ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ (ΣΑΒΒΑΤΟ 6/2/2021)

(Σουλτάνας Δ. Λάμπρου, Αν. Καθ. στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας )

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μεγας φώτιοςὉ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (858 – 867 καί 877 – 886) ὑπῆρξε ἀπό τίς μεγαλύτερες μορφές τῆς χριστιανικῆς γραμματείας, ἐξέχουσα πνευματική προσωπικότητα τοῦ Βυζαντίου πού ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στά ἱστορικά καί ἐκκλησιαστικά δρώμενα τῆς ἐποχῆς του καί σ’ αὐτόν ὀφείλεται ἡ ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων τόν 9ο αἰ. στό Βυζάντιο. Συνδύασε, ὅπως πολύ εὔστοχα ἔχει διατυπωθεῖ, θεολογική γνώση, τή φιλοσοφική ὀξύνοια, τήν ποιμαντική εὐθύνη, τήν ἀνθρωπιστική εὐαισθησία καί τήν πολιτική ἐμπειρία1 . Ὁ Μέγας Φώτιος συγκεντρώνει ἐκτενῆ βιβλιογραφία ἀφορῶσα στό πρόσωπο καί στό ἔργο του. Ἡ πολύπλευρη προσωπικότητα καί τό πολυσχιδές ἔργο του προσείλκυσε τό ἐνδιαφέρον πολλῶν ἐρευνητῶν, ἱστορικῶν, φιλολόγων καί θεολόγων, καί αὐτό ἀποτυπώνεται σέ ἄρθρα λεξικῶν, ἐγκυκλοπαιδειῶν, περιοδικῶν, σέ ἐκκλησιαστικές ἱστορίες καί ἔργα ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας τοῦ Βυζαντίου, σέ μονογραφίες καί στίς ἐκδόσεις τῶν ἔργων του2 . Στά ἀνωτέρω πρέπει νά συναριθμηθοῦν καί οἱ ἀξιόλογες μελέτες πού περιλαμβάνονται σέ πρακτικά ἐπιστημονικῶν συνεδρίων ἤ σέ συλλογικούς ἐπετειακούς τόμους ἀφιερωμένους στόν ἱερό Φώτιο3 .

Ἄς διατρέξουμε, ὅμως, τά ἱστορικά γεγονότα γιά νά κατανοήσουμε τό μέγεθος τῆς προσωπικότητας τοῦ Φωτίου.

Στήν Κωνσταντινούπολη ἡ ἐκκλησιαστική κατάσταση μετά τήν εἰκονομαχία ἦταν ἔκρυθμη. Ἡ ἐκλογή τοῦ Ἰγνατίου στόν πατριαρχικό θρόνο μέ σκοπό τή γεφύρωση τῶν διαφορῶν μεταξύ τῶν δύο πολιτικο­‑εκκλησιαστικῶν μερίδων, τῆς μερίδας τῶν συντηρητικῶν ἀφ’ ἑνός καί εἰκονοφίλων Στουδιτῶν μοναχῶν, μέ τούς ὁποίους συντάσσονταν καί οἱ κηδεμόνες τοῦ ἀνηλίκου αὐτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ἡ μητέρα του, δηλαδή, αὐτοκράτειρα Θεοδώρα καί ὁ πατρίκιος καί λογοθέτης εὐνοῦχος Θεόκτιστος καί ἀφ’ ἑτέρου τῶν «προοδευτικῶν» καί μετριοπαθῶν ἔναντι τῶν μετανοούντων εἰκονοκλαστῶν, τοῦ ἐπισκόπου Συρακουσῶν, δηλαδή, Γρηγορίου Ἀσβεστᾶ, πού ὁ Ἰγνάτιος ἐξεδίωξε ἀπό τήν τελετή τῆς χειροτονίας του καί τοῦ ἀδελφοῦ τῆς Θεοδώρας Βάρδα, δέν ἔφερε τά προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἡ δολοφονία τοῦ Θεοκτίστου ἀπό τόν Βάρδα ὁδήγησε στόν αὐτοκρατορικό θρόνο τόν ἐνήλικο πλέον Μιχαήλ Γ΄ καί στόν πατριαρχικό, μετά τήν ἐκθρόνιση καί ἐξορία τοῦ Ἰγνατίου, τόν Φώτιο, προσωπικότητα κοινῆς ἀποδοχῆς γιά τό ἦθος καί τήν παιδεία του4 .

Ὁ Φώτιος γεννήθηκε περί τό 820 στήν Κωνσταντινούπολη. Ἦταν γόνος εὐγενοῦς οἰκογενείας. Ὁ πατριάρχης Ταράσιος πού συνεκάλεσε τήν ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 787μ. Χ.) ἦταν θεῖος του, ἀδελφός τοῦ πατέρα του. Ὁ πατέρας του Σέργιος, σπαθάριος τοῦ αὐτοκράτορα, καί ἡ μητέρα του Εἰρήνη, συγγενής τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας πού ἀναστήλωσε τίς εἰκόνες, ὡς εἰκονόφιλοι ὑπέστησαν διώξεις ἀπό τούς εἰκονομάχους. Ὁ Φώτιος ἔτυχε ἐπιμελοῦς ἀνατροφῆς καί ἐκπαίδευσης καί στή συνέχεια ὡς καθηγητής δίδαξε στό ἐπανασυσταθέν τήν περίοδο ἐκείνη Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας στήν Κωνσταντινούπολη Λογική, Διαλεκτική, Φιλοσοφία, Μαθηματικά καί Θεολογία, ὅπως καί στήν ἰδιωτική σχολή πού διατηροῦσε στήν οἰκία του. Ταυτόχρονα ὑπῆρξε πρωτοασηκρῆτις τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄.

Τήν προσωπικότητα τοῦ Φωτίου σκιαγραφεῖ καί τά χαρίσματά του ἐπιδεικνύει ὁ Νικήτας ὁ Παφλαγών, μολονότι ὑπῆρξε ἐκ τῶν ἀντιπάλων τοῦ Φωτίου, γράφοντας χαρακτηριστικά· «σοφίᾳ τε κοσμικῇ καί συνέσει τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ στρεφομένων εὐδοκιμώτατος πάντων ἐνομίζετο. Γραμματικῆς μέν γάρ καί ποιήσεως ῥητορικῆς τε καί φιλοσοφίας, ναί δή καί ἰατρικῆς, καί πάσης ὀλίγου δεῖν ἐπιστήμης τῶν θύραθεν τοσοῦτον αὐτῷ τό περιόν, ὡς μή μόνον, σχεδόν φάναι, τῶν κατά τήν αὐτοῦ γενεάν πάντων διενεγκεῖν, ἤδη δέ καί πρός τούς παλαιούς αὐτόν διαμιλλᾶσθαι»5 .

Στήν ἐκλογή τοῦ Φωτίου ὡς πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως δέν ἀντέδρασαν οἱ ζηλωτές λόγῳ τῶν διωγμῶν πού ὑπέφερε ἡ οἰκογένειά του ἀπό τούς εἰκονομάχους, ἐνῶ ἡ μετριοπαθής μερίδα τῶν προοδευτικῶν ὑπεστήριξε τόν διαπρεπῆ καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Μαγναύρας.

Ὁ Φώτιος ἐβιάσθη, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, γιά νά δεχθεῖ τή χειροτονία του6 καί τελικῶς στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 858 ἀνεβιβάσθη ἀπό τίς τάξεις τῶν λαϊκῶν, ὅπως καί ἄλλοι πρό αὐτοῦ πατριάρχες, ἐντός πέντε ἡμερῶν («ἀθρόον» χειροτονία) στόν Πατριαρχικό Θρόνο. Ἀμέσως μετά καί κατά τήν τάξη ἀπέστειλε ἐνθρονιστήριες ἐπιστολές πρός τόν πάπα Ρώμης7 καί πρός τούς πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς8 τονίζοντας τήν ἀνάγκη εἰρήνευσης τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Διαψεύσθηκε, ὅμως, διότι σέ μικρό χρονικό διάστημα ἐπῆλθε ρήξη μεταξύ τῶν δύο μερίδων, τήν ὁποία ἐπέτειναν οἱ διώξεις τῶν Ἰγνατιανῶν ἀπό τόν Βάρδα.

Οἱ Ἰγνατιανοί, παρά τήν ἔγγραφη διαμαρτυρία τοῦ Φωτίου πρός τόν Βάρδα γιά τίς πράξεις του, συγκεντρώθηκαν στόν ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ἀφόρισαν τόν Φώτιο καί ἀνακήρυξαν νόμιμο πατριάρχη τόν Ἰγνάτιο θέτοντας τοιουτοτρόπως θέμα κανονικότητας τῆς ἐκλογῆς τοῦ Φωτίου. Καί ἐπειδή ἡ στάση καί τῶν δύο πλευρῶν σκλήρυνε ὁλοένα καί περισσότερο, ὁ Φώτιος σέ σύνοδο, πού συνεκάλεσε, καταδίκασε τίς ἀντικανονικές ἀποφάσεις τῶν Ἰγνατιανῶν, ἀντικατέστησε, προσέτι, τούς ἀντιφρονοῦντες ἐπισκόπους, ἀφοῦ τούς καθαίρεσε γιά τήν ἀπείθειά τους ἔναντι τοῦ Πατριάρχου9 .

Ἐν τῷ μεταξύ οἱ Ἰγνατιανοί ἐνέπλεξαν στό ζήτημα καί τόν πάπα Ρώμης, τόν ἐνθρονισθέντα τότε Νικόλαο Α΄ (858 – 867), ἀποστέλλοντας πρεσβεία μέ αἴτημα τήν ἐπίλυση τοῦ ζητήματος.

Ὁ Νικόλαος, φιλόδοξος ὤν, ἔλαβε ὡς εὐκαιρία τήν ἐνθρονιστήρια ἐπιστολή τοῦ Φωτίου ἀλλά καί τήν ἐπιστολή τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ, μέ τήν ὁποία ὁ δεύτερος τοῦ ζητοῦσε ἀποστολή ἀντιπροσωπείας γιά τήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῶν μετανοούντων εἰκονοκλαστῶν κληρικῶν, εὐκαιρία γιά νά καταστεῖ ρυθμιστής σοβαρῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων στήν Ἀνατολή, νά διεκδικήσει ὡσαύτως τίς ἐπαρχίες τῆς Νοτίου Ἰταλίας καί τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἰλλυρικοῦ10.

Ἔτσι στίς ἀπαντητικές του ἐπιστολές θεωρεῖ ἀντικανονική τήν καθαίρεση τοῦ Ἰγνατίου, ὅπως καί τήν ἀθρόον χειροτονία τοῦ Φωτίου. Ἀπέστειλε, μάλιστα, ἀντιπροσώπους του στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά λάβουν μέρος στήν λεγομένη Πρωτοδευτέρα Σύνοδο (861), πού συγκλήθηκε στόν ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Στή σύνοδο ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τούς παπικούς ἀντιπροσώπους καί τά λοιπά μέλη ἡ κανονικότητα τῆς καθαιρέσεως τοῦ Ἰγνατίου καί τῆς ἐκλογῆς τοῦ Φωτίου11. Ὁ πατριάρχης, μάλιστα, ἐπιθυμώντας ἐμφανῶς τήν ἀποφυγή σύγκρουσης ἀπέστειλε στόν πάπα νέα ἐπιστολή, ὅπου αἰτιολογοῦσε τήν «ἀθρόον» χειροτονία, ἐπιδεικνύοντας, συνάμα, μετριοπαθῆ στάση στίς διεκδικήσεις τοῦ πάπα12.

Ὁ Νικόλαος, ὅμως, παρεμβαίνοντας ἀντικανονικά στά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπάντησε μέ δύο ἐπιστολές πρός τόν αὐτοκράτορα καί πρός τόν Φώτιο ἀντίστοιχα, στίς ὁποῖες ἀναγνώριζε πατριάρχη τόν Ἰγνάτιο, διότι δέν δεχόταν τήν κανονικότητα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Φωτίου, προβάλλοντας, τοιουτοτρόπως, τό πρωτεῖο τοῦ παπικοῦ θρόνου.

Ἡ μετάβαση τοῦ ἰγνατιανοῦ Θεογνώστου στή Ρώμη δυσχέρανε ἀκόμη περισσότερο τήν κατάσταση. Ὁ πάπας προέβη στή σύγκληση συνόδου τόν Αὔγουστο τοῦ 863, στήν ὁποία καθαίρεσε ὡς ἀντικανονικῶς χειροτονηθέντα τόν Φώτιο, τούς παπικούς ἀντιπροσώπους του γιά τήν αὐθαίρετη στάση τους στή σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἀναγνώρισε ὡς κανονικό πατριάρχη τόν Ἰγνάτιο, ἀπό τόν ὁποῖο διεκδικοῦσε δικαιώματα στή Βουλγαρία13.

Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἀναφερθεῖ τό σπουδαῖο ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ Φωτίου μέ τίς ἀποστολές τῶν ἱεραποστόλων στή Μοραβία (862)14 καί στή Βουλγαρία (864), τῆς ὁποίας ὁ ἡγεμόνας Βόρις­‑Μιχαήλ μαζί μέ τούς ὑπηκόους του βαπτίσθηκαν χριστιανοί15.

Ὁ ἡγεμόνας, ὅμως, τῶν Βουλγάρων, ὅταν κατόπιν θέλησε τήν ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τῆς ἱδρυθείσας ἀπό τούς βυζαντινούς ἱεραποστόλους Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθύνθηκε καί πρός τόν πάπα, ὁ ὁποῖος δράττοντας τήν εὐκαιρία γιά τήν πραγματοποίηση τῶν φιλοδοξιῶν καί διεκδικήσεών του, διείσδυσε σέ ἔδαφος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Κωνσταντινούπολης ἀποστέλοντας στή Βουλγαρία Φράγκους ἱεραποστόλους, μέσῳ τῶν ὁποίων προέβαλε τήν ὑπεροχή τοῦ παπικοῦ θρόνου καί τῶν ἐθίμων του ἔναντι τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Οἱ Φράγκοι ἱεραπόστολοι μέ σκοπό νά ἐκλατινίσουν τούς Βούλγαρους ἐκδίωξαν τούς βυζαντινούς ἱεραποστόλους καί εἰσήγαγαν ρωμαϊκές καινοτομίες καί τή φραγκική προσθήκη τοῦ filioque στό σύμβολο τῆς πίστης16.

Ἀμέσως ὁ Φώτιος ἀπέστειλε Ἐγκύκλιο ἐπιστολή (867) στούς πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου ἐξέθετε τό ζήτημα τῆς Βουλγαρίας καί καταδίκαζε τά ρωμαϊκά ἔθιμα καί τή διδασκαλία τοῦ filioque, καί μέ τήν ὁποία ἐγκύκλιο τούς καλοῦσε νά ἀποστείλουν ἀντιπροσώπους στή σύνοδο πού θά συγκαλοῦσε στήν Κωνσταντινούπολη17. Ἡ σύνοδος, πού συνῆλθε τό 867, καθαίρεσε τόν πάπα Νικόλαο, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε τό αὐτό ἔτος, γιά τίς ἀντικανονικές του πράξεις, τήν παρέμβασή του καί τήν εἰσαγωγή τῶν ρωμαϊκῶν καινοτομιῶν στή Βουλγαρία καί ἀναγνώρισε τόν Φώτιο ὡς τόν κανονικό πατριάρχη Κωνσταντινούπολης18.

Οἱ ἐξελίξεις, ὡστόσο, στό πολιτικό προσκήνιο μέ τή δολοφονία τοῦ Μιχαήλ Γ΄ ἀπό τόν Βασίλειο Α΄ τόν Μακεδόνα (867 – 886) ἐπέφεραν ἀλλαγές καί στά ἐκκλησιαστικά δρώμενα.

Ὁ νέος αὐτοκράτορας ἐκθρόνισε τόν Φώτιο, πού ἀνῆκε στήν ὁμάδα τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων του, καί ἀναβίβασε στόν πατριαρχικό θρόνο τόν Ἰγνάτιο19.

Καί ὁ διάδοχος τοῦ ἀποθανόντα πάπα Νικολάου, Ἀδριανός Β΄ (867 – 872), σέ σύνοδο στή Ρώμη (869) δέν ἔκαμε δεκτές τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 867 καί καθαίρεσε τόν Φώτιο καί ὅσους ὑπέγραψαν τά πρακτικά τῆς συνόδου. Ζήτησε, ἐπίσης, ἀπό τόν αὐτοκράτορα καί τόν πατριάρχη τή σύγκληση συνόδου στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία θά ἐπικύρωνε τά πρακτικά τῆς συνόδου τῆς Ρώμης, ὅπως καί ἔγινε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 869 στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Στή σύνοδο αὐτή οἱ ἐκπρόσωποι τῶν πατριαρχικῶν θρόνων εὑρισκόμενοι στήν Κωνσταντινούπολη συμμετεῖχαν χωρίς νά ἔχουν ὁρισθεῖ ἐπίσημα ὡς ἐκπρόσωποι τῶν πατριαρχείων γιά τή σύνοδο. Σημειωτέον ὅτι στή σύνοδο(869), πού γιά τούς Λατίνους ἀποτελεῖ τήν ὀγδόη Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐνῶ ὑπεγράφη Λίβελλος τῶν παπικῶν ἀντιπροσώπων, πού προέβαλε τό παπικό πρωτεῖο, τροποποιημένος, βέβαια, ἀπό τή σύνοδο, ἐντούτοις τονίσθηκε ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν καί τό ὅτι στή δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἀνῆκε πάντοτε ἡ Βουλγαρική Ἐκκλησία.

Βέβαια ὁ Φώτιος ἀναθεματίσθηκε, ἄν καί δέν ἀποδέχθηκε τήν ποινή, καί οἱ ὑπ᾽ αὐτόν χειροτονηθέντες ἐπίσκοποι καθαιρέθηκαν20.

Ὁ αὐτοκράτορας ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ἡ διατήρηση τῆς διαμάχης ἀποδυναμώνει τήν αὐτοκρατορία, ἀνακάλεσε τόν Φώτιο ἀπό τήν ἐξορία γιά νά ἀναλάβει τήν ἐκπαίδευση τῶν τέκνων του καί τό διδακτικό του ἔργο στό Πανεπιστήμιο.

Ὁ πατριάρχης Ἰγνάτιος συμφιλιώθηκε μέ τόν Φώτιο, τόν ὑπέδειξε ὡς διάδοχό του καί ἀμέσως μετά τόν θάνατό του ὁ Φώτιος ἀνῆλθε στόν πατριαρχικό θρόνο.

Ὁ αὐτοκράτορας, ἀφοῦ ζήτησε ἀπό τόν νέο πάπα Ἰωάννη Η΄(872 – 882) τήν ἀποστολή ἀντιπροσώπων, συγκάλεσε σύνοδο γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ Φωτίου. Στή σύνοδο, πού ἔλαβε χώρα στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας (879 – 880), ἀποκαταστάθηκε ὁ Φώτιος, παραιτήθηκε ὁ πάπας ἀπό τίς διεκδικήσεις του, ἀναθεωρήθηκαν οἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ 869 καί μέ τόν Ὅρο της καταδικάσθηκε ἡ προσθήκη τοῦ filioque στό σύμβολο τῆς πίστεως. Ἡ σύνοδος αὐτή θεωρεῖται ἀπό τούς ὀρθοδόξους ὡς ὀγδόη οἰκουμενική21.

Τελικῶς ὁ Φώτιος ἐξαναγκάσθηκε σέ παραίτηση ἀπό τόν μαθητή του καί διάδοχο τοῦ Βασιλείου στόν θρόνο Λέοντα ΣΤ΄ τόν Σοφό (886 – 912), ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασε στόν πατριαρχικό θρόνο τόν ἀδελφό του Στέφανο.

Ὁ Φώτιος ἀπομονώθηκε σέ μονή τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί πέθανε στίς 6 Φεβρουαρίου τοῦ 892.

Ἀμέσως μετά τόν θάνατό του ἀνακηρύχθηκε ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 6 Φεβρουαρίου.

==============

Στήν κρίσιμη, λοιπόν, αὐτή περίοδο γιά τίς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας Ἀνατολῆς καί Δύσης ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες τῶν δύο πλευρῶν εἶναι δύο εὐφυεῖς καί δυναμικοί ταγοί, ὁ πατριάρχης Φώτιος γιά τήν Ἀνατολή καί ὁ πάπας Νικόλαος Α΄ γιά τή Δύση, ἐκφραστές, ὅμως, ὅπως θά διαπιστώσουμε στή συνέχεια, δύο διαφορετικῶν παραδόσεων.

Διατρέχοντας τίς πηγές, ἀλλά καί τή σύγχρονη βιβλιογραφία, παρατηροῦμε ὅτι ὁ M. Φώτιος συγκεντρώνει στό πρόσωπό του τούς πιό ἀντιφατικούς χαρακτηρισμούς22. Καί ἐνῶ γιάὉ αὐτοκράτορας ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ἡ διατήρηση τῆς διαμάχης ἀποδυναμώνει τήν αὐτοκρατορία, ἀνακάλεσε τόν Φώτιο ἀπό τήν ἐξορία γιά νά ἀναλάβει τήν ἐκπαίδευση τῶν τέκνων του καί τό διδακτικό του ἔργο στό Πανεπιστήμιο. Ὁ πατριάρχης Ἰγνάτιος συμφιλιώθηκε μέ τόν Φώτιο, τόν ὑπέδειξε ὡς διάδοχό του καί ἀμέσως μετά τόν θάνατό του ὁ Φώτιος ἀνῆλθε στόν πατριαρχικό θρόνο. Ὁ αὐτοκράτορας, ἀφοῦ ζήτησε ἀπό τόν νέο πάπα Ἰωάννη Η΄(872 – 882) τήν ἀποστολή ἀντιπροσώπων, συγκάλεσε σύνοδο γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ Φωτίου. Στή σύνοδο, πού ἔλαβε χώρα στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας (879 – 880), ἀποκαταστάθηκε ὁ Φώτιος, παραιτήθηκε ὁ πάπας ἀπό τίς διεκδικήσεις του, ἀναθεωρήθηκαν οἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ 869 καί μέ τόν Ὅρο της καταδικάσθηκε ἡ προσθήκη τοῦ filioque στό σύμβολο τῆς πίστεως. Ἡ σύνοδος αὐτή θεωρεῖται ἀπό τούς ὀρθοδόξους ὡς ὀγδόη οἰκουμενική21. Τελικῶς ὁ Φώτιος ἐξαναγκάσθηκε σέ παραίτηση ἀπό τόν μαθητή του καί διάδοχο τοῦ Βασιλείου στόν θρόνο Λέοντα ΣΤ΄ τόν Σοφό (886 – 912), ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασε στόν πατριαρχικό θρόνο τόν ἀδελφό του Στέφανο. Ὁ Φώτιος ἀπομονώθηκε σέ μονή τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί πέθανε στίς 6 Φεβρουαρίου τοῦ 892. Ἀμέσως μετά τόν θάνατό του ἀνακηρύχθηκε ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 6 Φεβρουαρίου. Στήν κρίσιμη, λοιπόν, αὐτή περίοδο γιά τίς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας Ἀνατολῆς καί Δύσης ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες τῶν δύο πλευρῶν εἶναι δύο εὐφυεῖς καί δυναμικοί ταγοί, ὁ πατριάρχης Φώτιος γιά τήν Ἀνατολή καί ὁ πάπας Νικόλαος Α΄ γιά τή Δύση, ἐκφραστές, ὅμως, ὅπως θά διαπιστώσουμε στή συνέχεια, δύο διαφορετικῶν παραδόσεων.

Διατρέχοντας τίς πηγές, ἀλλά καί τή σύγχρονη βιβλιογραφία, παρατηροῦμε ὅτι ὁ M. Φώτιος συγκεντρώνει στό πρόσωπό του τούς πιό ἀντιφατικούς χαρακτηρισμούς22. Καί ἐνῶ γιά τήν Ἀνατολή εἶναι ἅγιος, μέγας ἱεράρχης καί ποιμήν, προοδευτικός καί θεωρεῖται ὀργανωτής τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου γιά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Σλάβων, ἐνσαρκωτής τοῦ ἰδεώδους τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, ὑπέρμαχος τῆς πίστης καί ὑπερασπιστής τοῦ δόγματος, φορέας τοῦ γνήσιου ὀρθόδοξου πνεύματος πού ἀπέφυγε τό σχίσμα μέ τήν ἐκκλησιαστική του πολιτική23, στή Δύση θεωρεῖται ἑλληνιστής, φιλόδοξος, δόλιος καί ὑπαίτιος τοῦ ὁριστικοῦ σχίσματος πού ἀκολούθησε μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης τό 1054. (24).

Στό σημεῖο αὐτό ὀφείλουμε νά μνημονεύσουμε τό ἔργο τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ τσέχου ἱστορικοῦ Fr. Dvornik25, ὁ ὁποῖος ἀποκατέστησε τόν Μ. Φώτιο παρουσιάζοντας τόν πατριάρχη ὡς πατέρα τῆς ἕνωσης καί συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως στή μεταβολή τῆς παλαιοτέρας εἰκόνας του στούς ἐπιστήμονες τῆς Δύσης.

Ἡ διάσταση, μάλιστα, μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης στήν ἐν λόγῳ περίοδο καλεῖται φωτιανό σχίσμα26, λανθασμένα ὡστόσο, διότι καθίσταται φανερό ἀπό τό ἴδιο τό ἔργο τοῦ Φωτίου ὅτι ἀποσόβησε τό σχίσμα μέ τή μετριοπαθῆ, διαλλακτική του στάση καί τήν ἀγάπη του γιά τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία27.

Ἄς σημειωθεῖ, ὅμως, ὅτι μέ τόλμη ἐξουδετέρωσε τίς παπικές ἐνέργειες φανερώνοντας τήν εὐθύνη του καί τήν ὑπευθυνότητά του ἀπό τή θέση πού κατεῖχε ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία βαλλόταν ἀπό τίς ἀντικανονικές καί παράλογες παπικές ἀξιώσεις.

===============

Στή συνέχεια τῆς παρούσας μελέτης θά ἐπιχειρήσουμε μέσα ἀπό ἔργα τοῦ Μ. Φωτίου νά παρακολουθήσουμε τήν ὁλοένα καί αὐξανόμενη διάσταση μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης ἀναζητώντας συγχρόνως τά βαθύτερα αἴτια αὐτῆς.

Στό ἔργο τοῦ Φωτίου παρουσιάζονται δύο διαφορετικοί κόσμοι, πού μοιάζουν σάν νά μή τούς συνέδεαν ποτέ κοινοί δεσμοί. Διαφορετική τακτική ἀκολουθεῖται ἀπό τίς δύο πλευρές. Ἀπό τήν πλευρά τοῦ Φωτίου σημειώνουμε τήν προσπάθεια ἀποφυγῆς τῆς σύγκρουσης γιά τή διαφύλαξη τῆς ἑνότητας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας28.

Ὁ Φώτιος ἀπό τήν πρώτη ἐπικοινωνία μετά τήν ἐνθρόνισή του μέ τόν πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, Νικόλαο, ἐπιδεικνύει σεβασμό καί τή διάθεσή του γιά εἰλικρινῆ σχέση· «δεῖ γάρ πρός τήν ὑμετέραν ὁσιότητα γράφειν ἀπαρξάμενον τἀληθές εἰπεῖν»29. Ἐνδεικτικοί τοῦ σεβασμοῦ του εἶναι οἱ χαρακτηρισμοί πού χρησιμοποιεῖ ἀπευθυνόμενος στόν πάπα· τόν ἀποκαλεῖ «ἁγιώτατον καί ἱερώτατον ἀδελφόν καί συλλειτουργόν»30, «θεοχαρίτωτον κεφαλή»31, «πατρικήν ὁσιότητα», «πολυέραστον μακαριότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας καί τῆς κανονικῆς εὐθύτητος», σπουδαῖο πατέρα πού τόν διακρίνει μεγαλοφυέστατη σύνεση32.

Ὑποδεικνύει, ὡσαύτως, ὡς καλύτερη ἀπό ὅλες γιά τή σχέση τους «τήν κοινωνία τῆς πίστεως καί τῆς ἀληθοῦς ἀγάπης», τονίζοντας, ὡστόσο, ὅτι ἡ βάση γιά τή διατήρηση τοῦ καθαροῦ καί ἀδιάσπαστου δεσμοῦ τους δέν εἶναι ἄλλη παρά μόνο ἡ κοινή ὁμολογία ἀπαρατρέπτως τῶν ἀρχῶν τῆς «ἐν τῇ καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐφιδρυμένης καί κηρυσσομένης πίστεως» καί ἡ ἀποδοχή τῶν ἑπτά οἰκουμενικῶν συνόδων33.

Ἡ ἐπικοινωνία του μέ τόν πάπα, παρά τήν πίεση ἀπό τήν ἀσταθῆ κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Κωνσταντινούπολη, δέν δηλώνει σχέση ἐξάρτησης, οὔτε ἀποτελεῖ ἀναφορά κατωτέρου πρός ἀνώτερο. Στό πλαίσιο τῆς τάξης ἐνημερώνει τόν πάπα γιά τήν ἐνθρόνισή του, ὡς ἴσος πρός ἴσον, ὅπως ἔκαμε καί μέ τούς ὑπολοίπους πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, καί αἰτεῖται τίς προσευχές του πρός τόν Θεό γιά τήν ἀγαθή καί δίκαιη διαποίμανση καί τήν ἐπικράτηση ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας στήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης34.

Ἀλλά καί κατά τήν ἀπολογητική του ἐπιστολή, ὅταν κατηγορήθηκε ἀπό τόν Νικόλαο γιά ἀντικανονική ἀναβίβαση στόν πατριαρχικό θρόνο, ὁ Φώτιος ἀκολουθεῖ τήν ἴδια πολιτική, διότι αὐτό γιά τό ὁποῖο ἀγωνιᾶ εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας· εἶχε πλήρη συνείδηση τῆς οἰκουμενικῆς του εὐθύνης γιά τήν περιφρούρηση αὐτῆς τῆς ἑνότητας. Προσλαμβάνει τίς ἐπιτιμήσεις τοῦ πάπα, πού ἔπεσαν ἐπάνω του, ὅπως χαρακτηριστικά λέγει, «δίκην βολίδων», ὡς προερχόμενες ἀπό τήν ἀγάπη του καί ἔτσι δικαιολογεῖ τήν ἀγόγγυστη ὑπομονή καί ἠρεμία του.

Ἐν τούτοις μέ ἰδιαίτερη εὐφυΐα, σεβασμό καί εὐθύνη γιά τή διατήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας προβάλλει τόν ἀντίλογό του, ἐλέγχοντας τόν κατήγορό του γιά τήν εἰσπήδηση καί ἀντικανονική παρέμβασή του σέ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινούπολης, ὅπως ἡ ἐκλογή του35 καί ἡ ἀποδοχή καί ὑπόθαλψη τῶν ἀποδημούντων ἀτάκτως ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀντιφρονούντων κληρικῶν καί εἰσχωρησάντων στήν παπική ἐκκλησία, διότι ἀντικείμενο τῆς διαφωνίας δέν ἦταν τό προσωπικό του ζήτημα ἀλλά ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας36.

Ἀπό τήν πλευρά τοῦ Νικολάου διακρίνεται ἡ προσπάθεια νά ἐπιβάλει τίς διεκδικήσεις ἐπί τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Νοτίου Ἰταλίας καί τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἰλλυρικοῦ γιά τήν ἐπανυπαγωγή τους ὑπό τή δικαιοδοσία τοῦ παπικοῦ θρόνου, ἀπ᾽ ὅπου τίς ἀπέσπασε ὁ Λέων Γ΄ τό 732 / 3 καί τίς ἔθεσε ὑπό τή δικαιοδοσία τοῦ πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης37, τίς ἀξιώσεις ἐπί τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινούπολης, ἀλλά καί νά δικαιολογήσει τίς παρεμβάσεις σέ ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς ἐν λόγῳ Ἐκκλησίας.

Θρασεῖα καταγράφεται καί ἡ δράση τῶν φράγκων ἱεραποστόλων μέ τήν ἐπιβολή τῶν λατινικῶν ἐθίμων, τῆς λατινικῆς γλώσσας καί τῆς δοξασίας τοῦ filioque στούς νεοφύτους χριστιανούς Βούλγαρους38.

Ἡ τακτική τῆς Ρώμης συνδέεται μέ τίς ἱστορικοπολιτικές συνθῆκες στή Δύση. Ἡ σταδιακή ἔλευση τῶν Φράγκων ἀπό τόν 5ο αἰῶνα προσδιόρισε τή φυσιογνωμία της, ἐπεξέτεινε τόν διαφαινόμενο ἀτομισμό καί τήν ἐνδοστρέφειά της, πού εἶχε κληρονομήσει ἀπό τήν ἀρχαία Ρώμη καί ὀφειλόταν στήν ἀποκοπή ἀπό τήν ὑπόλοιπη ἐκκλησία καί ἀπομόνωσή της μετά τή μεταφορά τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας στήν Κωνσταντινούπολη.

Τοιουτοτρόπως ἐπισυνέβη ἡ ἀπώλεια τῆς δογματικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς της ἰσορροπίας39.

Ἡ φραγκική πολιτική θεωρία τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τοῦ Καρόλου τοῦ Μεγάλου ἐπέβαλε τήν ἀνάγκη δημιουργίας τοῦ φραγκικοῦ κράτους, πού θά ἡγεῖτο τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης.

Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης τό 800 μ.Χ. ἔστεψε τόν αὐτοκράτορα τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους, τό ὁποῖο διεκδικοῦσε καί τή μοναδικότητα ὡς πρός τή γνησιότητα στήν πίστη, μέ ἀποτέλεσμα νά καταβάλλεται κάθε προσπάθεια διάσυρσης τῆς Ἀνατολῆς ὡς αἱρετικῆς.

Ὁ πάπας Ρώμης ὡς πνευματικός ἡγέτης τῆς παπικῆς ἐκκλησίας, ἀφοῦ συμμάχησε μέ τούς Φράγκους, στούς ὁποίους καί ὑπέκυψε, ἐκείνη τήν ἱστορική στιγμή υἱοθέτησε τίς ἀξιώσεις τοῦ φράγκου ἡγεμόνα καί ἐρειδόμενος κατά τά ἄλλα σέ χαλκευμένα κείμενα πού στρέφονταν ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἰδεολογίας τοῦ Βυζαντίου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, τίς «Ψευδο­‑Ἰσιδώρειες διατάξεις» συλλογή πού περιεῖχε καί τήν «Ψευδο­‑Κωνσταντίνεια δωρεά», ἐπιζητοῦσε τήν ἀναγνώρισή του ἀπό τήν Ἀνατολή ὡς τῆς ἀνώτατης ἐγκόσμιας ἐξουσίας ἐφ᾽ ὅλης τῆς γῆς40.

Οἱ πολιτικοί, συνεπῶς, στόχοι τῶν Φράγκων ἑνώθηκαν μέ τίς διοικητικές φιλοδοξίες τῶν παπῶν σέ μία κοινή ἀντιπαράθεση πρός τήν Ἀνατολή.

Ἡ φραγκική, ἐπίσης, θεολογία ἐπηρέασε καί τελικῶς υἱοθετήθηκε ἀπό τήν παπική ἐκκλησία.

Καί ἔτσι ἐκκινᾶ ἡ διάσταση, ἀφοῦ ἀπωλέσθηκε ἡ ἀντίληψη τῆς ἑνιαίας χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας μέ ἕδρα τήν Κωνσταντινούπολη, ἀλλά καί ἡ διαμάχη Ἀνατολῆς καί Δύσης γιά τήν καινή δοξασία τοῦ filioque, πού εἰσήγαγε ἡ παπική ἐκκλησία, διότι τό ζήτημα τῆς διάστασης πλέον ἀπό πολιτικό κατέστη θεολογικό, δογματικό41.

Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό ὅτι μέσα ἀπό τή στάση καί τήν τακτική τῶν δύο πλευρῶν φαίνεται ἡ διαφορά τοῦ ἑλληνικοῦ ἀπό τό ρωμαϊκό πνεῦμα, ἡ διαφορετική παράδοση πού ἀκολούθησαν καί βέβαια προβάλλεται καί ἡ μεταξύ τους διάφορη ἐκκλησιολογία.

Οἱ καινοτομίες καί οἱ διαφορές τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, τίς ὁποῖες καλεῖται νά ἀντιμετωπίσει ὁ Φώτιος, ὁδηγοῦσαν σέ ἀμφισβήτηση τήν ἐγκυρότητα τῆς διδασκαλίας τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τή σωτηρία τῶν πιστῶν της42.

Μέ τήν εἰσαγωγή τοῦ filioque43 ἔθεταν σέ κίνδυνο τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν ἰσορροπία ὁλοκλήρου τῆς Ἁγίας Τριάδας44. Ἀνέτρεπαν τή δογματική ὑποδομή τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας μέ προεκτάσεις διασάλευσης τῆς ἑνότητας τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας καί μέ σωτηριολογικές βέβαια συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο.

Ὀργή, πού συνοδεύεται ἀπό θρῆνο, καταλαμβάνει τόν πατριάρχη45 γιά τήν ἀδελφή Ἐκκλησία τῆς Δύσης, ἡ ὁποία ἀντινομοθετεῖ46, διασπείρει τή διαφωνία γιά τήν ἐνυπόστατη καί ἀναλλοίωτη ἀλήθεια47, καί τό σημαντικότερο δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι στήν προσπάθειά της νά ἑδραιώσει τίς καινοτομίες μηχανορραφεῖ ἐναντίον τῆς σωτηρίας της48.

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Φώτιος παρέχει τήν πληροφορία ὅτι τό filioque ἔχει γίνει ἀποδεκτό στήν πόλη τῆς Ρώμης, ὑπογραμμίζοντας τή φανερή ἐκεῖ ἐμφάνισή του καί κυκλοφορία του τήν περίοδο ἐκείνη49.

Ἡ ἀπόρριψη, ἐπίσης, ἀπό μέρους τῶν Λατίνων τελεσθέντων ἀπό τούς ἀνατολικούς μυστηρίων δημιούργησε ἐπιπλέον σύγχυση καί προβλήματα50.

Τό πρωτεῖο, τέλος, τοῦ πάπα εἶχε σοβαρές ἐκκλησιολογικές συνέπειες, ἔθετε σέ κίνδυνο τά ἐκκλησιολογικά θεμέλια τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀνέτρεπε τήν κανονική τάξη πού καθορίσθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί τήν ἀνεξαρτησία τῶν πατριαρχικῶν θρόνων51.

Ἡ Δύση εὑρίσκεται, γιά τόν Φώτιο, σέ σύγχυση λόγῳ τῆς ἀδυναμίας της, σέ ἀντίθεση μέ τήν Ἀνατολή, νά ἀντιληφθεῖ τή σαφῆ διάκριση μεταξύ ἐθῶν ἐκκλησιαστικῶν καί δογμάτων τῆς πίστης, γεγονός πού ἀντιμετώπισε ὁ Φώτιος στή Σύνοδο τῆς Κωνσταντινούπολης (879 – 880)52.

Στήν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως προβάλλεται στό ἔργο τοῦ Φωτίου, τόν ἀκραιφνῆ κανόνα τῆς πίστης ἀποτελοῦν ἡ Γραφή, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἡ διδασκαλία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν αὐθεντικῶν ἐκφραστῶν τῆς παράδοσής της53.

Ὁ Φώτιος τονίζει ὅτι πρέπει νά τηροῦνται τά θεσπισμένα καί παραδεδομένα ἀπό οἰκουμενικές ἤ ὁμόφωνες συνόδους, τά ὁποῖα ἀποκλείουν κάθε νεωτεριστική προαίρεση, ὑποδεικνύοντας καί πάλι τήν ἀσφαλῆ βάση γιά κάθε ἀπόφαση καί πράξη.

Λέγει ὅτι ἡ μικρά τῶν παραδοθέντων ἀθέτηση ἐπιτρέπει καί ὁλοκλήρου τοῦ δόγματος τήν καταφρόνηση54. Ἀναφερόμενος, μάλιστα, στό filioque ἐρωτᾶ «τίς οὐ κλείσει τά ὦτα πρός τήν ὑπερβολήν τῆς βλασφημίας ταύτης; αὕτη κατά τῶν εὐαγγελίων ἵσταται, πρός τάς ἁγίας ἀπομάχεται συνόδους, τούς μακαρίους καί ἁγίους παραγράφεται πατέρας, τόν μέγαν Ἀθανάσιον, τόν ἐν θεολογίᾳ περιβόητον Γρηγόριον, τήν βασίλειον τῆς ἐκκλησίας στολήν, τόν μέγαν Βασίλειον, τό χρυσοῦν τῆς οἰκουμένης στόμα, τό τῆς σοφίας πέλαγος, τόν ὡς ἀληθῶς Χρυσόστομον. καί τί λέγω τόν δεῖνα ἤ τόν δεῖνα; κατά πάντων ὁμοῦ τῶν ἁγίων προφητῶν, ἀποστόλων, ἱεραρχῶν, μαρτύρων, καί αὐτῶν τῶν δεσποτικῶν φωνῶν ἡ βλάσφημος αὕτη καί θεομάχος φωνή ἐξοπλίζεται»55.

Ἀντίθετα, διευκρινίζει, ὅτι τό νά νομοθετεῖ κανείς, χωρίς νά ἔχει παραλάβει καί χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀποτελεῖ περίσσευμα «νεωτεροποιοῦ διανοίας καί ῥεμβομένης»56 καί ἐνέχει τόν κίνδυνο τῆς ἀποσύνδεσης ἀπό τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, στό ὁποῖο γιά νά ἐπανέλθει πρέπει νά ἀπαλλαγεῖ «τῆς σχισματικῆς σηπεδόνος»57.

Σέ ἀντίθεση, μάλιστα, μέ τήν αὐθεντία τοῦ πάπα πού προέβαλε ἡ παπική Ἐκκλησία, ἐπισημαίνεται ἀπό τόν Φώτιο ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἄνθρωποι δέν εἶναι ἀλάνθαστοι, κάποιοι μάλιστα ἐλέγχθηκαν γιά θέσεις τους, οἱ ὁποῖες δέν ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν Ἐκκλησία58. Συμπληρώνει, μάλιστα, ὅτι ὅσα διατυπώθηκαν ἀτομικά ἀπό κάποιον ἀπό τούς πατέρες ἤ ἀπό τοπική σύνοδο, ἐάν δέν γίνουν ἀπό ὅλους ἀποδεκτά, αὐτό δέν ἀποτελεῖ κίνδυνο γιά τούς πιστούς καί ἐπιπλέον παράδοση τῆς ἐκκλησίας δέν ἀποτελεῖ ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς τους ἀπό αὐτούς πού τά τηροῦν59.

Ἀναφερόμενος στό filioque ὑπογραμμίζει ὅτι κανένας ἀπό τούς πατέρες δέν ὁμολόγησε καί καμμία οἰκουμενική σύνοδος δέν δογμάτισε τέτοιο λόγο60. Ἐν τούτοις ὁ κακός ἔρωτας τῆς ἀποστασίας, ὅμως, λέγει χαρακτηριστικά, ἀναγκάζει τούς Λατίνους νά προσκομίζουν τούς πατέρες, ὅπως τόν Ἀμβρόσιο, τόν Αὐγουστῖνο, τόν Ἱερώνυμο, ὡς ὑπερασπιστές διαστρέφοντας τόν λόγο τους ἤ ἐρειδόμενοι σέ κάποιες θέσεις τους, πού, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀποδέχθηκε61. Δέν ἀναγνωρίζουν, μάλιστα, καί τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τήν οἰκουμενικότητα τῆς ὁποίας ὑπερασπίζεται μέ σειρά ἐπιχειρημάτων62.

Ἡ διαφορετική πολιτική φιλοσοφία ἀλλά καί ἡ διάφορη ἐκκλησιολογία μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης ἐκτίθεται μέ σαφήνεια στήν ἐπιστολή τοῦ πατριάρχη πρός τόν βασιλέα τῶν Βουλγάρων Βόρη63. Ἀποτυπώνεται στόν τρόπο τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης τους στή Βουλγαρία καί Μοραβία.

Ὁ σχολαστικισμός τῆς Δύσης ὁρίζει τήν ἐπιβολή τῆς λατινικῆς γλώσσας, τῶν λατινικῶν ἐθίμων, τῶν καινῶν δοξασιῶν στούς νεοφύτους. Ἐνῶ ὁ Φώτιος σέβεται τά ἔθιμα καί τήν ἄγραφη γλώσσα τους, οἱ ἀδελφοί Κύριλλος καί Μεθόδιος τά παραδίδουν γραπτῶς καί τά ἐντάσσουν στή λατρεία τῶν νεοφύτων χριστιανῶν, ἀκολουθώντας πιστά ἀφ’ ἑνός τήν οἰκουμενική καί πολιτιστική πολιτική τοῦ Βυζαντίου καί ἀφ’ ἑτέρου τήν παράδοση μέ τίς φιλελεύθερες ἀντιλήψεις τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας64.

Στήν ἐπιστολογραφία τοῦ πατριάρχη, ὅπως καί στή Μυσταγωγία, καταγράφεται ἔντονα ἡ διαφοροποίηση τῆς στάσης του ἔναντι τῆς Δύσης, ὅταν οἱ ἀποσταλέντες ἀντικανονικῶς στή Βουλγαρία Φράγκοι ἱεραπόστολοι, «ἄνδρες δυσσεβεῖς καί ἀποτρόπαιοι, ἄνδρες ἐκ σκότους ἀναδύντες», οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἐπισημαίνει, «τῆς γάρ ἑσπερίου μοίρας ὑπῆρχον γεννήματα», εἰσήγαγαν λατινικά ἔθιμα ἀντίθετα μέ τούς κανόνες, πού ἀφοροῦσαν σέ θέματα, ὅπως νηστεία, χρίσμα, ἀγαμία τοῦ κλήρου.

Ἡ πολεμική καί ἀντιρρητική διάθεση τοῦ Φωτίου προέρχεται ἀπό τό ἀτόπημα τῆς παραχάραξης τοῦ συμβόλου τῆς πίστης ἀπό τούς Φράγκους μέ τήν προσθήκη τοῦ filioque καί τήν προσπάθεια ἀποδοχῆς αὐτοῦ τοῦ βλάσφημου καί θεομάχου, ὅπως τόν ὀνομάζει, λόγου ἀπό τούς Βούλγαρους.

Φρίκη καί βαθύς πόνος τόν κατακλύζει, ὅμοιος μέ αὐτόν πού αἰσθάνονται οἱ γονεῖς, ὅταν μπροστά στά μάτια τους ἑρπετά καί θηρία κατασπαράσσουν τά παιδιά τους, μπροστά στόν κίνδυνο τό νεοπαγές στήν εὐσέβεια ἔθνος τῶν Βουλγάρων νά ἀποσπασθεῖ ἀπό τά ὀρθά δόγματα τῆς χριστιανικῆς πίστης65.

Ὁ πατριάρχης προβάλλει ὡς ἄλλη μία αἰτία τῆς διάστασης μέ τή Δύση τή διαφορά γλώσσας66. Ἡ λατινική γλώσσα κατά τήν ἀνάπτυξη τῆς διδασκαλίας τῶν πατέρων, λόγῳ τῆς ἔνδειάς της σέ νοήματα καί τῆς ἀδυναμίας της νά προσαρμοσθεῖ μέ τό πλάτος τῆς ἑλληνικῆς καί νά κατανοήσει τό νόημά της, δέν συνέθεσε λόγο καθαρό καί ἀκριβῆ στή διερμηνεία τῆς σκέψης μέ ἀποτέλεσμα νά προξενεῖ ὑπόνοια ἑτεροθρησκείας. Πρός ἐπίρρωση ὁ Φώτιος ἀναφέρει περιπτώσεις παπῶν, ὅπως τοῦ πάπα Λέοντος, πού γιά τόν λόγο αὐτό ὅρισαν τό Σύμβολο τῆς Πίστης νά ἐκφωνεῖται στήν ἑλληνική67.

Στή διερμηνεία τῆς σκέψης τῶν πατέρων γιά τή διατύπωση τοῦ ὀρθοῦ δόγματος οἱ Λατίνοι διαφέρουν καί στόν τρόπο πρόσληψης τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Στή θεολογική σκέψη τοῦ Φωτίου σημαντική εἶναι ἡ συμβολή τῆς φιλοσοφίας. Ὁ πατριάρχης, μέ τήν κλασσική παιδεία πού ἔχει καί κατά τήν παράδοση τῶν Ἑλλήνων πατέρων τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, προβαίνει στή χρήση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς σκέψης καί ὁρολογίας, ὑπεισέρχεται στό βαθύτερο νόημά τους, χωρίς νά νοθεύσει τό περιεχόμενο τοῦ χριστιανικοῦ λόγου καί τίς χρησιμοποιεῖ πρός ὄφελος τῆς χριστιανικῆς παιδείας68. Ἐνῶ ἡ Δύση πού συναντᾶ τόν Ἀριστοτέλη τόν 9ο αἰῶνα, ἐκπλήσσεται. Ἐφαρμόζει τήν ἀναφομοίωτη ἀριστοτελική σκέψη στή θεολογία, τήν ὁποία μετατρέπει σέ λογικό αὐστηρό σύστημα ἀληθειῶν69.

Ἄξιο παρατηρήσεως εἶναι ὅτι ἡ σχολαστική αὐτή στόφα τῆς δυτικῆς θεολογίας, ὅπως ἀναφέρουν ἀκόμη καί δυτικοί θεολόγοι, ἔγινε ἡ μήτρα τῆς διδασκαλίας τοῦ filioque, τοῦ πρωτείου, ἀλλά καί τό θεμέλιο τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας τῶν παπῶν, πού ὁδήγησε τήν παπική ἐκκλησία στή «βαβυλώνεια αἰχμαλωσία» τόν 14ο αἰῶνα καί στήν Μεταρρύθμιση τόν 16ο αἰῶνα.

================

Ὁ ἀνθρωπισμός τοῦ Φωτίου, πού προβάλλουν οἱ μελετητές τοῦ πατριάρχου, δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν ἀνθρωποκεντρικό οὑμανισμό τῆς Δύσης, πού ἐξέλιξή του ὑπῆρξε ὁ ἄθεος Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός70.

Γιά τόν Φώτιο στόν ὅρο «ἀνθρωπισμός», πού εἶναι ὁ διάλογος μέ τήν ἑλληνική παιδεία, ἡ πρόσληψη καί ἡ θέση της στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐντάσσεται καί ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Συνδέεται ἡ ἑλληνική παιδεία μέ τήν Ἐκκλησία, ἡ θύραθεν μέ τή θεία σοφία.

Δέν παρατηρεῖται διαλεκτική μεταξύ θεολογίας καί ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, διότι ὁ πατριάρχης ἀκολουθεῖ τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, ὅπου ἡ ἁρμονική σύνθεση φιλοσοφίας καί θεολογίας καθόρισε τά μεταξύ τους ἀκριβῆ ὅρια71.

Στή θεολογία του δέν ἀπουσιάζουν οἱ ἀναφορές στήν ἑλληνική φιλοσοφία, ποίηση καί μυθολογία, οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, οἱ κλασικοί συγγραφεῖς, οἱ ρήτορες, τά ἔργα τῶν ὁποίων προκαλοῦν ὡς μνημεῖα λόγου καί πολιτισμοῦ τόν θαυμασμό τοῦ Φωτίου γιά τό ὕφος καί τήν τεχνική τους καί τοῦ παρέχουν ὁρολογία καί πληροφορίες.

Ὁ πατριάρχης ὑποδεικνύει πολλές φορές στά ἔργα του τή γλώσσα καί τό ὕφος αὐτῶν τῶν συγγραφέων, ἀλλά ἀπέναντι στίς ἰδέες τους στέκει μέ κριτική διάθεση καί τίς καταδικάζει, διότι, ὅπως ἐπισημαίνει, δέν προσφέρουν καμμία βοήθεια στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀντιπαρατάσσοντας καί ἀναδεικνύοντας συνάμα τήν ἀνωτερότητα τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν72.

===============

Ὅσον ἀφορᾶ δέ στή συμβολή τοῦ Φωτίου στή βυζαντινή φιλοσοφία ὀφείλουμε νά ἀναφέρουμε ὅτι ἐρειδόμενος στή μεταφυσική τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας ἀποστασιοποιεῖται ἀπό τήν πλατωνική καί τήν ἀριστοτελική θέση· προτάσσει τό πρόσωπο (προσωποκρατία) ἔναντι τῆς οὐσίας (οὐσιοκρατία) καί τοῦ ἀτόμου (ἀτομοκρατία), τήν ἀξία τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρωπίνου προσώπου ἔναντι τῆς γενικῆς ἀνθρώπινης φύσης73.

Ὁ Μέγας Φώτιος ἐξαίρεται γιά τήν πολυμάθειά του καί χρεώνεται τήν ἄνθηση τῶν γραμμάτων τόν 9ο αἰῶνα. Τό ἔργο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καταγράφεται πλούσιο καί ἐξαιρετικῆς ποιότητας· συνέγραψε τή Βιβλιοθήκη, Κανονικές Διατάξεις, Λειτουργικά ἔργα, τά Ἀμφιλόχια, τή Μυσταγωγία, πού ἀποτέλεσε τόν σταθμό γιά τήν Πνευματολογία τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, Ὁμιλίες καί πλῆθος Ἐπιστολῶν.

Ἡ πολύπλευρη δραστηριότητά του ὡς πατριάρχου καί ποιμένος, ἡ συμβολή του στήν τέχνη μέ τήν εἰκονογράφηση τῶν ναῶν, τό μεγαλειῶδες ἱεραποστολικό ἔργο πού συνέλαβε μέ τούς ἀδελφούς Κύριλλο, τόν Κωνσταντῖνο τόν Φιλόσοφο τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔχει τό Πανεπιστήμιο τῆς Nitra74, καί Μεθόδιο, εἶναι καταφανές ὅτι δέν προσιδιάζουν μέ τήν εἰκόνα τοῦ Φωτίου ὡς φιλόδοξου πατριάρχη, ὑπευθύνου γιά τό σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ, μάλιστα, νά ἐπισημάνω ὅτι στήν ἀντίσταση τοῦ Φωτίου στήν κρίσιμη ἐκείνη ἱστορική στιγμή γιά τό μέλλον τῆς οἰκουμένης ὀφείλουμε σήμερα Ἕλληνες καί Σλοβάκοι τή χριστιανική καί ἐθνική μας ταυτότητα, πού ἀπειλοῦνταν μέ τήν ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί ἐθνικοῦ φρονήματος