Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)

ΗΗ εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου | Πεμπτουσία εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.

Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα».

Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.

α´

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).

Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.

Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ύπαρξη της ψυχής μετά τον θάνατο του σώματος

a ) Ο θάνατος δεν καταργεί την ουσία του σώματος: Με τον θάνατο, το σώμα του ανθρώπου διαλύεται «εις τα εξ ων συνετέθη» φυσικά στοιχεία του. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση και ουσιαστική εξαφάνισή του. Πρόκειται απλώς για μια «δαπάνη» και για ένα «ανάλωμα» της θνητότητος και της φθοράς του ανθρώπου, καθώς παρατηρεί ο ι. Χρυσόστομος: « Η διαφθορά αύτη (του) σώματος ουκ έστι της ουσίας αναίρεσις, αλλά της θνητότητος δαπάνη και της φθοράς ανάλωμα (=κατάργηση). Ο γαρ θάνατος ούτος ου το σώμα απόλλυσιν, αλλά την φθοράν δαπανά. Ως γε η ουσία (=του σώματος) μένει ανισταμένη». Με άλλα λόγια, ο θάνατος δεν καταργεί την ουσία του σώματος, αλλά τα παρείσακτα στοιχεία της φθαρτότητος και θνητότητος. Αυτό αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία ότι ο θάνατος τελικά δεν είναι εις βλάβην του ανθρώπου, αλλά ευεργεσία και ωφέλεια, καθ’ όσον η ουσία του σώματος παραμένει άθικτη, εν αναμονή της αναστάσεως (1).

Εξ άλλου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, χρησιμοποιεί την εικόνα της σφραγίδος, λέγοντας, ότι, μετά τον θάνατο, ο Θεός διατηρεί την ουσία του σώματος υπό τύπον σφραγίδας, ώστε με αυτή να σφραγίσει το ίδιο αποτύπωμα, στο σώμα που θα εγερθεί εκ του τάφου, κατά την Κοινή Ανάσταση των νεκρών.

β) Η κατά τον θάνατον έξοδος της ψυχής από το σώμα: Η ώρα του θανάτου, κατ’ αρχήν, και η έξοδος της ψυχής από το σώμα του ανθρώπου καθορίζεται αποκλειστικά από τον Θεό (πρβλ. «και της συμφυΐας ο φυσικότατος δεσμός θείω βουλήμα- τι α ποτέμνεται», (Νεκρώσιμος Ακολουθία). Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα τόσο των δικαίων όσο και των αμετανοήτων αμαρτωλών εκτελείται από άγγελον Θεού. Ο άγιος Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης γράφει: «Μήτε αι ψυχαί των αμαρτωλών χωρίς Αγγέλου χωρίζονται, δια να μη εύρη χώραν και καιρόν ο επίβουλος εχθρός, δηλαδή ο διάβολος να θανατώση τον άνθρωπον και παρά καιρόν και δια να μη νομισθή ότι (ο διάβολος) κύριος είναι της ζωής και του θανάτου» (2) .

Η ψυχή, όταν εξέλθει από το σώμα, διατηρεί το σχήμα του σώματος. Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγει, όπως ο έξω άνθρωπος, δηλαδή το σώμα, έχει μορφή (σχήμα), έτσι και ο έσω άνθρωπος έχει μορφή όμοια με τον έξω άνθρωπον (3). Στην ορθόδοξη εικονογραφία, η ψυχή παριστάνεται με σώμα ανθρώπινου βρέφους (πρβλ. στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) που συμβολίζει την έναρξη νέου σταδίου ζωής μετά θάνατον. Ως εκ τούτου, η ψυχή καθώς, μετά τον θάνατο του σώματος, ανέρχεται προς τον ουρανό, γίνεται αισθητή (ορατή) από τους Αγίους (4).

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ (ΣΑΒΒΑΤΟ 6/2/2021)

(Σουλτάνας Δ. Λάμπρου, Αν. Καθ. στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας )

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μεγας φώτιοςὉ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (858 – 867 καί 877 – 886) ὑπῆρξε ἀπό τίς μεγαλύτερες μορφές τῆς χριστιανικῆς γραμματείας, ἐξέχουσα πνευματική προσωπικότητα τοῦ Βυζαντίου πού ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στά ἱστορικά καί ἐκκλησιαστικά δρώμενα τῆς ἐποχῆς του καί σ’ αὐτόν ὀφείλεται ἡ ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων τόν 9ο αἰ. στό Βυζάντιο. Συνδύασε, ὅπως πολύ εὔστοχα ἔχει διατυπωθεῖ, θεολογική γνώση, τή φιλοσοφική ὀξύνοια, τήν ποιμαντική εὐθύνη, τήν ἀνθρωπιστική εὐαισθησία καί τήν πολιτική ἐμπειρία1 . Ὁ Μέγας Φώτιος συγκεντρώνει ἐκτενῆ βιβλιογραφία ἀφορῶσα στό πρόσωπο καί στό ἔργο του. Ἡ πολύπλευρη προσωπικότητα καί τό πολυσχιδές ἔργο του προσείλκυσε τό ἐνδιαφέρον πολλῶν ἐρευνητῶν, ἱστορικῶν, φιλολόγων καί θεολόγων, καί αὐτό ἀποτυπώνεται σέ ἄρθρα λεξικῶν, ἐγκυκλοπαιδειῶν, περιοδικῶν, σέ ἐκκλησιαστικές ἱστορίες καί ἔργα ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας τοῦ Βυζαντίου, σέ μονογραφίες καί στίς ἐκδόσεις τῶν ἔργων του2 . Στά ἀνωτέρω πρέπει νά συναριθμηθοῦν καί οἱ ἀξιόλογες μελέτες πού περιλαμβάνονται σέ πρακτικά ἐπιστημονικῶν συνεδρίων ἤ σέ συλλογικούς ἐπετειακούς τόμους ἀφιερωμένους στόν ἱερό Φώτιο3 .

Ἄς διατρέξουμε, ὅμως, τά ἱστορικά γεγονότα γιά νά κατανοήσουμε τό μέγεθος τῆς προσωπικότητας τοῦ Φωτίου.

Στήν Κωνσταντινούπολη ἡ ἐκκλησιαστική κατάσταση μετά τήν εἰκονομαχία ἦταν ἔκρυθμη. Ἡ ἐκλογή τοῦ Ἰγνατίου στόν πατριαρχικό θρόνο μέ σκοπό τή γεφύρωση τῶν διαφορῶν μεταξύ τῶν δύο πολιτικο­‑εκκλησιαστικῶν μερίδων, τῆς μερίδας τῶν συντηρητικῶν ἀφ’ ἑνός καί εἰκονοφίλων Στουδιτῶν μοναχῶν, μέ τούς ὁποίους συντάσσονταν καί οἱ κηδεμόνες τοῦ ἀνηλίκου αὐτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ἡ μητέρα του, δηλαδή, αὐτοκράτειρα Θεοδώρα καί ὁ πατρίκιος καί λογοθέτης εὐνοῦχος Θεόκτιστος καί ἀφ’ ἑτέρου τῶν «προοδευτικῶν» καί μετριοπαθῶν ἔναντι τῶν μετανοούντων εἰκονοκλαστῶν, τοῦ ἐπισκόπου Συρακουσῶν, δηλαδή, Γρηγορίου Ἀσβεστᾶ, πού ὁ Ἰγνάτιος ἐξεδίωξε ἀπό τήν τελετή τῆς χειροτονίας του καί τοῦ ἀδελφοῦ τῆς Θεοδώρας Βάρδα, δέν ἔφερε τά προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἡ δολοφονία τοῦ Θεοκτίστου ἀπό τόν Βάρδα ὁδήγησε στόν αὐτοκρατορικό θρόνο τόν ἐνήλικο πλέον Μιχαήλ Γ΄ καί στόν πατριαρχικό, μετά τήν ἐκθρόνιση καί ἐξορία τοῦ Ἰγνατίου, τόν Φώτιο, προσωπικότητα κοινῆς ἀποδοχῆς γιά τό ἦθος καί τήν παιδεία του4 .

Συνέχεια ανάγνωσης

Η απάντηση των Τριών Ιεραρχών στην Δυτικοευρωπαϊκή Παιδεία

(Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας)

Συχνά πυκνά ακούγεται να διακηρύττουν Έλληνες και ξένοι μελετητές ότι η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός αποτελούν την πιο λαμπρή συνέχεια της Αρχαιοελληνικής Παιδείας. Αληθεύει, όμως, αυτός ο ισχυρισμός; Στεντορεία τη φωνή απαντούμε: Όχι!

Η αρνητική απάντησή μας εδράζεται στο γεγονός ότι κανείς από τους Ευρωπαίους φιλοσόφους δεν μπόρεσε να συντελέσει με την ουμανιστική διδασκαλία του στην πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου, ο οποίος εισήλθε πλέον ορμητικά στην σκηνή του Ευρωπαϊκού θεάτρου του παραλόγου.

Ο Νίτσε, ο Σαρτρ, ο Σοπενχάουερ, ο Στίρνερ και ο Καμύ διακηρύσσουν τον θάνατο του Θεού και την ανάσταση του ανθρώπου. Ως αποτέλεσμα τούτου βλέπουμε να διέπουν πλέον την Δυτικοευρωπαϊκή Παιδεία τέσσερις αρχές: 1) Ο Θεός ή είναι πλατωνικός, δηλαδή μια ιδεατή αρχή, μη έχουσα άμεση σχέση με τον άνθρωπο ή δεν υπάρχει. 2) Ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, είναι η κόλασή μας, όπως διατείνεται ο Σαρτρ. 3) Η τρίτη αρχή είναι ο ανεύθυνος και ανελέητος πόθος για την εξουσία. 4) Για τον υπεράνθρωπο του Νίτσε δεν υπάρχει καλό και κακό. 

Όλα επιτρέπονται, αφού δεν υπάρχει Θεός και άρα δεν υφίσταται καμία ηθική αρχή. «Χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται», αναφωνεί ο Ντοστογιέφσκι.

Φθάνουμε, λοιπόν, στην κορύφωση του δράματος της Δυτικο- ευρωπαϊκής Παιδείας που ως αποτέλεσμα έχει τον άθεο, απάνθρωπο, ανέραστο, άκαρδο φονέα και αυτόχειρα Ευρωπαίο. Μάταια αναφωνεί ο Γκαίτε: «Licht mehr Licht» (φως, περισσότερο φως).

Δυστυχώς, αυτό το σκοτάδι της αθεΐας επηρέασε και τον ουρανό της καθ᾽ ημάς Ανατολής.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

(+π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας)

    Η Θεία Ευχαριστία - Επί ασπαλάθων - YouTube  Η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύσσει πώς κοινωνούμε πραγματικά το σώμα και το αίμα του Κυρίου (Ματθ. κστ’ 26-28. Μάρκ. ιδ’ 22-24. Λουκ. κβ’ 15-20. Ιω. στ’ 51-56. Α’ Κορ. ια’ 24-26).

 Δέχεται πώς η ευχαριστία είναι ανάμνηση του πάθους του Χριστού (Λουκ. κβ’ 19. Α’ Κορ. ια’ 24-25), αλλά δεν δέχεται πώς είναι μόνο ανάμνηση!

 Ο Χριστός εξετέλεσε τη θυσία Του «εφάπαξ» (Εβρ. Ζ’ 27. θ’ 12.28), επομένως η θυσία αυτή δεν επαναλαμβάνεται. Όμως ο ίδιος ο Κύριος προσφέρει το σώμα Του και το αίμα Του πριν από τη μοναδική θυσία του Γολγοθά (Ματθ. κστ’ 26-28. Μαρκ. ιδ’ 22-24. Λουκ. κβ’ 19-20) και δίνει εvτoλή στους μαθητές Του να κάνουν και αυτοί το ίδιο μέχρι τη δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πώς η «βρώσις» του σώματός Του και η «πόσις» του αίματός Του είναι απαραίτητα για τη σωτηρία (Ιω. στ’ 31-50. Α’ Κορ. ια’ 23-29).

 Πώς είναι δυνατόν να τελεσθεί η θεία ευχαριστία πριν από τη σταυρική θυσία του Κυρίου; Τούτο καλύπτεται βέβαια από το μυστήριο! Όμως η θεία ευχαριστία, πού ετέλεσε ο Χριστός πριν από τη θυσία του, αποτελεί «μυστηριακή μετοχή» στη μία και μοναδική θυσία του Γολγοθά.

 Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία ευχαριστία πού τελεί η Εκκλησία: είναι μετοχή της μιας και μοναδικής θυσίας πού πρόσφερε ο Χριστός. Οι ιερείς της Εκκλησίας οικονόμοι των μυστηρίων Του είναι διάκονοι του Χριστού, (Α’ Κορ. Δ), προσφέρουν αληθινή θυσία πάνω στο θυσιαστήριο της Εκκλησίας (Εβρ. ιγ’ 10), πού ονομάζεται μάλιστα και «τράπεζα του Κυρίου», η οποία αντιπαραβάλλεται με το ιουδαϊκό και το ειδωλολατρικό θυσιαστήριo (Α’ Κορ. ι’ 16-21).

Συνέχεια ανάγνωσης