαιο, στοιχεῖο πού δέν προέρχεται ἀπό τά Εὐαγγέλια, ἀλλά τήν παράδοση πού ξεκινάει μέν ἀπό τό ἀπόκρυφο τό λεγόμενο Πρωτοευαγγέλιο τοῦ ᾿Ιακώβου (κεφ. XVII) «καί εὗρε σπήλαιον ἐκεῖ καί εἰσήγαγε αὐτήν» (C. Tischendorf, Εὐαγγέλια ᾿Απόκρυφα, ἐκδ. οἶκος Σπανοῦ, σελ. 32) ἀλλά τήν παίρνει ὁ ᾿Ορθόδοξος θεολογικός στοχασμός (᾿Ιουστῖνος ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς) καί τήν καθιερώνει ἡ ὑμνογραφία μέ τόν Ρωμανό «καί ἡ γῆ τό σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει» (Κοντάκιον), καί τούς ἄλλους ῾Υμνωδούς τῶν Χριστουγέννων· «Τί σοί προσενέγκωμεν Χριστέ ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος…ἡ γῆ τό σπήλαιον» (᾿Ιδιόμελον ῾Εσπερινοῦ Χριστουγέννων) ἤ «τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι» (κάθισμα ῎Ορθρου Χριστουγέννων) κ.ἄ. Τό σκοτεινόχρωμο σπήλαιο συνδέεται καί μέ τόν Ἅιδη πού θά φωτίσει ὁ Χριστός μέ τήν ἀνάστασή Του. Συμβολίζει ὅμως καί τήν σκοτεινιά τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου στήν ὁποία θά λάμψει τό χαρούμενο, λυτρωτικό φῶς «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνάτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. 4, 16). ῞Οπως σημειώθηκε πιό πρίν στή φάτνη ὁ Χριστός εἰκονίζεται σπαργανωμένος. ῾Η εἰκονογραφία ἐδῶ ἀκολουθεῖ πιστά τήν εὐαγγελική διήγηση «καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινε αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. 2, 7). Τό φασκιωμένο βρέφος παραπέμπει ὁπτικά σέ μορφές νεκρῶν, ὅπως τοῦ Λαζάρου, δίνοντάς μας ἔτσι μιά ἀκόμη νήξη γιά τό σάβανο καί τήν ταφή τοῦ Κυρίου.

῾Η θέση τῆς Παναγίας εἶναι καίρια στήν εἰκόνα δείχνοντας μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν ρόλο της στό ἔργο τῆς σωτηρίας. Εἰκονίζεται σέ ἄμεση σχέση μέ τό γλυκύτατο Τέκνο της, ἀλλά διατηρεῖ καί κάποια ἀπόσταση ἀπ᾿ Αὐτό, ὑπαγορευμένη ἀπό τήν γνώση τής θεότητάς Του.

Γιά τήν στάση στήν ὁποία ζωγραφίζεται ἡ Θεοτόκος ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι καθωρίζεται κυρίως ἀπό τήν ἀντίληψη γιά τόν μέ ἤ χωρίς ὠδίνες τοκετό. ῾Η ὑμνολογία ὅμως τῆς ᾿Εκκλησίας ἀποφαίνεται μέ σαφήνεια ὅτι ἔτεκεν ἀνωδίνως «τάς ὠδῖνας φυγοῦσα ὑπερφυῶς…» (Θ΄ ὠδή τοῦ κανόνος τοῦ Μ. Σαβάτου), ἀλλοῦ τήν προσφωνεῖ «῎Αχραντε ἀκόπως βαστάσα» (Δ΄ ὠδή τοῦ κανόνος τοῦ ᾿Ακαθίστου). Ἀλλά καί μεγάλοι Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ὅπως ὁ Μ. Φώτιος διατυπώνουν ἀνάλογες θέσεις· «τῇ ἀνωδίνῳ κυήσει». (῾Ομιλία ΚΗ΄, Εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Κ.Η. ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ).

῾Η ζωγραφική εἴδαμε ὅτι ἀπεικονίζει τήν Παναγία καθιστή, ἀνακεκλιμένη καί σέ μεταγενέστερη ἐποχή γονατιστή.

῾Η ἀνακεκλιμένη, πού βλέπουμε σέ σημαντικότατα ἔργα (Δαφνί 11ος αἰ., Μονή Χώρας 14ος αἰ., Περίβλεπτος Μυστρᾶ 14ος αἰ., Θεοφάνης 16ος αἰ.) θεωρήθηκε ὅτι ἀπηχεῖ ἀπόψεις γιά μέ ὠδῖνες γέννηση ἐκφράζοντας «περισσότερον τό ἀνθρώπινον στοιχεῖον (ἐνανθρώπησις), ὅτι ὁ Κύριος ἐνεδύθη τήν ἀνθρωπίνην φύσιν καί ἡ μήτηρ αὐτοῦ, ὡς ὄντως μήτηρ, ἐδοκίμασε τούς σχετικούς πόνους ὡς πᾶσα τίκτουσα γυνή». (Κ. Καλοκύρης, ῾Η Γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν Βυζαντινήν τέχνην τῆς ῾Ελλάδος, ᾿Αθῆναι 1956, σελ. 31).

῾Ο εἰκονογραφικός ὅμως τύπος τῆς ἀνακεκλιμένης Παναγίας ἐπεκράτησε τά τελευταῖα βυζαντινά χρόνια καί εἶναι ἀπίθανο νά ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν διδασκαλία καί τήν ὑμνολογία τῆς ᾿Εκκλησίας. Γι᾿ αὐτό πρέπει νά ὑποθέσουμε ὅτι τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο τονίζεται μέ τήν ἀναπαυτικώτερη στάση πού δίνει στήν Παναγία ὁ ζωγράφος χωρίς ὅμως αὐτή νά φανερώνει ὑποχρεωτικά ὠδῖνες τοκετοῦ. ῾Η μητρική τρυφερότητα (Πρωτάτο 14ος αἰ.) καί κάποια προορατική αἴσθηση τῆς ρομφαίας πού θά διαπεράσει τήν καρδιά της (Περίβλεπτος) ἴσως προσδιορίζουν αὐτή τήν στάση τῆς Θεομήτορος.

Μέσα στό σπήλαιο δέν ὑπάρχει ἄλλο πρόσωπο ἀπό τήν Μητέρα καί τό Βρέφος. Μόνο τά δύο ζῶα, (βόδι καί ὀνάριο) πού ἡ παρουσία τους εἶναι μιά ζωγραφική ὑπόμνηση τῶν καυτερῶν γιά τόν ᾿Ισραήλ λόγων τοῦ ᾿Ησαΐα «ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ. ᾿Ισραήλ δέ με οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός με οὐ συνῆκε». (῾Ησ. 1, 3). ῾Η ἀποστασία τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στηλιτεύεται μέ τόν διακριτικό αὐτόν τρόπο μέσα στήν εἰκόνα. Εἴπαμε ὅτι ὁ ᾿Ιωσήφ κάθεται ἔξω καί κάπως ἀπόμακρα ἀπ᾿ τό σπήλαιο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο διατρανώνει ἡ βυζαντινή ζωγραφική τήν θεμελιώδη πίστη τῆς ᾿Εκκλησίας γιά τήν ἀπείρανδρο γέννηση τοῦ ᾿Ιησοῦ, ὅπως ἄλλωστε γίνεται καί μέ τήν ὑμνολογία. ῾Ο ᾿Ιωσήφ εἶναι ὁ μνήστωρ πού ξέρει ὅτι ἡ Μαρία ἦταν ἡ «ἀπειρόζυγος δάμαλις» (Δοξαστικό Στ΄ ὥρας τῶν Χριστουγέννων).

῾Η ζωγραφική τῆς ᾿Αναγέννησης, πού δέν ἐνδιαφερόταν γιά τήν θεολογική ἔκφραση διά τῆς εἰκόνος, τοποθέτησε τόν ᾿Ιωσήφ γονατιστό μέσα στό στάβλο σέ συμμετρική θέση μέ τήν Παναγία ἐξισώνοντάς τον ζωγραφικά μέ τήν Θεοτόκο καί μή διακρίνοντας τήν χαώδη διαφορά στή σχέση Θεοτόκου – ᾿Ιησοῦ καί ᾿Ιωσήφ – ᾿Ιησοῦ. ᾿Από δυτική ἐπίδραση ἔχουμε στά μεταβυζαντινά χρόνια ἀνάλογη ἀπεικόνιση τοῦ ᾿Ιωσήφ καί σέ ὀρθόδοξες εἰκόνες.

Στήν αὐθεντική ὀρθόδοξη ἔκφραση ὁ ᾿Ιωσήφ κάθεται συλλογισμένος, σέ μερικές περιπτώσεις μάλιστα (Δαφνί) μοιάζει σάν νά ἔχει σάν πρότυπο ἀγάλματα σκεπτομένων μορφῶν. ῾Η στάση αὐτή ὑποσημαίνει τίς ἀμφιβολίες πού φαίνεται ἀκόμη νά ἔχει· «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων ὁ σώφρων ᾿Ιωσήφ ἐταράχθη πρός τήν ἄγαμόν σε θεωρῶν καί κλεψίγαμον ὑπονοῶν ῎Αμεπτε» (᾿Ακάθιστος ῞Υμνος). ῾Αλλά καί στήν ὑμνολογία τῶν Χριστουγέννων ὑπάρχουν ἀκόμη πιό ἔντονες ἐκφράσεις τῆς στενοχώριας καί τῆς ἀμφιβολίας τοῦ ᾿Ιωσήφ πού ἐκφράζεται μέ δραματικό τρόπο· «τάδε λέγει ᾿Ιωσήφ πρός τήν Παρθένον· Μαρία, τί τό δρᾶμα τοῦτο, ὁ ἐν σοί τεθέαμαι; ᾿Απορῶ καί ἐξίσταμαι καί τόν νοῦν καταπλήττομαι…» (Δοξαστικό Α΄ ὥρας τῶν Χριστουγέννων).

Σέ μερικές εἰκόνες μπροστά στόν ᾿Ιωσήφ στέκεται καί συνομιλεῖ ἕνας τσοπάνος, συνήθως γέρος, κακόμορφος (σέ σπανιώτερες περιπτώσεις ἔχει κέρατα καί οὐρά), πού σύμφωνα μέ τά ᾿Απόκρυφα εἶναι ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σέ τσοπάνη πού πειράζει τόν ᾿Ιωσήφ δείχνοντας τήν ροζιασμένη μαγκούρα του καί λέγοντας εἰρωνικά, πώς ἄν αὐτό τό ξεραμένο ξύλο βλαστήσει μέ φύλλα καί κλαδιά, τότε μπορεῖ καί μιά Παρθένα νά γεννήσει. Σέ κάποιες μάλιστα εἰκόνες, σάν ἄλλη μιά ἐπίρρωση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου, ζωγραφίζεται βλαστημένη ἡ ποιμενική ράβδος.

῾Η ἔνταξη τῶν ἀμφιβολιῶν τοῦ ᾿Ιωσήφ στήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ἐνῶ ἔχει ἤδη πάρει στό ἐνύπνιό του τήν πληροφορία γιά τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, ἔχει χαρακτῆρα διδακτικό. «Στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου ᾿Ιωσήφ, ἡ εἰκόνα ἀφηγεῖται ἕνα παγκόσμιο δρᾶμα πού παράγεται διά μέσου ὅλων τῶν αἰώνων… Τό Μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθύνεται στήν πίστη καί συναντᾶ τό ἐμπόδιο τίς ἀμφιβολίες» (Π. Εὐδοκίμωφ, ῾Η τέχνη τῆς εἰκόνας, Θεολογία τῆς ὡραιότητος, ἐκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 214).

῾Η συλλογισμένη καί συνεσταλμένη στάση του δείχνει ἄνθρωπο πού βρέθηκε σέ γεγονότα ἐπάνω ἀπό τίς δυνάμεις του, ἀλλά πού δέν τοῦ λείπει ἡ ἀγαθή προαίρεση. Γι᾿ αὐτό καί τήν Μαρία δέν θά τήν διώξει κρυφά, ὅπως πρός στιγμή σκέφθηκε, ἀλλά θά σταθεῖ δίπλα στή Μητέρα καί τό Παιδίον σάν προστάτης. Στήν ὑμνογραφία φαίνεται καθαρά ἡ τελική του κατάληξη στά ἀνερμήνευτα ἀπό τήν κοινή λογική γεγονότα, «᾿Εγώ, φησί τούς προφῆτας ἐρευνήσας καί χρηματισθείς ὑπό ἀγγέλου, πέπεισμαι ὅτι θεόν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως» (Δοξαστικό Γ΄ ὥρας τῶν Χριστουγέννων). ῎Ετσι ἡ ἀμφιβολία τοῦ ᾿Ιωσήφ γίνεται στήριγμα γι᾿ αὐτούς πού δοκιμάζονται ἀπό λογισμούς ἀμφιβολίας καί δυσπιστίας.

Οἱ ποιμένες, ἀνοιχτόκαρδοι, καλοκάγαθοι, εἰρηνικοί ἄνθρωποι δέχονται μέ κατάπληξη, ἀλλά καί χαρά τό μήνυμα τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία, ἀντιπροσωπεύοντας τήν ἀγαθή μερίδα τῶν ἀληθινῶν ᾿Ισραηλιτῶν πού ἄκουσαν τό καλό ἄγγελμα τῆς σωτηρίας καί τό ἐνστερνήθηκαν ἀμέσως.

῎Αν οἱ ποιμένες εἶναι οἱ ἁπλοϊκοί ἄνθρωποι οἱ Μάγοι εἶναι οἱ σοφοί καί διαβασμένοι, πού ὅμως ἡ γνώση τους δέν στέκει ἐμπόδιο στή προσκύνηση τοῦ σαρκωθέντος Λόγου. Γι᾿ αὐτό καί ἡ τέχνη τῆς ᾿Εκκλησίας (ζωγραφική καί ποίηση) δίνουν μεγάλη σημασία στήν παρουσία τους. Μέ τίς λαμπρές καί παράξενες στολές τους, ἄλλοτε πεζοί καί ἄλλοτε ἔφιπποι εἰκονίζονται συχνά σέ δυό ἤ τρεῖς διαδοχικές σκηνές. Οἱ Μάγοι εἶναι οἱ ἀναζητητές πού πασχίζουν νά βροῦν τήν ᾿Αλήθεια ἔξω ἀπό τόν χῶρο τοῦ ᾿Ισραήλ. ῎Ηδη στήν προχριστιανική ἐποχή ἀναφέρονται ἄνθρωποι πού «εἶναι εὐάρεστοι στό Θεό γιατί αὐτοί τόν φοβοῦνται καί ἀσκοῦν τήν δικαιοσύνη» (Π. Εὐδοκίμωφ, σελ. 214) ὅπως ὁ ᾿Ιώβ ᾿Ιδουμαῖος, ἡ βασίλισσα τοῦ Σαβᾶ καί κυρίως ὁ «ἀπάτωρ καί ἀμήτωρ» (῾Εβρ. 7, 3) Μελχισεδέκ, ἀλλά καί ἡ πατερική σκέψη γνωρίζει τόν σπερματικό λόγο (᾿Ιουστῖνος ὁ φιλόσοφος) στούς ἐθνικούς. Αὐτούς ἀντιπροσωπεύουν οἱ Μάγοι, καθώς καί τούς ἀνά τούς αἰῶνες ἀναζητητές τῆς ἀλήθειας πού μέσα ἀπό τούς πολυδαίδαλους ἀτραπούς τῆς σκέψης ἀκολουθώντας τόν ἀστέρα τῆς ἐσώτερης παρόρμησής τους φτάνουν κάποτε μέ ταπείνωση στήν ἁπλότητα τῆς Φάτνης γιά νά καταθέσουν τά δῶρα τοῦ πνευματικοῦ τους μόχθου καί νά χαροῦν μαζί μέ τούς ποιμένες καί αὐτοί γιατί «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν». (Προκείμενον Προφητείας Γ΄ ὥρας Χριστουγέννων).

Οἱ ῎Αγγελοι ὁλόσωμοι, εὐγενικοί καί μεγαλόπρεποι, ντυμένοι μέ τά ἀρχαῖα ἐνδύματά τους (ἱμάτιο καί χιτώνα) σέ στάσεις καί κινήσεις πού δείχνουν τόν σεβασμό στό Βρέφος ἀναγγέλουν στούς ποιμένες τό μέγα γεγονός, πού θά ἀποτελέσει τομή στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Καί ὅταν ὅμως σκύβουν γιά νά ἐκφράσουν τό σεβασμό τους δέν ζωγραφίζονται μέσα στήν σπηλιά, ἀλλά στέκουν ἀπ᾿ ἔξω, ὥστε νά προβάλλεται ἀνεμπόδιστα καί ἀδιάσπαστα τό κεντρικό θέμα· ὁ θεός καί κτίστης πού ντύθηκε τήν σάρκα καθώς καί ἡ Παναγία Μητέρα του, πού κατά τό ῞Αγ. Νικόδημο τόν ῾Αγιορείτη κατέχει «τά δευτερεῖα τῆς ῾Αγίας Τριάδος» (῾Εορτοδρόμιον, Βενετία 1836, σελ. 480).

῾Η ὅλη σύνθεση κλείνει μέ ἕνα ἀκόμα ἐπεισόδιο, πού προέρχεται ἀπό τά ᾿Απόκρυφα· τό πρῶτο λουτρό τοῦ βρέφους. Στό πρωτοευαγγέλιο τοῦ ᾿Ιακώβου (Κεφ. XX, Tischendorf – Σπανός σελ. 36-38) περιγράφονται διάφορες φροντίδες γιά τόν τοκετό τῆς Μαρίας καθώς καί ἡ μαία καί ἡ βοηθός της πού συνδράμανε τήν Παναγία καί ἔλουσαν τό ἀρτιγέννητο. Εἰκονογραφικά ἡ σκηνή κατάγεται ἀπό ἀρχαία παράσταση λουτροῦ τοῦ Διονύσου. ῾Η χριστιανική τέχνη ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες προσέλαβε τό θέμα. Σέ ὅλες σχεδόν τίς κατοπινές βυζαντινές καί μεταβυζαντινές εἰκόνες τῆς Γεννήσεως βρίσκεται ἡ σκηνή τοῦ λουτροῦ. ᾿Εξαίρεση σημειώνεται τόν 18ον αἰ. στό ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου ἡ σκηνή θεωρήθηκε μειωτική τῆς θεότητος καί κατά συνέπεια ἀπόβλητη. Τήν θεωρία αὐτή ἀνέπτυξε ὁ ῞Αγ. Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης στήν ἑρμηνεία τοῦ ΟΘ΄ κανόνα τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου «τό δέ νά ἱστοροῦνται γυναῖκές τινες πλύνουσαι τόν Χριστόν ἐν λεκάνῃ ὡς ὁρᾶται ἐν πολλαῖς εἰκόσι τῆς Χριστοῦ γεννήσεως, τοῦτο εἶναι παντάπασιν ἀτοπώτατον καί σαρκικῶν ἀνθρώπων ἐφεύρεμα δι᾿ ὅ καί παντί τρόπῳ πρέπει νά ἀποβάλλεται» (Πηδάλιον, ἔκδ. ᾿Αστέρος, ᾿Αθῆναι 1957, σελ. 290). Στήν ἐντολή αὐτή φαίνεται ὑπακούοντας μερικοί μοναχοί ἐκάλυψαν τήν παράσταση τοῦ λουτροῦ μέ βουνά κ.λ.π. σέ τοιχογραφίες (Καθολικόν καί παρεκκλήσιον ῾Αγ. Νικολάου Μ. Λαύρας, Καθολικόν Μ. Σταυρονικήτα καί Καθολικόν Μ. Διονυσίου) καί φορητές εἰκόνες (εἰκόνα Γεννήσεως στή Λαύρα. Βλ. Κ. Καλοκύρη ῾Η ἀπάλειψη τῆς σκηνῆς τοῦ λουτροῦ τοῦ θείου Βρέφους ἐκ τοιχογραφίας τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, στό τόμο ῎Αθως θέματα ᾿Αρχαιολογίας καί τέχνης, ἐκδοτικός οἶκος ᾿Αστήρ, ᾿Αθῆναι 1963, σελ. 22). Παραταῦτα ὅμως, ὅπως καί προηγουμένως σημειώσαμε, ἡ σκηνή ἐπεκράτησε. Στήν ὀρθόδοξο αἴσθηση τοῦ λαοῦ τῆς ἐκκλησίας δέν προξένησε κανένα σκανδαλισμό. Εἶδε στήν ἀπεικόνιση αὐτή μιά ἀκόμη ἔκφανση τῆς σαρκώσεως καί ἐνανθρωπήσεως.

῾Ο Χριστός δέν εἶχε βέβαια ἀνάγκη καθαρμοῦ ἀπό κάποιο μολυσμό, ἀλλά τονίζεται μέ τήν χαριτωμένη, οἰκία αὐτή σκηνή μιά ἀκόμη φορά ἡ ἀνθρώπινη φύση, ὅπως θά γίνει μέ τήν Περιτομή, τήν ῾Υπαπαντή κ.ἄ. «῾Η σκηνή τοῦ λουτροῦ τοῦ βρέφους μαρτυρεῖ ὅτι εἶναι ἀληθινά Υἱός τοῦ ᾿Ανθρώπου καί ταυτόχρονα καί ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας πού ἐπιτέλους ἦλθε». (Π. Εὐδοκίμωφ, σελ. 207). Μερικοί ἀκόμη μελετητές καί θεολογοί βλέπουν καί μιά προεικόνιση τῆς Βαπτίσεως.

Τό τοπίο λιτό καί ἀρρενωπά λυρικό, ἐνῶ παραμένει στά οὐσιώδη του στοιχεῖα τό ἴδιο, παραλλάσει σέ ὁρισμένες λεπτομέρειες πού ὅμως καταγράφουν στήν εἰκόνα μαρτυρίες τῆς ἐποχῆς καί τῶν γενικοτέρων ἀντιλήψεων. Στό ψηφιδωτό τοῦ Δαφνιοῦ εἶναι εἰδυλιακό μέ μαλακές γωνίες καί γραμμές πού τείνουν στήν ὁριζόντιο, καί φωτεινά χρώματα πού ἀπηχοῦν κλασσικές ἀναμνήσεις καί ἐπιδράσεις τοῦ ᾿Αττικοῦ τοπίου. Στή Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ ἀντίθετα τό κεντρικό βουνό ὑψώνεται μέ κοφτερά ἐπίπεδα καί αἰχμηρές καταλήξεις πού καταγράφουν τήν ἀγωνία τῶν τελευταίων γενεῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Αὐτή τή μορφή τοῦ βουνοῦ θά προτιμήσουν καί οἱ κυριώτεροι ζωγράφοι τῆς Κρητικῆς Σχολῆς (Θεοφάνης στά Μετέωρα – 1527, στή Μ. Λαύρα καί τή Μ. Σταυρονικήτα) ὁ Φράγκος Κατελάνος (παρεκκλήσιο ῾Αγ. Νικολάου Μ. Λαύρας 1560) κ.ἄ. ῎Αν καί εἶναι γνωστό, ἄς ὑπομνησθεῖ ἐδῶ ὅτι τό τοπίο εἶναι πάντα φωτεινό καί ποτέ δέν παριστάνεται χιονισμένο, ὅπως τό φαντάστηκε ἡ βορειοευρωπαϊκή ἀντίληψη.

Γενικώτερα ἡ τέχνη πού ἀναπτύχθηκε ἔξω ἀπό τό χῶρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας στή δυτική καί βόρεια Εὐρώπη διαμόρφωσε διαφορετική εἰκόνα ἐνῶ ἀρχικά εἴχαμε τόν ἴδιο περίπου εἰκονογραφικό τύπο ὅπως π.χ. σέ πίνακα (Φλωρεντία, συλλογή R. Longhi) πού ἀποδίδεται στό Cimabue (13ος αἰ.). Στό Duccio (1255 – 1315) διαφαίνονται κάποιες τάσεις γιά ἀλλαγές· Στή «Γέννηση» τῆς ᾿Εθνικῆς Πινακοθήκης τῆς Οὐάσιγκτον τό σπήλαιο ἀρχίζει νά διαμορφώνεται σέ σταῦλο, ἐνῶ τά ἄλλα εἰκονογραφικά στοιχεῖα (θέση τοῦ ᾿Ιωσήφ, λουτρό τοῦ βρέφους, ποιμένες, ῎Αγγελοι) παραμένουν τά καθιερωμένα ἀπό τήν παράδοση. Στούς ζωγράφους τοῦ 15ου αἰ. ἡ παραδοσιακή εἰκονογραφία ἔχει ξεχαστεῖ. Τό τοπίο γίνεται εἰδυλλιακό καί ἀγροτικό, ἤ μεσαιωνικό μέ πύργους, λότζιες, τοξοστοιχίες κ.λ.π. Παναγία εἶναι μιά ὄμορφη, νεαρή ἀρχοντοπούλα, καί ᾿Ιησοῦς ἕνα χαριτωμένο παχουλό μωρό, γυμνό -παρά τή σαφῆ μνεία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ- πού παίζει μακάρια μέ τά χεράκια του. ῾Ο ᾿Ιωσήφ παίρνει θέση ἰσάξια πρός τήν Παναγία καθώς καί οἱ δύο γονατίζουν δεξιά καί ἀριστερά ἀπό τό βρέφος.

Συχνά ἀπό ὅλη τή σύνθεση τῆς Γεννήσεως ὁ ζωγράφος ἀπομονώνει ἕνα ἐπεισόδιο, ὅπως π.χ. τήν «Προσκύνηση τοῦ Βρέφους» πού βλέπουμε σέ πίνακα (Φλωρεντία πινακοθήκη Uffizi) τοῦ Filippo Lippi (1406-1469) μέ ὅλα τά παραπάνω γνωρίσματα, ἤ τήν Προσκύνηση τῶν Μάγων, ὅπου μερικές φορές μάλιστα τό θέμα γίνεται μόνο ἀφορμή γιά νά ζωγραφιστεῖ μιά θεαματική παρέλαση τῆς ἀριστοκρατίας ὅπως συμβαίνει στό γωστό πίνακα τοῦ Gentile da Fabriano (π. 1370-1427) πού βρίσκεται στό Uffizi τῆς Φλωρεντίας καί ἀκόμη περισσότερο στή τοιχογραφία τοῦ 1459 τοῦ Benozzo Gozzoli στό παρεκκλήσιο τῶν Μεδίκων – Ρικάρντι στή Φλωρεντία. Μέ ἀνάλογα ἔργα φεύγουμε ἀπό τήν πνευματική, αὐστηρή ἔκφραση τῆς πίστης ὅπως συνολικά -καθολικά- βιώνεται ἀπό τήν ᾿Εκκλησία καί μπαίνουμε στό χῶρο τῆς προσωπικῆς -καί κάποτε αὐθαίρετης- ἑρμηνείας. Παρ᾿ ὅλες ὅμως αὐτές τίς ἀλλαγές, πού παρατηροῦνται, στούς περισσότερους ζωγράφους τοῦ 14ου καί 15ου αἰ. δέν λείπει ἐντελῶς κάποια αἴσθηση θαύματος, ὅπως ὅμως τό ἀντικρίζουν μέσα ἀπό τό συναισθηματισμό τῆς ἱππωσύνης, καί τῆς προσαρμογῆς στά δεδομένα τῆς ἐποχῆς. «῾Η τέχνη τά ἀπομακρυσμένα γεγονότα τῆς «Γεννήσεως» τά φέρνει κοντά, ἔτσι πού ἡ θερμή κι εὐεργετική δύναμή τους γίνεται πίο ἔντονη. Καί σέ σένα τόν ἴδιον πρέπει νά γίνουν Χριστούγεννα, λένε οἱ καλλιτέχνες ὁμόφωνα, ἡ αὐλή σου, ἡ κάμαρά σου εἶναι Βηθλεέμ, παντοῦ ἀντιλαλεῖ τό μήνυμα τοῦ ἀγγέλου, παντοῦ πρέπει ποιμένες καί μάγοι μέ στέρεα πίστη νά σπεύσουν στό Βρέφος» γράφει δυτικός ἱστορικός τῆς τέχνης (Η.Lϋtzeler, Τά Χριστούγεννα στήν Τέχνη, ἐκδ. Herder/Freiburg, σελ.3-4).

῾Η πορεία τῆς δυτικῆς τέχνης δείχνει ὅλο καί περισσότερο νά ἐξανθρωπίζει τό μυστηριακό γεγονός. Στή λεγόμενη «Μυστική Γέννηση» (Λονδίνο, ᾿Εθνική Πινακοθήκη) τοῦ Sandro Botticelli (1444-1510) ἡ ἐκκοσμίκευση ὁλοκληρώνεται καί ἡ Γέννηση γίνεται παγανιστική γιορτή· ἤ ἔστω καταγραφή ἑνός ἱστορικοῦ γεγονότος ἐκφρασμένου στά πλαίσια τῆς οὐμανιστικῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ μέτρου καί τῆς ἁρμονίας. Ὁ Ghirlandaio δέν διστάζει νά ζωγραφίσει τό γυμνό βρέφος μπροστά σέ μιά ἀρχαία σαρκοφάγο. (῾Η προσκύνηση τῶν ποιμένων – 1485, ῾Αγ. Τριάς Φλωρεντία).

Στήν ἐκλαϊκευμένη τέχνη πού θά ἀκολουθήσει κατά τόν 18ο καί 19ο αἰ. καί θά διαδοθεῖ στήν Δύση ἀλλά καί στήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Ανατολή, ἡ παράσταση τῆς Γεννήσεως ἔχει χάσει τελείως τόν ἀποκαλυπτικό λειτουργικό της χαρακτήρα καθώς ἔχει δημιουργηθεῖ ὁ γλυκερά συναισθηματικός τύπος, τῆς «῾Αγίας Οἰκογενείας» κατάλληλης γιά χριστοήθεια, ἀλλά μακριά ἀπό τό ἀληθινό προορισμό μιᾶς πραγματικῆς εἰκόνας.

Τήν πορεία πρός τόν ἐκδυτικισμό καί τήν ἐκκοσμίκευση ἡ τέχνη στό χῶρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας τήν ἔκαμε μέ πολύ-πολύ ἀργά βήματα καί σθεναρή ἀντίσταση, παρ᾿ ὅλο ὅτι βρισκόταν κάτω ἀπό δυσμενέστατες συνθῆκες λόγῳ τῆς δουλείας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους (Τουρκοκρατία, ᾿Ενετοκρατία κ.λ.π.). Σιγά-σιγά ὅμως μικρές εἰκονογραφικές παραλλαγές περνοῦσαν ἀπό τήν Δύση στήν ᾿Ορθόδοξη τέχνη. Στή τοιχογραφία π.χ. τῆς Μονῆς Βαρλαάμ τῶν Μετεώρων (1548), πού ἀποδίδεται στό ζωγράφο Φράγκο Κατελάνο, ἡ Παναγία εἶναι γονατιστή, προφανῶς ἀπό δυτική ἐπίδραση. ᾿Ανάλογη στάση ἔχει ἡ Θεοτόκος σέ τοιχογραφίες τοῦ ῾Αγ. ῎Ορους (Μ. Δοχειαρίου, ῾Αγ. Νικόλαος Μ. Λαύρας, Μ. Ξενοφῶντος κ.ἄ.).

Σέ εἰκόνα τοῦ Ἠλιοῦ Μόσχου (1658) τοῦ Μουσείου Μπενάκη τό Βρέφος εἶναι γυμνό καί οἱ ἄγγελοι κρατοῦν ταινία μέ τήν ἐπιγραφή «Δόξα ἐν ὑψίστοις θεῷ…». Στόν ἴδιο αἰώνα ὁ Θεόδωρος Πουλάκης ζωγραφίζει σχεδόν ἰσοδύναμους γονατιστούς τόν ᾿Ιωσήφ καί τήν Παναγία, ἐνῶ ἕνα αἰώνα πρίν ὁ Μιχαήλ Δαμασκηνός ζωγράφησε τήν προσκύνηση τῶν Μάγων (ν. ῾Αγ. Αἰκατερίνης ῾Ηρακλείου Κρήτης) ἀκολουθώντας πιστά δυτικά πρότυπα μέ πλῆθος πολύχρωμα ντυμένων μορφῶν, ἀλόγων προοπτικά καί διαγώνια ζωγραφισμένων, σέ ζωή κίνηση κλπ. μόνος, σύνδεσμος μέ τήν παράδοση εἶναι τό ἀγκαθερό βουνό καί ἡ τεχνική τοῦ αὐγοῦ. Τόν ἑπόμενο αἰώνα σέ εἰκόνα τοῦ Στεφάνου Τζαγκαρόλα (᾿Εθνική Πινακοθήκη) ἔχουμε μιά δυτική παράσταση μεταφρασμένη στή βυζαντινή τεχνική.

Κατάληξη τῆς πορείας αὐτῆς εἶναι ὁ ἑφτανησιώτικος νατουραλισμός, ὅπου ἡ σύνθεση εἶναι ἐντελῶς δυτική (π.χ. Προσκύνηση τῶν Μάγων Μουσείου Ζακύνθου). Τεχνική (ἐλαιογραφία), εἰκονογραφία, τεχνοτροπία, ἐνδυματολογία δέν ἔχουν καμμιά ἀπολύτως σχέση μέ τήν παράδοση.

Στό ἀπελευθερωμένο ἑλληνικό κράτος θά ἐπικρατήσουν ἀνάλογες τάσεις μέ προοδευτικά αὐξανόμενη τήν ἐκκοσμίκευση, ὥσπου περί τά μέσα τοῦ αἰώνα μας ὁ Φώτης Κόντογλου (1895-1965) θά ξαναϊστορήσει τήν Γέννηση μέ τήν παραδοσιακή τεχνική, τεχνοτροπία καί πνευματικότητα. (Φορητή εἰκόνα στό δωδεκάορτο τῆς Παναγίας – Μοναστηράκι ᾿Αθηνῶν τοῦ 1932, τοιχογραφίες στό παρεκκλήσιο ῾Αγ. Εἰρήνης οἰκ. Γ. Πεσεματζόγλου στή Κηφισιά τοῦ 1938, στόν Ι. Ν. Ζωοδόχου Πηγῆς στό Λιόπεσι τοῦ 1946 κ.ἄ.).

῾Η ᾿Ορθόδοξη εἰκόνα τῆς Γεννήσεως μορφοποιεῖ τήν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας κρατώντας ὅλο τό θεολογικό βάθος της, καθώς βρῆκε στήν ἔκφραση τό μέτρο ἀνάμεσα στό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο.

Μέ τήν ταυτόχρονη ἀναπαράσταση μέσα στήν ἴδια σύνθεση γεγονότων πού διαφέρουν μεταξύ τους χρονικά (π.χ. ὁ Χριστός στήν φάτνη καί τήν ἴδια ὥρα στό λουτρό, οἱ Μάγοι πού ὁδεύουν ἀκολουθώντας τόν ἀστέρα καί συγχρόνως προσκυνοῦν τό Χριστό κλπ.) πού σημαίνει ἀπελευθέρωση ἀπό τήν ἀντίληψη τοῦ χρόνου σάν ροῆς καί διαδοχῆς, δίδεται μιάν ἄλλη αἴσθηση τοῦ χρόνου πού τά ἀντιμετωπίζει ὅλα σάν παρόν. Αὐτή ἡ ἀντίληψη εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κατανόησης τοῦ μυστηρίου τῆς Σάρκωσης, σάν γεγονότος ἱστορικοῦ, ἀλλά καί μυστηριακοῦ, ἐξωχρονικοῦ. Γιατί ὁ Χριστός πού γεννήθηκε στήν ὁρισμένη χρονική στιγμή «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. 4,4) καί συγκεκριμένο τόπο, δέν ἔπαυσε νά εἶναι ὁ «πρό τῶν αἰώνων ὑπάρχων» ὁ ἄχρονος Υἱός πού «῞Ολος ἦν ἐν τοῖς κάτω καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν» (᾿Ακάθιστος ῞Υμνος). Αὐτή τή θεώρηση τοῦ χρόνου δίνει ἡ ᾿Ορθόδοξη εἰκόνα τῆς Γεννήσεως καί μέ αὐτόν τόν τρόπο κάνει σύγχρονο τό γεγονός καί καλεῖ τόν πιστό νά συμμετάσχει καί νά δεῖ τόν τόπο ὅπου ἐγεννήθη ὁ Χριστός.

Τά εἰκονογραφικά στοιχεῖα πού σημειώθηκαν πιό πάνω δέν θά ἀρκοῦσαν ὅμως νά ἀποδώσουν τό μήνυμα σωστά ἄν δέν εἶχαν τήν ἀπαιτούμενη αἰσθητική μορφή. ῾Η ἐλεύθερη σύνθεση, πού δέν καθορίζεται ἀπό τούς δεσμευτικούς γεωμετρικούς νόμους τῆς προοπτικῆς, ἡ δισδιάστατη ἀπόδοση τῶν σωμάτων, ὁ ἐσωτερικός φωτισμός τῶν μορφῶν, τό καθαρό χρῶμα εἶναι τά ζωγραφικά μέσα πού κάνουν τήν παράσταση ἀποκαλυπτική. Χρῶμα, σχέδιο, σύνθεση γίνονται Θεολογία. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο ἐπίτευγμα τῆς Βυζαντινῆς ζωγραφικῆς· πέτυχε νά φανερώσει μέ χρώματα καί σχήματα τήν ἐνανθρώπιση στήν σωτηριώδη, θεολογική διάσταση καί χωρίς νά μᾶς στερήσει τήν αἰσθητική χαρά πού γεννιέται ἀπό τήν μεγάλη τέχνη, κατώρθωσε νά καταστήσει τήν εἰκόνα πύλη εἰσόδου στό μυστήριο πού μπαίνουμε μέ εὐφροσύνη καί δοξολογία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ἡ Γέννηση στὴν Ἁγιογραφία (Φωτίου Κόντογλου)

img499Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας κράτησε καὶ διατήρησε τὴν παράδοση τῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης ἀμόλευτη, ὅπως κράτησε καὶ τὴν παράδοση τῆς ὑμνογραφίας, τῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Καὶ λέγοντας ἀμόλευτη, θέλω νὰ πῶ πὼς δὲν τὴν ἄφησε νὰ ξεπέσει ἀπὸ τὸν πνευματικὸ χαρακτήρα της, ὥστε νὰ κάνει ἔργα σαρκικὰ καὶ κοσμικά, ὅπως ἔγινε στὴ δυτικὴ ἐκκλησία.

Ἡ λεγομένη Ἀναγέννηση στὴν Ἰταλία στάθηκε στ’ ἀληθινὰ ἡ ἀναγέννηση τῆς εἰδωλολατρίας, δηλαδὴ τῆς λατρείας τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν γνωρίζει τί εἶναι ἡ πνευματικὴ ὡραιότητα. Οἱ τεχνίτες ποὺ δουλέψανε κατὰ τὴν Ἀναγέννηση ἤτανε οἱ πιὸ πολλοὶ ἄνθρωποι χωρὶς θρησκευτικὸ αἴσθημα, χωρὶς πίστη, καὶ παίρνανε τὰ θρησκευτικὰ θέματα σὰν πρόφαση μοναχὰ γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὴ μαστοριά τους στὴ φυσικότητα καὶ στὴ σαρκικὴ τέχνη. Κι’ οἱ ἴδιοι οἱ Ἰταλιάνοι τὸ παραδέχουνται αὐτὸ γιὰ τοὺς μεγάλους τεχνίτες τους, ἀφοῦ ἔχουνε γιὰ θαυματουργὲς εἰκόνες μονάχα τὶς παλιὲς βυζαντινὲς ποὺ βρεθήκανε στὸν τόπο τους, ἐνῶ θὰ γελάσουνε ἂν τοὺς πεῖ κανένας πὼς κάνανε εἰκόνες θαυματουργὲς (δηλαδὴ εἰκόνες γιὰ νὰ τὶς προσκυνᾶ ὁ Χριστιανὸς) ὁ Ραφαέλος, ὁ Τισιάνος, ὁ Ἀντρέας ντὲ Σάρτο, ὁ Βερονέζης, ὁ Τιντορέττος κι’ οἱ ἄλλοι μαστόροι τῆς Ἀναγέννησης.

Λοιπόν, γιὰ νὰ μιλήσει κανένας σωστά, ἁγιογραφία, δηλαδὴ θρησκευτικὴ ζωγραφικὴ μὲ πνευματικότητα, δὲν κάνανε στὴν Ἀναγέννηση, γιὰ τοῦτο καὶ τὰ ἔργα ποὺ φτιάξανε οἱ τότε τεχνίτες εἶναι θεατρικά, ἐπιδειχτικά, χωρὶς μυστικισμό, ἀντιπνευματικά, μὴν ἔχοντα καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ. Ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία κράτησε τὴν ἀρχαία πνευματικὴ καθαρότητα ὡς τὰ τελευταία χρόνια. Ἀλλὰ καὶ σὲ μᾶς ἄρχισε νὰ ξεπέφτει αὐτὴ ἡ τέχνη ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς πνευματικῆς ἁπλότητας καὶ νὰ θέλει νὰ κάνει καὶ στὶς δικές μας ἐκκλησίες ἔργα κούφια καὶ θεατρικά, γιατί ἡ ἀπιστία, ἡ ἐπίδειξη, κ’ ἡ μανία νὰ μοιάσουμε τοὺς ἄλλους στὸ κακό, μᾶς τύφλωσε ὁλότελα. Σὲ ὅσους δὲν ἔχουνε θρησκεία μέσα στὴν καρδιὰ τοὺς ἀρέσουνε αὐτὰ τὰ σαρκικὰ καὶ ἀντιπνευματικὰ ἔργα, γιατί ἡ σάρκα θαυμάζει τὴ σάρκα καὶ δὲν θέλει νὰ βλέπει πνευματικὰ πράγματα, κι’ οὔτε μπορεῖ νὰ τὰ νοιώσει. Τὸ ἀνάποδο γίνεται στοὺς ἀνθρώπους ποὺ νοιώσανε τὴ γλυκύτητα τῆς πίστης· αὐτοὶ δὲν βρίσκουνε καμιὰ οὐσία στὰ ἔργα ποὺ γινήκανε καὶ γίνουνται γιὰ νὰ δείξουνε τὴ μάταιη μαστοριὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ζωγράφου, ποὺ τὰ ἐξηγεῖ μία ματαιόδοξη δασκάλα ποὺ τὴ λένε «αἰσθητική».

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ζωγραφίζεται στὰ βυζαντινὰ εἰκονίσματα μὲ τὴν πνευματικὴ ἁγιότητα ποὺ εἶναι ἱστορημένη μέσα στὸ Εὐαγγέλιο. Δηλαδὴ παριστάνεται σὰν μυστήριο, ἐνῶ ἡ κοσμικὴ ζωγραφικὴ ποὺ εἴπαμε τὴν ζωγραφίζει σὰν μία σκηνοθεσία καὶ τίποτα παραπάνω. Κυττάξετε καμμιὰ τέτοια ζωγραφιά, ὅπως εἶναι τοῦ Κορέτζιου εἴτε τοῦ Μουρίλλου, καὶ θὰ νοιώσετε τί λέγω. Στὶς δικές μας τὶς εἰκόνες ἡ Γέννηση παριστάνεται μὲ ἁπλὸν καὶ βαθὺ τρόπο, χωρὶς ἐπιτηδευμένα στολίσματα καὶ μάταιες αἰσθηματολογίες. Ὅλα εἶναι ἁπλὰ καὶ ταπεινὰ πλὴν μέσα στὰ ἁπλὰ αὐτὰ σχήματα ὑπάρχει ἐκεῖνο τὸ θρησκευτικὸ πνεῦμα ποὺ εἶναι ἄπιαστο γιὰ τοὺς ἄθρησκους, γιατί εἶναι «ὡς πνοὴ αὔρας λεπτῆς».

Ὁ τύπος τῆς Γεννήσεως στοὺς βυζαντινοὺς εἶναι τοῦτος: Στὴ μέση στέκεται ἕνα σπήλαιο σὰν ἀπὸ κρουστάλινα βράχια περισκεπασμένο. Μέσα στὸ μαῦρο ἄνοιγμά του εἶναι μία φάτνη καὶ μέσα βρίσκεται ἕνα μωρὸ φασκιωμένο, ὁ Χριστός, κι’ ἀπὸ πάνω του τὸν ἀχνίζουνε μὲ τὸ χνῶτο τοὺς ἕνα βόδι κ’ ἕνα γαϊδούρι εἴτε ἄλογο.

Ἡ Παναγία εἶναι ξαπλωμένη πλάγι στὸ τέκνο της ἀπάνω σ’ ἕνα στρωσίδι, ὅπως συνηθίζουνε στὴν Ἀνατολή. Στὸ ἀπάνω μέρος ἀπὸ τὰ δεξιὰ εἶναι χορὸς Ἀγγέλων σὲ στάση δεήσεως, ἐνῶ ἀπὸ τ’ ἀριστερὰ ἕνας ἄλλος ἄγγελος μὲ φτερὰ ἀνοιχτά, μιλᾶ μὲ τοὺς τσομπάνηδες σὰν νὰ τοὺς λέγει τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση. Στὸ κάτω μέρος ἀπὸ τὰ δεξιὰ παριστάνεται ὁ γέρο Ἰωσὴφ καθισμένος σ’ ἕνα κοτρόνι καὶ συλλογίζεται μὲ τὸ κεφάλι ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέγει « ἠβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτὴν », καθ’ ὅσο δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσει τὴν Παναγία ποὺ γέννησε δίχως νά ʼναι δικό του τὸ παιδί. Μπροστά του στέκεται ἕνας γέρος τσομπάνης ἀκουμπισμένος στὸ ραβδί του, ντυμένος μὲ προβιά, καὶ τοῦ μιλᾶ σά νὰ θέλει νὰ τὸν παρηγορήσει. Στὰ ἀριστερὰ εἶναι καθισμένη μία γρηὰ ποὺ βαστᾶ στὴν ἀγκαλιὰ της τὸ νεογέννητο γυμνό, καὶ δοκιμάζει μὲ τὸ χέρι τῆς τὸ ζεστὸ νερὸ μέσα σὲ μία κολυμπήθρα, ἐνῶ μία μικρὴ χωριατοπούλα μὲ τὸ τσεμπέρι χύνει νερὸ γιὰ νὰ κολυμπήσουνε τὸ μωρό. Γύρω τους κι’ ἀπάνω στὶς ραχοῦλες βοσκᾶνε πρόβατα, κάθουνται ξαπλωμένα καὶ δυὸ τρία μαντρόσκυλα. Ἕνας τσομπάνης ἁρμέγει. Πίσω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ φαίνουνται μέσα στὰ βουνὰ οἱ τρεῖς μάγοι καβαλλικεμένοι στʼ ἄλογα, ὁ ἕνας σὲ ἄσπρο, ὁ ἄλλος σὲ μαῦρο κι’ ὁ ἄλλος σὲ κόκκινο. Ἡ Παναγία ζωγραφίζεται καὶ γονατιστή, μὰ αὐτὸ θαρῶ πὼς φραγκοφέρνει. Ἡ σκηνὴ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ κολυμπᾶνε τὸ βρέφος εἶναι παρμένη ἀπὸ τ’ Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια.

Εἶναι παράξενο πὼς οἱ βυζαντινοὶ ζωγράφοι ποὺ ἤτανε ὀρθοδοξώτατοι, βάζουνε στὶς εἰκόνες τους σκηνὲς ποὺ δὲν εἶναι γραμμένες στὸ Εὐαγγέλιο, παίρνοντάς τὲς ἀπὸ βιβλία ποὺ δὲν εἶναι Κανονικά. Στὸ Μυστρά, στὸ Καχριὲ Τζαμὶ κι’ ἀλλοῦ εἶναι ζωγραφισμένα ἐπεισόδια ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Παναγίας παρμένα ἀπὸ τὸ λεγόμενο Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου ποὺ δὲν εἶναι Κανονικό. Ἀλλὰ τέτοια καθέκαστα εἶναι ζωγραφισμένα στὰ Εἰσόδια, στὸν Εὐαγγελισμό, στὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης κ.λπ. Γιὰ τὴ Γέννηση βρίσκεται γραμμένο στὰ Ἀπόκρυφα πὼς σὰν πιάσανε οἱ πόνοι τὴν Παναγία, πῆγε ὁ Ἰωσὴφ νὰ βρεῖ καμμιὰ μαμή, καὶ βρῆκε μία γρηὰ ποὺ τὴ λέγανε Σαλώμη, κι’ αὐτὴ ἔπλυνε τὸ παιδί. Σὲ κάποιες ἀρχαῖες τοιχογραφίες εἶναι γραμμένο καὶ τ’ ὄνομα τῆς Σαλώμης. Στὰ πιὸ ὡραῖα εἰκονίσματα ἡ Παναγία παριστάνεται ξαπλωμένη κ’ ἔχει ἀκουμπισμένο τὸ κεφάλι της στὸ χέρι της, κι’ ἡ ἔκφρασή της εἶναι γλυκειὰ καὶ μελαγχολική, ἕνα πράγμα πολὺ κατανυχτικό. Σὲ λιγοστὲς εἰκόνες εἶδα ζωγραφισμένα μάτια ἀπάνω στὸ σπήλαιο, σὰν νὰ εἶναι ζωντανό, ὅπως ζωγραφίζουνε πάλι σὲ σχέδιο ἀητοῦ, τὰ σύννεφα ποὺ σηκώνουνε τοὺς Ἀποστόλους στὴν Κοίμηση, στὴ Βάπτιση τὸν Ἰορδάνη σὰν γέρο καὶ τὴ θάλασσα σὰν νεράϊδα, τὶς πηγὲς τοῦ ποταμοῦ σὰν ἕναν πέτρινο ἄνθρωπο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ νερό, κ.ἄ. Ἡ Ἑρμηνεία τῶν Ζωγράφων τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων, γράφει γιὰ τὸν τύπο τῆς Γεννήσεως: « Σπήλαιον, καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιὸν μέρος ἡ Θεοτόκος βάλλουσα τὸ βρέφος ἐσπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατιστὸς ἔχων τὰ χέρια ἐσταυρωμένα καὶ ὄπισθεν τῆς φάτνης ἕνα βόδι κ’ ἕνα ἄλογον βλέποντα τὸν Χριστὸν καὶ ὄπισθεν ποιμένες βαστάζοντες ράβδους καὶ βλέποντες μετὰ θάμβους τὸν Χριστόν. Καὶ ἔξωθέν τοῦ σπηλαίου πρόβατα καὶ ποιμένες, ὁ ἕνας λαλῶν ἄϋλον καὶ ἕτεροι βλέποντες ἄνω μετὰ φόβου. Καὶ ἐπάνωθεν αὐτῶν ἕνας ἄγγελος εὐλογῶν αὐτούς, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ μάγοι μετὰ βασιλικῆς στολῆς καθήμενοι ἐπάνω εἰς ἄλογα καὶ δεικνύοντες ἀλλήλοις τὸν ἀστέρα. Καὶ ἐπάνωθεν τοῦ σπηλαίου πλῆθος ἀγγέλων…».

Οἱ πιὸ ὡραῖες εἰκόνες τῆς Γεννήσεως ποὺ ἀφήσανε οἱ παληοὶ εὐσεβεῖς ἁγιογράφοι μας εἶναι κατὰ πρῶτον οἱ ψηφιδωτές τοῦ Δαφνιοῦ καὶ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἔργα ἐξαίσια γιὰ ὅποιον νοιώθει τὴ βυζαντινὴ τέχνη καὶ δὲν θέλει σκηνοθεσίες καὶ ἐπιδείξεις κούφιες. Ἄλλη ὡραία εἰκόνα τῆς Γεννήσεως εἶναι στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ, ἴσως ἡ ὡραιότερη, καθὼς καὶ ἄλλη στὴν Παντάνασσα. Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ Γέννηση στὸ Καχριὲ Τζαμὶ τῆς Πόλης (ἀρχαία Μονὴ τῆς Χώρας), τῆς Ὑπαπαντῆς στὰ Μετέωρα, στὰ μοναστήρια τοῦ Διονυσίου καὶ τοῦ Δοχειαρίου στ’ Ἅγιον Ὄρος, καθὼς καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου, στὸ μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως στὰ Μετέωρα, καθὼς καὶ στὸ μοναστήρι τοῦ Βαρλαάμ, ἔργο τοῦ Φράγκου Κατελάνου. Ὑπάρχουν κι’ ἄλλες ἔμορφες Γεννήσεις σὲ ἀρχαῖα ἐξωκκλήσια, ὅλες στὸν ἴδιο τύπο ποὺ ἱστορήσαμε. Πλῆθος Γεννήσεις στολίζουνε τὰ ἀρχαία χειρόγραφα, ὅπως εἶναι δύο ποὺ βρίσκουνται στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων. Τὸ ἁμαρτωλὸ χέρι μου ἀξιώθηκε νὰ ζωγραφίσει κάμποσες Γεννήσεις σὲ σανίδι, καὶ δυὸ σὲ τοιχογραφία, τὴ μία στὸ οἰκογενειακὸ παρεκκλήσι τοῦ Γ. Πεσμαζόγλου στὴν Κηφισιά, τὴν ἄλλη, σὲ πολὺ μεγάλο σχῆμα, στὴν ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὸ Λιόπεσι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Προεόρτια Χριστουγέννων (Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ)

imageΣέ λίγες ἡμέρες θά ἑορτάσωμε τήν μεγάλην ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου θά ξαναφέρῃ ἡ Ἐκκλησία μπροστά στά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί θά μᾶς καλέσῃ νά προσκυνήσωμε μαζί μέ τούς ποιμένας καί μέ τούς μάγους τόν γεννηθέντα βασιλέα καί νά ὑμνολογήσωμε μαζί μέ τίς στρατιές τῶν οὐρανίων ἀγγέλων τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης. Τό «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», ὁ ἀγγελικός ὕμνος τῆς γεννήσεως (Λουκ. 2, 3), θά ἀντηχήσῃ καί πάλι στούς ναούς μας. Στό νεογέννητο βρέφος τῆς Βηθλεέμ θά ἰδοῦμε τόν τεχθέντα Σωτῆρά μας, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Σ᾿ αὐτό τό βρέφος θά ἀντικρύσωμε τήν «λύτρωσιν» πού «ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Ψαλμ. 110, 9), γιατί μέσα στό βρεφικό του σῶμα δέν κρύβεται μόνον ὁ Θεός, ἀλλά καί τό πλήρωμα τῆς σωτηρίας μας, ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ θέωσις τῆς φθαρτῆς μας φύσεως, ἡ καινή κτίσις· ὁ ἄνθρωπος πού γίνεται Θεός, αὐτό τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως ὅλων ἡμῶν.

Ἀκριβῶς δέ λόγῳ τῆς θεολογικῆς της αὐτῆς σπουδαιότητος ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἀποτελεῖ μαζί μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα τούς δύο μεγάλους πόλους γύρω ἀπό τούς ὁποίους στρέφεται τό λειτουργικό ἔτος. Τό Πάσχα εἶναι ἡ κορωνίς τῶν κινητῶν καί τά Χριστούγεννα τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν. Εἰδικά δέ ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων εἶναι ἡ «μητρόπολις» τῶν ἑορτῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο (Εἰς τόν μακάριον Φιλογόνιον, 3), γιατί τό γεγονός πού ἑορτάζομε κατ᾿ αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεσις ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς σωτηρίας μας. Ἄν δέν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστός οὔτε θά ἐβαπτίζετο, οὔτε θά ἐδίδασκε καί θά ἐθαυματούργει, οὔτε θά ἔπασχε καί θά ἀνίστατο. Ἤδη μέ τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία τοῦ γένους μας ἔχει δυνάμει συντελεσθῆ. Ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἑνωθῆ ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν εἰκόνα καί τήν ἐγγύησι τῆς μελλοντικῆς ἐν Χριστῷ ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων.

Θά περίμενε κανείς ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων νά εἶναι καί ἡ χρονολογικῶς πρώτη ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου. Ἡ ἑορτή ὅμως τοῦ Πάσχα καί ἡ καθ᾿ ἑβδομάδα ἐπανάληψίς της, ἡ Κυριακή, εἶναι κατά πολύ ἀρχαιοτέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Γιά πρώτη φορά κατά τά μέσα τοῦ Β´ αἰῶνος αἱρετικές γνωστικές παραφυάδες ἀρχίζουν νά ἑορτάζουν τά Χριστούγεννα μαζί μέ τήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ τήν παλαιά ἡμερομηνία τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου, στάς 6 δηλαδή Ἰανουαρίου. Μέχρι τόν Δ´ αἰῶνα στήν Ἀνατολή συνεώρταζαν τήν ἡμέρα αὐτή τίς δύο αὐτές ἑορτές μέ τό ὄνομα «Ἐπιφάνεια» ἤ «Θεοφάνεια».

Ἡ ἀκριβής ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δέν μᾶς εἶναι γνωστή ἀπό τά Εὐαγγέλια. Ἀπό ἐνδείξεις πού ἔχομε ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ (ἀπογραφή, ταξείδι ἐπιτόκου γυναικός, παραμονή σέ σταῦλο ζώων, ποιμένες ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες τάς φυλακάς τῆς νυκτός), φαίνεται ὅτι ἡ γέννησίς Του δέν ἔγινε κατά τούς χειμερινούς μῆνες. Οἱ ὀπαδοί τοῦ Βασιλείδου τήν καθώριζαν στάς 20 Μαΐου ἤ στάς 19 ἤ στάς 20 Ἀπριλίου. Γιά πρώτη φορά γύρω στό 330 εἰσήχθη στήν Ρώμη ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων χωριστά ἀπό τήν ἑορτή τῶν Ἐπιφανείων τῆς 6ης Ἰανουαρίου. Ἡμέρα ἑορτασμοῦ της καθωρίσθη ἡ 25η Δεκεμβρίου, ὄχι γιατί κατ᾿ αὐτήν ὑπελόγισαν ὅτι ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀλλά γιά τούς ἰδίους λόγους πού εἴδαμε ὅτι στην Ἀνατολή ὡρίσθη ἡ 6η Ἰανουαρίου.

Ἡ 25η Δεκεμβρίου ἦταν κατά τό νέο τότε ἡμερολόγιο ἡ ἡμέρα τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου. Κατ᾿ αὐτην οἱ ἐθνικοί ἑώρταζαν τήν γενέθλιο ἡμέρα τοῦ ἀηττήτου ἡλίου, τήν αὔξηση δηλαδή τῆς ἡμέρας, τήν νίκη τοῦ φωτός κατά τοῦ σκότους. Στήν παγανιστική αὐτήν ἑορτή ἡ χριστιανική Ἐκκλησία πολύ σοφά ἀντέταξε τήν γέννησι τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, τοῦ νοητοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, πού ἀνέτειλεν ἐκ Παρθένου καί ἐφώτισε τήν ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου ἀνθρωπότητα. Ἦταν δέ τόσον ἐπιτυχής ὁ συνδυασμός αὐτός, ὥστε μέσα σέ λίγα χρόνια ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων διεδόθη σ᾿ ὁλοκληρο σχεδόν τόν χριστιανικό κόσμο. Ἀπό τήν Ρώμη διεδόθη στήν Δύσι· γύρω στά 376 μ.Χ. τήν βρίσκομε στίς Ἐκκλησίες τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Καισαρείας Καππαδοκίας, γύρω στό 431 μ.Χ. στά Ἱεροσόλυμα καί βαθμηδόν σ᾿ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, ἐκτός ἀπό τήν ἀρμενική.

Συγχρόνως μέ τήν διάδοσί της παρουσιάζεται καί μία προσπάθεια ἱστορικῆς της δικαιώσεως. Ὁ Πρόδρομος συνελήφθη ἕξ μῆνες πρό τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (Λουκ. 1,26). Μέ βάσι τήν 25η Δεκεμβρίου ὁ εὐαγγελισμός πρέπει νά ἔγινε πρίν ἀπό ἐννέα μῆνες, δηλαδή τήν 25η Μαρτίου καί ἡ σύλληψις τοῦ Προδρόμου τήν 23η Σεπτεμβρίου. Πατήρ τοῦ Προδρόμου ἦταν ὁ ἱερεύς Ζαχαρίας, πού μπῆκε στό ἱερό νά θυμιάσῃ καί εἶδε τόν ἄγγελο, πού τοῦ εὐαγγελίσθη τήν μέλλουσα σύλληψι τοῦ Βαπτιστοῦ (Λουκ. 1,9-11). Ἐδῶ τά πράγματα πιέζονται λίγο γιά νά δώσουν τό ζητούμενο. Ὁ Ζαχαρίας γίνεται ἀρχιερεύς καί δέν μπαίνει στά ἅγια, ἀλλά στά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ ναοῦ. Στά ἅγια τῶν ἁγίων ἔμπαινε ὁ ἀρχιερεύς μόνον μία φορά τό ἔτος, στήν ἑορτή τοῦ ἐξιλασμοῦ. Αὐτή τοποθετεῖται λίγο πρό τῆς 23ης τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἔτσι καί ἀπό ἄλλο δρόμο ἐρχόμαστε στίς ἴδιες ἡμερομηνίες: 23η Σεπτεμβρίου σύλληψις τοῦ Προδρόμου, 25η Μαρτίου εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου «τῷ μηνί τῷ ἕκτῳ»· 24η Ἰουνίου γέννησις τοῦ Προδρόμου καί μετά ἀπό ἕξ μῆνες γέννησις τοῦ Χριστοῦ: 25η Δεκεμβρίου.

Στήν λειτουργική διαμόρφωσι τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἐπέδρασε ἡ προϋφισταμένη, καθώς εἴπαμε, ἑορτή τοῦ Πάσχα. Κατά τόν Δ´ αἰῶνα στά Ἱεροσόλυμα, καθώς μαρτυρεῖ ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία στό Ὁδοιπορικό της, κατά μίμησι τοῦ Πάσχα ἐγίνετο νυκτερινή λειτουργία ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων στόν ναό τῆς Γεννήσεως στήν Βηθλεέμ. Μετά ἀπό αὐτήν ὅλος ὁ λαός μέ ἐπί κεφαλῆς τόν κλῆρο καί τόν ἐπίσκοπο κατηυθύνοντο ἐν λιτανείᾳ στά Ἱεροσόλυμα ψάλλλοντες τό «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Στό ναό τῆς Ἀναστάσεως ἐγίνετο ὕστερα ἀπό μικρά διακοπή ἡ Δευτέρα λειτουργία. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ ἐπίδρασις τοῦ Πάσχα ἐγίνετο ὅλο καί μεγαλυτέρα. Στήν σημερινή δέ μορφή τῶν ἀκολουθιῶν μποροῦμε εὔκολα νά διακρίνωμε τόν βαθμό καί τά στοιχεῖα τῶν ἐπιδράσεων αὐτῶν, ἰδίως στήν προεόρτιο περίοδο, τήν ὁποία καί διερχόμεθα.

Πρῶτον προσετέθη στήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων μία προπαρασκευαστική Κυριακή· τήν ὠνόμασαν «Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων». Πατέρες ἐννοοῦνται ὄχι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά οἱ κατά σάρκα πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὁ γενάρχης Ἀβραάμ. Ὕστερα τό θέμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς διεπλατύνθη καί περιέλαβε ὅλους τούς πρό Χριστοῦ δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προγόνους ἤ μή τοῦ Χριστοῦ. Ὡς εὐαγγελική περικοπή ἀνεγινώσκετο, ὅπως καί μέχρι σήμερα, ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ, πού περιέχεται στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ Κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, καί ὡς ἀπόστολος ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή ἡ περικοπή πού ἀναφέρεται στά παθήματα τῶν «μαρτυρηθέντων διά τῆς πίστεως» ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ἑβρ. 11,9-10. 32-40). Ἡ διαπλάτυνσις αὐτή τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου τῆς Κυριακῆς πρό τῶν Χριστουγέννων καί ἡ τάσις ἀναπτύξεως τῆς προπαρασκευαστικῆς περιόδου ἐπέφεραν βραδύτερον τήν διχοτόμησι, τρόπον τινά, τῆς Κυριακῆς αὐτῆς καί τήν μετάθεσι μέρους τοῦ θέματός της στήν πρό αὐτῆς Κυριακή. Ἔτσι οἱ Κυριακές τῶν ἁγίων Πατέρων ἔγιναν δύο καί, πρός διάκρισιν, ἡ μία ὠνομάσθη «Κυριακή πρό τῆς Χριστοῦ γεννήσεως», ἡ παλαιοτέρα, καί ἡ ἄλλη διετήρησε τό παλαιό ὄνομα «Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων», πού γιά νά μή συγχέεται μέ τίς Κυριακές τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πῆρε τό ὄνομα «Κυριακή τῶν Προπατόρων». Γι᾿ αὐτήν ἐξελέγη ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ὁμιλεῖ γιά τό μέγα δεῖπνο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, στό ὁποῖο πολλοί ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν θά ἔλθουν καί θά ἀνακλιθοῦν μαζί μέ τόν Ἀβραάμ, ἐνῷ οἱ υἱοί τοῦ νυμφῶνος, οἱ Ἰσραηλῖται, θά ἐκβληθοῦν ἔξω (Λουκ. 14, 4. 24. πρβλ. Ματθ. 8, 11).

Γιά νά ἐμπλουτισθῇ τό θέμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς μετετέθη σ᾿ αὐτήν καί ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Δανιήλ καί τῶν τριῶν παίδων ἀπό τήν 17η Δεκεμβρίου. Ἀλλά καί γιά τήν πρό τῆς Κυριακῆς τῶν Προπατόρων Κυριακή, τήν τρίτη δηλαδή πρό τῶν Χριστουγέννων, ἀνεζητήθη ἀνάλογος προεόρτιος περικοπή καί ὡς τέτοια προεκρίθη ἐκ μεταθέσεως ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ τῆς Ι´ Κυριακῆς, πού ὁμιλεῖ γιά τήν θεραπεία τῆς συγκυπτούσης, πού ἦταν «θυγάτηρ τοῦ Ἀβραάμ» (Λουκ. 13,10-17). Ἔτσι ὅλος ὁ Δεκέμβριος μῆνας πῆρε προεόρτιο χαρακτῆρα. Εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παλαιά Διαθήκη, στούς προφήτας καί στούς προπάτορας τοῦ Χριστοῦ, στήν περίοδο τῆς ἀναμονῆς τοῦ Μεσσίου. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε νά ἀναγράφεται στά ἑορτολόγια ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Ναούμ τήν 1η Δεκεμβρίου, τοῦ προφήτου Ἀββακούμ τήν 2α, τοῦ προφήτου Σοφονίου τήν 3η, τοῦ προφήτου Ἀγγαίου τήν 16η καί τοῦ προφήτου Δανιήλ καί τῶν τριῶν παίδων τήν 17η. Τοῦ Πάσχα προηγεῖτο νηστεία. Τά Χριστούγεννα κατ᾿ ἀρχάς ἀπέκτησαν μία ὀλιγοήμερο προπαρασκευαστική νηστεία, πού κατά Ζ´ αἰῶνα ἑλκυομένη ἀπό τό πρότυπο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἔγινε καί αὐτή τεσσαρακονθήμερος καί ἀρχίζει ἀπό τήν 15η Νοεμβρίου.

Ἀλλά τό στοιχεῖο ἐκεῖνο πού ἔδωσε, ὅπως συνήθως, ἰδιαίτερο προπαρασκευαστικό καί προεόρτιο τόνο στήν πρό τῶν Χριστουγέννων περίοδο εἶναι οἱ ὕμνοι, πού παρεμβάλλονται στίς ἀκολουθίες τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου καί τοῦ ἀποδείπνου τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ παρεμβολή γίνεται κατά ἕνα μεθοδικό καί κλιμακωτό ἀνοδικό σύστημα. Ἀπό τήν 21η Νοεμβρίου ἀρχίζουν νά ψάλλωνται οἱ καταβασίες τῶν Χριστουγέννων «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε…» ἀπό τήν 26η προστίθεται καί τό προεόρτιο κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν προαιώνιον Λόγον…»· ἀπό τήν 30η Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ παρεμβολή καί ἄλλων προεορτίων τροπαρίων.

Ἀπό τήν 20η Δεκεμβρίου τό προεόρτιο στοιχεῖο κυριαρχεῖ πιά στίς ἀκολουθίες· κανόνες, στιχηρά, καθίσματα, ἐξαποστειλάρια ἔχουν προεόρτιο χαρακτῆρα. Ἀπό αὐτά τά πιό ἀξιοπρόσεκτα ὑμνογραφήματα πού ψάλλονται κατά τήν περίοδο αὐτή εἶναι σειρά ἀποστίχων μέ ἀκροστιχίδα κατ᾿ ἀλφάβητον, ποίημα Ρωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ, πού κατανέμονται καθ᾿ ὁμάδας ὡς στιχηρά τῶν αἴνων, ὅλα τοῦ πλ. β´ ἤχου, καί προσόμοια τοῦ πρώτου τροπαρίου τῆς σειρᾶς αὐτῆς, πού χαρακτηριστικά μᾶς δίδει καί τό θέμα ὅλων τῶν ἄλλων:

«Αἱ ἀγγελικαί προπορεύεσθε δυνάμεις· οἱ ἐν Βηθλεέμ ἑτοιμάσατε τήν φάτνην· ὁ Λόγος γάρ γεννᾶται, ἡ Σοφία προέρχεται· δέχου ἀσπασμόν ἡ Ἐκκλησία· εἰς τήν χαράν τῆς Θεοτόκου, λαοί εἴπωμεν· Εὐλογημένος ὁ ἐλθών Θεός ἡμῶν, δόξα σοι».

Τίς ἡμέρες αὐτές ψάλλονται κατά τά ἀπόδειπνα καί τά προεόρτια τριῴδια καί οἱ κανόνες, ποιήματα Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ, πού ἐξαρτῶνται καί κατά τήν ἀκροστιχίδα καί κατά τό πρεριεχόμενο ἀπό τά ἀντίστοιχα τριῴδια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἡ πρό τῶν Χριστουγέννων ἑβδομάς παίρνει ἔτσι τόν χαρακτῆρα καί πλέκεται κατά τήν μίμησιν τῆς πρό τοῦ Πάσχα Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἡ μίμησις κορυφοῦται τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων μέ τήν ἀκολουθία τῶν μεγάλων ὡρῶν καί τοῦ ἑσπερινοῦ, πού ἔχουν ποιηθῆ κατά τό πρότυπο τῶν μεγάλων ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καί τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ τοῦ Πάσχα.

Ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, πού ὅπως εἴδαμε εἶναι ἀφιερωμένη στούς προπάτορας τοῦ Χριστοῦ, ἀποσποῦμε τρία χαρακτηριστικά τροπάρια, τά δύο πρῶτα στιχηρά τῶν αἴνων τοῦ πλ.α´ ἤχου πρός τό «Χαίροις ἀσκητικῶν» καί τό δοξαστικό τοῦ πλ.δ´ ἤχου. Ὁ προεόρτιος τόνος τῆς χαρᾶς καί τῆς ἐλπίδος γιά την ἐπικειμένη γέννησι τοῦ Χριστοῦ συνδυάζεται ἄριστα μέ τό μνημόσυνο τῶν προφητῶν καί τῶν πρό τοῦ νόμου πατέρων.

«Ἆρόν σου τήν φωνήν ἀληθῶς,

Σιών Θεοῦ ἡ θεία πόλις,

καί κήρυξον Πατέρων τήν θείαν μνήμην

Σύν Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ τιμῶσα τόν ἀοίδιμον·

ἰδού σύν Ἰούδᾳ τε καί Λευί μεγαλύνομεν,

Μωσῆν τόν μέγαν, Ἀαρών τόν θεσπέσιον

καί γεραίρομεν σύν Δαυίδ Ἰησοῦ, Σαμουήλ.

Πάντες τήν προεόρτιον Χριστοῦ

θείαν αἴνεσιν ὕμνοις ἐνθέοις κροτοῦντες,

τῆς παρ᾿ αὐτοῦ ἀγαθότητος τυχεῖν ἐξαιτοῦμεν

τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος».

«Δεῦρο ὁ ἐν πυρίνῳ ποτέ ἐπιδιφρεύσας,

Ἠλιού, θείῳ ἅρματι,

θεόφρον Ἐλισσαιέ τε σύν Ἐζεκίᾳ ὁμοῦ,

Ἰωσίᾳ ἅμα συναγάλλεσθε·

σεπτή δωδεκάς τε τῶν προφητῶν ἡ θεόπνευστος,

τοῖς γενεθλίοις τοῦ Σωτῆρος συγχόρευε

καί ἐν ᾄσμασι, πάντες δίκαιοι ᾄσατε.

Παῖδες οἱ παμμακάριστοι,

οἱ δρόσῳ τοῦ Πνεύματος σβέσαντες φλόγα καμίνου

ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύσατε, Χριστόν δυσωποῦντες

ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι τό μέγα ἔλεος».

«Τῶν νομικῶν διδαγμάτων ὁ σύλλογος

τήν ἐν σαρκί ἐμφανίζει τοῦ Χριστοῦ θείαν γέννησιν,

τοῖς πρό τοῦ νόμου τήν χάριν εὐαγγελιζομένοις…»

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ, (+π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου)

panagiaΗ Ορθόδοξη Εκκλησία παραδέχεται την παρθένο Μαρία αληθινά Θεοτόκο και κηρύττει την αειπαρθενία της. Δηλαδή η Παναγία μας έμεινε παρθένος, όχι μόνο κατά τη γέννηση του Xριστoύ, αλλά και μετά από αυτήν.

Η παρθένος Μαρία δεν γέννησε βέβαια τη θεία φύση τού Χριστoύ. Όμως στα σπλάχνα της ενώθηκε πραγματικά ο Θεός με τον άνθρωπο, η θεία και η ανθρώπινη φύση. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε το εργαστήριo της θεανθρώπινης ένωσης και είναι αληθινά Θεοτόκος (Λουκ. α’ 35. 43. 68. 76, πρβλ Μαλαχ. γ’ 1).

Ο Xριστός δεν είχε δύο πρόσωπα, αλλά ένα. Γι’ αυτό λέμε πώς αυτό πού συμβαίνει στη μία Του Φύση, συμβαίνει σε Αυτόν τον ίδιο. Ότι συμβαίνει στο σώμα Του συμβαίνει σε Αυτόν τον ίδιο, γιατί ήταν πραγματικά δικό Του σώμα (πρβλ Πράξ. κ’ 28).

Έτσι λέμε πώς η παρθένος Μαρία έγινε πραγματικά «μήτηρ τού Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος (Λουκ. α’ 43).

Αν η παρθένος Μαρία δεν είναι Θεοτόκος, αν δηλαδή δεν ενώθηκε στα σπλάχνα της ο Θεός με τον άνθρωπο, δεν συντελέσθηκε η σωτηρία τού ανθρώπου, γιατί «το απρόσληπτov και αθεράπευτον». Αν ο άνθρωπος δεν προσλήφθηκε ολοκληρωτικά από τη θεία φύση τού Xριστoύ, αν δεν ενώθηκε με τον Θεό «ασυγχύτως και ατρέπτως» στο ένα πρόσωπο τού Xριστoύ, τότε ο Xριστός δεν έσωσε τον άνθρωπο.

Γι’ αυτό τον λόγο η Εκκλησία επιμένει στον όρο Θεοτόκος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία παραδέχεται ακόμη την Μαρία ως αειπάρθενο. Στο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται: «Διότι  και εγώ εστάθην υιός τού πατρός μου, αγαπητός και μονογενής ενώπιον της μητρός μου» (Παροιμ. δ’ 3). Βέβαια εδώ δεν αναφέρεται ο Σολομών στον εαυτό του, γιατί ο ίδιος δεν ήταν μονογενής (Β’ Σαμ./Β’ Βασιλ. ια’ 27. ιβ’ 24).

Ο προφήτης Ησαΐας την ονομάζει «η παρθένος» (Ήσ. ι’ 14. Ματθ. α’ 23) και ο Ιεζεκιήλ «πύλη», πού ήταν και έμεινε κλειστή: «ουκ άνοιχθήσεται, και ούδείς μη διέλθει δι’ αυτής, ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη» (Ιεζ. μδ’ 1-3). Αυτό πού χρησιμοποιεί ο Xριστός το θέλει σε απoκλειστική του χρήση (πρβλ Μαρκ, ια’ 2. Ιω. ιθ’ 41).

Ο δίκαιος Ιωσήφ δόθηκε στην παρθένο Μαρία με σκοπό να την πρoστατεύει για να είναι «ανήρ αυτής» κατά νόμο και εκείνη να είναι «γυναίκα» του σύμφωνα με τον νόμο (Ματθ. α’ 19-20), όπως ακριβώς ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με τον νόμο και «πατήρ» τού Ιησού (Λουκ. β’ 27.41. 48-49. Ιω. στ’ 42). Όχι όμως φυσικός πατέρας (Ματθ. α’ 18-20). Άλλωστε η παρθένος αναφέρεται ως «μνηστή» τού Ιωσήφ (Ματθ. α’ 18. Λουκ. α’ 27. β’ 5). Mάλιστα μετά τη γέννηση τού Xριστoύ ο Ιωσήφ δεν ονομάζεται πλέον «άνδρας» της Μαρίας (Ματθ. β’ 11-14. 19-21).

Όσοι αρνούνται την αειπαρθενία της Θεοτόκου επικαλούνται μερικά εδάφια της αγίας Γραφής, τα οποία όμως παρερμηνεύουν, δεν τα κατανοούν όπως τα ερμήνευσε η Εκκλησία (Α’ Τιμ. γ’ 15).

Το «δεν εγνώριζεν αυτήν, εωσού εγέννησε τον υιόν αυτής» (Ματθ. α’ 25) αναφέρεται σε ότι συνέβη πριν από τη γέννηση. Η αγία Γραφή θέλει εδώ να κατοχυρώσει την γέννηση τού Xριστoύ δια Πνεύματος Αγίου, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για το τι επακολούθησε μετά (πρβλ Ματθ. κη’ 20. Α’ Τιμ. δ’ 13).

Ο όρος «πρωτότοκος» δεν σημαίνει πώς ακολούθησαν και άλλα τέκνα. Σημαίνει το πρώτο παιδί, πού «διανοίγει» την μήτρα της μητέρας του, άσχετα αν ακολουθούν άλλα παιδιά ή όχι (Έξοδ. ιγ’ 2. Άριθ. η’ 16. ιη’ 15. Α’ Βασιλ. στ’ 7. 10. 14 κατά τούς 0′). Ακόμη η λέξη «Πρωτότοκος» σημαίνει και Ύψιστoς (Ψαλμ. πη’ 28λπθ’ 27).

Οι λεγόμενοι «αδελφοί» τού Ιησού (Ματθ. ιβ’ 46. ιγ’ 55-56. Μάρκ. στ’ 3. Λουκ. η’ 19-21. Ιω. β’ 12. ι’ 3. 5. 10. Πράξ. α’ 14. Α’ Κορ. θ’ 5. Γαλ. α’ 19) ήσαν ασφαλώς «αδελφοί» σύμφωνα με τον νόμο, όπως και ο Ιωσήφ ήταν «πατήρ» κατά τον νόμο, όχι σαρκικοί αδελφοί του Χριστού. Άλλωστε η συμπεριφορά των έναντι του Ιησού αποδεικνύει πώς ήσαν μάλλον μεγαλύτεροι στην ηλικία, πράγμα πού αποκλείει την κατά σάρκα συγγένεια, αφού ο Χριστός αποκαλείται «πρωτότοκος».

Αλλά αν η Μαρία είχε τόσα παιδιά (τουλάχιστον έξι), θα δεχόταν να πάει στο σπίτι του μαθητή Iωάννη; (Ιω. ιθ’ 26-27). Ασφαλώς ο Χριστός δεν θα επρότεινε κάτι τέτοιο. Ο Ιάκωβος και ο Ιούδας ονομάζουν τούς εαυτούς των «δούλους», όχι αδελφούς του Χριστού (Ιακ. α’1. Ιούδ. 1). Δεν ήσαν λοιπόν τέκνα της Μαρίας ήσαν «αδελφοί» του Ιησού σύμφωνα με τον νόμο. Άλλωστε η λέξη «αδελφός» στην αγία Γραφή έχει ευρύτερη έννoια (Γέν. ιβ’ 5. ιγ’ 8. κθ’ 12. Α’ Παραλ. Χρον. κγ’ 21-22).

Ο άγιος Αμβρόσιος (339-397) λέγει πώς ο Ιωσήφ «ήταν αδύνατον να προσβάλει τον ναό του Αγίου Πνεύματος, την μητέρα του Κυρίου, τον κόλπο του μυστηρίου» (Άμβρ., Ύπόμν. είς Λουκ., 2, 6).

Το ίδιο υπογραμμίζει και ο Χρυσόστομος (Ύπόμν. είς Ματθ., Λόγος ε’ 3).
Ο Ιερώνυμος χαρακτηρίζει την άρνηση του αειπάρθενου «ύβριν» κατά του Θεού και γράφει ιδιαίτερο σύγγραμμα κατά του αιρεσιάρχη Ελβιδίου. Ο Αυγουστίνος τονίζει πώς η παρθένος Μαρία ήταν «παρθένος κατά τη σύλληψη, παρθένος και κατά τη γέννηση, παρθένος και μέχρι θανάτου» (Κατηχ. 11, κεφ. 22,40).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την παρθένο Μαρία. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη προφητεύτηκε η ιδιαίτερη θέση της (Παροιμ. κθ/λα’ 29). Είναι «ευλογημένη εν γυναιξίν» και «εύρε χάριν παρά τω Θεώ». Επισκιάσθηκε από Πνεύμα Άγιο και από δύναμη Υψίστου, είναι «μητέρα του Κυρίου» και γι’ αυτό όλοι πρέπει να την τιμούν και να την μακαρίζουν (Λουκ. α’ 28-48).

Στην Αποκάλυψη του Iωάννη παρουσιάζεται μία γυναίκα ντυμένη τον ήλιο, δοξασμένη με την ύψιστη δόξα. Αυτή είναι ασφαλώς η Εκκλησία, αλλά ταυτόχρονα συμβολίζει και την παρθένο Μαρία (Άποκ. ιβ’ 1-6. 13-17). Αυτή είναι η «τιμιωτέρα των χερουβείμ και ενδοξοτέρα των σεραφείμ». Γιατί η ίδια έγινε θρόνος του Κυρίου, ενώ τα Σεραφείμ «ειστήκεισαν κύκλω αυτού», δηλαδή ίσταντο γύρω από το θρόνο Του (Ήσ. στ’ 2).

Δίκαια η Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλεί την παρθένο Μαρία Παναγία, όχι βέβαια σε σχέση με τον Θεό («εις άγιος, εις Κύριος…»), αλλά σε σύγκριση με τούς ανθρώπους και τούς αγγέλους. Η ίδια επροφήτευσε πώς όλες οι γενεές θα της απονέμουν τιμή (Λουκ. α’ 48). Όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδίδει στην παρθένο Μαρία λατρεία. Αυτή ανήκει μόνο στον Θεό.

Ο άγιος Επιφάνιος συγκαταλέγει μεταξύ των αιρετικών, εκείνους πού αρνούνται το αειπάρθενο της Μαρίας και τούς ονομάζει αντιδικομαριανίτες. Από το άλλο μέρος καταφέρεται και εναντίον εκείνων πού προσέφεραν «κολλυρίδα,, ένα είδος πίπας (κολλυριανοί) και λάτρευαν την παρθένο Μαρία, «αντί Θεού ταύτην παρεισάγειν εσπουδακότες» (Έπιφ., Κατά αντιδικομαριανιτών ιδ-κγ’).

Αυτοί οι αιρετικοί, λέγει ο Επιφάνιος, επιχειρούσαν «στο όνομα της αγίας παρθένου υπέρ το μέτρον, πράγμα ανεπίτρεπτο και βλάσφημο» και ιερουργούσαν «εις το όνομά της δια γυναικών, πράγμα πού είναι εντελώς ασεβές και ανεπίτρεπτον… διαβολικόν ενέργημα και πνεύματος ακαθάρτου διδασκαλία» (Κατά άντιδ. κγ’).

Οι απόψεις λοιπόν του αγίου Επιφανίου δεν είναι δυνατόν να στραφούν εναντίον της τιμής στην παρθένο Μαρία και στους αγίους. Μάλιστα ο Πολύβιος, πού ήταν βιογράφος του Επιφανίου, αναφέρει πώς συνήθιζε να επισκέπτεται την νύκτα τούς τόπους πού βρίσκονταν τα λείψανα των αγίων μαρτύρων «και να παρακαλεί τον Θεόν περί ενός εκάστου των θλιβομένων» (Βίος Επιφ., νγ’). Ο Επιφάνιος υπογραμμίζει πώς «πέρα του δέοντος ου χρή τιμάν τούς άγίους, αλλά τιμάν τον αυτών Δεσπότην» (Κατά αντιδικομ. κδ’). Ετάσσετο κατά της αντικαταστάσεως της λατρείας τού Θεού με τη λατρεία της παρθένου Μαρίας και των αγίων, αυτό έκαναν οι σύγχρονοί του αιρετικοί!

Ο λόγος τού Χριστού, πώς μητέρα και αδελφός του είναι όποιος κάνει το θέλημα τού Πατρός Του (Ματθ. ιβ’ 50. Μάρκ. γ’ 35) δεν είναι προσβλητικός για την παρθένο Μαρία, γιατί ήταν πιστή στο θέλημα τού Θεού. Το «μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τόν λόγον τού Θεού καί φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. ια’ 28) σημαίνει «αληθινά, βεβαίως» (Ρωμ. ι’ 18). Η παρθένος Μαρία ήταν μακαρία και μ’ αυτή την έννοια (Λουκ. β’ 51), γιατί ήταν πιστή στο θέλημα τού Θεού. Αν η παρθένος δεν ήταν θεοσεβής, τότε ασφαλώς δεν θα ήταν μακαρία, γιατί δεν θα την ωφελούσε καθόλου το γεγονός ότι εγέννησε τον Χριστό. Το «γύναι» (Ίω. β’ 4) δεν είχε εκείνη την εποχή μειωτική σημασία (Ίω. δ’ 21. κ’ 15).

Πολλές προτεσταντικές ομάδες ισχυρίζονται πώς ο όρος Θεοτόκος και το αειπάρθενον είναι πράγματα ασήμαντα και επουσιώδη. Όμως, όπως αναφέραμε, η Εκκλησία των πρώτων αιώνων δεν συμμερίζεται τις απόψεις αυτές. Γι’ αυτό και στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (431 μ-Χ.) κατοχύρωσε τον όρο Θεοτόκος και χαρακτήρισε τη διδαχή τού Νεστορίου αιρετική. Δεν παρέλειψε να αναθεματίσει τον ίδιο και τους οπαδούς του.

Η ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει την άσπιλη σύλληψη της Παρθένου Μαρίας, γιατί πιστεύει πώς η μόνη οδός σωτηρίας είναι ο Χριστός (Ιω.. α’ 12-13, ιδ’ 6. Πράξ. δ’ 12. Α’ Κορ. α’ 30-31). Ό Χριστός έγινε η «απαρχή» (Α’ Κορ. ιε’ 21) και η «καινή κτίσις» πραγματoπoιείται μόνο «εν Χριστώ» (Β’ Κορ. ε’ 17. Τίτ. v’ 4-7).

Έξω από το Σώμα τού Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία (Έβρ. β’ 14-15). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει το δόγμα της άσπιλης σύλληψης της Παρθένου Μαρίας, δηλαδή τη διδασκαλία πώς η Παρθένος Μαρία από τη σύλληψή της ήταν απαλλαγμένη από τις συνέπειες της αμαρτίας τού Αδάμ. Η Εκκλησία μας μένει σταθερή στη βασική σωτηριολογική αλήθεια, πού διατυπώνεται με τη φράση: «το απρόσληπτον και αθεράπευτον»

Συνέχεια ανάγνωσης