Η υπαρξιακή χαρά στο θεολογικό λόγο

 (Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου,Ιεροκήρυκος  Ι. Μ. Πατρών)

Η επιστροφή στην θεοποίηση της λογικής είναι ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης εποχής. Τα εντυπωσιακά  τεχνολογικά της επιτεύγματα κρύβουν έκπληξη και φόβο για το μέλλον της ανθρωπότητας. Εκείνο, το οποίο σπανίζει ή και πολλάκις ελλείπει, είναι η υπαρξιακή χαρά.

Ο Δυτικός «πουριτανισμός» πρόβαλε έναν «νόθο» Χριστό και μία «νόθα» χριστιανική ζωή, μακριά από το «πάντοτε χαίρετε» (Α´ Θεσ. Ε´, 17). Αναζητεί ο σημερινός άνθρωπος την χαρά, την «όντως» χαρά και δεν την βρίσκει.

Πρέπει, όμως, να κατανοήσουμε ότι η χαρά, ως το υπέρτατο συναίσθημα του ανθρώπου, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει και να εκφρασθεί αφ’ ενός έξω από τον χώρο του «είναι» του, αφ’ ετέρου χωρίς την δυναμική αναφορά προς το έτερο.

Έτσι προϋπόθεση της χαράς είναι η πνευματική κατάσταση του υποκειμένου και η θετική στάση του προς το αντικείμενο. Τότε η ύπαρξη της χαράς είναι βεβαία. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει χαρακτηριστικά: «Ο εν τω Θεώ ών, αεί χαίρει. Καν τε θλίβηται, καν οτιούν πάσχη αεί χαίρει ο τοιούτος» (Ιωάν. Χρυστοστ. ΕΠΕ, 22, 30, Θεσ/νίκη 1983).

Πολλοί διερωτώνται: ο Θεός χαίρεται; Διαβάζουμε στον Ησαΐα: «και έσται ον τρόπον ευφρανθήσεται νυμφίος επί νύμφη, ούτως ευφρανθήσεται Κύριος επί σοι» (Ησ. ΞΒ´, 5). Για τον λόγο αυτόν ο Θεός επιθυμεί να ευφραίνεται και να χαίρει το δημιούργημά Του, ώστε να ενοποιείται, ερχόμενο σε κοινωνία μετά του Θεού Δημιουργού του. «Εγώ δε εν τω Κυρίω αγαλλιάσομαι, χαρήσομαι επί τω Θεώ τω σωτήρι μου» (Αββ. Γ´, 18).

Αυτή η προσωπική, κοινωνική και εσχατολογική διάσταση της χαράς εισέρχεται πλέον στην ζωή της ανθρωπότητας ως ιστορικό γίγνεσθαι στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου Κυρίου. Η επανεύρεση του «απολωλότος» προβάτου, η επανασύνδεσή του μετά του Αρχιποίμενος Χριστού γίνεται αιτία προσωπικής και κοινωνικής χαράς. «Συγχάρητέ μοι ότι εύρον το πρόβατόν μου το απολωλός» (Λουκ. ΙΕ´, 6).

Οι Ωδές της Θεοτόκου και του Ζαχαρίου επιβεβαιώνουν το χαρμόσυνο γεγονός της λυτρώσεως και σωτηρίας του ανθρώπου: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου… Ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ότι επεσκέψατο και εποίησε λύτρωσιν τω λαώ αυτού» (Λουκ. Α´, 46 και 68).

Ο Θεάνθρωπος Κύριος είναι η πηγή της χαράς. Η Ανάστασή Του και το Πάθος Του, εκτός του φόβου, με την έννοια του σεβασμού, του δέους, προκαλούν και χαρά μεγάλη. «Και εξελθούσαι ταχύ από του μνημείου μετά φόβου και χαράς μεγάλης» (Ματθ. ΚΗ´, 8) και ακόμη «και τούτο ειπών έδειξε αυτοίς τας χείρας και την πλευράν αυτού. Εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» (Ιωάν. Κ´, 20).

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η υπαρξιακή μίμηση του πόνου και του Πάθους του Χριστού ολοκληρώνεται με την υπαρξιακή χαρά. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις» (Ιάκ. Α´, 2), μας λέγει ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Και τούτο γιατί ο αγώνας «εν Χριστώ» και «διά τον Χριστόν» συνεπάγεται πειρασμούς και θλίψεις. Ο Απόστολος Πέτρος λέγει χαρακτηριστικά: «Εν τω αγαλλιάσθε, ολίγον άρτι, ει δέον εστι, λυπηθέντες εν ποικίλοις πειρασμοίς, ίνα το δοκίμιον υμών της πίστεως πολυτιμότερον χρυσίου του απολλυμένου…» (Α´ Πέτ., 6).

Η «εν Χριστώ» χαρά είναι αναφαίρετη. Τίποτε δεν είναι ικανό στον κόσμο αυτό να μας την αφαιρέση. Άλλωστε, ο Ίδιος ο Κύριος μας το υπεσχέθη: «…και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιωάν. ΙΣΤ´, 23).

Ο Μέγας Βασίλειος απαριθμεί τους λόγους, για τους οποίους πρέπει ο άνθρωπος να χαίρει: «… αι αφορμαί του χαίρειν ευλόγως… ημίν πρόκειται α. παρήχθημεν εις το είναι μη όντες, β. δια του λόγου και του νοός καταμανθάνομεν τα κάλλη της κτίσεως, γ. διακριτικοί εσμέν του αγαθού και του χείρονος. δ. αλλοτριωθέντες Θεού δια της αμαρτίας, πάλιν εις οικειότητα ανεκλήθημεν δια της μετανοίας, ε. αναστάσεως ελπίδες, αγγελικών αγαθών απολαύσεις, η εν ουρανοίς Βασιλεία…» (ΕΠΕ, 6, 84, Θεσ/νίκη 1973).

Για τον λόγο αυτό ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, γράφοντας στους Φιλιππησίους, τους παροτρύνει: «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε, πάλιν ερώ, χαίρετε…» (Δ´, 4).

Δυστυχώς, ο σημερινός άνθρωπος και ειδικότερα ο σημερινός νέος και η νέα που ζει τον απέλπιδα ατομισμό του, μακράν της κοινωνίας μετά του Δημιουργού του και του συνανθρώπου του, προσπαθεί, χωρίς ιδανικά και οράματα, να χαρεί μέσα στον χώρο των ψευτο-ευχαριστήσεων της καταναλώσεως, των ναρκωτικών και της ικανοποιήσεως των παθών.

Η χαρά, όμως, το σκίρτημα αυτό της ψυχής, κατά τον Μέγα Βασίλειο, είναι ένα υπαρξιακό γεγονός της ζωής. Κι αυτό το γεγονός είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του πνεύματός εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία…» (Γαλ. Ε´, 22). Εάν κατανοήσουμε αυτή την αιώνια αλήθεια, τότε θα χαρούμε πραγματικά.

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Καταβασίαι Χριστουγέννων

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ.

Ωδή α΄. Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε· ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἀνυμνήσατε, λαοί, ὅτι δεδόξασται.
Ὁ Χριστός γεννιέται· δοξάστε Τον! Ὁ Χριστός κατεβαίνει ἀπό τούς οὐρανούς· προϋπαντῆστε Τον! Ὁ Χριστός φανερώνεται πάνω στή γῆ· ὑψωθεῖτε πάνω ἀπό τά γήινα! Δοξολογῆστε τόν Κύριο ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς καί ἀνυμνῆστε Τον μέ χαρά, τά διάφορα ἔθνη, γιατί ’ναι δοξασμένος.

 

Ὠδὴ γ΄. Τῷ πρὸ τῶν αἰώνων ἐκ Πατρὸς γεννηθέντι ἀῤῥεύστως Υἱῷ καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἐκ Παρθένου σαρκωθέντι ἀσπόρως Χριστῷ τῷ Θεῷ βοήσωμεν· Ὁ ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν ἅγιος εἶ, Κύριε.
Στόν Υἱό πού γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα ἀπαθῶς, προτοῦ νά ὑπάρξει χρόνος, καί τελευταῖα σαρκώθηκε ἀπό τήν Παρθένο χωρίς ἀνδρικό σπέρμα, στόν Χριστό καί Θεό ἄς φωνάξουμε δυνατά: Σύ, Κύριε, πού μᾶς δυνάμωσες καί μᾶς δόξασες εἶσαι ὁ μόνος ἅγιος!

Ὠδὴ δ΄. ῾Ράβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ καὶ ἄνθος ἐξ αὐτῆς, Χριστέ, ἐκ τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας· ἐξ ὄρους ὁ αἰνετὸς κατασκίου δασέος ἦλθες σαρκωθεὶς ἐξ ἀπειράνδρου ὁ ἄϋλος καὶ Θεός· δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.
Χριστέ, βλάστησες ἀπό τήν Παρθένο σάν λουλούδι ἀπό τό κλαδί, πού προῆλθε ἀπό τή ρίζα τοῦ Ἰεσσαί· ὁ ἄυλος Θεός, τόν ὁποῖο ὑμνοῦν τά πάντα, ἦρθες στόν κόσμο, παίρνοντας σάρκα ἀπό τήν Παρθένο πού δέν γνώρισε ἄνδρα, σάν ἀπό πυκνόφυτο καί σκιερό βουνό. Δόξα, λοιπόν, ἁρμόζει στή δύναμή Σου, Κύριε.

Ὠδὴ ε΄. Θεὸς ὢν εἰρήνης, Πατὴρ οἰκτιρμῶν, τῆς μεγάλης Βουλῆς σου τὸν Ἄγγελον εἰρήνην παρεχόμενον ἀπέστειλας ἡμῖν· ὅθεν θεογνωσίας πρὸς φῶς ὁδηγηθέντες, ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζοντες δοξολογοῦμέν σε, Φιλάνθρωπε.
Κύριε, ὄντας Θεός τῆς εἰρήνης καί φιλεύσπλαχνος Πατέρας, μᾶς ἔστειλες τόν Ἀγγελιαφόρο τῆς μεγάλης Βουλῆς σου γιά νά μᾶς παρέχει τήν εἰρήνη. Γι’ αὐτό, Φιλάνθρωπε, κι ἐμεῖς πού ὁδηγηθήκαμε στό φῶς τῆς θεογνωσίας, ξυπνώντας νωρίς μές στή νύχτα, Σέ δοξολογοῦμε.

Ὠδὴ ς΄. Σπλάγχνων Ἰωνᾶν ἔμβρυον ἀπήμεσεν ἐνάλιος θήρ, οἷον ἐδέξατο· τῇ Παρθένῳ δὲ ἐνοικήσας ὁ Λόγος καὶ σάρκα λαβὼν διελήλυθε φυλάξας ἀδιάφθορον· ἧς γὰρ οὐχ ὑπέστη ῥεύσεως, τὴν τεκοῦσαν κατέσχεν ἀπήμαντον.
Τό θαλάσσιο κῆτος ἀπέβαλε σάν ἔμβρυο τόν Ἰωνᾶ ἀπό τήν κοιλιά του, ὅπως ἀκριβῶς τόν δέχτηκε. Ἀλλά καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού κατοίκησε κι ἔλαβε σῶμα στήν κοιλιά τῆς Παρθένου, πέρασε μέσα ἀπ’ αὐτήν καί τήν διατήρησε ἄθικτη. Διότι, καθώς δέν γεννήθηκε ἀπό ρεύση, διαφύλαξε ἀβλαβή αὐτήν πού τόν γέννησε.

Ὠδὴ ζ΄. Οἱ παῖδες εὐσεβείᾳ συντραφέντες δυσσεβοῦς προστάγματος καταφρονήσαντες, πυρὸς ἀπειλὴν οὐκ ἐπτοήθησαν, ἀλλ’ ἐν μέσῳ τῆς φλογὸς ἑστῶτες ἔψαλλον· Ὁ τῶν πατέρων Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Οἱ τρεῖς νέοι πού ἀνατράφηκαν μέ εὐσέβεια καταφρόνησαν τή βλάσφημη διαταγή καί δέν φοβήθηκαν τήν ἀπειλή τῆς φωτιᾶς. Ἀντίθετα, εὑρισκόμενοι μές στό ἀναμμένο καμίνι, ἔψαλλαν: Ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας εἶσαι δοξασμένος!

Ὠδὴ η΄. Θαύματος ὑπερφυοῦς ἡ δροσοβόλος ἐξεικόνισε κάμινος τύπον· οὐ γὰρ οὓς ἐδέξατο φλέγει νέους, ὡς οὐδὲ πῦρ τῆς θεότητος Παρθένου ἣν ὑπέδη νηδύν. Διὸ ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν· εὐλογείτω ἡ κτίσις πᾶσα τὸν Κύριον, καὶ ὑπερυψούτω εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Τό καμίνι πού ἐξέπεμπε δροσιά ἦταν τύπος πού προεικόνιζε ἕνα παράδοξο θαῦμα. Διότι ὅπως αὐτό δέν ἔκαψε τούς νέους πού δέχτηκε μέσα του, ἔτσι δέν ἔκαψε τό πῦρ τῆς Θεότητος τήν κοιλία τῆς Παρθένου στήν ὁποία εἰσῆλθε. Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς ἄς ψάλουμε μέ ὕμνους: Ὁλάκερη ἡ κτίση ἄς δοξάζει τόν Κύριο κι ἄς τόν ὑπερυψώνει σέ ὅλους τούς αἰῶνες.

Ὠδὴ θ΄. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον! οὐρανὸν τὸ σπήλαιον· θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον· τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρητος, Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν.
Βλέπω ἕνα γεγονός μυστηριῶδες, ἐκπληκτικό καί θαυμαστό! Τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ νά γίνεται οὐρανό, ἡ Παρθένος Μαρία χερουβικός θρόνος. Καί ἡ φάτνη τοῦ σπηλαίου ὁ τόπος, ὅπου ξάπλωσε αὐτός πού τίποτε στόν κόσμο δέν μπορεῖ [νά τόν χωρέσει, δηλαδή ὁ Χριστός καί Θεός, τόν ὁποῖο οἱ πιστοί ὑμνολογώντας μεγαλύνουμε.

[Συμεών (Μητρ. Νέας Σμύρνης), Ἀφθαρσίας πηγή: Καταβασίες Δεσποτικῶν καί Θεομη­το­ρικῶν ἑορτῶν, Κείμενο – μετάφραση – σχόλια (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2009), σσ. 127-146].

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ὁ νοῦς καὶ ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου

(Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν. Δρος Θεολογίας)

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε καὶ κυρίως οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν Νηπτικὴ Πατερικὴ διδασκαλία, ὁρᾶ τὸν Δημιουργό του Θεό. Εἶναι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη τῆς ψυχῆς, μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὴν ἐμπειρία τῆς Θεανθρώπινης πορείας καὶ ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία διατυπώνεται καὶ ἐκφράζεται μέσῳ τῆς λογικῆς. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς μᾶς τὸ λέει καθαρά: «Ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς» (Ἔκδ. ἀκρ. ὀρθ. πίστ., 26,48). Ὁ δὲ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ «τὸν ἡγεμόνα νοῦν τὸν ὁρῶντα τὸν Θεόν» (Ὁμ. Κ´, 54).

Αὐτός, λοιπόν, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς μολύνεται ἀπὸ τὰ μικρόβια τῆς ἁμαρτίας, τῆς παρακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐνῶ σκοπός του εἶναι νὰ κρατᾶ τὴ ἡνία τῶν λογισμῶν, ἀμαυροῦται καὶ γίνεται δέσμιος τῆς ἁμαρτίας, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ πλέον νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπο στὸ νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Δημιουργό του Θεὸ καὶ νὰ μνημονεύῃ συνεχῶς τὸ Ὄνομά Του, παντοῦ καὶ πάντοτε.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η θεραπεία του δαιμονισμένου

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

«Και ελθόντι αυτώ εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών, υπήντησαν αυτώ δύο δαιμονιζόμενοι εκ των μνημείων εξερχόμενοι, χαλεποί λίαν, ώστε μη ισχύειν τινά παρελθείν διά της οδού εκείνης» (Ματθ. κη’ 28).

Τα Γέργεσα και τα Γάδαρα ήταν δυο πόλεις ειδωλολατρικές, στην απώτερη ακτή της θάλασσας της Γαλιλαίας. Ήταν δυο από τις δέκα πόλεις που βρί­σκονταν στα παράλια αυτά. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, τα Γάδαρα αναφέρονται αντί για τα Γέργεσα. Αυτό σημαίνει πως οι δυο πόλεις πρέπει να βρίσκονταν πολύ κοντά η μια στην άλλη και πως το περιστατικό που αναφέρουν πρέπει να έγινε κάπου ανάμεσα στις δυο.

Οι ευαγγελιστές αναφέρουν έναν τρελό άνθρωπο, ενώ ο Ματθαίος μιλάει για δύο. Οι πρώτοι ευαγγελι­στές αναφέρουν τον ένα από τους δύο, που φαίνεται πως ήταν χειρότερος από τον άλλο και τον έτρεμε όλη η περιοχή. Ο Ματθαίος τους αναφέρει και τους δύο, επειδή και τους δύο θεράπευσε ο Κύριος. Το ότι ο ένας από τους δύο ήταν πιο γνωστός από τον άλλον, φαίνεται από την περιγραφή του Λουκά, που λέει πως ο τρελός αυτός καταγόταν από την πόλη («υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως», Λουκ. η’ 9). Σαν ντόπιο λοιπόν πρέπει να τον γνώριζαν καλύτερα από τον άλλον, που μάλλον καταγόταν από κάποιο χωριό. Από τα λόγια του Λουκά επίσης συμπεραίνουμε πως είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών. Αυτό σημαίνει πως ήταν άρρωστος από χρόνια και γι’ αυτό το λόγο τον ήξερε όλη η περιοχή. Το ότι ήταν πολύ πιο άρρωστος και φρενιασμένος από τον άλλον, προκύπτει από αυτά που μας λέει ο Λουκάς, πως «εδεσμείτο αλύσεσι και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους» (Λουκ. η’ 29). Αυτός είναι ο λόγος που οι δύο ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τον ένα δαιμονιζόμενο, αν και ήταν δύο. Πολύ συχνά κάνουμε το ίδιο και μεις σήμερα όταν αναφέρουμε κάποιο περιστατικό και αναφέρουμε για παράδειγμα μόνο τον αρχηγό μιας συμμορίας ληστών που συλλήφθηκαν. Όταν συλλήφθηκε ολόκληρη η συμ­μορία με τον αρχηγό της λέμε πως ένας ληστής έτσι κι έτσι, αρχηγός των υπόλοιπων ληστών, πιάστηκε. Το ίδιο κάνουν κι οι ευαγγελιστές. Όπως ο Μάρκος κι ο Λουκάς συμπληρώνουν την αφήγηση του Ματθαίου σε μια λεπτομέρεια, έτσι κάνει κι ο Ματθαίος στο Μάρκο και το Λουκά σε άλλες περιπτώσεις. Παράδειγμα το περιστατικό με τους δύο δαιμονιζόμενους.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ

Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών / Δρος Θεολογίας

Εκείνοι που χρειάζονται στήριγμα είναι οι πιστοί, διότι από την αρχή του Χριστιανισμού μέχρι σήμερα βάλλεται η πίστη τους, αφού παρουσιάζονται κατά καιρούς διάφοροι αιρετικοί, οι οποίοι διαστρεβλώνουν την αλήθεια την αποκεκαλυμμένη, αφαιρώντας και προσθέτοντας σε αυτήν. Αυτοί αντιμάχονται την Ορθόδοξο πίστη μας, αμφισβητούν την Τριαδικότητα του Θεού και την Θεότητα του Ιησού Χριστού, δεν αποδέχονται το αειπάρθενον της Θεοτόκου και την Καθολική και Αποστολική Εκκλησία που είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία.

Εκτός, όμως, από τον πιο πάνω λόγο, η πίστη του ανθρώπου κλονίζεται και από τις θλίψεις, τις προερχόμενες από τις παντός είδους αντιξοότητες. Η θλίψη κυκλώνει πανταχόθεν τον άνθρωπο καθώς μετά την έξοδό του απὸ τον παράδεισο, βρίσκεται μέσα στον χώρο της φθοράς και του θανάτου. Έτσι η ψυχή του θλίβεται καθημερινώς και ανά πάσα στιγμή βιώνει την αίσθηση της απουσίας της χαράς και της πληρότητος. Αυτό ημπορεί να συμβαίνη τόσο από εσωτερικούς όσο και από εξωτερικούς παράγοντες.

Έσωτερικές αιτίες είναι τα πάθη και οι παρακοές προς το θέλημα του Θεού που, όσο κι αν δεν θέλη να το παραδεχθή ο άνθρωπος, τον κατακερματίζουν ως προσωπικότητα, τον αποσυντονίζουν από την πορεία του, με αποτέλεσμα να οδηγήται στην θλίψη, την αθυμία, την απογοήτευση.

Εξωτερικοί παράγοντες είναι όλα όσα προέρχονται εκ των έξω, χωρίς να θέλη η να τα προκαλή ο ίδιος ο άνθρωπος, όπως είναι οι συκοφαντίες, οι κατατρεγμοί, οι ασθένειες και τα όμοια.

Αλήθεια, τέτοια θλίψη δεν προκαλεί σήμερα στον άνθρωπο η πανδημία που επικρατεί στην ανθρωπότητα με όλα τα παρεπόμενά της; Στήριγμα δεν χρειάζεται ο άνθρωπος, ώστε να μην κλονισθή η πίστη του προς τον Δημιουργόν του Θεό, με όλα τα δεινά που του συμβαίνουν;

Για τους πιο πάνω λόγους έρχεται η Παρθένος και Θεοτόκος να μας στηρίξη τόσο στην Ορθόδοξο πίστη μας όσο και στον καθημερινό αγώνα μας. Και τούτο διότι η Παναγία μας είναι «ουρανός» και «γη αγαθή» και «όρος αλατόμητον» και «άρουρα βλαστάνουσα ιλασμούς». Την ακούομε, ωστόσο, να μας λέγη: «Εγώ θα σας στηρίζω στη πίστη και στην όλη ζωή σας, εσείς, όμως, Αυτού ακούετε, να υπακούετε σε όσα σας έχει πει ο Υιός μου».

Επομένως, εὰν ακούσωμε ό,τι μας έχει ορίσει ο Υιός της, τότε θα ασκούμεθα καθημερινώς, θα αγωνιζώμεθα με την Μυστηριακή ζωή, την καθαρα εξομολόγηση, την προσευχή, την αγιοπνευματική μελέτη, ώστε να καθιστούμε στέρεη την πίστη μας και να ημπορούμε αφ᾽ ενός να απομακρυνώμαστε από την αμαρτία, αφ᾽ ετέρου να καθαρίζουμε την καρδία μας, δηλαδή τον εσωτερικό μας κόσμο, από τα πάθη και τις αμαρτίες μας, έχοντας κατ᾽ αυτόν τον τρόπο ως εδραίωμα αμετάστατο την Ορθόδοξο πίστη και την αρετή.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε ότι όταν οι πιστοί ζητούν τις πρεσβείες της Θεοτόκου για την σωτηρία τους δεν ζητούν κάποιο είδος νομικής μεσιτείας, αλλά το δικό της ζωοποιό θέλημα μαζί με την αγάπη της για την επίτευξη της σωτηρία τους.

Η Παρθένος Μαρία είναι η κοινή Μητέρα όλων των Χριστιανών, των γεγενημένων και αναγεννημένων εν Πνεύματι Αγίω. Και τούτο διότι είναι η Μητέρα του Θεανθρώπου Κυρίου. Κάθε κτίσμα, σύνολη η Δημιουργία, ευρίσκει στο πρόσωπό της την πύλη της «όντως ζωής», την πύλη του ουρανού. Επομένως, μόνο μέσω της Θεοτόκου πορεύεται ο άνθρωπος προς την ουράνια Βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Γι᾽ αυτό και «επ᾽ αυτή χαίρει πάσα η κτίσις, Αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος».

Παρακαλούμε, λοιπόν, την Θεοτόκο να μας στηρίζη στην πίστη μας προς τον Θεάνθρωπο Κύριο και Υιό της και εκ δευτέρου στην Θεανθρώπινη αλήθεια έναντι των εχθρών της και του Υιού της και έναντι των επισυμβαινομένων θλίψεων. Και όταν παρακαλούμε την Θεοτόκο Μαρία, οφείλουμε να συμπεριλαμβάνουμε και την δική μας προσπάθεια, για να επιτευχθή αυτό το οποίο ζητούμε.

 

Συνεχίστε την ανάγνωση