Καύση νεκρών: Η επιβεβαίωση της αποτυχίας μας

(Αρχιμ. KΥΡΙΛΛΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, δρ.Θ. – Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Πατρών)
Αυτές τις ημέρες ανακινήθηκε και πάλι το ζήτημα της καύσεως των νεκρών με αφορμή την επικείμενη κατασκευή αποτεφρωτηρίου στην περιοχή του Δήμου Πατρέων. Γι’ αυτό αισθάνομαι την ανάγκη ως Ορθόδοξος κληρικός και θεολόγος να παραθέσω την εκκλησιαστική και θεολογική άποψη ως προς το ακανθώδες ζήτημα της καύσεως ή μη των νεκρών.
Δεν θα ήθελα να αναφερθώ επί μακρόν στις κρατούσες συνήθειες ως προς την στάση των ζώντων έναντι των νεκρών στους διαφόρους λαούς. Έγκριτοι επιστήμονες, ανθρωπολόγοι, αρχαιολόγοι κ.ά. με εκτενείς μελέτες τους έχουν αποδείξει ότι ο ενταφιασμός ήταν ο επικρατέστερος τρόπος μεταχειρίσεως του νεκρού σώματος σχεδόν σε όλους τους λαούς.
Στον Ελλαδικό χώρο κυρίαρχος τρόπος ταφής ήταν η εναπόθεση του νεκρού στη γη. Ωστόσο, υπάρχουν πληροφορίες για καύση νεκρών σωμάτων, πράξη η οποία επιβαλλόταν από έκτακτες συνθήκες πολέμου ή επιδημίας ή βεβιασμένης μετακίνησης σε άλλο τόπο και δεν αποτελούσε την επικρατούσα συνήθεια. Εξάλλου, όπως σημειώνει ο π. Στυλιανός Καρπαθίου, η ταφή των νεκρών αποτελεί πρωτογενές – αρχετυπικό στοιχείο της ανθρώπινης συνειδήσεως, που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα έμβια όντα.
Ωστόσο, ο σύγχρονος Ορθόδοξος Έλληνας ανακινεί και πάλι το ζήτημα της καύσεως των νεκρών ως ελεύθερης επιλογής του καθενός που το επιθυμεί κατ᾽ αρχήν (και την υποχρεωτική επιβολή της αργότερα;). Από ποιες αιτίες οδηγείται σε τέτοιου είδους θέσεις, διασπώντας μακραίωνη αλυσίδα παραδόσεως όχι μόνον Χριστιανικής, αλλά και Ελληνικής; Γιατί επιθυμεί να σβήσει τη μνήμη της ιστορικής πορείας ενός ανθρώπου, στερώντας του το μνήμα (ανάμνηση), το οποίο συνδέει την πρόσκαιρη αυτή ζωή με την αιώνια; Τόσο τρομακτικός έχει γίνει ο θάνατος για τον σύγχρονο «παντοκράτορα» άνθρωπο;
Αλλά ας προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα από την αρχή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τό μεσιτευτικό ἔργο τῆς Θεοτόκου

Μελέτη Γεωργίας Κουνάβη, Θεολόγου

Ἡ Παναγία μας εἶναι γεμάτη ἀγάπη, στοργή καί τρυφερότητα μητρική. Ἕτοιμη νά ἀκούσει τόν πόνο, νά σπογγίσει τό δάκρυ, νά δώσει θεραπεία καί παρηγορία, γιατί «εἶναι πάντων θλιβομένων ἡ χαρά καί προστάτης». Θερμή εἶναι ἡ μεσιτεία της στόν Υἱό της γιά τίς ἀνάγκες καί τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί ἡ μητρική της προστασία, πού σκέπαζε τό μικρό Ἰησοῦ της, σκεπάζει τό σύμπαν καί κάθε ἄνθρωπο.

Εἶναι δέ τόσο μεγάλη ἡ παρρησία της ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ της, ἀπό τόν ὁποῖον εἶναι πάντοτε ἀχώριστη, γιατί «οὐδέν γάρ μέσον Μητρός καί Υἱοῦ» λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός. «Καί ἐπειδή στήν οὐράνια ἐκκλησία, στήν «ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων» ἔχει τήν πρώτη θέση, ἡ μεσιτεία της γιά τήν ἐπίγεια ἐκκλησία πού εἶναι τό σῶμα τοῦ Υἱοῦ της, εἶναι διαρκής καί ἀκατάπαυστη». Ὁ Υἱός καί Θεός της λοιπόν ἐκτός ἀπό τήν τιμή καί τή δόξα πού χάρισε στή μητέρα του, γιατί «ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου ἔσωθεν ὁ τῆς κοιλίας καρπός», τήν ἀνέδειξε καί Μεσίτρια τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Καί πρεσβεύει ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς Ἁγίους, γιά τόν κόσμο καί «προΐσταται πρεσβεύουσα ὑπέρ ἡμῶν». Βασικό καί κύριο ἔργο της στόν οὐρανό, δίπλα στόν Υἱόν της εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη «πρεσβεία», ἡ θερμή της ἱκεσία καί παράκληση, γιά τά παιδιά της πού ἄφησε στόν κόσμο. Εἶναι τό μεσιτευτικό καί πρεσβευτικό της ἔργο τόσο μεγάλο καί ἀποτελεσματικό, ὥστε κατορθώνει νά γκρεμίσει τό μεσότοιχο τῆς ἔχθρας καί νά ἑνώσει τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Βασίλειος Σελευκείας. «Χαῖρε Κεχαριτωμένη, μεσιτεύουσα Θεῷ καί ἀνθρώποις, ἵνα τό μεσότοιχον ἀναιρεθῇ τῆς ἔχθρας, καί τῆς ἐπουρανίοις ἑνωθῇ τά ἑπίγεια».

Συνέχεια ανάγνωσης

Καύσις νεκρών και Ορθόδοξος Πίστη

Μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ

Τό ἀνθρώπινον σῶμα εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί κατοικία τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Ἡ καῦσις τοῦ σώματος καί ἡ σύνθλιψις τῶν ὀστῶν εἰς τόν «σπαστήρα» ἀποτελοῦν εἰκονοκλαστικήν πρᾶξι πού προσβάλλει τήν πίστι τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν αἰωνιότητα. Ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς τοῦ σώματος πρέπει νά εἶναι φυσική καί ποτέ ἐξαναγκασμένη. Ἡ φύσις ἀναλαμβάνει τήν φθορά τοῦ σώματος.

Ἡ καῦσις εἶναι πρᾶξις βίας ἐπί τοῦ σώματος. Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας προερχομένη ἐκ τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων λειψάνων πείθει ὅτι τά λείψανα πνευματικῶς ζοῦν, δι’ αὐτό διά τήν Ἐκκλησίαν ἡ ταφή ἀποτελεῖ αἰωνία ἀξία καί ἡ καῦσις δέν θεωρεῖται ὡς ἀτομικόν δικαίωμα διά τά πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, διότι εἶναι μία καθαρά μηδενιστική πρᾶξις, πού σηματοδοτεῖ τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ταφή σηματοδοτεῖ τήν ἐλπίδα καί τήν προσδοκίαν τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν εἰς οἱαδήποτε ἐπιχειρήματα καί ἄν θεμελιοῦται κεῖται ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου ἀληθείας πού καθορίζεται ἀπό τό Ἀποστολικόν λόγιον: «Οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν. οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ᾽Αδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος ᾽Αδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν». (Α΄ Κορ. IE, 42-45).

Ἡ κοινωνία μέ τήν καῦσι τῶν νεκρῶν προσυπογράφει τόν μηδενισμόν της. Μία κοινωνία πού δέν ἀποδέχεται τόν ἄνθρωπον εἰς τήν ἀσθένειάν του, τήν ἀδυναμίαν του καί τόν θάνατόν του, μία κοινωνία πού ἀποτεφρώνει τούς νεκρούς της, μία κοινωνία πού καταστρέφει καί τήν ἀνάμνησι τῆς ζωῆς καί τήν ἐνθύμισι τῶν μελῶν της, μία κοινωνία πού θεωρεῖ τήν ἀρχή τοῦ ἀνθρώπου τεχνητή καί ἐπιλεκτική καί τό τέλος του ὁριστικό καί ἀμετάκλητο, μία κοινωνία πού ἀρνεῖται τήν πνοήν τοῦ αἰωνίου καί ἐγκλωβίζεται εἰς τήν ἀσφυξίαν τοῦ ἐφημέρου τί σχέσι δύναται νά ἔχη αὐτή ἡ κοινωνία μέ τή ζωήν; Ἀκόμη καί οἱ ἄθεοι ὑπεγράμμιζον τήν ἀνάμνησι τῶν ἐπιγείων θεῶν τους μέ ταριχεύσεις τῶν σωμάτων τους ὅπως εἰς τίς περιπτώσεις τοῦ Λένιν καί τοῦ Μάο Τσέ Τούνγκ. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀνθρωπισμοῦ χωρίς Θεόν, τοῦ πολιτισμοῦ χωρίς ἀξίες καί τοῦ μηδενισμοῦ χωρίς σκοπόν, τό ἀποτέλεσμα τῆς συγχύσεως τῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ ἐξαφάνισις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καῦσις καί τοῦ τελευταίου ὑπολείμματός του. Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν σωμάτων ὁδηγεῖ εἰς τήν καῦσι τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Συμεών του Μεταφραστού: μαρτύριον της αγίας ενδόξου οσιοπαρθενομάρτυρος Αναστασίας της Ρωμαίας

.Αποτέλεσμα εικόνας για αγία αναστασία η ρωμαία..Η αγία Αναστασία δεν αγάπησε ποτέ τους κοσμικούς θορύβους. Τον Χριστό επόθησε από μικρή, και σήκωσε τον χρηστό και γλυκύτατο ζυγό Του, και βάσταξε το ελαφρό φορτίο Του, δηλαδή έγινε μοναχή. Ύστερα πάλι αξιώθηκε να μαρτυρήση, και υπέμεινε διάφορα και πάνδεινα βασανιστήρια με πολλή ανδρεία και γενναιότητα για χάρη του ουρανίου Νυμφίου. Γιαυτό και δοξάστηκε πολύ από Αυτόν με τριπλό στεφάνι: ένα για την παρθενία της, δεύτερο για την άσκησί της, και τρίτο για το μαρτύριό της, καθώς θα διηγηθούμε λεπτομερώς στη συνέχεια.

Αυτή η αξιέπαινη κόρη, που φέρει το όνομα της Αναστάσεως του Θεού και Σωτήρα μας Χριστού, απαρνήθηκε πατέρα, μητέρα και συγγενείς, μίσησε πλούτο, δόξα και κάθε σωματική ηδυπάθεια, εγκατέλειψε όλα τα φθαρτά και πρόσκαιρα αγαθά, για να απολαύση τα μόνιμα και αιώνια. Είκοσι χρόνων μπήκε σε μοναστήρι, και την έκειρε μοναχή μια ενάρετη και γραμματισμένη μοναχή ονόματι Σοφία, η οποία την δίδασκε και την νουθετούσε με επιμέλεια στη μοναχική πολιτεία. Η Αναστασία πλέον, γνωστική και συνετή όντας, προέκοπτε διαρκώς με τις νουθεσίες της διδασκάλισσας και έδειχνε πολλή αρετή. Η Σοφία πάλι, βλέποντας την πνευματική της κόρη να προκόβη στον ένθεο έρωτα, δόξαζε τον Κύριο.

Ο κοινός μας εχθρός όμως φθόνησε τη γενναιότητα της κόρης, και της έδωσε μεγάλο και σφοδρότατο σαρκικό πόλεμο, για να την κάνη, όσο του ήταν δυνατό, να μισήση τη μοναχική πολιτεία, ή έστω να γίνη αμελής στην άσκησι. Αλλά η Αγία δεν χαλάρωσε διόλου στους πνευματικούς αγώνες, μάλιστα γινόταν όλο και πιο πρόθυμη. Όσο λοιπόν έβλεπε τον εχθρό και επίβουλο να την πολεμά δυνατά, τόσο πιο ανδρεία κι αυτή ανταγωνιζόταν. Έτσι νικούσε και ντρόπιαζε ολοσχερώς τον πειρασμό.

Σαν είδε αυτός πως με τέτοιο τρόπο δεν μπόρεσε να τη νικήση, βάζει ο τρισάθλιος άλλη πανουργία. Την γνωστοποίησε στους υπηρέτες του και εργάτες της ασεβείας, που είχαν τον καιρό εκείνο πολύ πόθο και φροντίδα να βασανίζουν τους χριστιανούς με ποικίλα βασανιστήρια. Τότε βασίλευε ο ασεβής Διοκλητιανός. Έσπευσαν λοιπόν οι υπηρέτες και ανήγγειλαν στον ηγεμόνα Πρόβο πως η Αναστασία δεν προσκυνούσε τους θεούς τους, ούτε σεβόταν τους βασιλείς, αλλά εκήρυττε τον Χριστό ως αληθινό Θεό και Δημιουργό όλης της κτίσεως. Τότε ο Πρόβος σύναξε πολλούς ανθρώπους στο θέατρο και πρόσταξε να φέρουν τη μακαρία μπροστά του. Έτρεξαν αμέσως ασυγκράτητοι οι υπηρέτες, έσπασαν την πύλη της μονής, μπήκαν με αναισχυντία και ζήτησαν κάποια που λεγόταν Αναστασία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Περί Ζηλοφθονίας

Του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου – Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

ΟΑποτέλεσμα εικόνας για αρχιμανδρίτης κύριλλος κωστόπουλος άνθρωπος, ως δημιούργημα του Θεού της Αγάπης, φανερώνει την αιώνια αλήθεια ότι μπορεί να πραγματώσει την αγαπητική ελευθερία στο να αγαπά τον αδελφό ή να τον απορρίπτει.

Το ότι ο άνθρωπος είναι πνευματική οντότητα και αξία αποδεικνύεται από την ουσιαστική και αληθινή αγάπη που διαθέτει για τον πλησίον, τον αδελφό. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος προτρέπει τους Ρωμαίους να χαίρουν με εκείνους που έχουν χαρά και να συμπάσχουν με εκείνους που έχουν λύπη: «Χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» (12, 15).

Στην αντίθετη περίπτωση ο άνθρωπος απορρίπτει την όντως εν Χριστώ ζωή της αγάπης, κλειδαμπαρώνεται στον εγωκεντρικό του χώρο, πικραίνεται αφάνταστα, όταν έρχεται σε επαφή με την ψυχοσωματική αξία του άλλου, βασανίζεται υπαρξιακά και πολλές φορές χάνει τα λογικά του.Αυτή η απαράδεκτη κατάσταση, τόσο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία όσο καιστην αγιοπατερική διδασκαλία, αποκαλείται «φθόνος».

Ο φθόνος ξεκινά από την ζήλεια και φθάνει στην ζηλοφθονία (ζήλεια και φθόνος μαζί). 

Συνέχεια ανάγνωσης