Ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, επι τη υποδοχή των λειψάνων του Π.Π. Γερμανού στην Πάτρα

Σήμερον τῆς ἑορτῆς ἐπέστη καιρός καί χορός ἡρώων καί μαρτύρων συνεορτάζει ἡμῖν. Σήμερον λαμπαδηφορεῖ ἡ πόλις τῶνΠατρέων καί ὁ Πρωταπόστολος τόν κλεινόν Διάδοχόν του ἐν τῷοἲκῳ του ὑποδέχεται. Σήμερον τῶν Ἀχαιῶν καί τῶν Ἀρκάδων, τῶνΠανελλήνων τά συστήματα, τόν ἒνδοξον καί κλεινόν Ἱεράρχηνμακαρίζομεν. Σήμερον ἡ τῶν Πατρέων Συνεκλεκτή, ἡ ἐπί τῆς γῆςτήν παροικίαν ἒχουσα, μετά τῶν ἐν οὐρανοῖς τέκνων αὐτῆςὁλόφωτος καί κατηγλαϊσμένη ἀπό τάς ἀστραπάς τῆς γενναίαςψυχῆς τοῦ φεγγοβόλου Ἐθνεγέρτου Ἱεράρχου εἰς τό ἱερόν τοῦτοἈποστολεῖον, ἀγαλλομένῳ ποδί, τόν ὑποδέχεται καί οὐρανομήκηφωνήν ὑψώνει.Ὡς εὖ παρέστης στήν πόλη σου Ἱεράρχα, Ἐθνεγέρτα Γερμανέ. Ὡς εὖ παρέστης ἀγωνιστά στήν ἱερά Ἀποστολική καθέδραπού σέ ἒταξεν ὁ Θεός ποιμένα καί διδάσκαλον. Καλῶς μᾶς ἦλθεςπατέρα μας δαφνοστεφανωμένε. Βαΐα βαστάζοντες, μέ ρόδα τόδρόμο σου ἐστρώσαμε. Καί οἱ καρδιές μας, τά μῦρα τῆς εὐγνωμοσύνης, μπροστά σου νά κυλήσουν ἀφήσαμε, γιά τήνἐλευθερία πού χάρισες στόν τόπο μας.

Μᾶς ἒλειψες μεγάλε Ἱεράρχαμας, μᾶς ἒλειψες πολύ, κοντά δύο αἰῶνες. Μᾶς λείπεις αἰσθητῶς καί σωματικῶς λεοντόκαρδε Δεσπότη μας, ἀλλά τοῦτο ἦτο τοῦ Θεοῦ τόθέλημα, νά ἀναπαύεσαι δηλαδή ἐκεῖ, ὃπου τοῦ ἣλιου τό φῶςπρωτἀντίκρυσες. Ἐξ’ ἂλλου εἶσαι τῆς Δημητσάνας, τῆς Πάτρας, τῆςἙλλάδος, τοῦ κόσμου ὃλου, ὁ «κόσμος» καί τό καύχημα. Ναί, ἰσχύει δι’ ἐσέ ἰδιαιτέρως, «  Ἀνδρῶν ἐπιφανῶν, πᾶσα γῆ τάφος». (Θουκυδ. Β 43, 3)

Τούτη τήν κλητή καί μεγάλη ἡμέρα γυρίζομε μέ τό νοῦ καί τῆς ψυχῆς τά μάτια στόν τόπο πού γεννήθηκες στήν ἒνδοξο, ἡρωοτόκο,ἁγιοτόκο καί μπαρουτοκαπνισμένη, ἁγία γῆ τῆς Δημητσάνας. Σέ συνοδεύομε νοερά, στά πρῶτα σκιρτήματά σου γιά τή Λευτεριά.Μεταφερόμεθα ἐκεῖ πού ἒμαθες τά πρῶτα γράμματα καί τοῦ Θεοῦ τά πράματα καί πῆρες τή μεγάλη ἀπόφαση νά ἀφιερωθῇς στό Θεό καί τό εἶναι σου νά καταθέσῃς στόν βωμό τῆς θυσίας γιά τήν Πίστηκαί τό Γένος.

Ἡ καρδιά μας κτυπᾶ στή Σμύρνη ὃπου ὑπηρετεῖς ὡς Διάκονοςκοντά στόν Ἀρχιερέα μέ τό σπινθηροβόλο πνεῦμα, τόν συντοπίτησου Γρηγόριο Ἀγγελόπουλο καί ταξιδεύομε πνευματικά μαζί σας, μέτό καράβι τῆς ἐλπίδος γιά τή λευτεριά, πλέοντας στοῦ Βοσπόρου τ’ἁγιονέρια γιά νά φθάσωμε μαζί σας στήν Βασιλεύουσα Πόλη τῆςκαρδιᾶς μας καί τοῦ κόσμου ὃλου, στήν δική μας Πόλη καί στήνἉγιαΣοφιά μας, στήν Κωνσταντινούπολη, τῆς ὁποίας φρυκτωροί παραμένουν οἱ ὀλίγοι, ἀλλά τόσοι πολλοί, μέ πρῶτον τόνΠατριάρχη τοῦ Γένους, μάλιστα δε τόν σήμερα, κατά εὐλογημένηνσυγκυρίαν, τά σεπτά Ὀνομαστήρια Αὐτοῦ ἂγοντα, ΟἰκουμενικόνΠατριάρχην Βαρθολομαῖον, ὃν ὁ Κύριος διατηρῇ εἰς ἒτη πλεῖστα ὃσαδιά πρεσβειῶν τοῦ Ἐθνοϊερομάρτυρος προκατόχου Του καί γέροντόςΣου, Δημητσανίτου Γρηγορίου τοῦ Ε’.Ἀκοῦμε τούς κτύπους τῆς καρδιᾶς τοῦ μεγάλου Πατριάρχου,τοῦ Ἐθνοϊερομάρτυρος Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε’ καί σέ βλέπομε, ὡςἂλλον τῆς ἀγάπης μαθητήν, νά ἀκουμπᾶς τό κεφάλι σου στόπονεμένο, ἀλλά ἡρωϊκό του στῆθος, γιά νά τόν συνοδεύσῃς στούςὁραματισμούς τῆς θυσίας γιά τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδος, ἀλλά καί στίς ὧρες πού ζῆ τῆς ἐξορίας καί τῆς μοναξιᾶς τόν πόνο, στό ἋγιονὊρος.Τόν βλέπομε νά σέ καμαρώνῃ καί νά σοῦ δίδῃ γιά ἐφόδιο,ὃταν, ὡς 35χρονος ὑψιπέτης ἀετός, περιβεβλημένος τήν τῆςἈρχιερωσύνης μαρτυρική τιμή καί ἀξία, ἑτοιμάζεσαι γιά τήν Πάτρα νά φτερουγίσῃς, νά σοῦ δίδῃ λέγω, τήν Εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς τῆςΣταυροκρατούσας, μπροστά στήν ὁποία δέεται ὁ ἈπόστολοςἈνδρέας. Αὐτή τήν ἱστορική, μικρή, πανσεβάσμια εἰκόνα πούπροσκυνοῦν σήμερα τά παιδιά σου, ἀκουμπισμένη στή Λάρνακα μέτά Λείψανά σου.Ἐκείνη καί στή συνέχεια, ἡ Παρηγορήτισσα τοῦ Γένουςδηλαδή, ἡ Παναγία μας, θά σέ ψυχώσῃ. Ἐκείνη θά σέ κρατήσῃὂρθιο. Ἐκείνη θά σέ ἐμπνεύσῃ γιά νά κρατήσῃς, νά σηκώσῃς στους στιβαρούς σου ὢμους τοῦ Γένους τά ὁράματα, τόν πόνο, τήν ἐλπίδα,ὣστε νά ὁδηγήσῃς τόν πονεμένο καί μαρτυρικό Λαό στῆς λευτεριᾶςτά μονοπάτια καί στήν αὐγή τῆς Ἀνάστασης.Ὁ νοῦς μας, τό εἶναι μας τοῦ καθ’ ἑνός ξεχωριστά, ὃλων τῶνἙλλήνων μαζί, φτερουγίζει ἐκεῖ στῆς Ἁγίας Λαύρας τόπανσεβάσμιο Μοναστήρι. Ἐκεῖ πού πρίν 200 χρόνια ὓψωσες, γιγαντόψυχε καί λεοντόκαρδε Ἱεράρχα, τό Λάβαρο τῆςἘπαναστάσεως τοῦ 1821 καί ἁπλώνοντας τό ἃγιο χέρι σου,εὐλόγησες τούς ἁρματωμένους στήν ψυχή μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστηκαί τήν ἀγάπη στήν Πατρίδα, γιά νά κρατήσουν στά χέρια τους καί τῆς τιμῆς τήν ἁρματωσιά καί νά ἀγωνισθοῦν γιά τῆς Πατρίδος τήνἐλευθερία.

Διακόσια χρόνια πέρασαν ἀπό τότε,πού Πνεῦμα θεῖο χύθηκε μέ μιᾶς εἰς τήν ἁγία ψυχή σου Γερμανέ,πού ἀτρόμητος ἁπλώνεις, τό ξακουστό τό Λάβαροκαί ἀπό τήν Ἐκκλησιά, πρῶτος προβαίνεις ἀγωνιστής καί πρῶτος ξεσπαθώνεις.Διακόσια χρόνια πέρασαν ἀπό τότε, πού ὡς θαρραλέος τῆς Πατρίδος βλαστόςκαί τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους ταγός,μέ στεντόρια τήν Ἀρχιερατική φωνή σου ἀπευθύνεσαι στούς Ὁπλαχηργούς καί Καπεταναίους τῆς Ἀχαΐας καί σέ ὃλους τούς Ἓλληνες, καλώντας τους ἢ γιά νίκη ἢ γιά θανή.

«Ἡ ἁγία Σιών δὲν θὰ παραδοθῆ πλέον εἰς τὴν ἐρήμωσιν. Ὁ ναὸς τοῦΚυρίου, ὁ ὁποῖος ἐβεβηλώθη, ὡσὰν ἕνας ἄθλιος χῶρος, τὰ σκεύη τῆς δόξης,τὰ ὁποῖα ἐσύρθηκαν εἰς τὸν βοῦρκον θὰ γίνουν καταιγίς! Ἡ ἄβυσσος τὴνἄβυσσον ἐπικαλεῖται. Ἡ παλαιόθεν (δηλ. ἡ ἐγνωσμένη) εὐσπλαγχνία τοῦΚυρίου θὰ ἐπισκιάση τὸν Λαόν Του. Ἡ φυλὴ τῶν Τούρκων ὑπερέβη τὸμέτρον τῶν ἀνομιῶν, ἡ ὥρα τοῦ καθαρμοῦ ἔφθασε… Νὰ εἶσθε, λοιπόν,ἀγαπημένοι, ὦ γένος τῶν Ἑλλήνων, φυλὴ Ἑλληνική, (ἔνν, καθὼς εἶσθε) δύοφορὲς δοξασμένοι ἀπὸ τοῦ Πατέρες σας. Ὁπλισθῆτε μὲ τὸν ζῆλον τοῦ Θεοῦ. Ἓκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς ζωσθῆ τὴν ρομφαίαν του, διότι εἶναι προτιμώτερον νὰἀποθάνῃ τὶς μὲ τὰ ὃπλα ἀνὰ χεῖρας, παρὰ νὰ καταισχύνῃ τὰ ἱερά της Πίστεώς του καὶ τὴν Πατρίδα. Ἐμπρὸς λοιπὸν, ἂς συντρίψωμεν τὰ δεσμά,τὸν ζυγὸν ὁ ὁποῖος ἐπικάθηται ἐπὶ τὴν κεφαλὴν μας, διότι εἴμεθα οἱκληρονόμοι τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ συγκληρονόμοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ… …  Αὔριον, ἀκολουθοῦντες τὸν Σταυρόν, θὰ βαδίσωμεν πρὸς αὐτὴν τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, τῆς ὁποίας ἡ γῆ εἶναι ἡγιασμένη ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦἐνδόξου Μάρτυρος Ἀποστόλου Ἁγίου Ἀνδρέου. Ὁ Κύριος θὰἑκατονταπλασιάσῃ τὸ θάρρος σας…Στρατιῶται τοῦ Σταυροῦ, ὅ, τι καλεῖσθε νὰ ὑπερασπισθῆτε, εἶναιαὐτὸ τοῦτο τὸ θέλημα τοῦ Οὐρανοῦ! Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦκαὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ εἶσθε εὐλογημένοι καὶ συγκεχωρημένοι ἀπὸπάσας τὰς ἁμαρτίας σας»(Διακήρυξις τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ στήν Ἁγία Λαύρα).

Διακόσια χρόνια πέρασαν ἀπό τότε, πού φύγαν ἀπ΄ ὃλες τίς μεριές οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι,ἐνῶ προφέρεις Γερμανέ κι’ ἀχολογοῦν οἱ ἂλλοι τόν ὃρκο,π’ ὃλην ἒσεισε βαθειά τήν οἰκουμένη.Μέρα γλυκειά μέρα λαμπρή, μέρα χαριτωμένη. Κάθε φορά πού ἡ λάμψη της στήν Ἐκκλησιά προβάλλει,πάντα μέ δάφνη ἐλεύθερη θά τήν ἰδῇς σπαρμένη.

Διακόσια χρόνια, τῆς Δημητσάνας θησαυρέ καί τῆςΠατραχαΐας καύχημα καί κλέος, πέρασαν ἀπό τότε πού πῆρες στούςὢμους σου τίς τύχες τοῦ Γένους καί ἀγέρωχος, μέ τό ἀετήσιο βλέμμασου, τό ἐπιβλητικό παράστημα σου καί τόν ἐνθουσιασμό τῆςκαρδιᾶς σου μπῆκες στήν Ἀποστολική πόλη τῶν Πατρῶν καί στήνΠλατεία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, κρατώντας τό ἀήττητο ὃπλο τοῦΣταυροῦ καί τῆς Ἑλλάδος τό δοξασμένο φλάμπουρο, ὣρκισες τούςλεβέντες ἢ γιά νίκη ἢ γιά θανή.Διακόσια χρόνια πέρασαν, τῆς Πάτρας κλεινέ καί πανσεβάσμιε Πατέρα, ὃταν ὡς γνήσιος Ἓλληνας ἀπευθύνθηκεςπρός τίς μεγάλες Δυνάμεις θέτοντας ὃλους πρό τῶν εὐθυνῶν τουςκαί διακηρύττοντας μέ παρρησία Ἓλληνος Πατριώτου. «Ἡμεῖς τό Ἑλληνικόν Ἒθνος τῶν Χριστιανῶν βλέποντες, ὃτι μᾶςκαταφρονεῖ τό ὀθωμανικόν γένος καί σκοπεύει ὂλεθρον ἐναντίον μας, πότεμέ τόν ἓνα, πότε μέ τόν ἂλλον τρόπον, ἀπεφασίσαμεν σταθερῶς ἢ νάἀποθάνωνμεν ὃλοι ἢ νά ἐλευθερωθῶμεν. Καί τούτου ἓνεκα βαστοῦμεν τά ὃπλα εἰς χεῖρας, ζητοῦντες τά δικαιώματά μας. Ὂντες λοιπόν βέβαιοι ὃτιὃλα τά χριστιανικά Βασίλεια γνωρίζουν τά δίκαιά μας, ὂχι μόνον δέν θέλουνμᾶς ἐναντιωθῆ, ἀλλά θέλουν μᾶς συνδράμει καί ὃτι ἒχουν εἰς μνήμην, ὃτι οἱἒνδοξοι πρόγονοί μας ἐφάνησαν ποτέ ὠφέλιμοι εἰς τήν ἀνθρωπότητα.Διά τοῦτο εἰδοποιοῦμεν τήν ἐκλαμπρότητά σας καί σᾶςπαρακαλοῦμεν νά προσπαθήσετε νά ἢμεθα ὑπό τήν εὒνοιαν καί προστασίαντοῦ μεγάλου κράτους σας».

Κρατώντας τόν πυρσό τῆς εὐθύνης, ἒναντι Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί ἀγωνιζόμενος γιά τά ἀπαράγραπτα δίκαια τῆςἙλλάδος, ἀνεδέχθης τήν ὑψηλή καί μεγάλη εὐθύνη νά μεταβῇςστήν Δύση, προκειμένου νά ἐργασθῇς, ἒχοντας τό χάρισμα οὐχί τοῦλόγου μόνον, ἀλλά καί τοῦ διαλόγου καί τῆς πειθοῦς, ὑπέρ τῆςἀγωνιζομένης πατρίδος τῶν ἡρώων καί μαρτύρων, τόσων αἰώνων.Καί ἐκεῖ ἀπέδειξες την ὀξύνοιά σου, τήν διπλωματική σουδεινή ἱκανότητα, τήν σύνεσή σου στή διαχείριση τῶν λεπτῶνἐθνικῶν ζητημάτων καί τήν θυσιαστική ἀγάπη σου γι’ αὐτή τή γῆ μέτήν αἱματογραμμένη ἱστορία της.Καί καθώς ἐγνώριζες τόν πόνο ἀπό τῆς διχόνοιας τή φοβερήκατάρα, ἀγωνίστηκες καρδιές νά εἰρηνεύσῃς, ἀνθρώπους νάφιλιώσῃς, γιά τῆς Πατρίδος τό καλό καί τῆς λευτεριᾶς τόνἁγιασμένο στόχο.Καί πῶς ἐσύ πού γιά σταυρό μιλοῦσες τόσα χρόνια καί στόχέρι σου τό ἃγιο, τό ἀτίμητο τρόπαιο κρατοῦσες, νά ἒμενες ἂμοιροςαὐτοῦ τοῦ πόνου;Πῶς ἐσύ πού κάθε μέρα ζώντας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆςτήν πίκρα καί τόν πόνο, δέν θά ἀνέβαινες σ’ αὐτό τό ὓψος, ἐκ τῶνἰδίων παίδων ἀδικούμενος καί πλεῖστα ὑπομείνας καί στενοχωρούμενος; Συνελήφθης καί ἐδέθης, ἐσύρθης καί ἐχλευάσθης, ὦ τῆς Ἑλλάδος τέκνον, μέγιστον, μ’ ἀθάνατες τίς ρίζες.Καί ἒφθασες μέσα ἀπό τό δρόμο, τῆς φρικτῆς ἀνηφοριᾶς καί τῆς αἱματωμένης δύσκολης πορείας στή θέα τῆς Ἀνάστασης καί τῆςλευτεριᾶς τό ὓψος, ἀνεβαίνοντας στόν τόσο ἀγαπητό Πατέρα, πούὑπηρέτησες ἀπό τότε πού γεννήθηκες στά ἁγιασμένα τῆς Γορτυνίας χώματα.

Ἦταν 30 Μαΐου 1826, ὃταν σέ ὑποδεχόταν στοῦ οὐρανοῦ τάδώματα, ὁ φέρων τόν αἱματωμένο πορφυροῦν τῆς δόξης καί τῆςθυσίας χιτῶνα, συντοπίτης σου καί συγγενής σου καί Γέροντάς σου,φωτοφόρος Πατριάρχης, ὁ ἃγιος τοῦ Γένους μάρτυρας καί τῆςὈρθοδοξίας τό κατηγλαϊσμένον ἐθελόθυτον θῦμα, Γρηγόριος ὁ Ε’.Φωτίστηκε, τή στιγμή πού πέταξε στά ὓψη ἡ μακαρία ψυχήσου, τοῦ Ἀναπλιοῦ ὁ οὐρανός, ἐσείσθη ἡ γῆ τῆς Δημητσάνας,ἂστραψε τῆς Πάτρας ὁ ὁρίζοντας καί ἡ Ἑλλάδα γονάτισε μπροστάστή δόξα σου καί τήν ὁλόφωτη μορφή σου, πού ἀνέβαινεδαφνοστεφανωμένη στήν οὐράνια Πατρίδα. Τά Λείψανά σου τάἱερά, τά χιλιοδοξασμένα τώρα ἀναπαύονται, στή μάνα γῆ σου, στήΔημητσάνα, Πάτερ.Τά ἒκγονα σου σήμερα, στή γῆ πού εἲκοσι χρόνια ἐποίμανεςκαί κατέθεσες τῆς ψυχῆς σου τό πύρωμα γιά τόν Χριστό καί τήνἙλλάδα, μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης σέ ὑποδέχονται καί ραίνουν μέτῆς καρδιᾶς τους τά μῦρα τήν Λάρνακα πού κρύβει μέσα τηςφιλόστοργα τά ἁγιασμένα κόκκαλά σου, ἀπό τά ὁποῖα βγαλμένηἒλαμψε ἡ ἐλευθερία.Ἰδού στῆς χαρᾶς, τό ἀναστάσιμο δικό μας πανηγύρι, μαζί μας γιά νά γιορτάσουν τόν δικό σου γυρισμό, στήν πόλη τήν δική σου,Ἀρχιερεῖς καί Ἂρχοντες καί τοῦ Λαοῦ τό πλῆθος. Ἀπό τή Βοστίτσατόν τόπο πού βρόντηξες καί ἂστραψες γιά τῆς λευτεριᾶς τήν ὣρα, ὁσεπτός ἒφθασεν Ἱεράρχης Ἀμβρόσιος καί τῆς Ναυπάκτου ὁ σοφόςοἰακοστρόφος Ἱερόθεος καί τῆς Δημητριάδος ὁ λαμπρός ποιμήνἸγνάτιος, στοῦ ὁποίου τίς φλέβες ρέει τό αἷμα τῆς εὐάνδρου καί ἐνδόξου Γορτυνίας καί ὁ τῆς εὐλογημένης καί ἡρωϊκῆς γῆς τῶνΚαλαβρύτων καί τῆς Αἰγιαλείας, νέος καί ἂξιος Ἀρχιερεύς,Ἱερώνυμος. Ὃλους εὐγνωμόνως, τούς εὐχαριστοῦμε. Καί ἀπό τήνΔημητσάνα Σέ συνόδευσε ὁ Πρωτοσύγκελλος, ὁ φιλόπονος καί σεμνός Ἀρχιμανδρίτης Ἰάκωβος, ἐκπροσωπῶν τόν ταπεινόν, τόνλόγιον καί φιλάγιον Μητροπολίτην τῆς ἰδιαιτέρας σου Πατρίδος,Σεβασμιώτατον Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμίαν,, τον ὁποῖον θερμότατα εὐχαριστοῦμε δι’ ὃσα ἒπραξε ὣστε νά ζήσωμε τίςσυγκλονιστικές αὐτές στιγμές στήν Πάτρα. Ἰδού καί τῶν Γορτυνίων οἱ Ἡγήτορες, ὁ Δήμαρχος, ἡ Πρόεδροςτῆς Δημητσάνης, ἡ ὑπεύθυνη τῆς ἱστορικῆς Βιβλιοθήκης, ὁ Πρόεδροςτῆς Ἀδελφότητος τῶν Δημητσανιτῶν, τῆς ἰδιαιτέρας σου Πατρίδοςτά κλέα. Τά τέκνα σου παρόντα Ἱεράρχα τήν αὒρα τῆς ἁγιασμένης γῆς σου φέροντες καί τῶν Λειψάνων σου οἱ ἂγρυπνοι καί ὑπερήφανοι φύλακες. Τῶν Συλλόγων τῆς Πατρίδος σου οἱ πρῶτοι καί τά παιδιά τῆς Δημητσάνας μέ τίς δοξασμένες φορεσιές τήνΛάρνακά σου, ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν ἐν καυχήσει μεγάλῃ κυκλοῦσι.Ἰδού τῆς Πολιτείας καί τοῦ Στρατοῦ καί τῶν ΣωμάτωνἈσφαλείας καί τῶν ἂλλων φορέων οἱ Ἐκπρόσωποι, οἱ πρῶτοι τῆςΠατραχαΐας, τούς ὁποίους εὐχαριστοῦμε διά τήν συνεργασίαν διάτήν σημερινήν ἑόρτιον ἡμέραν. Ἰδού ὁ ἱερός Κλῆρος καί ὁ Λαός σου.Ἰδού τά ἱερά σου ἒκγονα, κρατώντας τῆς τιμῆς καί τῆς δόξης τάλάβαρα, ζωσμένα μέ τίς τιμημένες τῆς φυλῆς στολές καί ἁρματωσιές, τήν εὐγνωμοσύνη καταθέτουν, ἀκουμπώντας τήν ψυχήτους στή σεβάσμια Λάρνακά σου.Δέν σοῦ ἒκλεισαν τά μάτια τά πνευματικά παιδιά σου, δέν σέἀσπάστηκαν κεκοιμημένο οἱ Ἱερεῖς σου, δέν στόλισαν μέ τά ἑαρινάεὒοσμα τῆς Πάτρας ἂνθη τό σκήνωμά σου, ἀθάνατε, ἡρωϊκέ,πανένδοξε Δεσπότη, γιατί φρόντισες νά κοιμηθῇς τόν ὓπνο τῆςἀθανασίας μακριά τους, ὣστε νά μείνουν μέ τήν ὁλοζώντανη μορφήσου χαραγμένη στό νοῦ καί στήν καρδιά τους, ὃπως τήνἀποτύπωσαν στόν λαμπρό σου Ἀνδριάντα, πού τόν ὓψωσαν στῆςΠάτρας τά Ὑψηλά Ἀλώνια γιά νά εὐλογῇς ἀπό τά ὓψη τῆς δόξηςσου καί νά δεινκύῃς τῆς λευτεριᾶς τά δοξασμένα μονοπάτια καί χάραξαν ἐπίγραμμα, ἀθανασίας, ἐπιτύμβιον.

«ΗΔΕ ΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΕΩΝ ΟΝ ΥΠΕΙΡΟΧΟΝ ΑΡΧΙΕΡΗΑΣΤΗΣΑΤΟ ΓΕΡΜΑΝΟΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΛΥΣΑΜΕΝΟΝ ΔΟΥΛΕΙΗΣ ΣΤΥΓΕΡΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΜΝΗΜΑ ΩΣΤ ΕΠΙΛΑΜΠΕΙΝ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥ ΔΟΞΑΝ ΓΑΙΑΝ ΕΦ ΕΛΛΑΔΙΗΝ».

Διακόσια χρόνια μετά τή δοξασμένη μέρα πού γλυκοχάραξε καί ἒλαμψε ἡ λευθεριά τῆς Ἑλλάδος βρίσκεσαι καί πάλι μεγάλε Ἱεράρχα στόνθρόνο σου, στήν Πάτρα, γιά νά πυρπολήσῃς τίς καρδιές ὃλων μας, μέ τήλαύρα τῆς ἀγάπης γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα. Γιά νά διδάξῃς στάπαιδιά μας τήν ἀληθινή ἱστορία καί νά τούς πῇς ποιά εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ποιά εἶναι ἡ δόξα της, ποιές εἶναι οἱ θυσίες καί τά αἳματα ἡρώων καί μαρτύρων, πού εὐκλεῶς ἀγωνίστηκαν καί ἡρωικῶς ἒπεσαν γιά τήνἐλευθερία της. Γιά νά τούς ὁδηγήσῃς σέ μιά ἂλλη ἐπανάσταση, ἀπέναντι σέ ὃσους, τήν ἱστορία παραχάραξαν καί τά δίκαια, γιά τά ὁποῖα ἐσύ καί οἱ ἂλλοι ἣρωες καί μάρτυρες τῆς λευτεριᾶς, ἀγωνιστήκατε μέχρις αἳματος,ἀπεμπόλησαν καί τήν γλῶσσα τήν Ἑλληνική καί τῆς φυλῆς τήνἁγιασμένη παράδοση, ἀλλοίωσαν.

Σήμερα, κάθεσαι στό θρόνο σου, ὃπως εἶσαι θρονιασμένος καί στά φιλοκάρδια μας. Ὃλοι μας, ὁ ταπεινός Διάδοχός σου, ὁ ἹερόςΚλῆρος καί ὁ Λαός τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν, ἀναφωνοῦν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾶ καρδίᾳ:

Ἀπόλαυέ σου τόν θρόνον Δέσποτα μακάριε, τρισόλβιεΓερμανέ.Ἀπόλαυέ σου τόν θρόνον Ἐθνεγέρτα.Ἀπόλαυέ τόν θρόνον πυρπολητά τῶν καρδιῶν τῶνὈρθοδόξων Ἑλλήνων.Ἀπόλαυέ σου τόν θρόνον ρηξικέλευθε λαμπρέ τῆςἙλλάδος, βλαστέ.

Ἀπό αὐτόν τόν ὑψηλό καί Ἀποστολικό τῆς τῶν ΠατρέωνἘκκλησίας θρόνον, ἲδε εὐσπλάχνως τά τέκνα σου καί ὑπέρ αὐτῶν,Χριστόν τόν Θεόν καθικέτευε, ὣστε τήν πίστιν ἀτόφια νάδιατηρήσουν, τήν ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νάπροστατεύσουν καί νά διαφυλάξουν, τήν ἱερά παρακαταθήκη πούἀπό τά ἂγια χέρια σου παρέλαβαν, στιβαρά νά κρατήσουν καί τήνλαμπάδα ἀναμμένη, στούς ἐπιγενομένους νά παραδώσουν. Αὐτήτήν γῆ πού τούς παρέδωσες, ἐσύ μέ τούς συναγωνιστάς σου, τούςπυρφόρους Κληρικούς καί τούς Ὁπλαρχηγούς καί λεοντόκαρδους,τῆς λευτεριᾶς, Καπεταναίους καί ἀγωνιστές, ἐλεύθερη νάκρατήσουν, τήν ἑνότητα νά ὑπηρετήσουν καί τήν Ἑλλάδα ἒνδοξηστά χέρια τοῦ Θεοῦ νά παραδώσουν. Τήν Ἑλληνική γλῶσσακαθάρια νά τηρήσουν, τά πατρογονικά ἁγιασμένα Ἑλληνορθόδοξα ἢθη νά ὑπηρετήσουν.Ἂν τότε, πατέρα μας δοξασμένε σέ χρειαζόταν τόσο ἡ Ἑλλάς,ἂν τότε στά δύσκολα καί φρικτά χρόνια τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς ἢσουν ἡ παρηγοριά τοῦ πονεμένου Λαοῦ, ἀλλά καί ἡ φωνή του, πόσο μᾶλλον τώρα, πού ἡ Πατρίδα μας, περνώντας ἀπό φρικτέςσυμπληγάδες, ἀγωνίζεται τήν παρακαταθήκη νά κρατήσῃ, τόκαντήλι μπροστά στά εἰκονίσματα ἀναμμένο νά μένῃ, ὁ Σταυρόςστούς τρούλους τῶν Ἐκκλησιῶν, ὁλόφωτος νά ἀστράφτῃ, τό αἷμακαθάριο στίς φλέβες, Ἑλληνικό καί Ὀρθόδοξο νά τρέχῃ.Ἂν τότε, σέ εἶχε ἀνάγκη ἡ Πατρίδα, τότε πού ἒπεσαν πάνωτης, νά τήν κατασπαράξουν, ξέχωρα ἀπό τή φοβερή τουρκιά, ὃσοι τόμεγαλεῖο της ἐμίσησαν, τήν ἀντοχή της δέν ἂντεξαν, ἀπό τό φῶςτης τυφλώθηκαν, πόσο μᾶλλον τώρα πού γείτονες ἐγγύς καί ἂλλοι μακράν τήν παράδοσή της πασχίζουν νά σβήσουν, τήν ἱστορία τηςκαί τήν ἐδαφική της ἀκεραιότητα νά ἀμφισβητήσουν.Ἂν τότε σέ εἶχαν ἀνάγκη τά παιδιά σου γιά νά τά ἐμπνέῃς καί  νά τά καθοδηγῇς, νά τά ἐμψυψώνῃς καί νά τά παρηγορῇς, νά τάεὐλογῇς καί στή νίκη νά τά ὁδηγῇς, πόσο μᾶλλον τώρα, πού κάποιοι ὂχι μόνον ξένοι, ἀλλά φεῦ καί ἡμέτεροι, φροντίζουν τόνἐνθουσιασμό τους νά ἀπομειώσουν, τά ὂνειρα ἀπό τήν ψυχή τους νάσβήσουν καί τήν πορεία τους πρός τήν δόξα καί τόν οὐρανό νάἀνακόψουν.Ἡ ἱστορία καί τό μέλλον τῆς Ἑλλάδος στηρίζονται σέ τρεῖςλέξεις, ἒλεγες, κλεινέ Ἱεράρχα.Θρησκεία-Ἐλευθερία-Πατρίς. Αὐτό ἐπαναλαμβάνομε καί μεῖς.Καί ἒσο βέβαιος ὃτι μέχρις αἳματος, ἂν χρειασθῇ, ὃσα μᾶςπαρέδωκες θά ἀγωνισθοῦμε, νά τά κρατήσωμε.Μυριόστομη ἡ κραυγή τῶν Πατρινῶν σήμερα πανσεβάσμιε,ἀγέρωχε, λεοντόκαρδε, γενναιόψυχε, ἀτρόμητε, ἀδιαπραγμάτευτε,Γερμανέ, διαπερνᾶ τούς αἰθέρες.

Ὡς εὖ παρέστης στήν πόλη σου, μεγάλε Ἱεράρχα.Ὡς εὖ παρέστης στήν ἱερά καθέδρα σου, τῶν Πατρέωνκλεινέ Ποιμενάρχα.Ὡς εὖ παρέστης ἐν μέσῳ τῶν τέκνων σου, ἀοίδιμεἘθνεγέρτα.

Ἐμεῖς θά καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ καί θά μακαρίζωμε τήν μνήμησου, καθρεφτιζόμενοι στήν καθάρια Ἑλληνορθόδοξη ψυχή καί μορφή σου καί παίρνοντας τῆς καρδιᾶς τοῦ Λαοῦ σου τήν λύρα ὡς Πατρινοί, ὡς Ἓλληνες, ὡς πολίτες τοῦ κόσμου θά ἑνώνωμε τήνφωνή μας μέ τίς φωνές τῶν σταυραετῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀητέ καί σταυραητέ μας, ἂδοντες ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.Χαρά πού τὂχουν τά βουνάΤά κάστρα περηφάνειαΓιατί γιορτάζει ἡ ΠαναγιάΓιορτάζει καί ἡ πατρίδαΝά βλέπῃς Διάκους μέ σπαθιάΠαπάδες μέ ντουφέκιαΝά βλέπῃς καί τόν ΓερμανόΤῆς Πάτρας τόν ΔεσπότηΠῶς εὐλογάει τά ἃρματαΚι εὐχέται τούς λεβέντες.

Καί ὡς ἀκροτελεύτιον ἐπαινετικόν λόγον , ἃμα δε καί θριαμβευτικόν, τόν χαιρετισμόν, εὐλαβῶς, θά Σοῦ ἀπευθύνωμε:

 

Ἐλευθεριά ἢ θάνατος ἦταν τό ἒμβλημά ΣουΚαί ἡ ἱστορία μέ χρυσᾶ ἒγραψε τ’ ὂνομά Σου.

Αἰωνία Σου ἡ μνήμη πανσεβάσμιε λεβέντη, Δεσπότη, ἀτόφιεπατριώτη.Αἰωνία Σου ἡ μνήμη τῆς Πατραχαΐας καί τῆς Ἀρκαδίαςσέμνωμα.Αἰωνία Σου ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῆςὈρθοδοξίας συμπάσης καύχημα καί κλέος.