Θεία Κοινωνία και Κορωνοϊός

Του Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

ΜΤι είναι οι προϋποθέσεις για τη Θεία Κοινωνία; - ΕΥΧΗ.grεταξύ των θεοσύστατων Μυστηρίων, μέσω των οποίων ο άνθρωπος καθίσταται πραγματικό μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και επιτυγχάνει την σωτηρία του, συγκαταλέγεται και το Μυστήριο των Μυστηρίων, η Θεία Κοινωνία. Ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος είπε στους Μαθητές Του, ολίγον προ του σωτηρίου Πάθους Του, κατά τον Μυστικό Δείπνο: «Λάβετε φάγετε τούτο εστίν το σώμα μου […] Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστίν το αίμα μου» (Ματθ. 26, 26-28). Με αυτούς τους λόγους ο Ιησούς Χριστός παρέδωσε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και επιβεβαίωσε ότι μέσα στό άγιο Ποτήριο υπάρχει το Σώμα και το Αίμα Του και όχι απλώς ψωμί και κρασί. Προηγουμένως είχε διακηρύξει ότι «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον […] εν εμοί μένει κἀγώ εν αυτώ» (Ιωάν. 6, 54, 56).
Ὁ Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασαφηνίζει ότι «ουκ έστι τύπος ο άρτος και ο οίνος του σώματος και αίματος του Χριστού –μη γένοιτο– αλλ᾽ αυτό το σώμα του Κυρίου τεθεωμένον» (PG 94, 1148A). Ενώ ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων διδάσκει ότι, μεταλαμβάνοντας του Σώματος και Αίματος του Χριστού, γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι με Αυτόν, αλλά και Χριστοφόροι. (Βλ. PG 33, 1100A). Έτσι τα σώματά μας γίνονται «μέλη Χριστού» (Α´ Κορ. 6, 15).

Τα δώρα, τα οποία, κατά την Ευαγγελική παράδοση, προσάγει το πιστό μέλος της Εκκλησίας για την επιτέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας είναι ο άρτος και ο οίνος. Μέσω αυτών προσφέρει ολόκληρη την ζωή του, τον πολιτισμό του, τον κόπο του, την ψυχοσωματική ύπαρξή του. Ακολούθως, ο Θεάνθρωπος Κύριος του αντιπροσφέρει τον Ἴδιο τον Εαυτό Του, το Σώμα και το Αίμα Του, «όλος εν όλοις άμα πληρέστατος, και το καθ᾽ έκαστον ολόκληρος, όλος και ανελάττωτος» (Μάξ. Ομ. PG 91, 1285D). Ο δε Δοσίθεος Πατριάρχης Ιεροσολύμων ομολογεί: «Εν τη θεία Ευχαριστία πιστεύομεν παρείναι τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ου τυπικώς, ουδ᾽ εικονικώς, ουδέ χάριτι υπερβαλλούση, ως εν τοίς λοιποίς μυστηρίοις … Αλλ᾽ αληθώς και πραγματικώς, ώστε μετά τον αγιασμόν του άρτου και του οίνου μεταβάλλεσθαι […] τον μεν άρτον εις αυτό το αληθές του Κυρίου Σώμα […] τον δε οίνον μεταποιείσθαι και μετουσιούσθαι εις αυτό το αληθές του Κυρίου αίμα» (Ομολογία, όρος 17, Ι. Καρμίρη, Δογμ. Συμβ., τ. 2, σ. 761).
Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι μέσω του καθαγιασμού, δια του επισκόπου ή του πρεσβυτέρου, των Τιμίων Δώρων και της επικλήσεως του αγίου Πνεύματος μεταβάλλονται τη δυνάμει και ενεργεία Αυτού, ο άρτος και ο οίνος αληθώς και πραγματικώς στο Σώμα και στο Αίμα του Θεανθρώπου Κυρίου, έστω και αν -κατά θείαν παραχώρησιν, για την ανθρώπινη αδυναμία μας- φαίνονται ως κοινός άρτος και οίνος κατά την εξωτερική εμφάνιση και την γεύση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Περί Θείας Κοινωνίας (Δ.Παναγόπουλου)

Παραθέτουμε κατωτέρω κείμενο του αειμνήστου Δημητρίου Παναγοπούλου, το οποίο αποτελεί ανάπτυξη της περί Θείας Ευχαριστίας διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Βεβαίως η συγκεκριμένη ανάπτυξη, εγράφη με σκοπό την ανατροπή των θεωριών των αιρετικών “Ευαγγελικών”. Αποτελεί όμως και επίκαιρη απάντηση στους σημερινούς αρνητές και συκοφάντες του μυστηρίου της Θείας ευχαριστίας, οι οποίοι με την ευκαιρία της ενσκηψάσης  λοιμικής νόσου, βλασφημούν κατά του Αγιωτάτου Αυτού Μυστηρίου της Εκκλησίας μας. Ο σκοπός της αναρτήσεως του κειμένου είναι καθαρά Ποιμαντικός-Κατηχητικός. Το κείμενο είναι μεγάλο και η γλώσσα του αρχαιοπρεπής. Αξίζει όμως κανείς να το αναγνώσει με προσοχή!

H αγία Κοινωνία είναι Μυστήριο, καθ’ ο υπό το είδος του άρτου και του οίνου μεταλαμβάνομε αυτού του Σώματος και Αίματος του Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον.
Το Μυστήριο τούτο της θείας Κοινωνίας παρεδόθη τοις Αγίοις Αποστόλοις και δι’ αυτών πάσι τοις Χριστιανοίς υπ’ αυτού του Σωτήρος Χριστού, κατά την νύκτα της Μεγάλης Πέμπτης, καθ’ ην παρεδίδετο. Την σύστασιν δε και έννοια τούτου διδάσκουν τα επόμενα χωρία της Καινής Διαθήκης.
Και πρώτος ο Ιερός Ματθαίος αφηγείται την σύστασιν και διδάσκει ημάς την έννοια αυτού λέγων:«Εσθιόντων δε αυτών, λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκοψε και εδίδου τοις μαθηταίς και είπε: Λάβετε, φάγετε’ τούτο εστί το σώμα μου’ και λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων: Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». (Ματθ. κστ’ 26-28).
Τα αυτά ακριβώς λέγει και ο Ιερός Μάρκος (Μάρκ. ιδ’ 22-24), και Λουκάς (Λουκ. κβ’ 17-20) περί της συστάσεως και σημασίας του μεγάλου τούτου Μυστηρίου. Και ενώ τόσον σαφώς ο Σωτήρ λέγει, ότι ο άρτος, ον ευλογήσας τοις Μαθηταίς προσήνεγκεν, είναι αυτό το Σώμα Αυτού, και ο οίνος αυτό το Αίμα Αυτού, οι «Ευαγγελικοί» στρεβλούντες τούς λόγους του Σωτήρος, λέγουσιν, ότι ενταύθα ομιλεί αλληγορικώς και ότι το εστί, κείται αντί του δηλοί, σημαίνει, τουθ’ όπερ είναι βλασφημία μεγίστη και τόλμη παράλογος, διότι ενταύθα ουδεμία παραβολή ή αλληγορία υπάρχει, αλλ’ ο Σωτήρ εκφράζεται ρητώς και σαφώς αυτό το πραγματικόν, αυτήν την αλήθειαν.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΠΟΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑΙ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΥΡΟΦΟΡΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ (1520-1577)

Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.

Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη: Ήταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ο Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.

Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).

Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.

Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25). 
Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.

Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.

Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ανάσταση, ελπίδα νίκης κατά του θανάτου

(Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Δρ. Θ., Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Πατρών)

Ο Θεάνθρωπος Κύριος, ως Ζωοδότης, κατήλθε στον Άδη. Όμως, όπου εισέρχεται το φως, εκεί διαλύεται το σκοτάδι. Όπου εμφανίζεται η ζωή, εκεί καταργείται ο θάνατος. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Αυτοζωής, της πηγής του Φωτός. «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον Άδην ενέκρωσας τη αστραπή της θεότητος… και τους τεθνεώτας ανέστησας…». «Νύν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γή και τα καταχθόνια…».

Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι σύμβολο, αλλά ιστορικό και αιώνιο γεγονός. Και το λέγω αυτό, γιατί μερικοί αρνούνται μια άλλη διάσταση ζωής και ισχυρίζονται ότι η όλη υπόθεση της νύχτας του Πάσχα είναι ένας εφήμερος συναισθηματισμός, τίποτε δε περισσότερο από μια ρομαντική συγκίνηση και χαρά.

Πρέπει, όμως, να γνωρίζουν αυτοί οι αντιρρησίες ότι πέρα από την ιστορική βεβαίωση της Αναστάσεως υπάρχει και η ρεαλιστική τοιαύτη. Ο Ορθόδοξος λαός, όταν προσεύχεται ή όταν συμμετέχει σε κάποιο εκκλησιαστικό-λατρευτικό γεγονός, δεν συμμετέχει με νοητικά ιδεολογήματα, αλλά με τις αισθήσεις του. Το κερί το αναμμένο, το σταυροκόπημα, το άρωμα του λιβανιού, οι χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες και το «Χριστός ανέστη» που ψάλλουν τα χείλη και η καρδιά αποδεικνύουν ότι η Ανάσταση του Χριστού είναι ένα πανηγύρι οντολογικής γιορτής που διαλαλεί μια μυστική βεβαιότητα για την Αυτοζωή που νικά τον θάνατο· «θανάτω θάνατον πατήσας». Μήπως γι᾽ αυτό δεν επιτρέπεται εφέτος η τοιούτου είδους βίωση του γεγονότος της Αναστάσεως;

Η ελπίδα της Αναστάσεως ανήκει σε όλους, αδιαφόρως του πνευματικού επιπέδου τους και είναι συνενωμένη με την φύση του Ελληνικού Έθνους μας. Αυτή την ελπίδα της νίκης κατά του θανάτου βιώνουν στον Όρθρο της Αναστάσεως άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, πιστοί ή αδιάφοροι, άξιοι ή ανάξιοι, δίκαιοι ή άδικοι, τελώνες ή άγιοι· «ουκούν, εισέλθητε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών» (Ιω. Χρυσ. Κατηχ. Πάσχα, PG 59, 722).

Βεβαίως, το γεγονός της Αναστάσεως, η θανάτωση του θανάτου, είναι υπόθεση αποδοχής και όχι διερευνήσεως. Είναι δηλαδή υπόθεση πίστεως και όχι διανοητικής αντιλήψεως. Η ύπαρξη και η ενέργεια του Τριαδικού Θεού και το γεγονός της Αναστάσεως, καθώς και η αθανασία βρίσκονται έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Πώς επιζητούμε να γίνουν αντιληπτά μέσω της πεπερασμένης διανοίας μας και των αισθήσεων, όταν αδυνατούμε να συλλάβουμε την καμπυλότητα του χωροχρόνου, τον δυϊσμό σωματιδίου-κύματος και τον χώρο των δέκα διαστάσεων της κβαντικής θεωρίας;

Τολμούμε ποτέ να απορρίψουμε με παιδαριώδη αφέλεια την φυσική; Πώς επιχειρούμε κάτι τέτοιο για την μεταφυσική;

Ο Θεάνθρωπος Κύριος «συνανέστησε παγγενή τον Αδάμ», όλο δηλαδή το γένος των ανθρώπων, τον κάθε άνθρωπο.

Όμως, ο ατομοκεντρικός βίος της αμαρτωλότητός μας γίνεται άμεσο εμπόδιο στην κατανόηση του γεγονότος αυτού. Πώς συνέβη στο πρόσωπο του Αδάμ, η καθολική ανθρώπινη φύση να αποκοπεί από την δυνατότητα της ζωής και πώς στο Πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού Πατρός η καθολική και πάλι φύση να «συνανίσταται» και να ζωοποιείται;

Η πλούσια ανθρώπινη γνώση μας και οι φιλοσοφικές μας κατηγορίες ελάχιστα μας βοηθούν να κατανοήσουμε το γεγονός αυτό, το οποίο, όμως, είναι βασική προϋπόθεση για να δυνηθούμε να ανεύρουμε το νόημα της τραγωδίας της Ιστορίας.

«Ώσπερ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται». «Επειδή γάρ δι᾽ ανθρώπου ο θάνατος, και δι᾽ ανθρώπου ανάστασις νεκρών», μας τονίζει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του (15, 21-22).

Τοιουτοτρόπως, στο Πρόσωπο του Χριστού, του Αναστημένου Θεανθρώπου και «εν σαρκί» Αναληφθέντος, προσλαμβάνει ο Θεός «πάσαν σάρκα» – όταν αυτή εναποθέτει με τον θάνατο όλες τις αντίθετες πεποιθήσεις της – και την ζωοποιεί.

Όπως, λοιπόν, «διά του Λόγου» η αγάπη του Τριαδικού Θεού εποίησε τα πάντα, κατά παρόμοιο τρόπο και «διά του ενσάρκου Λόγου» ανακαινίζει τα πάντα και τα αφθαρτοποιεί.

Εάν εφέτος, λόγω των ιδιαζόντως εξαιρετικών συνθηκών που βιώνουμε ως Ορθόδοξο Ελληνικό Έθνος και κυρίως λόγω της στερήσεως της συμμετοχής στην Θεία Λατρεία της Μ. Εβδομάδος και κυρίως στην Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως αυτή η χαρά είναι μειωμένη, εν τούτοις ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και το ανέσπερο Φως της Αναστάσεώς Του φωτίζει την Ορθόδοξο Ελλάδα μας. Καμμία αντίθετη δύναμη δεν μπόρεσε ούτε και θα μπορέσει ποτέ να σβήσει την αιώνια ανταύγεια αυτού τού Φωτός στις καρδιές των πιστών Ορθοδόξων Χριστιανών. Ας μην αυταπατώνται οι υπηρέτες του σκότους. Αυτό το Φως θα μας οδηγήσει στην Λύτρωση, αν με μετάνοια και πίστη προσβλέψουμε στον Αναστημένο Θεάνθρωπο Κύριό μας.

Για τον λόγο αυτό: «Χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε… ανέστη εκ νεκρών ο Σωτήρ του κόσμου».

Συνέχεια ανάγνωσης

ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου έλαβε αυτήν την ονομασία από την ορθία στάση  που τηρούσαν οι πιστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.

Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε’ Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την  «πρεσβεία».

Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις σ’ ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.

Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ’ άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοση η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίσει κάπως στην αναζήτησή μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η  Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύση της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθεί και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ’ άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνει λόγο γι’ αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).

Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων.

Κατά την παρατήρηση του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.

Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ’ αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εορτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄.

Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος.

Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος.

Καθ’ ορισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ’ άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.

Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη Υπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρη σ’ αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνει από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογεί κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

Ιωάννης Φουντούλης

 

Συνέχεια ανάγνωσης