Ορθόδοξη πίστη και φυσικές επιστήμες, Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού (Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών)

1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμά­τωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό αντικείμενο.

imageΗ Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλι­στα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρη­σιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη πα­ράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστο­λος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.). Υπάρχει η γνώση του ακτίστου (=Θεός) και η γνώση του κτι­στού (=ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). Η γνώ­ση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνέργεια του ανθρώπου με τον Θεό. Η γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτά­ται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη – κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 – Ματθ. 5, 8). Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιο­λογία και γνώση του κτιστού. Η γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και ακτίστου, εργά­ζονται με διαφορετικά όργανα και γι’ αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύ­ξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία (=ενέργεια του νου στην καρδιά). Η παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι της επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη της πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του ακτίστου φωτός – της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επα­νάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ’ ό­λους τους επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τους Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τους φυσικούς επιστήμο­νες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τους επιστή­μονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνε­ται ένα είδος «θεοσκοπίου». Η Θεολογία, ως λόγος πε­ρί του Θεού, μ’ αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακροκόσμου και του μικροκόσμου. Η επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θε­ού, ως ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη κατά την Ορθοδοξία δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. Η σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο της επιστήμης είναι η γνώση της ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων. Έργο ό­μως της Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, του δη­μιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς. η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων Πατέρων (των επιστημόνων της πίστεως) είναι δυνατόν να έ­χουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεο­λογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος – ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία της ύπαρ­ξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. Η διε­ρεύνηση όμως, όπως είπαμε, της ουσίας και της λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. Η Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κό­σμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστή­μες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατό­τητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυ­νατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας – θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους, τις οποίες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα της Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδή­γηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνα­τόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνω­σία. Η διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποι­μαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επι­στήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. Η οπτική όμως της πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής – επιστήμονας στην γνώση του ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής της ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση της Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμ­πιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώ­ρου τους. Σ’ αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθό­δοξη σημασία του δόγματος. Η διδασκαλία της πί­στεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος της θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. Η Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματι­κή, όσο και η επιστήμη. Δόγματα της επιστήμης με την κοσμική κατανόησή τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Μarc Bloch, και η επι­στημονική έρευνα είναι «προκατειλημμένη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προ­κατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διπλής αυτής επιστήμης.

4. Η αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επι­στημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ή­δη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογεί­ται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αι­κατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λάβουσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη η ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύμα­τα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμο­ποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέ­σεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα ση­μείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επι­στήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυ­τά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρη­σκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονι­κές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδο­ξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρ­ξει περίπτωση Γαλιλαίου. Η αρνητική στάση των ορ­θοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνο­νται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πί­στεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορί­σματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ω­ρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επι­στημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία ε­πέμενε σ’ αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματι­σμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγι­ναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδή­γησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνω­ση. Η Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλι­λαίου, εξάλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρου­ση θεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20ον αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξάλλου, στην σύγ­κρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησια­στικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. Η θεμελίω­ση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). Η προτεραιό­τητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μό­νο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που ήσαν και θεολόγοι. Η πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την ανα­γνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παρά­δοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Ε­πιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, ΡG, 29, 3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατα­σκευής ανθρώπου, ΡG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δη­μιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ο την αρχήν αυτήν δους και τις ο ποιη­τής». Αλλά σ’ αυτή την υπόθεση οδηγεί και η θεωρία του Big Bang.

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, 77D) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβλη­θείσης, ενεργεία δε τα καθ’ έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτιστεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώ­τη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, δια την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τους καθήκοντας χρόνους ( =κα­τάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτό δε διότι -κατά τον Γρηγόριο (ΡG 44, 72Β) «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξάλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡG 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσ­σόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «Η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξαμενή, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (ΡG 44, 148C) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ δια βαθμών η φύ­σις, των της ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότε­ρων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονι­κή έρευνα: «…πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνη­ση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)…» (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική-κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γι’ αυτό σ’ αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως α­ντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερ­μηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμη­νευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμέ­νει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγμα­τα: Η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisemberg) βοή­θησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της ( = αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξάλλου ένας αμερικανός αστρονό­μος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιά­ζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστή­μης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγ­κρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού ό­μως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλι­κία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέ­ρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολο­γία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν πα­ραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην ε­ρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλή­θεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πί­στη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξάλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επι­στημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπα­ράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υπο­κειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδρα­ση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstandis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητα της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι α­ποτελεσματικότερη, όταν o Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντί του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής – α­ναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κορά­νιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη με­τριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. Η Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιο­καθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου. (Πρόσφατα α­παγορεύθηκε στον νυν πάπα, ως πρώην αρχηγό της Ιε­ράς Εξέτασης, να επισκεφθεί το Πανεπιστήμιο του Γαλιλαίου «Sapienza». Ο Πρύτανης είπε: Δεν λογο­κρίνουμε τον Πάπα. Ας διδάξει όπου θέλει, αλλά όχι σ’ αυτό το Ίδρυμα…).

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της (πρβλ. Ε. Θεοδώρου, πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ: Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως, Αθήναι 1981). Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το περί Θε­ού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. Η επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχό­μενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργα­να, για να Τον συλλάβει. Γι’ αυτό δεν μπορεί να κατη­γορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλά ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτή­ρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργα­σία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ’ αυτή την κοι­νή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «Η επιστήμη προσφέρει ασφαλέ­στερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; Η θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκ­πληξη (στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής 3.2.08) σε συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας ανθρω­πολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν α­πάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: Η επιστήμη α­παντά στο πώς και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. Η επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχε­ται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώ­ντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αφού η Θεο­λογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), ή ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» ( = έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπο­ρεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενι­κός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιω­άννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουρ­γίας αποκαλύπτεται δια της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστή­μη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα της εκα­τέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ’ όσον «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άν­θρωπος» (Ματθ. 4, 4)

«ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ»
Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ελληνική φιλοσοφία και πατερική θεολογία (Γράφει ο π.Κυρίλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυξ, Δρ.Θεολογίας)

Πάντοτε υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχη διαμάχη μεταξύ εκείνων, οι οποίοι υπερασπίζονται την ελληνική φιλοσοφία και εκείνων, οι οποίοι την απορρίπτουν, για να διασώσουν δήθεν την Πατερική θεολογία.
Η αλήθεια, όμως, για την σχέση Ελληνικής φιλοσοφίας και Πατερικής imageθεολογίας ευρίσκεται στο μέσον. Δεν πρέπει να υποτιμούμε την λογική σκέψη των Ελλήνων φιλοσόφων, αλλ’ ούτε να παραγνωρίζουμε την εμπειρική μετοχή των Πατέρων και Διδασκάλων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στην αποκαλυφθείσα αλήθεια.
Είναι γεγονός ότι η πρώτη Εκκλησία και θεολογία αναπτύχθηκε μέσα στα όρια του Ελληνικού κόσμου, της εξελληνισμένης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέσα στον χώρο της Αρχαιοελληνικής και ελληνιστικής φιλοσοφικής παραδόσεως. Στην καινούρια αυτή αποκαλυπτική εμπειρική χριστιανική θεολογία βρήκε την πλήρωσή του ο φιλόσοφος της ελληνιστικής εποχής, ο οποίος αναζητούσε απάντηση στα θεολογικά, κοσμολογικά και υπαρξιακά του ερωτήματα.
Υπήρχε, βεβαίως, μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ Ελληνικής φιλοσοφίας και χριστιανικής Πατερικής θεολογίας. Η πρώτη αναζητούσε την γνώση μέσω πολλών λογικών μεθόδων, έχοντας ως βάση τις λογικές αρχές. Η δεύτερη, έχουσα επίγνωση των λογικών και γνωστικών ορίων του ανθρώπου, κινήθηκε στον χώρο της αποκαλυπτικής εμπειρικής λογικής.
Η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, για να φθάση στον Θεό, πορεύεται μέσω της μίας εκ των δύο ακολούθων οδών: ή ορίζει αξιωματικά τον Θεό και προχωρεί στην ανάλυση των όσων απορρέουν εξ αυτής της πραγματικότητος ή αποδέχεται την κτίση και τις φυσικές της δυνάμεις και στοχαστικά πορεύεται προς τον Δημιουργό της Θεό.
Η Ορθόδοξος Πατερική θεολογία έχει ως αφετηρία το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, ο Οποίος είναι ο Δημιουργός Λόγος των όντων. Τοιουτοτρόπως, ο Σαρκωθείς Λόγος, ως Αυτοαλήθεια –«εγώ ειμί… η αλήθεια»[i]- οδηγεί τα όντα στην α-λήθεια, τα εξάγει δηλαδή από τη λήθη και φανερώνει το «είναι» τους.
Είναι, βεβαίως, αληθές ότι η Πατερική θεολογία χρησιμοποίησε την Ελληνική γλώσσα, την αρχαία Ελληνική φιλοσοφική μέθοδο, καθώς και πολλούς όρους της Ελληνικής φιλοσοφίας, για να εκφράση τις αιώνιες αποκαλυφθείσες αλήθειες[ii].
Την συνεργασία αυτή, με τις ορθές προτεραιότητες και αναλογίες, προσπάθησαν να πραγματώσουν και το πέτυχαν «εν Αγίω Πνεύματι» οι Άγιοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας[iii]. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ ήταν υπέρμαχος αυτής της συνεργασίας, εν τούτοις, επικοινωνώντας με τον φιλόσοφο Ήρωνα, ξεκαθαρίζει την θέση του: «Επειδή ούτω διενοήθη, τούτο μέν ουδέ βουλής ηξίωσε, ποτέραν δει των φιλοσοφιών ελέσθαι μάλλον, την έξω και παίζουσαν τας της αληθείας σκιάς εν τω της φιλοσοφίας σχήματι και προβλήματι, ή την ημετέραν και ταπεινήν μεν τω φαινομένω, υψηλήν δε τω κρυπτομένω και προς Θεόν άγουσαν»[iv].
Αυτή η συνάντηση της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας με την Πατερική θεολογία, αλλά και ο εκατέρωθεν αγώνας για επικράτηση, γέννησε τις μεγάλες αιρέσεις των πρώτων, κυρίως, αιώνων της χριστιανικής ζωής και θεολογίας. Ήταν μια δύσκολη έως δραματική συνύπαρξη. Και τα δύο μέρη, Ελληνική φιλοσοφία και χριστιανική εμπειρία, αντιπροσώπευαν μια δυναμική γνώσεως και ζωής- ασχέτως της τοποθετήσεως του κάθε μέρους ως προς την αντικειμενική αλήθεια- η οποία τελικώς έφερε το επίτευγμα της συζεύξεως και την γέννηση του «καινού» τέκνου, του Αποκαλυφθέντος Λόγου, μέσα από την σάρκα της Ελληνικής φιλοσοφίας.
Πρωτεργάτες αυτής της συνεργασίας και επιτεύξεως υπήρξαν αναμφιβόλως οι Έλληνες Πατέρες και Διδάσκαλοι, με την βαθειά πίστη τους στον ενανθρωπήσαντα Λόγο, την ένθεο βιωτή τους και την πλατειά Ελληνική Παιδεία τους.

==================================================

[i] Ιωάν. 14, 6.
[ii] «Γιατί αν η Καινή Διαθήκη πρόσφερε το σώμα των εξ αποκαλύψεως αληθειών, η Ελληνική Φιλοσοφία στάθηκε το πλούσιο οπλοστάσιο, από το οποίο οι Πατέρες άντλησαν τις θέσεις και τις μεθόδους, τα πολύτιμα όπλα, για την ανάπτυξη και την συστηματική ερμηνεία του σώματος τούτου των αληθειών». Τατάκη Β., Η Ελληνική και Πατερική Φιλοσοφία, Αθήνα 2000, σελ. 22.
[iii] «Είναι γνωστό, ότι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούσαν εκφράσεις των Στωικών και ότι εδημιουργήθησαν ακόμη και θρύλοι περί αλληλογραφίας μεταξύ του Απ. Παύλου και στωικών της εποχής του (λ.χ. του Σενέκα)». Θεοδώρου Ευαγγ., Θεός, κόσμος και άνθρωπος, Πρακτικά ΣΤ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου 2004.
[iv] ΕΠΕ 3, 256, Θεσ/νίκη 1976.

(Aπό το βιβλίο του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου «Θεολογικές και Φιλοσοφικές Προσεγγίσεις», Πάτρα 2006, σελ. 118-121).

Συνεχίστε την ανάγνωση

Χριστιανική πίστη και λογική (Στεφάνου Κασσιώτη, θεολόγου-φιλολόγου)

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, υπάρχουν περιοχές στη ζωή του ανθρώπου που μοιάζουν απλησίαστες. Οι περιοχές αυτές καλύπτονται από ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο και παραμένουν ανερμήνευτες. Τέτοιες είναι οι περιοχές της Τέχνης και του Πολιτισμού, όπου τα αντικειμενικά κριτήρια περιορίζονται από τον υποκειμενισμό, τη imageφαντασία, τη γνώση του αντικειμένου, τη θρησκευτική πίστη, την καλλιέργεια της ψυχής… τον αγιασμό του ανθρώπου… Επίσης μυστήριο παραμένει το ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά και η σχέση των ανθρώπων. Πώς να τα ζυγιάσεις με το μέτρο της λογικής και των αισθήσεων; Το ίδιο παραμένει ανεξιχνίαστη και η ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και μέσα από τη φιλοσοφία αγωνίζεται ο άνθρωπος διαχρονικά να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης, της δημιουργίας του κόσμου, της ζωής και του θανάτου. Κι ακόμη ο κάθε άνθρωπος κάνει προσπάθεια να ορίσει την έννοια του καλού και του κακού. Έτσι, ό,τι ξεπερνά τον αισθητό κόσμο το εντάσσει σ’ έναν άλλο χώρο, που τον ονόμασε μεταφυσική, δηλαδή έναν «κόσμο» που βρίσκεται μετά τα φυσικά…

Ένας τέτοιος χώρος είναι και η περιοχή του ακτίστου. Ό,τι δηλαδή αναφέρεται στον Άγιο Τριαδικό Θεό. Όλες οι προσπάθειες που έκανε ο άνθρωπος να καταλάβει με το μυαλό του τον Χριστιανικό Θεό, τον οδήγησαν σε λάθος αποτέλεσμα. Στην πλάνη των ειδώλων και στην αίρεση. Όσοι τόλμησαν να κατανοήσουν τον Θεό με τη λογική τους, έφτιαξαν έναν θεό κομμένο – ραμμένο στα μέτρα τους. Τα μέτρα του ανθρώπινου λογικού είναι πολύ περιορισμένα, πολύ μικρά, για να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν τον Θεό. Οι προϋποθέσεις που έχει imageη ανθρώπινη σκέψη για έρευνα, αναφέρονται στον χώρο του αισθητού. Γι’ αυτό ως όργανο προσπέλασης στον χώρο του ακτίστου η λογική είναι μάλλον ακατάλληλη. Πρόκειται για έναν άλλο χώρο που τα δεδομένα του είναι τελείως διαφορετικά. Αν ο Θεός γινόταν αντικείμενο έρευνας, τότε θα έπαυε να είναι άκτιστος και καθαρά πνευματικός. Θα περιοριζόταν στην υλικότητα και χρονικότητα του κόσμου μας, θα υπόκειτο στη φθορά και τη «γήρανση». Τελικά θα ήταν ομοιοπαθής με μας και θα ήταν προέκταση του νου μας. Ένα πλάσμα φτιαγμένο «κατ’ εικόνα» δική μας.

Το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι: Τότε, τί χρειάζεται η λογική στον άνθρωπο, αν δεν μπορεί να υπηρετήσει την κατανόηση της Αλήθειας και μάλιστα αυτής που αναφέρεται στον Θεό;
Για να δώσουμε μια απάντηση στο θέμα αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Ο Χριστιανικός Θεός, όπως τον γνωρίσαμε μέσα από την αποκάλυψή Του εν χρόνω στο πρόσωπο του ιστορικού Ιησού, ποτέ δεν ζήτησε να Τον «καταλάβουμε». Το μόνο που θέλει είναι να Τον εμπιστευθούμε, δηλαδή να Τον πιστέψουμε και να αγωνιστούμε να εφαρμόσουμε τον λόγο Του στη ζωή μας· πράγματα που είναι εφικτά από τον κάθε άνθρωπο. Γνωρίζοντας λοιπόν, ο Θεός, μέσα από τη σοφία Του, την αδυναμία του ανθρωπίνου λογικού να εισέλθει στην Ουσία Του και να κατανοήσει και να καταλάβει, τι είναι ο Θεός, αποφάσισε και αποκαλύφθηκε ο Ίδιος και είπε, «Εγώ είμαι». Γι’ αυτό παρουσιάστηκε «δι’ εαυτού προς τους αποδήμους της αυτού χάριτος». Μάλιστα αυτοπροσώπως και αυτοπροαιρέτως. Εάν ήταν αρκετό το λογικό για την «κατανόηση» του Θεού, τότε ο άνθρωπος θα μπορούσε να οδηγηθεί και με τη σκέψη του μόνος του στη σωτηρία και την απολύτρωση. Όμως η ανθρώπινη ιστορία μας αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Αδυναμίες και πάθη ανομολόγητα είναι η μοίρα του κάθε ανθρώπου, όπως θαυμάσια περιγράφει στην προς Ρωμαίους επιστολή ο Απόστολος Παύλος. Ακόμη και οι ευγενέστεροι νόες Φιλοσόφων, Ποιητών και μεγάλων στοχαστών στην παγκόσμια ιστορία, που διείδαν αμυδρά «σπέρματα αληθείας», έμειναν μόνο σε μια ηθική διατύπωση αρχών και κανόνων, που μπορεί να ρυθμίζουν κάπως την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, όμως δεν μπορούν να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν στην Αλήθεια.

Δηλαδή με τις σκέψεις αυτές απορρίπτουμε τη λογική; Όχι. Σε καμιά περίπτωση. Η λογική είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. «Πλάθοντας» ο Θεός τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα» δική Του, τον επροίκισε με χαρίσματα ανάμεσα στα οποία σημαντική θέση κατέχει το λογικό και το αυτεξούσιο, η ελευθερία. Όλα του όμως, τα χαρίσματα, πρέπει να υποτάσσονται στον σκοπό του Δημιουργού. Να κατατείνουν στο «καθ’ ομοίωσιν». Να μοιάσει ο άνθρωπος στον Δημιουργό Του και να οδηγηθεί στη Θέωση. Να γίνει Θεός «κατά χάριν». Τότε και η λογική και η ελευθερία και η κοινωνικότητα και η δημιουργικότητα θα υπηρετήσουν το θείο σχέδιο, εκφράζοντας την αγάπη και την υπακοή και την πίστη στον Δημιουργό Θεό. Κι επειδή σ’ όλα αυτά ο άνθρωπος αστόχησε, δηλαδή αμάρτησε, η αγάπη του Θεού Πατρός ευδόκησε και ο Υιός του ο μονογενής σαρκώθηκε, δίδαξε, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε και ανελήφθηκε πάλι στους ουρανούς, για να ανεβάσει την ανθρώπινη φύση δίπλα στον Δημιουργό απ’ όπου είχε «εκπέσει». Σ΄ αυτό το γεγονός καλείται η ανθρώπινη λογική, μαζί με όλες τις άλλες δυνάμεις, να υπηρετήσει το σχέδιο της σωτηρίας βοηθούμενη από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, κεκαθαρμένη από την όποια αδυναμία και υποταγμένη και πιστεύουσα στον λόγο της Αληθείας.

Η λογική δεν είναι αντίθετη στην πίστη. Είναι όμως λάθος η θεοποίησή της. Ίσως ο εκτροχιασμός της από τον σωστό δρόμο και ρόλο που καλείται να παίξει στην ανθρώπινη ύπαρξη, σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, να οφείλεται στη χειραγώγησή της από τον εγωισμό. Τότε υπηρετεί άλλους σκοπούς και οδηγείται μακριά από την Αλήθεια παρά τις καλές της προθέσεις.

Συνεχίστε την ανάγνωση

ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ (Ομιλία του καθηγητού Γεωργίου Μαρτζέλου)

Ομιλία του καθηγητού του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Γεωργίου Μαρτζέλου στην τελετή εορτασμού των Τριών Ιεραρχών που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013 στην αίθουσα τελετών του Α.Π.Θ.

Εισαγωγή

Οι Τρεις Ιεράρχες που καθιερώθηκαν δικαίως στη νεώτερη ιστορία του Ελληνικού Έθνους ως οι προστάτες και στυλοβάτες της ελληνικής παιδείας αποτελούν για όλους μας, εκπαιδευτικούς και εκπαιδευομένους, πηγή εμπνεύσεως και ιδεώδη πρότυπα για την
%ce%b1κριτική αποδοχή και αξιοποίηση των παρεχομένων γνώσεων επ’ αγαθώ του κοινωνικού συνόλου. Τους τιμούμε όχι μόνο για την τεράστια συμβολή τους στην ανάπτυξη των ελληνικών γραμμάτων σε μια εποχή μάλιστα παρακμής του γερασμένου Ελληνισμού, αλλά και για το γεγονός ότι κατόρθωσαν να συζεύξουν αρμονικά την ελληνική παιδεία με τη χριστιανική πίστη και ζωή, γεγονός που αποτελεί μοναδικό επίτευγμα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ωστόσο όμως συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας η καθοριστική συμβολή των Τριών Ιεραρχών στη σημαντικότατη διάκριση της θεολογίας από τη μια μεριά και της φιλοσοφίας και της επιστήμης από την άλλη, μια διάκριση που επιτρέπει τη δυνατότητα σχέσης ανάμεσά τους, χωρίς να συγχέονται και να χάνουν την ιδιαιτερότητά τους.

Το imageπόσο σημαντική υπήρξε η διάκριση αυτή για το χώρο της ορθόδοξης Ανατολής γίνεται φανερό, αν αναλογιστούμε ότι στη Δύση, όπου δεν έγινε η σαφής αυτή διάκριση εκ μέρους των Σχολαστικών θεολόγων του Μεσαίωνα, υπήρξε είτε σύγχυση της θεολογίας με τη φιλοσοφία και σύγκρουσή της με την επιστήμη, όπως λ.χ. στην περίπτωση του Γαλιλαίου, είτε οξεία αντιπαράθεση μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, όπως συνέβη λ.χ. με το Λούθηρο και γενικότερα με τον Προτεσταντισμό.

Δυστυχώς, αν και υπάρχει μια τόσο ξεκάθαρη θέση εκ μέρους των Τριών Ιεραρχών, μια θέση που είναι, θα έλεγα, διάχυτη μέσα στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, είμαστε πολλές φορές δέσμιοι δυτικών επιδράσεων και προκαταλήψεων, με αποτέλεσμα άλλοτε να συγχέουμε τη θεολογία με τη φιλοσοφία, άλλοτε να τις θεωρούμε διαμετρικά αντίθετες και άλλοτε να πιστεύουμε ότι θεολογία και επιστήμη είναι τελείως ασυμβίβαστες μεταξύ τους.

Για τους Τρεις Ιεράρχες η θεολογία ως χαρισματική λειτουργία στα πλαίσια του εκκλησιαστικού σώματος διακρίνεται σαφώς από τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Κι’ αυτό γιατί η θεολογία σχετίζεται με την αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο, που γίνεται αποδεκτή με την πίστη, ενώ η φιλοσοφία και η επιστήμη αποτελούν πτυχές του ανθρώπινου πολιτισμού που σχετίζονται με τη λογική και εμπειρική έρευνα της κτιστής πραγματικότητας.

Ας έλθουμε όμως να δούμε κάπως αναλυτικότερα το ζήτημα αυτό, αναφερόμενοι κατ’ αρχήν στις προϋποθέσεις που χαρακτηρίζουν κατά τους Τρεις Ιεράρχες τη σχέση της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη, για να κατανοήσουμε στη συνέχεια τις συνέπειες, στις οποίες οδηγούνται με βάση αυτές τις προϋποθέσεις τους.

α) Προϋποθέσεις που προσδιορίζουν τη σχέση της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη

Πρώτη βασική προϋπόθεση που προσδιορίζει τη σχέση της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη είναι γι’ αυτούς η διάχυτη σ’ ολόκληρη την ορθόδοξη παράδοση οντολογική διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Η διάκριση αυτή δεν είναι μια θέση, την οποία αποδέχονται, χωρίς να συνειδητοποιούν τις βαθύτερες συνέπειες και προεκτάσεις της. Τουναντίον. είναι μια διάκριση που αποτελεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση όλων των επιμέρους πτυχών της θεολογίας τους, ειδικότερα όμως προσδιορίζει εξολοκλήρου τη θεολογική τους γνωσιολογία. Με βάση αυτή τη διάκριση οι Τρεις Ιεράρχες διακρίνουν σαφώς μεταξύ λογικής, φιλοσοφίας και επιστήμης αφενός, που αναφέρονται στην έρευνα και τη μελέτη του κτιστού, και Αποκαλύψεως, δόγματος και θεολογίας αφετέρου, που σχετίζονται με την αποκάλυψη και την εμπειρία του ακτίστου. Με άλλα λόγια τα όρια μεταξύ θεολογίας από τη μια μεριά και φιλοσοφίας και επιστήμης από την άλλη είναι γι’ αυτούς απολύτως σαφή: Η θεολογία έχει ως αντικείμενο και γνωστικό πεδίο την αποκάλυψη και την εμπειρία του ακτίστου, ενώ η φιλοσοφία και η επιστήμη έχουν ως αντικείμενο και γνωστικό πεδίο αποκλειστικά και μόνο την κτιστή πραγματικότητα. Για το λόγο αυτό, όταν η κάθε μια είναι ενήμερη των ορίων της και λειτουργεί, χωρίς να παραβιάζει τα όρια της άλλης, θέμα συγχύσεως ή συγκρούσεως μεταξύ τους δεν τίθεται. Και οι τρεις τους, σαφώς διακεκριμένες η μία από την άλλη, μπορούν να λειτουργούν παράλληλα ή και να σχετίζονται μεταξύ τους μέσα στα πλαίσια των ορίων τους.

Εξάλλου η διάκριση της θεολογίας από τη φιλοσοφία και την επιστήμη θεμελιώνεται κατά τους Τρεις Ιεράρχες και στην τελείως διαφορετική μέθοδο γνωστικής προσέγγισης του αντικειμένου τους. Άλλη είναι η μέθοδος γνώσης του άκτιστου Θεού και άλλη η μέθοδος γνώσης της κτιστής πραγματικότητας. Ο Θεός ως άκτιστος γνωρίζεται με το αισθητήριο και την εμπειρία της πίστεως, πράγμα που προϋποθέτει την ηθική και πνευματική καθαρότητα του ανθρώπου και το φωτισμό του νου του από τον ίδιο το Θεό, ενώ η κτιστή πραγματικότητα γνωρίζεται με τη χρήση της εμπειρικής έρευνας και της λογικής διεργασίας, χωρίς να χρειάζεται προς τούτο κάποιες ηθικοπνευματικές προϋποθέσεις.

Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα όσα γράφει στο σημείο αυτό ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στον Α΄ Θεολογικό λόγο του: Δεν είναι, αγαπητοί μου, τονίζει, για όλους η θεολογία, αλλά μόνο για κείνους, που έχοντας δώσει πνευματικές εξετάσεις, έχουν προχωρήσει πνευματικά, και κυρίως για όσους έχουν καθαρθεί ψυχικά και σωματικά ή τουλάχιστον βρίσκονται καθ’ οδόν προς την ψυχοσωματική κάθαρση. Για να είμαστε σε θέση να θεολογήσουμε, πρέπει να απομακρυνθούμε από τη λάσπη και την ταραχή των παθών και να μην επιτρέψουμε στο νου μας να σκοτίζεται από την πονηρία και την πλάνη. Μ’ αυτό που λέω, διευκρινίζει, δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να έχουμε πάντοτε στη σκέψη μας τη μνήμη του Θεού, αλλά εννοώ ότι δεν πρέπει να θεολογούμε ευκαίρως-ακαίρως, χωρίς να έχουμε μάλιστα τις αναγκαίες προς τούτο ηθικές και πνευματικές προϋποθέσεις. Αν όμως θέλεις παρόλα αυτά, λέει ο Γρηγόριος, να ασχοληθείς με λεπτά ζητήματα, όπως τα θεολογικά, για να γυμνάσεις το νου σου, εγώ θα σου προτείνω να βαδίσεις «πλατείας οδούς». Φιλοσόφησε λ.χ. για τη ύπαρξη αυτού του κόσμου ή άλλων κόσμων, για τη φύση της ύλης, της ψυχής, των καλών ή κακών λογικών όντων ή ακόμη και για ελάσσονος σημασίας θεολογικά θέματα. Αν φιλοσοφώντας για τα θέματα αυτά βρεις την αλήθεια, δεν είναι άχρηστο. αλλά και αν πέσεις έξω, είναι ακίνδυνο. «Εν τούτοις γαρ», όπως σημειώνει επί λέξει, «και το επιτυγχάνειν ουκ άχρηστον, και το διαμαρτάνειν ακίνδυνον». Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο, όταν ασχολούμαστε με τη θεολογία, και μάλιστα χωρίς τις παραπάνω ηθικοπνευματικές προϋποθέσεις.

Δεύτερη βασική προϋπόθεση που προσδιορίζει κατά τους Τρεις Ιεράρχες τη σχέση της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη είναι η ένωση κτιστού και ακτίστου, και μάλιστα, θα έλεγα, κατά το πρότυπο της ενώσεως των δύο φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης, στο πρόσωπο του Χριστού: «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο τρόπος αυτός της ενώσεως δεν συνδέεται μόνο με την ορθόδοξη Χριστολογία, αλλά mutatis mutandis έχει την εφαρμογή του γενικότερα και σε επιμέρους πτυχές της πατερικής θεολογίας και ιδιαίτερα της θεολογικής προβληματικής των Τριών Ιεραρχών, όπως λ.χ. στη σχέση της λογικής με την Αποκάλυψη, του δόγματος με την ορολογία, της θεωρίας με την πράξη, της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη κλπ.

Υπό την έννοια αυτή η διάκριση της φιλοσοφίας και της επιστήμης από τη θεολογία όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά τουναντίον συνιστά βασική προϋπόθεση για την «ασύγχυτη» και «αδιαίρετη» ένωσή τους. Μέσα στα πλαίσια αυτής της ένωσης θεολογία και φιλοσοφία ή θεολογία και επιστήμη διακρίνονται μεταξύ τους σαφώς, ώστε να αποκλείεται τόσο η μεταξύ τους «σύγχυση» ή «τροπή» της μιας στην άλλη όσο και η μεταξύ τους διαλεκτική αντιπαράθεση και σύγκρουση. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θεολογία, φιλοσοφία και επιστήμη μπορούν να συνυπάρχουν άρρηκτα και λειτουργικά ενωμένες, «αδιαιρέτως» και «αχωρίστως», μέσα στη σκέψη και τα συγγράμματα των Τριών Ιεραρχών. Κι’ αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας όχι μόνο δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τα φιλοσοφικά και επιστημονικά δεδομένα της εποχής τους, όταν αναφέρονται στην κτιστή πραγματικότητα, αλλά αναγκάζονται πολλές φορές να φιλοσοφήσουν και να προβληματιστούν επιστημονικά και οι ίδιοι, προκειμένου να θεμελιώσουν λογικά τη θεολογία τους.

β) Η σχέση φιλοσοφίας και θεολογίας

Κατ’ αρχήν πρέπει να διευκρινίσουμε ότι φιλοσοφία για τους Τρεις Ιεράρχες είναι η γνώση «των θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων», κατά τη λακωνική έκφραση του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Με την έννοια αυτή οι Τρεις Ιεράρχες, στηριζόμενοι στις παραπάνω δύο βασικές προϋποθέσεις, θεωρούν τη φιλοσοφία όχι απλώς ως «θεραπαινίδα της θεολογίας» (ancilla theologiae), όπως οι Σχολαστικοί του Μεσαίωνα, τάσσοντάς την αποκλειστικά και μόνο στην εξυπηρέτηση της θεολογίας τους. παράλληλα τη βλέπουν και τη χρησιμοποιούν τρόπον τινά και ως «θυγατέρα της θεολογίας» (filia theologiae). Κι’ αυτό γιατί μέσα στην προσπάθειά τους να διατυπώσουν τη θεολογική διδασκαλία τους, όσον αφορά κυρίως το τριαδικό δόγμα, που ήταν το κατ’ εξοχήν θεολογικό πρόβλημα της εποχής τους, αναγκάζονται αφενός να κλονίσουν το φιλοσοφικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο οι αιρετικοί επιχειρούσαν να οικοδομήσουν τις κακοδοξίες τους, και αφετέρου να δημιουργήσουν ένα κατάλληλο φιλοσοφικό υπόβαθρο για τη λογική θεμελίωση της τριαδολογικής διδασκαλίας τους. Έτσι συχνότατα αναγκάζονται να απαντήσουν σε επιμέρους φιλοσοφικά ερωτήματα, που άπτονται των θεμελιωδών προβλημάτων της φιλοσοφίας, όπως λ.χ. του οντολογικού και του γνωσιολογικού προβλήματος, προωθώντας με τον τρόπο αυτό γόνιμα και δημιουργικά, και ορισμένες φορές πρωτοπορειακά για την εποχή τους, το φιλοσοφικό στοχασμό. Με τον τρόπο αυτό γίνονται εισηγητές μιας ιδιάζουσας φιλοσοφίας, μιας φιλοσοφίας που γεννιέται μέσα από τα σπλάχνα της θεολογίας τους και για το λόγο αυτό δικαίως φέρει το χαρακτηρισμό «χριστιανική φιλοσοφία».

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, το ένα από την περιοχή της οντολογίας και το άλλο από την περιοχή της γνωσιολογίας, είναι ικανά να μας πείσουν για την αλήθεια των παραπάνω θέσεων.

α) Αν η διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου, όπως πρωτοεμφανίστηκε στην Αγ. Γραφή και τους πρώτους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι η απάντησή τους στην οντολογική διαρχία αισθητού και νοητού ή ύλης και πνεύματος, που χαρακτήριζε την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η φιλοσοφική ανάπτυξη που γνώρισε η διάκριση αυτή κατά τον Δ΄ αιώνα αποτελεί ουσιαστικά την απάντηση των Πατέρων της εποχής αυτής, και ιδιαίτερα των Τριών Ιεραρχών, στο οντολογικό πρόβλημα που έθεσαν επί τάπητος οι τριαδολογικές αιρέσεις με τη διδασκαλία τους για την κτιστότητα του Υιού και του Αγ. Πνεύματος. Πράγματι. για να μπορέσουν οι Τρεις Ιεράρχες να αποδείξουν ότι ο Υιός και το Άγ. Πνεύμα δεν είναι κτίσματα, αλλά πρόσωπα θεία και άκτιστα κατά φύσιν, έπρεπε να απαντήσουν κατ’ αρχήν στο οντολογικό ερώτημα: τι είναι το κτιστό, ποιες είναι οι ιδιότητές του και σε τι διαφέρει από την άκτιστη και θεία πραγματικότητα. Έτσι διέγραψαν σαφώς τα όρια μεταξύ κτιστού και ακτίστου, προσδιορίζοντας πλήρως το εννοιολογικό περιεχόμενο των δύο αυτών οντολογικών κατηγοριών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, προωθώντας τον οντολογικό προβληματισμό, ανέπτυξαν μια νέα οντολογία τελείως ξένη προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, προκειμένου να θεμελιώσουν πάνω σ’ αυτήν τη θεότητα και την ομοουσιότητα των προσώπων της Αγ. Τριάδος.

β) Οι γνωσιολογικές διδασκαλίες επίσης που απαντούν σποραδικά στους Τρεις Ιεράρχες για το αδύνατο της γνώσης της ουσίας όχι μόνο του Θεού αλλά και των κτιστών όντων, για την προτεραιότητα της εμπειρίας έναντι της νοήσεως κατά τη διαδικασία της γνώσης, για τη σχέση ονομάτων και πραγμάτων ή για τη σημασία της ανθρώπινης επίνοιας και τη θεώρησή της ως πηγής προελεύσεως των ονομάτων – όλες τους διδασκαλίες με καθαρά φιλοσοφικό χαρακτήρα και περιεχόμενο – αποτελούν απαντήσεις στα επιμέρους γνωσιολογικά προβλήματα που έθεσαν επί τάπητος οι σύγχρονοι των Τριών Ιεραρχών αιρετικοί, και κυρίως οι επονομαζόμενοι Ευνομιανοί, με τη διδασκαλία τους για τη γνώση της ουσίας του Θεού και την πλήρη ετερουσιότητα μεταξύ Πατρός και Υιού. Στο σημείο αυτό μάλιστα πρέπει να σημειώσουμε ότι ιδιαίτερα η διδασκαλία του Μ. Βασιλείου για την ανθρώπινη επίνοια ως πηγή προελεύσεως τόσο των φανταστικών όσο και των πραγματικών ονομάτων παρουσίασε τόσο μεγάλη φιλοσοφική πρωτοτυπία και σπουδαιότητα, ώστε να προκαλέσει αίσθηση ακόμη και στους θύραθεν φιλοσόφους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος και γραμματικός Αμμώνιος τον Ε΄ αιώνα συγκαταλέγει την άποψη αυτή μεταξύ των κυριότερων φιλοσοφικών αντιλήψεων που διατυπώθηκαν μέχρι την εποχή του για την προέλευση των ονομάτων και τη σχέση τους με τα πράγματα.

Η σχέση όμως θεολογίας και φιλοσοφίας κατά τους Τρεις Ιεράρχες δεν εξαντλείται στις απαντήσεις που δίνουν σε καίρια φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής τους, όπως το οντολογικό και το γνωσιολογικό, αλλά επεκτείνεται και στην προσπάθειά τους να μεταπλάσουν την τρέχουσα φιλοσοφική ορολογία της εποχής τους σε θεολογική, προσδίνοντας στους φιλοσοφικούς όρους που χρησιμοποιούν ένα άγνωστο μέχρι την εποχή τους εννοιολογικό περιεχόμενο και εμπλουτίζοντας με τον τρόπο αυτό τόσο τη θεολογική όσο και τη φιλοσοφική ορολογία.

Δύο παραδείγματα και πάλι θα μπορούσαν να καταστήσουν σαφή την παραπάνω άποψη.

α) Παρά το γεγονός ότι σ’ ολόκληρη την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τη χριστιανική θεολογία μέχρι και τα μέσα του Δ΄ αιώνα οι όροι «ουσία» και «υπόστασις» ήταν απολύτως ταυτόσημοι, οι Τρεις Ιεράρχες με πρωτεργάτη το Μ. Βασίλειο, εκμεταλλευόμενοι την αριστοτελική διάκριση μεταξύ «πρώτης» και «δεύτερης» ουσίας ή τη στωική διάκριση μεταξύ «κοινού» και «ιδίου» σ’ ένα σύνολο ομοειδών όντων, πέτυχαν να διακρίνουν σαφώς τους δύο αυτούς φιλοσοφικούς όρους και να τους καθιερώσουν ουσιαστικά σ’ ολόκληρη την ορθόδοξη θεολογία με τελείως καινούργιο και πρωτόγνωρο εννοιολογικό περιεχόμενο. «Ουσία» είναι γι’ αυτούς το κοινό υλικό υποκείμενο σε ένα σύνολο ομοειδών όντων, όπως λ.χ. η ανθρώπινη φύση που είναι κοινή σ’ όλους τους ανθρώπους, ενώ «υπόστασις» είναι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό υποκείμενο που διακρίνεται από τα λοιπά ομοειδή όντα με βάση τα δικά του ατομικά χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. τα διάφορα άτομα μεταξύ των ανθρώπων. Η διάκριση των όρων αυτών, που αποτελεί πραγματική καινοτομία στην ιστορία της ελληνικής φιλοσοφικής ορολογίας, είναι αδιανόητη χωρίς τη θεολογική πρόκληση που αντιμετώπισαν οι Τρεις Ιεράρχες εκ μέρους των αιρετικών της εποχής τους.

β) Επίσης, παρά το γεγονός ότι όρος «πρόσωπον» στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γλώσσα είχε την έννοια της όψης, της μορφής ή του προσωπείου, και με αυτήν ακριβώς την έννοια είχε χρησιμοποιηθεί τόσο από την αρχαία ελληνική δραματουργία όσο και από τον αιρετικό του Γ΄ αι. Σαβέλλιο, που αντιλαμβανόταν τα πρόσωπα της Αγ. Τριάδος ως απλά προσωπεία του ενός και μοναδικού Θεού, οι Τρεις Ιεράρχες δεν δίστασαν να μεταπλάσουν και αυτόν τον όρο, ταυτίζοντάς τον με τον όρο «υπόστασις», και να τον χρησιμοποιήσουν άνετα στη θεολογία τους, καθιερώνοντάς τον έτσι οριστικά σ’ ολόκληρη την ελληνορθόδοξη παράδοση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μ. Βασίλειος, προκειμένου να αποφύγει την ενδεχόμενη κατανόηση του όρου «πρόσωπον» σύμφωνα με την αρχαιοελληνική και κατά συνέπεια τη σαβελλιανική σημασία του, όταν αναφέρεται στις υποστάσεις της Αγ. Τριάδος, δεν αρκείται μόνο να επισημάνει τον κίνδυνο που εγκυμονεί η απλή χρήση του όρου «πρόσωπον» με το παραδοσιακό του περιεχόμενο, αλλά αναγκάζεται να υπογραμμίσει και το οντολογικό εννοιολογικό περιεχόμενο που πρέπει να έχει ο όρος, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος του Σαβελλιανισμού. «Ου γαρ εξαρκεί», τονίζει, «διαφοράς προσώπων απαριθμήσασθαι, αλλά χρή έκαστον πρόσωπον εν υποστάσει αληθινή υπάρχον ομολογείν». Η απλή απαρίθμηση των τριών θείων προσώπων θα μπορούσε κάλλιστα, παρά τη διαφορά τους, να νοηθεί σαβελλιανικά ως απαρίθμηση απλών προσωπείων του Θεού, και γι’ αυτό μόνο η οντολογική θεώρηση του προσώπου ως πραγματικής υποστάσεως μπορούσε να αποσοβήσει ένα τέτοιο κίνδυνο. Το ίδιο επιχειρούν με το δικό τους τρόπο τόσο ο Γρηγόριος ο Θεολόγος όσο και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν ταυτίζουν εννοιολογικά τους όρους «υπόστασις» και «πρόσωπον», ώστε να αποκλείεται η σαβελλιανική κατανόηση του «προσώπου» και να διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η ορθόδοξη Τριαδολογία.

Έτσι με βάση τη διάκριση, αλλά και τη σχέση μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, τόσο οι απαντήσεις που έδωσαν οι Τρεις Ιεράρχες σε καίρια φιλοσοφικά προβλήματα όσο και η μετάπλαση της φιλοσοφικής ορολογίας σε θεολογική που πραγματοποίησαν, συνιστά μια γόνιμη και δημιουργική συμβολή στην προώθηση όχι μόνο της χριστιανικής θεολογίας, αλλά και της ίδιας της φιλοσοφίας, αναδεικνύοντάς τους ως τους βασικούς συντελεστές της γένεσης και ανάπτυξης της «χριστιανικής φιλοσοφίας».

γ) Η σχέση επιστήμης και θεολογίας

Όπως οι Τρεις Ιεράρχες δένουν λειτουργικά στα έργα τους τη θεολογία με τη φιλοσοφία, καίτοι αποδέχονται σαφώς τη μεταξύ τους διάκριση, το ίδιο κάνουν και όσον αφορά τη σχέση της θεολογίας με την επιστήμη. Θεολογία και επιστήμη γι’ αυτούς δεν είναι ασυμβίβαστες ούτε πολύ περισσότερο συγκρούονται μεταξύ τους, όπως συνέβη κατά το Μεσαίωνα στη Δύση με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Κι’ αυτό γιατί θεολογία και επιστήμη αποτελούν γι’ αυτούς δύο ασύμπτωτα επίπεδα, αφού η θεολογία σχετίζεται με την αποκάλυψη και την εμπειρία του ακτίστου, ενώ η επιστήμη με την έρευνα και τη μελέτη του κτιστού, έχοντας ως εκ τούτου διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετική μέθοδο. Αυτό όμως είναι ακριβώς που δίνει την άνεση στους Τρεις Ιεράρχες να δέχονται ανεπιφύλακτα την επιστήμη, τάσσοντάς την μάλιστα στην υπηρεσία της θεολογίας τους.

Το πιο χαρακτηριστικό και εύγλωττο παράδειγμα είναι εν προκειμένω ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος στις ομιλίες του στην Εξαήμερο, αξιοποιώντας τις παραπάνω προϋποθέσεις, αποφεύγει την κατά γράμμα ερμηνεία της Αγ. Γραφής και στηρίζεται στα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του, για να ερμηνεύσει τον τρόπο της γενέσεως του κόσμου. Δεν αρκείται στον τρόπο, με τον οποίο ο Μωυσής περιγράφει στο βιβλίο της Γενέσεως τη δημιουργία του κόσμου, αλλά επιστρατεύει όχι μόνο την προγενέστερη θεολογική παράδοση, αλλά και όλα τα φιλοσοφικά και επιστημονικά στοιχεία που είχε υπόψη του από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς, τον Ποσειδώνιο και τους Νεοπλατωνικούς, για να ερμηνεύσει κατά το δυνατόν επιστημονικά με βάση τα δεδομένα της εποχής του τον τρόπο της δημιουργίας του κόσμου. Έτσι πετυχαίνει να δέσει με τρόπο μοναδικό και αξιοθαύμαστο τη θεολογία με τη φιλοσοφία και την επιστήμη σε μια άρρηκτη και λειτουργική ενότητα. Με τον τρόπο αυτό πιστεύει ότι μπορεί να αναδείξει καλύτερα και αποτελεσματικότερα το θεολογικό μήνυμα της Αγ. Γραφής ότι ο Θεός είναι αυτός που δημιούργησε τον κόσμο, και μάλιστα από το μηδέν δια μέσου των ενεργειών του. Όσον αφορά όμως τον τρόπο της δημιουργίας του κόσμου, τον πρώτο λόγο έχει γι’ αυτόν η έρευνα και η επιστήμη και όχι η Αγ. Γραφή, όπως πίστευαν εσφαλμένα οι Σχολαστικοί του Μεσαίωνα, με αποτέλεσμα να καταστήσουν τη θεολογία τροχοπέδη της επιστήμης. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά, πολλά αποσιώπησε και παρέλειψε ο Μωϋσής κατά την αφήγηση της δημιουργίας του κόσμου, για να προκαλέσει και να γυμνάσει το νου μας να τρέξει να τα βρεί. Και αν βέβαια, παρατηρεί, βρούμε τον τρόπο, με τον οποίο δημιουργήθηκαν τα διάφορα όντα, μη φανταστούμε ότι μειώνεται η έκπληξη που νοιώθει κανείς από το μεγαλείο της δημιουργίας και κατ’ επέκταση του δημιουργού της. Αν όμως παρόλα αυτά δεν βρεθεί επιστημονικά ο τρόπος της δημιουργίας, τότε η απλότητα της πίστεως είναι ισχυρότερη από τις λογικές και επιστημονικές αποδείξεις. «Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις» επισημαίνει κατά λέξη, «επειδάν ο τρόπος καθ’ ον γίνεταί τι των παραδόξων εξευρεθή. ει δε μη, αλλά το γε απλούν της πίστεως ισχυρότερον έστω των λογικών αποδείξεων». Η πρωτοπορειακή αυτή θέση του Μ. Βασιλείου εξηγείται από το γεγονός ότι η πίστη γι’ αυτόν επικεντρώνεται στο ποιος δημιούργησε τον κόσμο, πράγμα για τον οποίο μας κάνει λόγο η βιβλική αποκάλυψη, ενώ οι λογικές και επιστημονικές αποδείξεις αναφέρονται στο πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, πράγμα που είναι αποκλειστικά υπόθεση της επιστήμης.

Γι’ αυτό εκμεταλλευόμενος με άνεση τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του έχει μια πολύ «σύγχρονη» αντίληψη για τη δημιουργία. Όχι μόνο αντιλαμβάνεται τη δημιουργία mutatis mutandis με την έννοια της εξελίξεως, αλλά δέχεται και τη γένεση της ζωής από την ανόργανη ύλη, με μόνο κινητήριο μοχλό το αρχικό δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού. Βέβαια η έννοια αυτής της εξελίξεως κατά το Μ. Βασίλειο δεν έχει ούτε τις προϋποθέσεις ούτε το περιεχόμενο της δαρβινικής ή της νεοδαρβινικής θεωρίας, η οποία στηρίζεται κυρίως στην πειραματική έρευνα και αδιαφορεί τελείως για τη σύνδεση της εξελίξεως με το υπέρτατο ον ως ποιητικό αίτιο της δημιουργίας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, όπως παρατήρησε ο αείμνηστος συνάδελφος Ν. Ματσούκας, ότι η εξελικτική αντίληψη του Μ. Βασιλείου παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με τη σύγχρονη θεωρία της εξελίξεως. Το σημείο αυτό φαίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό, αν αναλογιστούμε ότι, καίτοι ο Μ. Βασίλειος έζησε σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν από ένα στατικό και κλειστό κοσμοείδωλο, είχε μια πέρα για πέρα δυναμική αντίληψη για τη δημιουργία, καίτοι την θεωρούσε πλήρως εξαρτημένη από τη δημιουργική και συνεκτική ενέργεια του Θεού.

Εξετάζοντας κανείς αναλυτικότερα τις κοσμολογικές απόψεις του στις ομιλίες του στην Εξαήμερο, διαπιστώνει ότι μπορούν κάλλιστα να παραβληθούν με τη θεμελιώδη αρχή της θεωρίας της εξελίξεως. Όλα, υποστηρίζει, όσα έγιναν και διαμορφώθηκαν μετά τη δημιουργία της άμορφης ύλης, προέκυψαν από τις σπερματικές δυνάμεις και καταβολές που τέθηκαν από το δημιουργό μέσα στην ύλη και περίμεναν το θείο του πρόσταγμα, έτσι ώστε στην κατάλληλη χρονική στιγμή να γεννηθούν τα διάφορα δημιουργήματα. Πολύ συχνά χρησιμοποιεί στις ομιλίες του στην Εξαήμερο την εικόνα των «ωδίνων» (πόνων του τοκετού) και της «εγκυμοσύνης», για να περιγράψει την εξελικτική διαδικασία της δημιουργίας, από τις σπερματικές δυνάμεις που έθεσε ο δημιουργός στην κτίση μέχρι και την εμφάνιση των τέλειων δημιουργημάτων. Το δημιουργικό θείο πρόσταγμα παίζει γι’ αυτόν το ρόλο του άνδρα στη διαδικασία της αναπαραγωγής.

Όταν, όπως επισημαίνει, εκδηλώθηκε το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού, να βγουν από το νερό ερπετά και πτηνά, απέκτησε αμέσως το νερό ζωογόνο δύναμη και έφερε στο είναι τα πρώτα όντα όλων των ειδών. Οι ποταμοί, οι λίμνες και οι θάλασσες έγιναν ενεργοί και γόνιμοι, έτσι ώστε να μπορέσουν μέσα από το νερό τους να βγουν τα διάφορα είδη. Ακόμη και το νερό των βάλτων και των ελών δεν έμεινε αργό και άμοιρο κατά την επιτέλεση του έργου της δημιουργίας. Κάθε σταγόνα νερού της γης ενεργοποιήθηκε και έσπευσε να εκπληρώσει το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού. Δένοντας εν προκειμένω την επιστημονική αντίληψη για την εμφάνιση της ζωής μέσα από το νερό με τη βιβλική θεολογία, υποστηρίζει ότι τη ζωογόνο αυτή ικανότητα δεν την είχε το νερό από μόνο του. Την απέκτησε με τη δημιουργική παρουσία και ενέργεια του Αγ. Πνεύματος. Όχι μόνο ο Πατήρ και ο Υιός αλλά και το Άγ. Πνεύμα συμμετείχε κατ’ αυτόν ενεργά στην ολοκλήρωση του έργου της δημιουργίας: ο Πατήρ συμμετείχε ως προκαταρκτική και πηγαία αιτία της δημιουργίας, ο Υιός ως δημιουργική αιτία, επιτελώντας δημιουργικά το προκαταρκτικό και πηγαίο θέλημα του Πατρός, και το Άγ. Πνεύμα ως τελειωτική αιτία, ολοκληρώνοντας το δημιουργικό έργο του Υιού. Το τελειωτικό έργο του Αγ. Πνεύματος κατά τη δημιουργία φαίνεται κατ’ αυτόν ήδη με την παρουσία του Αγ. Πνεύματος «επάνω του ύδατος» σύμφωνα με το χωρίο της Γενέσεως 1,2: «και Πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος». Το χωρίο αυτό σημαίνει για το Βασίλειο ότι το Άγ. Πνεύμα επιφερόμενο «επάνω του ύδατος» με τη ζωογόνο του δύναμη συνέθαλπε και ζωογονούσε το νερό σαν την κλώσα που κάθεται επάνω στα αυγά της, για να μεταδώσει σ’ αυτά ζωτική δύναμη, σύμφωνα με τις επικρατούσες τότε αντιλήψεις της εποχής του. Με άλλα λόγια η προέλευση της ζωής από το νερό είναι αποτέλεσμα αφενός του δημιουργικού θείου προστάγματος και αφετέρου της γενετικής ικανότητας του νερού, την οποία απέκτησε με τη ζωογόνο παρουσία του Αγ. Πνεύματος.

Με παρόμοιο τρόπο εξηγεί ο Μ. Βασίλειος και την προέλευση του φυτικού κόσμου. Αν και η γη, όπως λέει, ήταν αρχικά «κατεψυγμένη» και «άγονος», όταν ήλθε σ’ αυτήν το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού να βλαστήσει τα διάφορα φυτά, άρχισε να «ωδίνει» σαν την έγκυο γυναίκα και να κινείται «προς καρπογονίαν». Άρχισε λοιπόν να βλαστάνει σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους που τέθηκαν με το θείο δημιουργικό πρόσταγμα και αφού περίμενε «τους καθήκοντας χρόνους», περνώντας όλα τα στάδια της αυξήσεως, έφερε στο είναι ολόκληρο το φυτικό κόσμο που κυοφορούσε μέσα στα σπλάχνα της. Με άλλα λόγια, η γη δεν έμεινε ακίνητη και ανενεργός μπροστά στο θείο δημιουργικό πρόσταγμα, αλλά συμμετέσχε κι’ αυτή από τη μεριά της στη γένεση της ζωής. Και όπως συνέβη με το νερό, έτσι και με τη γη. η δημιουργική συμβολή της δεν ήταν κάτι που οφειλόταν στη δική της γενετική ικανότητα, αλλά στη δύναμη που απέκτησε ως προίκα από το Θεό κατά την εκδήλωση του δημιουργικού του προστάγματος. Το δημιουργικό αυτό πρόσταγμα, όπως εξηγεί ο Μ. Βασίλειος, «οίον νόμος τις εγένετο φύσεως, και εναπέμεινε τη γη, την του γεννάν αυτή και καρποφορείν δύναμιν εις το εξής παρεχόμενος».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ο τρόπος, με τον οποίο ερμηνεύει ο Μ. Βασίλειος τη δημιουργία των ζώων. Ταυτόχρονα, σημειώνει, με την εκδήλωση του δημιουργικού θείου προστάγματος «Εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κλπ.», σύμφωνα με το βιβλίο της Γενέσεως, έδωσε ο Θεός στη γη την ανάλογη γενετική ικανότητα να παραγάγει ζώα. Η ικανότητα αυτή έγινε για τη γη φυσικός νόμος, προκειμένου να υπηρετήσει το έργο του δημιουργού. Ακόμη και σήμερα, παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, απηχώντας τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής του, βλέπουμε να προέρχονται κατευθείαν από τη γη όχι μόνο έντομα, αλλά και ποντικοί και βάτραχοι, όπως λ.χ. συμβαίνει στη Θηβαΐδα της άνω Αιγύπτου, όπου μετά από μια δυνατή βροχή η γη είναι γεμάτη από αρουραίους. Εκτός όμως από τα ζώα αυτά, προσθέτει, και τα χέλια δεν προέρχονται ούτε από αυγά ούτε με κάποιο άλλο τρόπο παρά μόνο από τη λάσπη, κατευθείαν δηλ. από τη γη. Παρά το ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί είναι εσφαλμένοι με βάση τα σημερινά δεδομένα των φυσικών επιστημών, έχουν ωστόσο ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας. Κι’ αυτό γιατί, αν και θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί θεολογικά τις παραπάνω παρατηρήσεις του, για να υποστηρίξει την άμεση δημιουργία των εντόμων, των ποντικών, των βατράχων και των χελιών από το Θεό εκ του μηδενός, σύμφωνα με την κατά γράμμα ερμηνεία της Βίβλου, εντούτοις αποδέχεται την επιστημονική άποψη της εποχής του και αποδίδει τη δημιουργία τους στη γενετική δύναμη της γης. Κάτι τέτοιο ασφαλώς δεν θα τολμούσε εύκολα ένας θεολόγος της εποχής μας, που είναι εγκλωβισμένος στη σχολαστική αντίληψη για τη σχέση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης. Για το Μ. Βασίλειο όμως δεν υπάρχει στο σημείο αυτό κανένα πρόβλημα, γιατί κατά τη γνώμη του, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, η εξεύρεση του τρόπου της δημιουργίας του κόσμου δεν μειώνει το θαυμασμό μας για το δημιουργό, αλλά τουναντίον τον καθιστά ακόμη μεγαλύτερο. Κι’ αυτό γιατί βλέπει ολόκληρη τη δημιουργία σε μια άμεση εξάρτηση από τη δημιουργική και συνεκτική ενέργεια του Θεού. Ωστόσο αντιλαμβάνεται την ενέργεια αυτή όχι με την έννοια μιας άμεσης και διαδοχικής παρέμβασης του Θεού στον κόσμο, αλλά ως συνέχιση του αρχικού δημιουργικού του προστάγματος, στο οποίο ανταποκρίνεται, θα λέγαμε, συνεργειακά ολόκληρη η δημιουργία.

Ανάλογα παραδείγματα, αν και όχι τόσο εντυπωσιακά, για τη σχέση θεολογίας και επιστήμης μπορεί να βρει κανείς και στο Γρηγόριο Θεολόγο και στον Ιωάννη το Χρυσόστομο. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία και είναι κοινό και στους Τρεις Ιεράρχες είναι ότι δεν έχουν καθόλου δισταγμούς και επιφυλάξεις να χρησιμοποιήσουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους σε σχέση με τη θεολογία τους. Τουναντίον, αισθάνονται ότι κινούνται κατά την έκφραση του Γρηγορίου του Θεολόγου σε «πλατείας οδούς». Άλλωστε, όπως είδαμε και προηγουμένως, η επιτυχία ή αποτυχία στην αναζήτηση της αλήθειας για ζητήματα που σχετίζονται με την κτιστή πραγματικότητα δεν θίγει καθόλου την ουςία της θεολογίας. Ακολουθώντας λοιπόν ακριβώς την αρχή αυτή οι Τρεις Ιεράρχες δεν φοβούνται την επιστήμη της εποχής τους, αλλά τη συνδέουν οργανικά και λειτουργικά με τη θεολογία τους, αποφεύγοντας ωστόσο οιαδήποτε σύγχυση που θα μπορούσε να είναι βλαπτική τόσο για τη μια όσο και για την άλλη.

Συμπέρασμα

Ύστερα από όσα είπαμε έγινε, νομίζουμε, σαφές ότι αν και οι Τρεις Ιεράρχες διακρίνουν σαφώς τη θεολογία από τη φιλοσοφία και την επιστήμη, έτσι ώστε να μη συγχέονται μεταξύ τους, εντούτοις η διάκριση αυτή όχι μόνο δεν τους οδηγεί σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με τη φιλοσοφία και την επιστήμη, αλλά τουναντίον, τους καθιστά ικανούς να προβούν σε μια δημιουργική και λειτουργική σύζευξη της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη, συμβάλλοντας αφενός στη γένεση και ανάπτυξη της «χριστιανικής φιλοσοφίας» και αποτελώντας αφετέρου το ιδεώδες πρότυπο διεπιστημονικής περιχώρησης για τους θεολόγους, φιλοσόφους και φυσικούς επιστήμονες κάθε εποχής.

Θα ήταν μάλιστα ευχής έργο, αν το εγχείρημα που έκανε ο Μ. Βασίλειος, συνδέοντας στην Εξαήμερό του άρρηκτα και λειτουργικά θεολογία, φιλοσοφία και επιστήμη, γινόταν στην εποχή μας, όχι βέβαια από ένα μεμονωμένο άτομο, όπως έγινε πριν από ένα αιώνα ανεπιτυχώς στη Δύση με το θεολόγο, φιλόσοφο, γεωλόγο και παλαιοντολόγο Pierre Teilhard de Chardin, αλλά από μια ομάδα θεολόγων, φιλοσόφων και επιστημόνων από όλες τις φυσικές επιστήμες, με στόχο τη συγγραφή μιας σύγχρονης Εξαημέρου που να ανταποκρίνεται στα θεολογικά, φιλοσοφικά και επιστημονικά δεδομένα της εποχής μας. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θα μπορούσε, πιστεύουμε, να πρωτοστατήσει σε μια τέτοια πρωτοπορειακή προσπάθεια και να καλύψει ένα κενό στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, δίνοντας ένα μνημειώδες έργο διεπιστημονικής προσέγγισης των ζητημάτων που σχετίζονται με τη γένεση του κόσμου και της ζωής. Αυτό θα ήταν πράγματι η καλύτερη αξιοποίηση του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών από ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα σαν το δικό μας.

Συνεχίστε την ανάγνωση