Οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, Πατριάρχαι Αλεξανδρείας

Την Δευτέρα 18 Ιανουαρίου η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά δύο μεγάλους Πατέρες της. Τον Μέγα Αθανάσιο και τον Άγιο Κύριλλο. Οι βίοι των δύο αυτών Αγίων Πατέρων μας, πολλά διδάσκουν τον σημερινό Ορθόδοξο Χριστιανό, γι΄ αυτό και ευθύς τους παραθέτουμε. 3110 

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε κατά το έτος 295 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από Χριστιανούς γονείς. Έτυχε επιμελημένης εκπαιδεύσεως, φιλοσοφικής και θεολογικής. Κατά τη νεανική του ηλικία συνδέθηκε με τον Μέγα Αντώνιο και ασκήτευσε μαζί του στην έρημο.

Στην αρχή χειροθετήθηκε αναγνώστης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και το 318 μ.Χ. ήταν ήδη διάκονος. Το έτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τον γέροντα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο στη Νίκαια, όπου συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, «του χορού των διακόνων ηγούμενος». Εκεί, χάρη στη μόρφωσή του και μάλιστα στη θερμουργό και ακλόνητη πίστη του, αναδείχθηκε ένας από τους θαρραλέους αγωνιστές κατά της αιρέσεως του Αρείου. Μάλιστα δε, όπως αποφάνθηκε η εν Αλεξανδρεία Σύνοδος του 399 μ.Χ., κυρίως ο Αθανάσιος «την νόσον του Αρειανισμού έστησεν». Κανένας, ίσως, άλλος από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, της περιόδου εκείνης, δεν αντιμετώπισε τόσο σπουδαία εκκλησιαστικά και θεμελιώδη προβλήματα της Εκκλησίας, όπως ήταν τα περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οικουμενικής Συνόδου κ.α.

Η φήμη του Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τη Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.), ώστε μετά από λίγο, όταν πέθανε ο γέροντας Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος (κοιμήθηκε 17 Απριλίου 328 μ.Χ.), εξελέγη Επίσκοπος Αλεξανδρείας πιθανότατα τον ίδιο χρόνο.

Ο Μέγας Αθανάσιος, κατά τα 46 έτη της αρχιερατείας του, υπήρξε ο στύλος της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν Πατήρ της Ορθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιηγούμενος την επαρχία του, μετέβη στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Κάτω Αίγυπτο για να δει από κοντά τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο τον υποδεχόταν παντού με ενθουσιασμό. Εγκαθιστούσε στις διάφορες πόλεις άξιους και ικανούς Επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Άγιο Φρουμέντιο (τιμάται 30 Νοεμβρίου), τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο Αξώμης.

Όμως, οι Αρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές και οχλήσεις στον Άγιο, τον οποίο συκοφαντούσαν. Ο Άγιος εξορίστηκε πέντε φορές και διήλθε περισσότερα από δεκαέξι χρόνια της αρχιερατείας του στην εξορία. Εσύρθη κατ’ επανάληψη από τους Αρειανούς ενώπιον Συνόδων και καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε από αυτοκράτορες, υπέφερε ανεκδιήγητες ταλαιπωρίες και στερήσεις, είδε πολλούς από τους συνεργάτες του να υποκύπτουν στις πιέσεις και στην βία των Αρειανών και τον Επίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352-366 μ.Χ) να υπογράφει αρειανικό όρο πίστεως, για να αποφύγει την εξορία. Ήλθαν στιγμές, κατά τις οποίες ο χριστιανικός κόσμος φαινόταν αντίθετος προς τον Άγιο, αλλά αυτός ποτέ δεν κάμφθηκε και αγωνιζόταν για την αλήθεια.

Αφορμή για τις διώξεις κατά του Αγίου, έδωσε η άρνησή του να αποκαταστήσει στην εκκλησιαστική κοινωνία τον υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου καθαιρεθέντα Άρειο, ο οποίος παρουσιαζόταν υποκριτικά ως αποδεχόμενος την ορθόδοξη διδασκαλία.  Όταν ο Άρειος ανακλήθηκε από την εξορία υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. ομολογία πίστεως, στην οποία απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τις αρειανικές εκφράσεις. Ο Άγιος Αθανάσιος είδε την απάτη και το δόλο του Αρείου και αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχθεί σε κοινωνία τον Άρειο παρά τη διαταγή του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά την άρνηση του Αγίου, οι εχθροί του άρχισαν να οργανώνουν συστηματικά τον κατ’ αυτού αγώνα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αν και τιμούσε τον Άγιο Αθανάσιο για το ήθος και το θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά από τις συνεχείς εναντίον του μηχανορραφίες των Αρειανών και διέταξε τη σύγκλιση Συνόδου στην Καισάρεια, το 335 μ.Χ., με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών κατά του Αθανασίου. Η Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης. Ο Αθανάσιος συνήλθε στη Σύνοδο, στην οποία παρέστησαν 60 Αρειανοί Επίσκοποι. Οι κατηγορίες δεν ήταν δυνατόν να σταθούν, παρά τα εφευρήματα των αιρετικών. Επειδή όμως, έγινε αντιληπτό ότι οι εχθροί του Αθανασίου ζητούσαν να τον φονεύσουν, οι άνθρωποι του βασιλέως, που είχαν επιφορτισθεί την τήρηση της τάξεως και της ειρήνης, τον φυγάδευσαν κρυφά. Έτσι κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, ο οποίος λόγω των διαβολών, αρνήθηκε να τον δεχθεί σε ακρόαση και διέταξε την εξορία του στη Γαλατία. Επανήλθε στην έδρα του μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλην όμως και πάλι οι εχθροί του άρχισαν τις κατ’ αυτού διαβολές και συκοφαντίες. Τότε ο Αθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, το 339 μ.Χ στην οποία έλαβαν μέρος 100 Επίσκοποι. Οι εχθροί του τότε, συγκρότησαν αρειανική Σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία τον καθαίρεσε και όρισε ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Ευσέβιο τον Εμισηνό, αντ’ αυτού δε, επειδή δεν αποδέχθηκε την εκλογή, τον Καππαδόκη Γρηγόριο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια διά της βίας μετά την απομάκρυνση του Αγίου Αθανασίου.

Τότε ο Άγιος κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ευρίσκονταν και άλλοι εξόριστοι ιερείς και Επίσκοποι. Εκεί, τον δέχθηκαν όλοι με τιμή και αναγνώρισαν τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο Πάπας Ιούλιος συγκάλεσε, το έτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, η οποία αναγνώρισε τον Άγιο Αθανάσιο ως κανονικό Επίσκοπο Αλεξανδρείας και τον κήρυξε αθώο από όλες τις κατηγορίες των εχθρών του.

Όταν το 345 μ.Χ. πέθανε ο Αλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν υποδείξεως του Κώνσταντος, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ανακάλεσε τον Άγιο Αθανάσιο από την εξορία. Ο Άγιος επέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά από το ποίμνιό του. Αλλά και αυτή τη φορά μόνο για λίγο έμεινε αδιατάρακτος στην έδρα του, διότι μετά την δολοφονία του Κώνσταντος, το έτος 350 μ.Χ., ο Κωνστάντιος, πεισθείς σε νέες διαβολές και πιέσεις των φίλων των Αρειανών, καταδίκασε συνοδικώς τον Άγιο Αθανάσιο. Απέστειλε μάλιστα και στρατιώτες, για να τον συλλάβουν την νύκτα της 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ενώ τελούσε παννυχίδα με πλήθος πιστών στο Ναό του Αγίου Θεωνά. Ο Άγιος φυγαδεύτηκε στην έρημο, όπου παρέμεινε έξι χρόνια, παρακολουθώντας τις κινήσεις και ενέργειες των Αρειανών και στηρίζοντας τους κλονιζόμενους Χριστιανούς.

Τέλος, επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) μπόρεσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια και να συγκροτήσει Σύνοδο η οποία αποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στην ιστορία των αγώνων της Ορθοδοξίας κατά του Αρειανισμού.

Οι διωγμοί συνεχίστηκαν και επί αυτοκράτορα Ουάλη, που εξόρισε τον Άγιο. Φοβούμενος όμως εξέγερση του λαού της Αλεξανδρείας, αναγκάσθηκε να ανακαλέσει τον Άγιο από την εξορία.

Αγωνιζόμενος για την ορθόδοξη πίστη μέχρι το τέλος του βίου του, κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σε ηλικία 75 ετών, αφού κατεκόσμησε το θρόνο της Αλεξανδρείας.

Η Εκκλησία πολύ νωρίς του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Πατρός αυτής. Είναι εκείνος που διαισθάνθηκε και αντιλήφθηκε άριστα τις λεπτεπίλεπτες σχέσεις αλληλεξαρτήσεως των επί μέρους αληθειών της πίστεως, οι οποίες στη σκέψη του αποτελούν τμήματα μιας και της αυτής αλήθειας, ώστε η πλάνη περί την μία επί μέρους αλήθεια, να συνεπάγεται αναπότρεπτα την ανατροπή ολόκληρου του συστήματος της χριστιανικής διδασκαλίας και την δημιουργία αιρέσεως.

Αλλά ο Άγιος και με τον καθόλου βίο του, απέδειξε το ενάρετο και το ευσεβές του ήθους αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε το όνομά του να αποβεί ταυτόσημο προς την αρετή. Γι’ αυτό λέγει επιγραμματικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : «Αθανάσιον επαίνων, αρετήν επαινέσομαι, ταύτον γαρ εκείνόν τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι». Ο Άγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεί ότι ο Μέγας Αθανάσιος έγινε κατ’ εξοχήν δέκτης του θείου φωτισμού, έφθασε σε ύψος βιβλικών προσώπων και ίσως μάλιστα κάποια από αυτά να υπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ενώθηκε και έγινε ένα με το θείο φως. Και έτσι μόνο κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής του.

 Ο Άγιος Κύριλλος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού (408-450 μ.Χ.) και γεννήθηκε περί το 370 ή 375 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Ήταν θερμού και ζωηρού χαρακτήρα, ανήσυχος, τολμηρός, ενεργητικός και πολύ δραστήριος. Διακρινόταν για την ευστροφία, την ταχύτητα και αποφασιστικότητα  των ενεργειών του και κυρίως, για την επιμονή, ορμητικότητα και το ανυποχώρητο στις επιδιώξεις των σκοπών για τους οποίους αγωνιζόταν. Είχε ισχυρό το αίσθημα της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως και την αγάπη του για την ειρήνη και εκκλησιαστική ενότητα, η δε συναίσθηση του καθήκοντος και ο αγνός ενθουσιασμός του για την αλήθεια τον καθιστούσαν άφοβο στην επιτέλεση της διακονίας του και ικανό αγωνιστή υπέρ της αλήθειας μέχρι θανάτου. Για όλα αυτά τα χαρίσματα δικαίως θεωρείται ως ένας από τους Μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν υπερασπιστής της ιεράς παραδόσεως.

Ήταν ανεψιός του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, τον οποίο πάντοτε ευγνωμόνως ανέφερε. Έλαβε ευρεία μόρφωση στην Αλεξάνδρεια και μάλιστα στην περιώνυμο Κατηχητική Σχολή, όπου παρακολουθούσε παραδόσεις του μεγάλου διδασκάλου της Σχολής αυτής Διδύμου του Τυφλού. Φοίτησε, ακόμη, στις φιλοσοφικές σχολές της Αλεξάνδρειας και συμπλήρωσε τις σπουδές του με επιπλέον ιδιαίτερες μελέτες της θύραθεν και της χριστιανικής φιλοσοφίας, όπως τούτο προκύπτει από τους λόγους και τα συγγράμματά του.

Όταν μελετούσε την Αγία Γραφή εφάρμοζε την υγιή και ορθή ερμηνευτική μέθοδο, διά της οποίας αναζητούσε πάντοτε να ερευνά την σύνθεση του κειμένου και κατόπιν να αναζητεί τα νοήματά του. Κατά την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και γενικώς την έκθεση των δογμάτων προτιμούσε περισσότερο την πίστη, έχοντας ως κριτήριο της Ορθοδοξίας την παράδοση της Εκκλησίας, όπου όμως θεωρούσε αναγκαίο χρησιμοποιούσε και τον λόγο.

Για την καλύτερη πνευματική ανάπτυξή του και τον πληρέστερο καταρτισμό του, κατέφυγε σε μονές της Αιγύπτου, όπου ασκήτευε για ένα χρονικό διάστημα. Έλεγε μάλιστα σχετικά: «Εις χείρας πατέρων τεθράμμεθα ορθοδόξων και αγίων». Μάλιστα κατά τους χρόνους εκείνους, ο μοναχικός βίος της Αιγύπτου βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή, από την οποία είχε αρχίσει να εξασθενεί, ιδίως μετά τις βίαιες επιθέσεις, τις οποίες εξαπέλυσε εναντίων του ο Θεόφιλος, λόγω των ωριγενιστικών ερίδων.

Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, ο Άγιος Κύριλλος, απεστέλη από τον θείο του Θεόφιλο, μετά τις σπουδές του, στις μονές της Νιτρίας όπου διέμενε επί πενταετία στη μονή του Αγίου Μακαρίου, μελετώντας την Αγία Γραφή και ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του γέροντος Σεραπίωνος.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου, αλλά πάντως μετά την συμπλήρωση του 26ου έτους, χειροτονήθηκε αναγνώστης και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον θείο του Θεόφιλο.

Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, στις 15 Οκτωβρίου 412 μ.Χ., προβλήθηκε ως διάδοχός του, όπως και ο αρχιδιάκονος Τιμόθεος, ο οποίος ήταν αξιόλογος κληρικός και μάλιστα αρεστός στην αριστοκρατία της αλεξανδρινής κοινωνίας καθώς και στη δημόσια διοίκηση της πόλεως. Τελικά Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας εξελέγη ο Άγιος Κύριλλος, που ενθρονίσθηκε στις 17 Οκτωβρίου 412 μ.Χ. και διεποίμανε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας επί 32 έτη, έχοντας πάντοτε τη βαριά συναίσθηση ότι κατείχε το θρόνο του Ευαγγελιστού Μάρκου.

Ο Άγιος Κύριλλος, αφενός μεν έλεγχε την κοινωνική ανισότητα, καυτηρίαζε την αναλγησία των πλουσίων και τις κακές συνήθειες, καθώς και πολλά άλλα φαινόμενα της ευημερούσης κοινωνίας, αφετέρου δε προέβαλλε στους πιστούς το ιδεώδες της χριστιανικής ζωής και αγάπης και τους συνιστούσε να ζουν ζωή σύμφωνη με το θέλημα του Θεού και το χριστιανικό τους όνομα.

Ο Άγιος θεώρησε βασικό καθήκον του την αντιμετώπιση διαφόρων αιρέσεων και σχισμάτων, υπολείμματα των οποίων διασώζονται ακόμη, όπως και των Αρειανών, Μαρκίωνος, Παύλου Σαμοσατέως, Ναυατιανών. Επίσης στράφηκε και κατά των Εθνικών, οι οποίοι επηρέαζαν το λαό διά της μαγείας, της αστρολογίας και τις δεισιδαιμονίες και του μαντείου τους στο Μένουθις. Το μαντείο αυτό αντιμετώπισε διά της μεταφοράς των ιερών λειψάνων των Μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου και των Παρθένων Θεοκτίστης, Ευδοξίας και της μητέρας τους Αθανασίας στο ναό των Ευαγγελιστών, τον οποίο ανήγειρε ο Θεόφιλος και τα οποία λείψανα είχαν ευρεθεί σε αρχαίο χριστιανικό ναό του Αποστόλου Μάρκου.

Ο Άγιος Κύριλλος στράφηκε και κατά των Ιουδαίων, επειδή είχαν τη μεροληπτική  υπέρ αυτών στάση του έπαρχου Ορέστη και συμπεριφέρονταν προκλητικά στους χριστιανούς. Ο Άγιος επίσης, αντιμετώπισε τις αιρετικές δοξασίες του Πελαγίου και τέλος του Νεστορίου. Ο αγώνας του κατά του Νεστορίου ή του Μονοφυσιτισμού γέμισε την ιστορία του Μεγάλου αυτού Πατρός της Εκκλησίας.

Ο Νεστόριος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως από τον Απρίλιο του έτους 428 μ.Χ., δημιούργησε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Αρνιόταν δηλαδή την καθ’ υπόσταση ένωση των δύο εν Χριστώ φύσεων, θείας και ανθρώπινης, αποδεχόταν μόνο ενοίκηση ή συνάφειά τους και θεωρούσε την Παναγία όχι Θεοτόκο, αλλά «Χριστοτόκο» ή «ανθρωποτόκο». Ο Άγιος Κύριλλος διαφύλαξε τη Χριστολογία της Εκκλησίας, από την πλάνη των αιρετικών, διδάσκοντας την αλήθεια της Εκκλησίας. Ο Χριστός κατά την Θεία Του φύση χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Κύριλλο ως «του Πατρός φύσει Υιός και υπέρ ημάς Λόγος», «εκ Θεού Λόγος», «άνωθεν εκ Θεού Πατρός», ο οποίος είναι Θείος Λόγος και ο οποίος «οικονομικώς κατεφοίτησε δι’ ημάς εις ανθρωπότητα», «γέγονε σαρξ» και «καθ’ ημάς άνθρωπος», «ηνώθη κατά φύσιν και καθ’ υπόστασιν τη σαρκί». Έτσι, η Παναγία είναι Θεοτόκος διότι στον Όρο αυτό συμπεριλαμβάνεται και το πραγματικό της Θείας ενανθρωπήσεως του Λόγου, της κατά σάρκα γεννήσεως του Θεού από την Παρθένο και της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπό του. Ο Όρος Θεοτόκος συνοψίζει άριστα την ενότητα του προσώπου του Χριστού.

Το 430 μ.Χ., η Σύνοδος που συγκάλεσε στην Αλεξάνδρεια ο Άγιος Κύριλλος, διατύπωσε σε 12 αναθεματισμούς, τις διδασκαλίες που όφειλε να αποκηρύξει ο Νεστόριος. Το σκάνδαλο που δημιουργήθηκε και αναστάτωσε την Εκκλησία από τη διδασκαλία του Νεστόριου ήταν μεγάλο. Αυτό ανάγκασε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Β’ να συγκαλέσει στις 7 Ιουνίου του έτους 431 μ.Χ., στην Έφεσσο, την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Η Σύνοδος συνήλθε στις 22 Νοεμβρίου 431 μ.Χ. υπό την προεδρία του Αγίου Κυρίλλου. Ο Νεστόριος δεν εμφανίσθηκε. Η Σύνοδος καταδίκασε τη δυσσεβή διδασκαλία του Νεστόριου και τον ίδιο τον αιρεσιάρχη και εξακολούθησε τις εργασίες της επί άλλων θεμάτων. Με καθυστέρηση έφθασε και ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας και οι περί αυτόν Επίσκοποι. Όταν έμαθαν την καταδίκη του Νεστόριου, συνήλθαν σε δική τους Σύνοδο, αφόρισαν όλα τα μέλη της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου και καθαίρεσαν τον Άγιο Κύριλλο και τον Επίσκοπο Εφέσου Μέμνονα. Με αυτοκρατορικό διάταγμα, που εκδόθηκε μετά από υπόμνημα των βασιλικών επιτρόπων, που ήσαν φίλοι του Νεστορίου, φυλακίστηκαν ο Άγιος Κύριλλος και ο Επίσκοπος Εφέσου. Με επέμβαση της ευσεβούς Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορα, ο Θεοδόσιος Β’ κάλεσε να εμφανισθούν ενώπιων του αντιπρόσωποι των δύο πλευρών. Τους άκουσε και αποδέχθηκε τις θέσεις των Ορθοδόξων. Τότε επικυρώθηκαν από όλους τα Πρακτικά της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Άγιος Κύριλλος κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη, στις 27 Ιουνίου του έτους 444 μ.Χ. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων».

Η Εκκλησία θέλησε να αδελφώσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων αυτής και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, του Μεγάλου Αθανασίου, πρωταγωνιστή κατά του Αρειανισμού, και του Αγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά του Νεστοριανισμού και όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.

Η Σύναξη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως

Έργοις λάμψαντες, Ορθοδοξίας, πάσαν σβέσαντες, κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε, τη ευσέβεια τα πάντα πλουτήσαντες, την Εκκλησίαν μενάλως κοσμήσαντες, αξίως εύρατε, Χριστόν τον θεόν ημών, δωρούμενον πάση το μέγα έλεος.

 Κοντάκιον Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον

Ιεράρχαι μέγιστοι της ευσεβείας, και γενναίοι πρόμαχοι, της Εκκλησίας του Χριστού, πάντας φρουρείτε τους μέλποντας. Σώσον Οικτίρμον, τους πίστει τιμώντας σε.

ΠΗΓΗ: http://anavaseis.blogspot.com/2010/01/18.html
  

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Αναγνώρισις Αγίων στην Ορθόδοξη Παράδοση

Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Μεταλληνού, ομοτίμου καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ αθρόα (1) κατάταξη νέων Αγίων στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και στην Εκκλησία της Ρωσίας, προκάλεσε τις επόμενες σκέψεις πάνω σε μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας της «αναγνωρίσεως» Αγίων στην ορθόδοξη παράδοση.

image

    1.Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΑΤΕΡΙΚΗ παράδοση, αποδίδει τον χαρακτηρισμό του Αγίου (2) στα πρόσωπα εκείνα, τα οποία έχουν φθάσει στη θέωση και συνιστούν τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τιμούμε τους Αγίους «ως ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον και τη τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, όπερ αυτός εστί φύσει». Άγιοι είναι «οι έμψυχοι ναοί τού Θεού, τα έμψυχα του Θεού σκηνώματα», διότι «διά τού νού τοίς σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» (3).

Ένα από τα περισσότερο ανησυχητικά συμπτώματα της εποχής μας -καρπός της μακράς αλλοιώσεως των θεολογικών μας κριτηρίων- είναι η θεώρηση της σωτηρίας, και συνεπώς και της αγιότητας, σε πλαίσια ηθικά, στα όρια της ηθικής προσπάθειας και βελτιώσεως του ανθρώπου. Λόγω της βαθμιαίας επικρατήσεως ουμανιστικών και ηθικολογικών κριτηρίων νοείται και η θέωση ως ηθικό και όχι οντολογικό γεγονός, δηλαδή ως «κατά χάριν» αλλοίωση της φύσεως και σύνολης της υπάρξεως του ανθρώπου.

Κατά την ορθόδοξη, όμως, παράδοση «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντας αυτής «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους […] , καίτοι διά την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότας» (4).

Διά της θεώσεως, της εν χάριτι ενώσεως με τον Θεό, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «όλος εν όλοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Αγιοι τώ Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» (5).

Η απώλεια όμως ή αδρανοποίηση των ησυχαστικών κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρεταλογία (6).

2. Έχει ήδη τεκμηριωμένα αποσαφηνισθεί, ότι στην ορθόδοξη παράδοση «η αναγνώρισις των υπό τού Θεού δεδοξασμένων προσώπων, των ευαρεστησάντων αυτώ και η κατάταξις αυτών εις τον χορόν των Αγίων εγίνετο, γίνεται και οφείλει να γίνεται […] υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων τε και ποιμαινομένων άνευ άλλης πρωτοβουλίας και επισήμου επεμβάσεως της εκκλησιαστικής αρχής» (7).

Είναι, όμως, εξ ίσου γεγονός, ότι η αυθόρμητη και σύσσωμη αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε στην καλή φήμη ή την ηθικότητα, αλλά σε απτά και αισθητά μαρτύρια, τεκμηριωμένα δηλαδή και άνωθεν προερχόμενα δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως.

Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ αμάρτυρον επί γής αφίησι την αλήθειαν αυτού»(8) (Πρβ. Πράξ. ιδʹ 17).

Τόσο δε ο Βούλγαρις, όσο και άλλοι πριν από αυτόν θεολόγοι της Εκκλησίας μας, προκειμένου περί της αναγνωρίσεως Αγίων επικαλούνται τον λόγο του Απ. Παύλου: «ου γάρ ο εαυτόν συνιστών εκείνος εστίν δόκιμος, αλλ’ ον ο Κύριος συνίστησι» (Βʹ Κορ. ιʹ 18).

Σύμφωνα με τη μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, οι Άγιοι δεν αναγνωρίζονται με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά κατόπιν της φανερώσεως της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία.

Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος σε ειδική μελέτη του (9) έχει συνοψίσει τις καθιερωμένες στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέσεις αναγνωρίσεως των Αγίων, οι οποίες είναι:

α) Η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας («διά του αγίου βαπτίσματος»),

β) το μαρτύριον υπέρ της χριστιανικής πίστεως,

γ) ο άγιος κατά πάντα βίος,

δ) «εξέχουσαι όλως υπηρεσίαι προς την χριστιανικήν θρησκείαν και την Εκκλησίαν» (π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος) και

ε) «η μαρτυρία διενεργηθέντων και διενεργουμένων θαυμάτων υπό του Θεού τη μεσιτεία τού αγίου προσώπου, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον» (10).

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό όλων των περιπτώσεων αναγνωρίσεως Αγίων στις τελευταίες δεκαετίες.

Ήδη, όμως, ο Ευγένιος Βούλγαρις έθεσε το ζήτημα, αν τα κριτήρια παλαιοτέρων εποχών είναι δυνατόν να εφαρμόζονται αμετάβλητα στους νεωτέρους. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθουμε.

Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι πέρα από την περίπτωση του όντως (11) «υπέρ Χριστού» μαρτυρίου, το οποίο συνιστά καθ’ αυτό φανέρωση της θεώσεως, «ο άγιος κατά πάντα βίος» ως στοιχείο αγιότητας μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο με τη μαρτυρία εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται στην κατάσταση αγιοπνευματικού φωτισμού, διότι «ο πνευματικός ανακρίνει τα πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται» (Αʹ Κορ. βʹ 14).

Οι «πνευματικοί», οι έχοντες δηλαδή τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έχουν τη δύναμη να διακρίνουν τους πνευματοφόρους και συνεπώς να διαπιστώσουν την αγιότητα της καρδίας (12), και δεν αρκεί γι’ αυτό η απλή εξωτερική εκτίμηση ή η λαϊκή, με τη σύγχρονη αντίληψη, ετυμηγορία.

Το περισσότερο, όμως, αδύνατο, αλλά συνάμα και επικίνδυνο, κριτήριο στην αναγνώριση της αγιότητος είναι οι «εξέχουσες υπηρεσίες» προς την Εκκλησία, το οποίο είναι δυνατόν, ερμηνευόμενο κατάλληλα, να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. Η επιμονή της Ελλαδικής και Κυπριακής Εκκλησίας να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ Μαρτύρων της Πίστεως και Εθνομαρτύρων (13) είναι επιβεβαίωση των υπερβολών ή και καταχρήσεων, στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή αυτού τού κριτηρίου, υπερτονιζομένου μάλιστα εις βάρος των άλλων.

3. ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ, συνεχής και αμετάβλητη, συνείδηση είναι, ότι η αγιότητα αναγνωρίζεται με βάση τη φανέρωσή της από τον ίδιο τον Θεό, μέσω της διενεργείας (αυθεντικών) θαυμάτων.

Αυτό το κριτήριο είναι εκκλησιαστικά το ασφαλέστερο και επικρατέστερο στον χώρο της ορθόδοξης Αγιολογίας. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669) (14) παραδίδει συνοπτικά τη σχετική εκκλησιαστική εμπειρία.

«Τρία θεωρούνται -γράφει- μαρτυρούντα την (υπογράμμιση δική μας) εν ανθρώποις αγιότητα· πρώτον ορθοδοξία άμωμος· αρετών κατόρθωσις απασών, εν αίς έπεται η περί την πίστιν μέχρις αίματος προς την αμαρτίαν αντικατάστασις και, τέλος, η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών και θαυμάτων. Το πρώτόν εστι και εις σωτηρίαν αναγκαιότατον. Το δεύτερον εις αγιωσύνης χαρακτήρα. Αλλά και το τρίτον αναγκαιότατον καυτόν εις απόδειξιν» (15).

Το κείμενο αυτό, γραμμένο μετά από δεδομένη δυτική πρόκληση και διεπόμενο από τη σαφή βούληση να διασταλεί η ορθόδοξη πράξη από τη δυτική παραχάραξη, είναι σημαντικότατο για τη θεολογική πληρότητα και σαφήνειά του. Διαφοροποιεί αφενός την αληθή από την υποτιθεμένη («σεσοφισμένη», πρβ. Βʹ Πέτρου αʹ 16) αγιότητα και αφετέρου εντοπίζει την πιστοποίηση της αγιότητος στη θεία και όχι στην ανθρώπινη πλευρά. Προϋποθέτοντας τη διατύπωση αυτή του Πατριάρχου Νεκταρίου, επανέρχεται στο θέμα ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809), δίδοντας κατά τη γνώμη μας την τελική διατύπωση της εκκλησιαστικής πράξεως στο Νέον Μαρτυρολόγιόν του.

«Είναι γνώμη -γράφει- των διδασκάλων της Εκκλησίας μας, ότι των μεν Οσίων τα λείψανα δεν προσκυνούνται ως άγια, αν ο Θεός δεν αποδείξη δι αυτών θαύματα, ή το ολιγώτερον τα τιμήση διά της ευωδίας με το να μην είναι αποδεδειγμένα εις τους ανθρώπους η εν κρυπτώ πίστις και αγάπη αυτών εις τον Θεόν».

Είναι η τοποθέτηση τού Αγίου στο παραπάνω κριτήριο του «αγίου κατά πάντα βίου». Συνεχίζει όμως:

«Των δε Μαρτύρων τα λείψανα προσκυνούνται ως άγια και χωρίς θαυμάτων και ευωδίας (16), με το να γίνεται φανερά εις όλους διά της εμπράκτου αποδείξεως του μαρτυρίου η εις Θεόν τελεία αγάπη αυτών· των οποίων τούτων προηγουμένως, και φανερώς ευρισκομένων εις τους Μάρτυρας, ως παρακολουθήματα είναι πλέον τα θαύματα, και σχεδόν λογίζονται, όσον εις απόδειξιν, περιττά»  (17).

Δεν παύουν, δηλαδή, τα θαύματα να θεωρούνται άμεσα συνδεδεμένα με την αγιότητα, μολονότι στην περίπτωση της τιμής των Μαρτύρων δεν έχουν πρωταρχική αποδεικτική σημασία («σχεδόν περιττά»), αφού το μαρτύριο καθ’ αυτό συνιστά βεβαίωση του γεγονότος της θεώσεως (18).

Άλλωστε, τα αληθή λείψανα των όντως Αγίων συνιστούν μόνιμο θαύμα, με την υπέρβαση της φυσικής φθοράς και την αναστολή της φυσικής διαλύσεως του κυτταρικού συστήματος (19).

4. Η ΠΡΟΤΑΞΗ και έξαρση της «παρά θεού δόξης» στη φανέρωση της αγιότητας, συνιστά συνεχή παράδοση της Εκκλησίας μας, εκφραζομένη διαχρονικά στη θεολογική της γραμματεία. Θα περιορισθούμε σε χαρακτηριστικά δείγματα:

α) Ο ιστορικός Σωκράτης (5ος αι.), αναφερόμενος στην αγιότητα του Τριμυθούντος Σπυρίδωνος, παρατηρεί:

«… Ού την αρετήν επιδείξαι, την έτι κρατούσαν περί αυτού φήμην αρκείν ηγούμαι, την δε δι’ αυτού γενομένην, τα μέν πλείστα, ώς γεεικός, οι επιχώριοι ίσασιν».

Αλλά και για τον άγιο Δονάτο της Ευροίας Ηπείρου γράφει: «…ώ δή πολλά τε και άλλα τεθαυματουργήσθαι μαρτυρούσιν οι επιχώριοι» (20).

β) Η πράξη αυτή, που ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο στά χρόνια της Εικονομαχίας (21), συνεχίζεται στους μεταγενέστερους αιώνες.

Έτσι, στην περίπτωση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, η εις Αγιον αναγνώρισή του δεν περιορίζεται στη θαυμαστή θεολογική προσφορά του ή στην ασκητική βιοτή του, αλλά συγκεκριμένα στα θαύματά του.

Σημειώνει ο μαθητής και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος (Οικουμενικός Πατριάρχης, 1354/55, 1364/70):

«…Και στέργω και τιμώ τούτον ως άγιον από των θαυμάτων αυτού, ά μετά την ενθέδε προς Θεόν εκδημίαν ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον» (22).

γ) Αλλά και μετά την Άλωση συνεχίζεται η ίδια στάση. Παρατηρείται δε επίταση της εμφάσεως στο κριτήριο των θαυμάτων. Έτσι, στην περίπτωση της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, η πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεως της εκκλησιαστικής τιμής της σημειώνει:

«Επειδή της ημών μετριότητος συνοδικώς προκαθημένης εδηλώθη ασφαλώς, ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης […] ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοίς προσιούσιν ασθενέσι τε και δεομένοις θεραπείας την ίασιν δίδωσιν […] , έδοξεν ημίν…» (23).

Για τον άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας, η πατριαρχική πράξη παρατηρεί:

«Και εν τοίς καθ’ ημάς χρόνοις ευδόκησεν ο Θεός, οσίως θεαρέστως βιώσαντα τον […] θείον Γεράσιμον, τύπον γενέσθαι του κατά Χριστόν πολιτεύματος και θείας αρετής χαρακτήρα, ούπερ αι εν βίω αρεταί τε και κατορθώματα, ου μόνον υπ’ ανθρώπων θαυμάζονται και πανταχού κηρύττονται παρά των ειδότων, αλλά και υπό Θεού πολλώ μάλλον επιβεβαιούνται και επισφραγίζονται καθ’ εκάστην τοίς θαύμασιν, όσα εις ωφέλειαν των δεομένων και καταφυγόντων εις το θείον αυτού τέμενος η μεγαλόδωρος του αγαθαρχικού Πνεύματος απεργάζεται χάρις…» (24).

Το ίδιο ίσχυσε και στην περίπτωση του αγίου Διονυσίου Ζακύνθου (25).

δ) Για να έλθουμε δε στην εποχή μας, στην πατριαρχική πράξη ανακηρύξεως του αγίου Νεκταρίου Αιγίνης, δηλώνεται μεταξύ των άλλων:

«…και ζών δε και μετά θάνατον του χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς…». Καί: «…υπόψιν λαβόντες τον άγιον βίον και την αγίαν τελευτήν του Οσίου τούτου ανδρός, άμα δε και τα δι αυτού ενεργηθέντα και νύν δ’ έτι ενεργούμενα θαύματα» (26).

Γιά τον όσιο Ευγένιο τον Αιτωλό (1982), η πατριαρχική πράξη αιτιολογεί ως εξής την απόφασή της: «…πολλά δείγματα οσιότητος παρασχών» και «επιδόντες προς την οσίαν και θεάρεστον βιοτήν πολιτείαν και τας εξαιρέτους υπηρεσίας αυτού προς την Μητέρα Εκκλησίαν και την Ορθοδοξίαν» (27).

Είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, στις οποίες ο λόγος δεν είναι περί θαυμάτων, αλλά περί των υπηρεσιών προς την Εκκλησία. Βέβαια, το περιεχόμενο αυτών των υπηρεσιών πρέπει να σχετίζεται με την παρατήρηση τού ιδίου κειμένου: «συντελέσας τα μάλιστα εν τη αναδείξει πολλών νεομαρτύρων» (28).

Πολύ όμως περισσότερο από τις αποδείξεις των «επιστημόνων» τις οποίες επικαλείται η εξ Ελλάδος «γνωμοδότησις» (29), ισχύει, πιστεύουμε, η μαρτυρία του μοναχού και μαθητού εν ασκήσει τού Οσίου, Αναστασίου Γορδίου: «εγώ δε και προορατικού τούτον ισχυρισαίμην αν μετέχειν χαρίσματος» (30), η οποία όμως παραδόξως απουσιάζει από το πατριαρχικό κείμενο. Η ίδια έμφαση δίνεται στα θαύματα και στην περίπτωση του αγίου Παναγή (Μπασιά) (31), τού αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης (32), αλλά και του αγίου Μαξίμου του Γραικού, για τον οποίο το σχετικό έγγραφο-πρόταση του μακαριστού Άρτης Ιγνατίου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σημειώνει: «ανεδείχθη ομολογητής και εδοξάσθη εν θαύμασιν» (33).

5. ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ της παροχής «εξεχουσών υπηρεσιών» προς την Εκκλησία δεν απομονώνεται ποτέ στην εκκλησιαστική πράξη. Αυτό αποδεικνύει το ασίγητο στόμα της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, η ορθόδοξη Λατρεία.

Αντίθετα, και στην περίπτωση αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση δεν παύει να αναζητεί την άνωθεν επιβεβαίωση της αγιότητας τού συγκεκριμένου προσώπου. Η χαρακτηριστικότερη παρόμοια περίπτωση είναι ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την υμνογραφία της εορτής του, εκείνο που ουσιαστικά βάρυνε την κατάταξή του μεταξύ των Αγίων είναι η θεοπτική του εμπειρία (το όραμα τού σταυρού), η οποία δήλωνε την εκ μέρους τού Θεού εκλογή του:

«τύπον σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας…, όθεν δεξάμενος την γνώσιν τού Πνεύματος». Καί «ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος».

Παράλληλα δε προβάλλονται και τα απτά τεκμήρια της αγιότητός του: «ού η λάρναξ ιάσεις βρύει» (34).

Ανάλογα ισχύουν και για την αγία Θεοδώρα, σύζυγο του αυτοκράτορος Θεοφίλου, της οποίας το άφθαρτο ιερό λείψανο είναι τεθησαυρισμένο στον μητροπολιτικό Ναό της Κερκύρας. Η ένταξή της στον χορό των Αγίων δεν στηρίζεται μόνο στη σημαντική φιλορθόδοξη ενέργειά της τού 843, ούτε στα οσιακά τέλη της, αλλά και στην ενοικούσα στο ιερό λείψανό της χάρη, φανέρωση της οποίας είναι η αφθαρσία και τα θαύματά του: «η θήκη, θεόστεπτε, των σών αγίων λειψάνων, πλήρης ούσα χάριτος, καταφλέγει δαίμονας» (35). σημειώνεται στην ακολουθία της.

Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι η πίστη στη φανέρωση της αγιότητας μέσω των θαυμάτων έχει αναπτύξει ιστορικά μια σθεναρά δυναμική στον χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας, η οποία, ως γνωστόν, διασώζει αποτυπωμένα στην ιστορική της μνήμη, αλλά και στις πρακτικές της, πολλά ησυχαστικά στοιχεία. Είναι, έτσι, ευρύτατα διαδεδομένη στον ορθόδοξο λαό η πίστη, ότι «ο Άγιος, αν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται».

Πρόκειται για παροιμία, η οποία σε διάφορες παραλλαγές απαντά -τόσο στην κυριολεκτική όσο και μεταφορική της σημασία- όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στους άλλους ορθοδόξους λαούς, όπως ακόμη και στη Δύση, κάτι που βεβαιώνει την αρχαιότητα αυτής της πεποιθήσεως και το βαθύρριζό της (36).

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, θα παρατηρήσουμε ότι η αισθητή αλλοίωση των εκκλησιαστικών κριτηρίων στους τελευταίους αιώνες, λόγω των συνεχών και ισχυρών έξωθεν επιρροών, δικαιώνει τη στάση τού Ιεροσολύμων Νεκταρίου στο θέμα της αναγνωρίσεως της αγιότητας. Η θεολογική δε τοποθέτησή του βρίσκει και την απόλυτη κατάφαση τού μεγάλου Ευγενίου Βουλγάρεως.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδοχή της αγιότητας θεωρούν και οι δύο τα θαύματα, «την των σημείων επίδειξιν», εξηγούν δε τον λόγο:

«Καίτοι τοίς πάλαι, ειλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, ου πάνυ τούτο αντεξητάζετο, αλλά τοίς καθ ημάς χρόνοις της πονηρίας, ήδη και τα θαύματα παραπλαττούσης και τας αρετάς τη υποκρίσει μάλλον κιβδηλευούσης, και λίαν θηρεύομέν τε και απαιτούμεν και εις κρίσιν καλούμεν» (37).

Με βάση δε αυτή την προϋπόθεση -κυρίως- τόσο ο Πατριάρχης Νεκτάριος, όσο και ο Βούλγαρις, απορρίπτουν τα δυτικά λείψανα, αρνούμενοι συνάμα την ύπαρξη αληθινής αγιότητας στη Δύση μετά το σχίσμα. Αυτό, όμως, τι άλλο σημαίνει παρά άρνηση της δυνατότητας υπάρξεως αγιότητας εκεί, όπου χάνονται τα ορθά κριτήριά της, ο αγιοπνευματικός φωτισμός και η θέωση;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Κατά την τελευταία τριετία αναγνωρίσθηκαν ως Άγιοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Παναγής (Μπασιάς) (4.2.1986), Αρσένιος ο Καππαδόκης (11.2.1986), Μάξιμος ο Γραικός (31.5.1988), ο Ευστάθιος και ο Συμεών, Αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης (10.6.1988), έχουν δε υποβληθεί προτάσεις για νέες ανακηρύξεις (ως π.χ. τού οσίου Σάββα τού εν Καλύμνω ασκήσαντος). Εννέα νέους Αγίους κατέταξε στο Αγιολόγιό της η Ρωσική Εκκλησία (1988), με την ευκαιρία τού εορτασμού της χιλιετηρίδος της εισόδου της στην Ορθοδοξία. Βλ. Information aus der Orthodoxen Kirche, Sondernummer 11.1988. Celebration of the Millennium of the Baptism of Russ. Στις σσ. 124-129: Brief lives of the Saints canonized by the Local Council of the Russian Orthodox Church of 1988. Οι νέοι Άγιοι και οι λόγοι της ανακηρύξεώς τους είναι:

α) Ο μέγας πρίγκηπας Δημήτριος Ντονσκόϊ (1350-1389) («is glorified as a national Saint in recognition of his services to the Church and the Nation»).

β) Αντρέϊ Ρουμπλιώφ (1360-1400) («…in recognition of his saintly life, witnessed by his contemporaries and his feat of icon-painting,through which he proclaims to men to the day the truth…»).

γ) Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) («…in recognition of his saintly life and miracles worked by him»).

δ) Μητροπολίτης Μακάριος (1482-1563) («…in recognition of his saintly life witnessed by many of his contemporaries, his gift of prophetic vision and great services for the Russian Church»).

ε) Αρχιμανδρίτης Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) («…for his holy, ascetic life, as a great man of prayer and teacher of the Jesus prayer, who revived in modern monasticism the salvific feat of the starchestvo and as a religious writer, who painted out in his works the path of spiritual rebirth for all seeking salvation»).

στ΄) Ξένη Γρηγορίεβα [Γρηγορίεβνα] (1732- αρχές τού 19ου αι.) («…the light of christian love that was kindled by the blessed ascetic life during her earthly life is shining ever more radiantly to us after demise»).

ζ) Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ (1807-1867) («…for the sanctity of his life, which is revealed in his works written in the spirit of truly orthodox patristic tradition»).

η) Στάρετς Αμβρόσιος (1812-1891) («for the holiness of his life, which was manifest in efficatious love of his fellow man, humility, sagacity and miracle-working, and also for the profound veneration of him by the orthodox people»).

θ) Θεοφάνης Γουόροφ [Γκόβορωφ] (1815-1894) («…as an ascetic of the faith and piety, who laboured extensively and expounding in his works the christians path to eternal life»). Τη διαδικασία της ανακηρύξεως των νέων Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας ελέγχει έμμεσα ο καθηγητής κ. Ευάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «Εκκλησία» (αρ. 14/1.10,1988, σ. 515, σημ. 51. Πρβλ. περιοδικό «Επίσκεψις» αρ. 398/10.5.1988, σ. 8). Αντιρρήσεις όχι μόνο για την τηρηθείσα διαδικασία, αλλά και για την αγιότητα μερικών από τους νέους Αγίους, διατυπώθηκαν σε ελληνικά θρησκευτικά έντυπα, όπως εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» (αρ.794/17.6.1988). Ο θεολόγος Αθαν. Σακαρέλλος σε άρθρο του μιλεί για «προσπάθεια εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης» και κριτήρια «ελάχιστα θεολογικά». Επίσης για «σκοπιμότητα» και «νόθευση τού Αγιολογίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

  1. Για τη σημασία τού όρου «Άγιος» στην αρχαία Εκκλησία βλ. H. Delehaye, Sanctus, Bruxelles 1927. M. R. Asting, Die Heiligkeit im Urchristentum, Gottingen 1930, σ.202 ε. Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Αθήναι 1955, σ. 6 ε., όπου και βιβλιογραφία. Γιά τα ευρύτερα προβλήματα της ανακηρύξεως Αγίων βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις κατά της τιμής των Αγίων εν τή αρχαία Εκκλησία και τα αίτια αυτών, Αθήναι 1956.
  2. Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δʹ (15) 88, P.G. 94, 1164B-1168C.
  3. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, P.G. 91, 1144ΑΒ. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 31.
  4. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 27.
  5. Πρβ. Ιω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 25.
  6. Αμ. Αλιβιζάτου, Η αναγνώρισις των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Θεολογία» ΙΘʹ (1941-48), σ. 44. Πρβλ. και σ. 36: «Σύσσωμος η Εκκλησία, κλήρος και λαός, εν αδιασπάστω ομοφωνία και άνευ τυπικών και οργανωτικών πράξεων, ανεγνώριζον την αγιότητα των τιμωμένων, η δε πάνδημος αύτη αναγνώρισις απετέλει οιονεί και την επικυρωτικήν και καθιερωτικήν πράξιν της των μαρτύρων και αγίων εν τη Εκκλησία ανακηρύξεως». Πρβ. παρουσίαση τού ίδιου θέματος στου Χρυσ. Παπαδοπούλου, Περί της ανακηρύξεως Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία» ΙΒʹ (1934), σ. 331-335 και Μητροπολίτου Δέρκων Κωνσταντίνου (Χαρισιάδου), Η αναγνώρισις Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία κατά την τάξιν τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, «Επιστημονική παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης», τόμ. Αʹ, Αθήναι 1987, σ. 225-241. Πέρα από την παλαιότερη βιβλιογρφία, που δίνει ο Αλιβιζάτος, βλ. και Μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου, Περί αναγνωρίσεως των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, «Θεολογία» ΚΖʹ (1956), σ. 609-615.
  7. Βλ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως προς Πέτρον τον Κλαίρκιον, Περί των μετά το σχίσμα Αγίων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και των γινομένων εν αυτή Θαυμάτων, Αθήνησι 1844, σ. 6.
  8. Βλ. παραπάνω, σημ. 7.
  9. Οπ. π., σ. 45/6.
  10. Για το μη αποδεκτό από Εκκλησία μαρτύριο των αιρετικών και ως ψευδές θεωρούμενο βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις…, όπ. π., σ. 22 ε.ε.
  11. Πρβ. Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλίαι πνευματικαί 50, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Θεσσαλονίκη 1985 (εκδ. Νικ. Τσιομεσίδη). Ομιλ. Θʹ, 8, σ. 166: «Ο πνευματικός πάντας ανθρώπους ανακρίνει κατά το γεγραμμένον, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί και που έστηκε και εν ποίοις μέτροις εστίν. Αυτόν δε ουδείς ανθρώπων των εχόντων το πνεύμα τού κόσμου γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιον της θεότητος πνεύμα γιγνώσκει τον όμοιον…».
  12. Βλ. σχετικά με το θέμα αυτό στού Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Οι Νεομάρτυρες και το δούλον Γένος, Αθήναι 1974, σ. 24 ε.ε. Για τον ευρύτατο περί Νεομαρτύρων προβληματισμό βλ. στά «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου», εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986) Θεσσαλονίκη 1988.
  13. Βλ. για το πρόσωπο, το άρθρο τού Ν.Ε. Τ(ζιράκη), στή Θ.Η.Ε., τόμ. Αʹ (1966), στ. 396/7.
  14. Πρός τας προσκομισθείσας θέσεις παρά των εν Ιεροσολύμοις φρατόρων διά Πέτρου τού αυτών μαίστορος, Περί της αρχής τού Πάπα αντίρρησις, Ιάσιον 1682, σ. 201 ε., 209 ε. Πρβ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως…, όπ. π., σ. 20 ε., 112 ε.
  15. Πρβ. το μελέτημα τού Αθαν. Παρίου, Περί Νεομαρτύρων: Ότι είναι Άγιοι και πρέπει να τιμώνται ως τοιούτοι, πριν ή εκδοθεί επικυρωτική απόφανσις της Διοικούσης Εκκλησίας.
  16. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Αθήναι 1963, σ. 24 σημ.
  17. Βλ. στου Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων…, όπ. π., σ. 9 ε.
  18. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά. Ομιλία ΚΕʹ, τή Κυριακή των αγίων Πάντων, παρ. 6: «τις λόγος αξίως εξείποι την εν ταίς σοροίς των αγίων και τοίς λειψάνοις των οστών παρά Θεού δόξαν, παντί χρόνω συμπαρατεινομένων, την αναδιδομένην εκ τούτων ιεράν ευωδίαν, τα πηγάζοντα μύρα, τα χαρίσματα των ιαμάτων, τα ενεργήματα των δυνάμεων, τας πολυειδείς και σωτηρίους ημίν εν τοιούτοις επιφανείας;». (Απαντα τα έργα, έκδ. Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1985, τόμ. 10, σ. 134). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίνει τή Θεολογική ερμηνεία της θαυματουργίας των ιερών λειψάνων με τον ακόλουθο τρόπο: «Καθάπερ γάρ κοινή εστί σώματος και ψυχής η τού ενανθρωπήσαντος Λόγου τού Θεού θεότης, διά μέσης ψυχής θεώσασα την σάρκα, ως και Θεού έργα εκτελείσθαι δι αυτής, ούτως επί των πνευματικών ανδρών η τού Πνεύματος χάρις, διά μέσης ψυχής προς το σώμα διαπορθμευομένη, πάσχειν και αυτώ τα θεία δίδωσι και μακαρίως συμπάσχειν τή ψυχή τα θεία πεπονθυία… Προελθόν ούν εις την μακαρίαν ταύτην εντελέχειαν και σώμα θεουργεί… ού τεκμήριον εναργές αι των αγίων θαυματοποιοί σοροί».

(Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 2, 12).

  1. Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΑʹ, P.G. 67, 885 και Ζʹ P.G. 67, 1497.
  2. Βλ. τα Πρακτικά τού J.D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio, τόμ. 12 και 13 (Graz 1960).
  3. «Τόμος Συνοδικός» ανακηρύξεως σε άγιο Γρηγορίου τού Παλαμά, P.G. 151, 711. Πρβ. Φιλοθέου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών

Γρηγόριον, Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν, P.G. 151, 648/9.

  1. Βλ Τζέρπου, Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Παρακλητικός Κανών, Βίος και έργον, Αθήναι 19882, σ. 10.
  2. Πρωτοπρ. Κων. Γ. Γκέλη, Ο Αγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας, Αθήναι 19782, σ. 113-4. Πρβ. σ. 110.
  3. Το λείψανόν του «πνέον υπερφυούς ευωδίας και μύρα βλύζον ιαματικά και σωτήρια». Η πατριαρχική πράξη μιλεί περί «ανδρός τα μάλιστα κατ αρετήν πολλούς των πρότερον διαπρεψάντων υπερελάσαντος και θείων δωρεών δαψιλεία

χάριτος ευπορήσαντος, το τε διορατικόν χάρισμα εκ περιουσίας καταπλουτήσαντος…». Χαρακτηρίζεται δε «αυτουργός θαυμάτων πολλών και παραδόξων» ήδη εν ζωή.

(Βλ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη, Μητροπολίτου Ζακύνθου, Ο Άγιος Διονύσιος, Ζάκυνθος 1987, σ. 71, 69, 70).

  1. Ακολουθίαι και Βίος τού εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου, επισκόπου Πενταπόλεως τού θαυματουργού… υπό Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου,

Αθήναι 1976, σ. 9.

  1. Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Βίος και έργον. Η εις άγιον ανακήρυξις αυτού. Ασματική ακολουθία, Αθήναι 1983, σ. 105/106.
  2. Στό ίδιο, σ. 105
  3. Στο ίδιο, σ. 98.
  4. Στο ίδιο, σ. 88.
  5. Πρωτοπρ. Κων. Γκέλη, Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς. 1801-1888, Αθήνα 1979, σ. λʹ. Στην πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεώς του (αρ. πρωτ. 91/4.2.1986)

σημειώνεται: «Εστιν ότε δε σημείοις και θαύμασιν, οίς εμαρτυρήθη παρά Θεού, αυτόν (= τον λαόν) ευεργετών».

  1. Βλ. έγγραφο τού Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αριθμ. πρωτ. 567/16.12.1987: θαυματουργός βάσει

παλαιών μαρτυριών (Ευδ. Τσολάκη, Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 72/3).

Κατά το ίδιο έγγραφο, «η μαρτυρία τού λογιωτάτου και εν αγίοις Πατρός ημών Μιχαήλ τού Αθηνών (βλ. Σπ. Λάμπρου, «Νέος Ελληνομνήμων», 13-1916, σ. 361) θα ήρκει να πιστοποιήση, ότι ο Θεός κατέταξε τον Ευστάθιον εν τοίς Αγίοις αυτού και ο χριστώνυμος λαός εβεβαιώθη περί της αγιότητος αυτού διά πολλών θαυμάτων».

  1. Βλ. το έγγραφο τού Αρτης Ιγνατίου από 10 Ιουλίου 1986 προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ανακήρυξη σε άγιο τού Αγίου Μαξίμου (αριθμ. πρωτ. 793).
  2. Βλ. την Ακολουθίαν του στό Μηναίο (21η Μαίου), έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  3. Βλ. Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών, Ασματική Ακολουθία και Βίος της αγίας θεοστέπτου Βασιλίδος Θεοδώρας της Αυγούστης, της στερεωσάσης την Ορθοδοξίαν, Κέρκυρα 19666, σ. 17, 23.
  4. Νικολάου Πολίτου, Παροιμίαι, τόμ. Αʹ, Αθήναι 1965, σ. 216 ε.ε.
  5. Επιστολή Ευγενίου τού Βουλγάρεως, όπ. π., σ. 113.

Αγιότητα – Ένα λησμονημένο όραμα, Αθήνα 2001, σελ. 45-57.

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον (www.egolpion.com)

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης

agios grigorios nisisΑγαπητοί, πόσο ωραίοι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας! Πόσο όμορφες ήταν οι ζωές τους! Πόσο καλό το παράδειγμά τους! Πόσο αξιέπαινες και αμιγώς χριστιανικές οι διδασκαλίες τους!

Πόσο πιστοί ήταν στην αλήθεια του Κυρίου μας! Άνδρες ιεροί, από Ανατολή και Δύση που «ντύθηκαν» το Χριστό και Εκείνος τους ανέδειξε σε αστείρευτες πηγές ορθών δογμάτων και θείων αληθειών!

Κάθε τους λόγος κι ένα χάδι για τους αδελφούς τους (χριστιανούς) και ταυτόχρονα ένα χαστούκι στους αιρετικούς που συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούσαν να διαστρεβλώσουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας και να διασπάσουν την ενότητα του ευλογημένου Λαού του Θεού! Ένας τέτοιος Πατέρας ήταν και ο άγιος Γρηγόριος, επίσκοπος Νύσσης.

Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 335 μ. Χ. και προερχόταν από αγία και πολυμελή οικογένεια. Οι γονείς του ονομάζονταν Βασίλειος και Εμμέλεια. Ο Βασίλειος ασκούσε το επάγγελμα του ρήτορα και η Εμμέλεια ήταν απόγονος ρωμαίων αξιωματούχων. Ο Βασίλειος και η Εμμέλεια ήταν πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Είχαν 8 ή 9 παιδιά εκτός του Γρηγορίου. Μερικά από αυτά, ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ο Πέτρος Σεβαστείας, ο Ναυκράτιος και η Μακρίνα.

Φιλικές σχέσεις διατηρούσε ο Γρηγόριος με το Γρηγόριο το Θεολόγο, στενό φίλο του Μ. Βασιλείου. Δάσκαλος του μικρού Γρηγορίου ήταν ο αδελφός του, Βασίλειος.

Ο Γρηγόριος είχε μεγάλη έφεση και αγάπη για τα γράμματα. Οι σπουδές του υπήρξαν λαμπρές. Ήταν πολύ καλός γνώστης της Αγίας Γραφής αλλά και της ελληνικής φιλοσοφίας. Διάβαζε τον Αριστοτέλη αλλά περισσότερο τον Πλάτωνα. Δάσκαλός του, εκτός από τον αδελφό του, υπήρξε και ο διάσημος ρήτορας Λιβάνιος. Αφού ασχολήθηκε και με τη ρητορική, ακολούθησε το επάγγελμα του ρήτορα, όπως και ο πατέρας του.

Νυμφεύθηκε την ευσεβή χριστιανή Θεοσέβεια, μια πολύ πιστή και ενάρετη γυναίκα, η οποία πέθανε το 386 μ. Χ. Ύστερα από προτροπές οικείων και φιλικών προσώπων, ο Γρηγόριος αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό, μπαίνοντας στις τάξεις του ιερού κλήρου. Ο Μέγας Βασίλειος, τον χειροτόνησε επίσκοπο Νύσσης το 371 μ. Χ. Η Νύσσα ήταν μια μικρή πόλη ανάμεσα στην Καισάρεια και την Άγκυρα.

Το παράδοξο με το Γρηγόριο σχετικά με το έργο του είναι ότι αποτύγχανε σε όλες του σχεδόν τις προσπάθειες να επιλύσει τα διάφορα ζητήματα της επισκοπής του. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν τα κατάφερνε με τα διοικητικά θέματα. Ήταν περισσότερο στοχαστής και φιλόσοφος παρά ποιμενάρχης. Γι’ αυτό και ο Μ. Βασίλειος τον παρουσίαζε να βρίσκεται στα ύψη και έτσι να μην μπορεί να αντιληφθεί τα επίγεια.

Νυμφεύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, αλλά αγαπούσε πολύ την παρθενία. Γι’ αυτό και έγραψε το έργο «Περί Παρθενίας». Ένα έργο στο οποίο προβάλλει ως πρότυπα το Χριστό και την Παναγία.

Ο φιλοαρειανός Έπαρχος του Πόντου, Δημοσθένης, συνέλαβε το Γρηγόριο το 375 μ. Χ. γιατί θεώρησε ότι (τάχα) είχε εκλεγεί επίσκοπος αντικανονικά. Ο Γρηγόριος δραπέτευσε και ένα χρόνο αργότερα καταδικάστηκε από Σύνοδο αρειανών επισκόπων με αφορμή την παραπάνω αλλά και άλλες κατηγορίες. Για τα επόμενα 2 χρόνια έμεινε εξόριστος και κρυμμένος σε ένα χωριό, μέχρι το θάνατο του αυτοκράτορα Ουάλη. Ύστερα επέστρεψε στη Νύσσα. Λίγο αργότερα πέθανε ο αδελφός του, Μέγας Βασίλειος και ύστερα από μερικούς μήνες και η αδελφή του, Μακρίνα.

Ένα έργο του αφιερωμένο στη μνήμη της αδελφής του είναι το «Περί ψυχής και Αναστάσεως» ή αλλιώς «Τα Μακρίνεια». Στο έργο αυτό περιλαμβάνεται ο διάλογος μεταξύ Γρηγορίου και Μακρίνας, λίγο πριν από το θάνατό της. Από εκείνη την περίοδο και ύστερα η δράση του στα εκκλησιαστικά πράγματα έγινε αποτελεσματικότερη.

Οι ιεράρχες της Συνόδου της Αντιόχειας, η οποία έγινε κατά του Απολιναρίου το 379 μ. Χ., φαίνεται ότι είχαν εκπλαγεί με την αλλαγή του και έτσι τον έστειλαν σε δύσκολες αποστολές στην Αραβία και τον Πόντο. Μεταφέρθηκε για ένα διάστημα στην επισκοπή της Σεβαστείας αλλά επέστρεψε και πάλι στη Νύσσα. Αργότερα, επίσκοπος Σεβαστείας έγινε ο αδελφός του, Πέτρος. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι έλαβε μέρος στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ. Χ.

Σε αυτόν ανέθεσε η Σύνοδος την ανάγνωση της εισηγητικής ομιλίας της Συνόδου αλλά και την ανάγνωση του επικήδειου λόγου προς τον αποθανόντα πρώτο πρόεδρό της, Μελέτιο Αντιοχείας. Επίσης, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ τον όρισε μαζί με άλλους 2 επισκόπους ως ορθόδοξα πρότυπα στην περιοχή του Πόντου.

Ο άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης που αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για την Εκκλησία, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο το έτος 395 μ. Χ. Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, αναγνωρίζοντας την αξία της προσωπικότητος, του βίου και της θεολογίας του, τον ονόμασε «άνδρα μετά τον αδελφόν δεύτερον έν τε λόγοις και εν τρόποις». Είπε, δηλαδή, ότι ήταν δεύτερος μετά τον αδελφό του, το Μέγα Βασίλειο. Αλλά και η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, τετρακόσια χρόνια μετά την κοίμησή του, τον ονόμασε «πατέρα πατέρων».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, θεωρείται περισσότερο φιλόσοφος παρά θεολόγος καθώς κατάφερε να επεξηγήσει και φιλοσοφικά πολλές θεολογικές έννοιες. Θεωρείται μεγάλος στοχαστής και Πατέρας της Εκκλησίας μολονότι βρίσκεται, τρόπον τινά, στη σκιά των υπολοίπων Καππαδοκών Πατέρων αλλά και του Μ. Αθανασίου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Παρόλα αυτά, έμεινε στην ιστορία της Εκκλησίας ως ο πιο βαθυστόχαστος Πατέρας της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖαν γρήγορσιν, ἐνδεδειγμένος, στόμα σύντονον, τῆς εὐσέβειας, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε τὴ γὰρ σοφία τῶν θείων δογμάτων σου, τῆς Ἐκκλησίας εὐφραίνεις τὸ πλήρωμα. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

(Άρθρο του Ταξιάρχη Πολίμου, από “Ρομφέα”).

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Ιστορία του Σταυρού του Αποστόλου Ανδρέου

Ο Άγιος Ανδρέας, πολιούχος της πόλης των Πατρών, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την πόλη, αφού στον ομώνυμο Ιερό Ναό βρίσκεται ο τάφος, τα Ιερά Λείψανα του, η Τίμια Κάρα και ο Σταυρός πάνω στον οποίο μαρτύρησε.

Η ιστορία του Σταυρού του Αγίου, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στο ευρύ κοινό. Που φυλασσόταν μέχρι να μεταφερθεί μόνιμα στην Πάτρα, από τι υλικό ήταν κατασκευασμένος και αν ο Απόστολος Ανδρέας άφησε όντως την τελευταία του πνοή πάνω στο συγκεκριμένο Σταυρό.
Θεωρείται ένα πολύ σημαντικό κειμήλιο για όλον τον Χριστιανικό κόσμο.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1980
Από την ημέρα της σταύρωσης του Αποστόλου έως και την εποχή της Φραγκοκρατίας όπου και αρπάχθηκε, ο Σταυρός βρισκόταν στην Πάτρα. Η εποχή εκείνη χαρακτηρίζεται σκοτεινή γιατί πολλά κειμήλια της Εκκλησίας αρπάχτηκαν και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα από αυτά ήταν δυστυχώς και ο Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέα.
Σύμφωνα με τα αρχεία του Δουκάτου της Βουργουνδίας, ο Σταυρός αρχικά τοποθετήθηκε στη Μονή Weaume στη Μασσαλία, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στη Μονή του Αγίου Βίκτωρος της ίδιας πόλης.
Κατά τη Γαλλική Επανάσταση επιχείρησαν να κλέψουν τον Σταυρό πράγμα που τελικά δεν επιτεύχθηκε. Τα τμήματα του, διασώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε θήκη σχήματος κανονικού Σταυρού.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ
Στις 9 Οκτωβρίου 1979 ο τότε Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος συναντήθηκε με τον τότε πρόεδρο της Γαλλικής Ιεραρχίας και ολόκληρης της Ρωμαιοκαθολικής Ιεραρχίας της Δυτικής Ευρώπης, Καρδινάλιο και Roger Etchegaray στη Μασσαλία, για να συζητήσουν το θέμα της επιστροφής του Σταυρού στη Πάτρα.
Αφού έγιναν διαβουλεύσεις μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, ο Καρδινάλιος είπε στον Μητροπολίτη Πατρών «εφ’ όσον εκ Πατρών εκομίσθη ενταύθα ο Σταυρός, ανήκει εις Πάτρας».
Σύντομα άρχισαν οι επαφές και οι συζητήσεις των δυο πλευρών για την επιστροφή του Σταυρού στην Πάτρα.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενημερώθηκαν για το θέμα. Στις 18 Ιανουαρίου 1980 αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας με την αντιπροσωπεία της Ιεράς Μητρόπολης Πατρών, αναχώρησε για τη Γαλλία για την παραλαβή και τη μεταφορά του Σταυρού στην Πάτρα.
Αφού μετέβησαν στη Μασσαλία, παραδόθηκε ο Σταυρός στην ελληνική αντιπροσωπεία, μέσω μιας «άτυπης» τελετής.
Την επόμενη μέρα 19 Ιανουαρίου , αφίχθη στο αεροδρόμιο του Άραξου το αεροπλάνο που μετέφερε το σταυρό, και τις δυο αντιπροσωπείες, των Ορθόδοξων και των Ρωμαιοκαθολικών, και στη συνέχεια και έγινε η επίσημη υποδοχή.

ΤΟ ΥΛΙΚΟ
Όσον αφορά το είδος του ξύλου του Σταυρού, υπάρχουν διαφορετικές αναφορές. Ο Ιππόλυτος Ρώμης αναφέρει για ξύλο ελιάς, ο Επιφάνιος μιλάει για σταυρό χωρίς να προσδιορίσει το ξύλο, ο Αρσένιος Κέρκυρας αναφέρεται σε ένα φυτό το οποίο δεν προσδιορίζει, ενώ ο ιστορικός Στέφανος Θωμόπουλος μιλά επίσης για δέντρο ελιάς.
Σε μελέτες που έχουν γίνει πάντως έχει αποδειχθεί πως πρόκειται πράγματι για ξύλο ελιάς και χρονολογείται στον πρώτο αιώνα.

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ
Για τον τρόπο σταύρωσης δεν υπάρχει ομοφωνία. Υπάρχουν αναφορές περί «προσηλώσεως» και όχι περί «προσδέσεως». Στο δεξί πέλμα του Αγίου Ανδρέα, υπάρχει ουλή από το καρφί το οποίο καρφώθηκε στο ξύλο πάνω στο οποίο πέθανε.
Οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μιλούν για «προσήλωσιν επί Σταυρού» ενώ παλαιοχριστιανικά έγγραφα μιλούν περί «προσδέσεως του Αποστόλου επι του Σταυρού»

ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά το σχήμα του Σταυρού. Αγιογραφίες και φορητές εικόνες σε Ναούς, απεικονίζουν τον Απόστολο Ανδρέα πάνω στο Σταυρό με κάθετα τα δύο ξύλα του ενώ άλλες τον απεικονίζουν πάνω στο σταυρό με το κεφάλι προς τα κάτω.
Ωστόσο η επικρατέστερη άποψη είναι εκείνη που λέει ότι ο Σταυρός ήταν σε σχήμα Χ. Η άποψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη έτσι ώστε συνηθίζεται πλέον τους Σταυρούς σε σχήμα Χ να τους χαρακτηρίζουν ως «Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέου».
Κατά τη μεταφορά του στην Πάτρα το 1980, ήταν τοποθετημένος σε θήκη σχήματος κανονικού Σταυρού αλλά αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερη και πιο επιβλητική θήκη, αυτή τη φορά σε σχήμα Χ.
Χαρακτηριστικό της δυναμικής του Σταυρού του Αγίου Ανδρέα είναι το γεγονός πως το Χ, από το σχήμα του είναι το σύμβολο του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας το οποίο έχει τον Απόστολο Ανδρέα προστάτη του.

Πηγή: Αγιορείτικο Βήμα

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η 36η επέτειος επανακομιδής του Σταυρού του Μαρτυρίου του Αποστόλου Ανδρέου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

 Ἐν Πάτραις τῇ 8ῃ Ἰανουαρίου 2016, Ἀριθμ. Πρωτ.:  -1-

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  253η                           

                                                                                                                                                 

 ΠρόςΑποτέλεσμα εικόνας για πατρων χρυσοστομος

τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα

τῆς Ἱερᾶς καί Ἀποστολικῆς Μητροπόλεως Πατρῶν

 Παιδιά μου εὐλογημένα,

 Ἡ τοπική μας Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἔχει τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό, ὡς τυγχάνει τοῖς πᾶσι γνωστό, νὰ κατέχῃ ὡς πηγὴν εὐλογίας καὶ ἁγιασμοῦ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἁγία Κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ μαρτυρίου του, ὁ  ὁποῖος τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1980, ἐπανεκομίσθη στὴν Πάτρα, ἀπὸ τὴν πόλη Μασσαλία τῆς Γαλλίας, ὅπου ἐπὶ ἑκατοντάδες ἐτῶν εὑρίσκετο, κρίμασιν οἶς οἶδεν ὁ Θεός.

Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ  ὁ Πατραϊκὸς Λαὸς σύσσωμος μὲ ἐπικεφαλῆς τὴν Ἐκκλησιαστικὴ, Πολιτικὴ καὶ λοιπὴ Ἡγεσία,  ὑπεδέχθη τὸν Σταυρὸ τοῦ Πρωτοκλήτου τῶν Ἀποστόλων, πέρασαν 36 χρόνια. Ὅλα αὐτά τά χρόνια αἰσθανόμεθα πλουσίαν τήν εὐλογία καί τήν δωρεά τοῦ Κυρίου μας διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου.

Σᾶς προσκαλοῦμε, καί ἐφέτος, μὲ ἀγάπη πατρικὴ στὸν λαμπρὸ ἑορτασμὸ ὁ ὁποῖος θὰ πραγματοποιηθῇ στὸν Νέο Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὅπου εὑρίσκεται ὁ Σταυρὸς τοῦ Ἁγίου μας.

Τὸ πρόγραμμα τοῦ ἑορτασμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς:

  • Σάββατο 16 Ἰανουαρίου 2016

ὥρα 6μ.μ.

Μέγας Πολυαρχερατικὸς Ἑσπερινὸς

  • Κυριακὴ 17 Ἰανουαρίου 2016

ὥρα 7-10:30π.μ.

Ὄρθρος- Πολυαρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία

στὸν Νέο Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου.

Στὶς 5 τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς, θὰ τελέσωμε τὴν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στὸν Νέο ἐπίσης Ἱερὸ Ναό.

Ἀδελφοί μου,

Δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὴν Πάτρα χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου. Αὐτὸς εἶναι ὁ διδάσκαλός μας καὶ ὁ φωτιστής μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ πατέρας μας.    Αὐτὸς εἶναι ὁ φρουρός μας καὶ προστάτης μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀκοίμητος πρέσβυς, ὑπὲρ ἡμῶν, πρὸς Κύριον.

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας εἶναι ἡ χαρά μας, τὸ καύχημά μας, ἡ ἀπαντοχή καὶ ἡ παρηγοριά μας. Σὲ αὐτὸν καταγεύγομε εὐκαίρως ἀκαίρως καί κλίνομε γόνυ ψυχῆς καί σώματος ἐνώπιον τῆς ἁγίας Κάρας του καί τοῦ Σταυροῦ του. Ἡ ἁγία του εἰκόνα ὑπάρχει σὲ ὅλα τὰ σπίτια καὶ ἡ πανσεβάσμια μορφὴ του κατέχει κεντρικὴ θέση στὴν καρδιά μας.

Παρὰ τὰ ὅποια ἁμαρτήματά μας, τὰ ὁποῖα πολλάκις καὶ τὸν Θεὸν λυποῦν καὶ τὸ Ἅγιό μας στενοχωροῦν, ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει, ἀλλὰ μᾶς κρατάει στά ἅγια χέρια του, ὡς ἀγαπημένα παιδιά του. Τὸ προσφιλέσταστο καί ἱερώτατο ὄνομά του τὸ δίδομε κατὰ τὸ βάπτισμα σέ πολλά ἀπό τα παιδιά μας. Ὁ Ναός του, εἶναι τὸ ἔμβλημα τῆς πόλεώς μας. Ὁ τόπος ποὺ ἐμαρτύρησε εἶναι τὸ προσκύνημά μας καὶ ἐκεῖ ὁδηγοῦμε ὅλους, ὅσοι ἐπισκέπτονται τὴν πόλη μας, ἢ ἐκεῖ φτάνουν μόνοι τους ἀφοῦ τῶν περισσοτέρων ὁ προορισμὸς εἶναι οἱ Ναοί τοῦ Ἁγίου μας, Παλαιὸς καὶ Νέος, ὅπου ὑπάρχει ὁ τάφος του καὶ φυλάσσονται ἡ ἁγία Κάρα του καὶ ὁ πανσεβάσμιος Σταυρός του.

Μὴ ἀμελήσετε, τό λοιπόν, ἀδελφοί μου καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ νὰ ἔλθετε στὸ Ναό του γιὰ νὰ τιμήσωμε τὸν Ἅγιό μας.

Μὴ λησμονήσετε ἢ ὀλιγωρήσετε νὰ ὁδηγήσετε τὰ βήματά σας στὸ ἱερὸ Ἀποστολεῖο του κατὰ τὸ διήμερο ἑορτασμό του, ὥστε νὰ προσκυνήσετε τὸν Σταυρὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐμαρτύρησε γιὰ τὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ καλέσαντος αὐτὸν Κυρίου καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τὴν ἰδική μας.

Σᾶς ἀναμένονε στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ 16 καὶ 17 Ἰανουαρίου, γιὰ νὰ συνεορτάσωμε δοξάζοντες τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας καὶ τιμῶντες τὸν προστάτη μας Ἃγιο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο.

Σᾶς ἀσπάζομαι μὲ ἀγάπη πατρικὴ,

εὐχόμενος πρὸς ὅλους κάθε εὐλογία παρὰ Κυρίου

διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

 Ο  Π Α Τ Ρ Ω Ν   Χ Ρ Υ Σ Ο Σ Τ Ο Μ Ο Σ

Συνεχίστε την ανάγνωση