Η απάντηση των Τριών Ιεραρχών στην Δυτικοευρωπαϊκή Παιδεία

(Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας)

Συχνά πυκνά ακούγεται να διακηρύττουν Έλληνες και ξένοι μελετητές ότι η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός αποτελούν την πιο λαμπρή συνέχεια της Αρχαιοελληνικής Παιδείας. Αληθεύει, όμως, αυτός ο ισχυρισμός; Στεντορεία τη φωνή απαντούμε: Όχι!

Η αρνητική απάντησή μας εδράζεται στο γεγονός ότι κανείς από τους Ευρωπαίους φιλοσόφους δεν μπόρεσε να συντελέσει με την ουμανιστική διδασκαλία του στην πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου, ο οποίος εισήλθε πλέον ορμητικά στην σκηνή του Ευρωπαϊκού θεάτρου του παραλόγου.

Ο Νίτσε, ο Σαρτρ, ο Σοπενχάουερ, ο Στίρνερ και ο Καμύ διακηρύσσουν τον θάνατο του Θεού και την ανάσταση του ανθρώπου. Ως αποτέλεσμα τούτου βλέπουμε να διέπουν πλέον την Δυτικοευρωπαϊκή Παιδεία τέσσερις αρχές: 1) Ο Θεός ή είναι πλατωνικός, δηλαδή μια ιδεατή αρχή, μη έχουσα άμεση σχέση με τον άνθρωπο ή δεν υπάρχει. 2) Ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, είναι η κόλασή μας, όπως διατείνεται ο Σαρτρ. 3) Η τρίτη αρχή είναι ο ανεύθυνος και ανελέητος πόθος για την εξουσία. 4) Για τον υπεράνθρωπο του Νίτσε δεν υπάρχει καλό και κακό. 

Όλα επιτρέπονται, αφού δεν υπάρχει Θεός και άρα δεν υφίσταται καμία ηθική αρχή. «Χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται», αναφωνεί ο Ντοστογιέφσκι.

Φθάνουμε, λοιπόν, στην κορύφωση του δράματος της Δυτικο- ευρωπαϊκής Παιδείας που ως αποτέλεσμα έχει τον άθεο, απάνθρωπο, ανέραστο, άκαρδο φονέα και αυτόχειρα Ευρωπαίο. Μάταια αναφωνεί ο Γκαίτε: «Licht mehr Licht» (φως, περισσότερο φως).

Δυστυχώς, αυτό το σκοτάδι της αθεΐας επηρέασε και τον ουρανό της καθ᾽ ημάς Ανατολής.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

(+π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας)

    Η Θεία Ευχαριστία - Επί ασπαλάθων - YouTube  Η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύσσει πώς κοινωνούμε πραγματικά το σώμα και το αίμα του Κυρίου (Ματθ. κστ’ 26-28. Μάρκ. ιδ’ 22-24. Λουκ. κβ’ 15-20. Ιω. στ’ 51-56. Α’ Κορ. ια’ 24-26).

 Δέχεται πώς η ευχαριστία είναι ανάμνηση του πάθους του Χριστού (Λουκ. κβ’ 19. Α’ Κορ. ια’ 24-25), αλλά δεν δέχεται πώς είναι μόνο ανάμνηση!

 Ο Χριστός εξετέλεσε τη θυσία Του «εφάπαξ» (Εβρ. Ζ’ 27. θ’ 12.28), επομένως η θυσία αυτή δεν επαναλαμβάνεται. Όμως ο ίδιος ο Κύριος προσφέρει το σώμα Του και το αίμα Του πριν από τη μοναδική θυσία του Γολγοθά (Ματθ. κστ’ 26-28. Μαρκ. ιδ’ 22-24. Λουκ. κβ’ 19-20) και δίνει εvτoλή στους μαθητές Του να κάνουν και αυτοί το ίδιο μέχρι τη δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πώς η «βρώσις» του σώματός Του και η «πόσις» του αίματός Του είναι απαραίτητα για τη σωτηρία (Ιω. στ’ 31-50. Α’ Κορ. ια’ 23-29).

 Πώς είναι δυνατόν να τελεσθεί η θεία ευχαριστία πριν από τη σταυρική θυσία του Κυρίου; Τούτο καλύπτεται βέβαια από το μυστήριο! Όμως η θεία ευχαριστία, πού ετέλεσε ο Χριστός πριν από τη θυσία του, αποτελεί «μυστηριακή μετοχή» στη μία και μοναδική θυσία του Γολγοθά.

 Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία ευχαριστία πού τελεί η Εκκλησία: είναι μετοχή της μιας και μοναδικής θυσίας πού πρόσφερε ο Χριστός. Οι ιερείς της Εκκλησίας οικονόμοι των μυστηρίων Του είναι διάκονοι του Χριστού, (Α’ Κορ. Δ), προσφέρουν αληθινή θυσία πάνω στο θυσιαστήριο της Εκκλησίας (Εβρ. ιγ’ 10), πού ονομάζεται μάλιστα και «τράπεζα του Κυρίου», η οποία αντιπαραβάλλεται με το ιουδαϊκό και το ειδωλολατρικό θυσιαστήριo (Α’ Κορ. ι’ 16-21).

Συνέχεια ανάγνωσης

Στη Γέννηση του Χριστού – Λόγος Γ΄ (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λόγος Γ΄,  Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Λόγος στη Γέννηση του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού - Χριστιανική Φοιτητική  Δράση

Εὐκολότερο εἶναι στό θνητό ἄνθρωπο νά βυθομετρήσει τή θάλασσα ἤ νά ὑπολογίσει τό ὕψος τοῦ ἔναστρου στερεώματος, παρά νά μετρήσει τό ὕψος καί τό βάθος τῆς θείας σοφίας καί πρόνοιας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾿ αὐτό κι εἶναι πολύ περισσότεροι ἐκεῖνοι πού ἐπιδίδονται στήν πρώτη μέτρηση παρά στή δεύτερη. Εἶναι περισσότεροι ἐκεῖνοι πού ἐξετάζουν τά μάτια, παρά ἐκεῖνοι πού ἐρευνοῦν τό πνεῦμα. Αὐτό πού ἐρευνοῦν τά μάτια μοιάζει πιό σπουδαῖο, στήν πραγματικότητα ὅμως αὐτά πού ἐρευνᾶ κι ἐξετάζει τό πνεῦμα εἶναι ἀσύγκριτα πιό βαθιά, πιό μεγάλα καί πιό πλατιά, «τό γάρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾶ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. Β΄, 10).

Τό βάθος τῆς θεϊκῆς σοφίας στό ξεκίνημα τοῦ παλιοῦ κόσμου ἦταν μεγάλο καί θαυμαστό. Δέν ἦταν ὅμως ὅπως τό ξεκίνημα τοῦ νέου κόσμου, μέ τή γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πάρτε σάν παράδειγμα τήν ἀνέκφραστη σοφία μέ τήν ὁποία ἀναφέρουν τή γέννηση τοῦ Κυρίου μας οἱ δυό εὐαγγελιστές, ὁ Ματθαῖος κι ὁ Λουκᾶς. Αὐτό πού συναντᾶμε καί στούς τέσσερις εὐαγγελιστές εἶναι ἀξιοθαύμαστο σύνολο, ὅμως συμπληρώνουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ὅπως τ᾿ ἀστέρια κι οἱ ἐποχές ἀλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους. Ὅπως ἡ ἀνατολή δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ χωρίς τή δύση κι ὁ βορράς χωρίς τό νότο, ἔτσι κι ὁ ἕνας εὐαγγελιστής δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τό δεύτερο ἤ οἱ δυό χωρίς τόν τρίτο ἤ κι οἱ τρεῖς μαζί χωρίς τόν τέταρτο. Ὅπως κι οἱ τέσσερις ἄκρες τῆς γῆς ἀποκαλύπτουν, ἡ καθεμιά μέ τόν τρόπο της, τή δόξα καί τή μεγαλοσύνη τοῦ ζῶντος ἑνός καί Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές, μέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, ἀποκαλύπτουν τή δόξα καί τή μεγαλοσύνη τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων

 (Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών)

Όλοι μας γνωρίζουμε ότι «ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. 4, 16). Το σύμπαν και ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα της αγαπητικής κινήσεως του Τριαδικού Θεού προς τα έξω.

Η υψίστη, όμως, εκδήλωση της αγάπης Του προς το πλάσμα Του τον άνθρωπο και τη κτίση ολόκληρη πραγματοποιήθηκε με την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου. Αυτό το γεγονός δεν είναι απλώς ένα ιστορικό, θα λέγαμε, γεγονός, αλλά το υπέρτατο στοιχείο της Τριαδικής θείας Οικονομίας. Έτσι το ερμηνεύουν και το δέχονται οι απλανείς ερμηνευτές της Αγίας Γραφής, οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας λέγει: «Όντως, κατά την ενανθρώπισιν του Κυρίου ετελέσθη των παρά Θεού γεγονότων το άριστον … το δε πάντων άριστον, μάλλον δε το μόνον όντως και ασύγκριτον άριστον, η ενανθρώπισίς έστι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Μαντζαρίδης, Παλαμικά, 53).

Ο δε Ιερός Χρυσόστομος ευστόχως γράφει ότι ο Θεός ήλθε στην γη «ίνα σέ ποιήση υιόν Θεού […] Εγεννήθη γάρ κατά σάρκα, ίνα σύ γεννηθής κατά πνεύμα […] την παλαιάν τη καινή συνάπτων, την θείαν φύσιν τη ανθρωπίνη, τα αυτού τοις ημετέροις» (PG 57, 26).

Με τη Σάρκωση του Θεού Λόγου αποκαθίσταται η διασπασθείσα κοινωνία του πλάσματος μετά του Δημιουργού του. Ο θάνατος, στον οποίο είχε εισέλθει ο πεπτωκώς άνθρωπος, ήταν η στέρηση της ίδιας της ζωής. Ο Χριστός, όμως, έρχεται στον κόσμο και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους «ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν» (Ιωάν. 10, 10). Αυτό το «περισσόν» δηλώνει ότι κατέστησε τους ανθρώπους αδελφούς και συγκληρονόμους. Επανέρχεται ο άνθρωπος στην κοινωνία μετά του Θεού και του συνανθρώπου. Ξαναζεί.

«Ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1, 14). Ο Θεός ενώνεται μυστικώς με τον άνθρωπο τελείως, ασυγχύτως, όμως, ατρέπτως και αχωρίστως, όπως κηρύττει η Ορθόδοξος Δογματική. Με την κοινωνία αυτή ο άνθρωπος καταξιώνεται ως ύπαρξη. Υπάρχει, όταν είναι ενωμένος, μέσω των ιερών Μυστηρίων και της πνευματικής εκκλησιαστικής ζωής, με τον Θεάνθρωπο Κύριό του και ζει στην κοινωνία αγάπης, που είναι η Αγία μας Εκκλησία, ως ζωντανό μέλος αυτής. Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριός μας έχει διαβεβαιώσει: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. 6, 53). Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έχει πει την θεολογικώτατη ρήση: «Το γάρ απρόσληπτον, αθεράπευτον» (PG 37, 181C).

Ας το ακούουν αυτό αφ’ ενός εκείνοι που πιστεύουν και κηρύττουν ότι τα νοσήματα και τα πάθη της εποχής μας θα θεραπευτούν με τη δήθεν καταξίωση του ανθρώπου ως ατομικής οντότητος και αφ’ ετέρου εκείνοι που είναι ενάντιοι στη συχνή συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέγει ότι όσο είναι απαραίτητη η υλική τροφή για τη διατήρηση της ζωής πόσο μάλλον «η μετουσία του όντως όντος του αεί μένοντος και πάντοτε ωσαύτως έχοντος, εν τω είναι φυλάσσει τον μετασχόντα» (PG 46, 173D).

Πρέπει, επιτέλους, να παραδεχθεί ο σημερινός άνθρωπος ότι δεν είναι αυθύπαρκτος, αλλά υπάρχει μόνον γιατί κοινωνεί μετά του Δημιουργού του, ο Οποίος είναι το «όντως όν».

Ευρίσκεσαι μέσα στην κοινωνία αγάπης, στην Εκκλησία, ζεις. Δεν υπάρχεις εκεί; έχεις πεθάνει. Κι αυτό γιατί, κατά τον Μ. Βασίλειο, «ζωή Θεός, στέρησις δέ ζωής θάνατος» (PG 31, 315Α). Εκτός της κοινωνίας μετά του Θεανθρώπου, ο άνθρωπος δεν είναι πρόσωπο ούτε αληθινή εικόνα και ομοίωμα του Θεού, αλλά «προσωπείο». Γιατί, όπως τονίζει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «το εν τω όντι είναι αληθώς έστιν είναι». (J. McDonough, Brill [1962] v. 5, 62). Εδώ φανερώνεται η μεγάλη σπουδαιότητα και ο αποχρών λόγος της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, ο οποίος είναι η αναδημιουργία, η «καινή κτίση», η Αγία μας Εκκλησία, η οποία αποτελεί το Θεανθρώπινο Σώμα Του. Μέσα σε αυτήν υπάρχει η αληθινή κοινωνία προσώπων, η κοινωνία αγάπης, η λύτρωσις, η σωτηρία, η κατά Χάριν θέωση.

Κατακλείοντας, ημπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι η Σάρκωση του Θεού Λόγου είναι η εκκλησιοποίηση, η θεανθρωποποίηση και η Χριστοποίηση του ανθρώπου. Η συνειδητοποίηση και η βίωση αυτής της αληθείας είναι τα οντολογικά Χριστούγεννα. Για τον λόγο αυτό ας αναφωνήσουμε: «Τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται Χριστός ετέχθη εκ της Παρθένου».

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

(Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος  Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας)

Ο Τριαδικός Θεός μέσω του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός παρεμβαίνει στον χρόνο, για να λυτρώσει τον άνθρωπο από την φθορά που συντελείται “ἐν χρόνῳ”.

Η Γέννηση του Χριστούαναιρεί τον χρόνο, αφού παρεμβάλλεται σ’ αυτόν η αιωνιότητα που είναι η φυσική κοινωνία Θεούκαιανθρώπου. Αιωνιότητα δεν είναι ουλικός χρόνος, αλλάη προσωπική σχέση τουανθρώπου μετά του Θεανθρώπου, ηοποία προεκτείνεται αιωνίως. Αυτή την σχέση ο άνθρωπος την γεύεται μέσα στο μυστικό Σώμα του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, την  Ορθόδοξο Εκκλησία. Κάθε ευχαριστιακή Σύναξη -Θεία Λειτουργία- δεν είναι ένας συμβολισμός, αλλά πραγματική μετοχή τουβεβαπτισμένου Ορθοδόξου Χριστιανού στο μυστικό Σώμα του Χριστού μέσω της Θείας Ευχαριστίας.

Η αιωνιότητα της Εκκλησίας, η κατάργηση του χρόνου, δεν ερμηνεύεται ως αθανασία της ψυχής, όπως διατείνονται και οι φιλόσοφοι, αλλά ως σωτηρία και λύτρωση του όλου ανθρώπου.

Η Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου αναιρεί τον χρόνο και επομένως και την ανθρώπινη Ιστορία ως πορεία ανθρωπίνων παθών, βίας, συμφερόντων, μίσους, εκμετάλλευσης και απανθρωπίας και εντάσσει την ζωή στην αιώνια αλήθεια και την αλήθεια στην ζωή.

Έτσι η παρέμβαση του Θεανθρώπου στον χρόνο συμβαίνει για να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον χρόνο και να ενταχθεί στον Λειτουργικό χρόνο. Γι’ αυτό η Γέννηση του Χριστού παραμένει Μυστήριο ξένο από την ανθρώπινη λογική και πέρα από κάθε ανθρώπινη γνώση.

Ο συναισθηματικός διάκοσμος των ημερών αυτών συνιστά μια έκφραση επιθυμίας για μια γιορτή Χριστουγέννων χωρίς Χριστό ή με έναν Χριστό -αντικείμενο που μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί με άλλα πρόσωπα ή αντικείμενα.

Γι’ αυτό θα λέγαμε ότι μέσα σ’ αυτή την χρονική περίοδο των Χριστουγέννων στους στολισμένους και φωταγωγημένους δρόμους μας γίνεται απόλυτα αισθητή η παγωνιά του θανάτου του Θεού. Γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς τον Χριστό.

Ο Χριστός, όμως, η παρουσία του Οποίου δεν εντάσσεται μόνον σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ως “ο γλυκύς Ναζωραίος”, είναι ο ζωντανός  Θεός, ο Οποίος αποκαλύπτεται μόνο μέσα από την εκκλησιαστική ζωή και την Ορθόδοξο άσκηση, των μόνων δρόμων προς την Θεογνωσία και την Χριστογνωσία.

Χωρίς τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο του χρόνου, μονάδα παραγωγής και κατανάλωσης, ετήσιο εισόδημα, συντάξιμα χρόνια και τελικώς δύο ημερομηνίες, γέννησης και ταφής.

Η Σάρκωση του Θεού Λόγου καταργεί την απόσταση αυτή του ανθρώπου από την εν Χριστώ αλήθεια, καταλύει το “μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ” (Ἐφ. 2, 14). Ο άνθρωπος πλέον δύναται να υπάρχει ως προσωπική  υπόσταση κοινωνίας με την θεότητα εκτός χρόνου και χώρου.

Αυτή, όμως, η αναγέννηση του ανθρώπου “ἐν Χριστῷ” ημπορεί να υπάρξει μόνον, εάν ο άνθρωπος αρνηθεί την ατομική του αυτάρκεια, τον εγκλεισμό του στον χρόνο και χώρο της αμαρτίας και να αγωνισθεί να ζήσει αγαπώντας τον Θεό Δημιουργό του και αγαπώμενος υπ’ Αυτού.

Άλλωστε ο  Ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού Πατρός αυτό ζητεί από το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο. Να υπάρξει στην νέα ζωή, στην Θεανθρώπινη ζωή, μέσω της αληθινής και οντολογικής αποδοχής της.

Συνέχεια ανάγνωσης