Μαζοποίηση ή προσωπική συνύπαρξη;

Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος της Ι. Μ. Πατρών και δρ. Θεολογίας του Πανεπιστημίου ΑΘηνών

Συνεχώς ακούμε «η μεγάλη μάζα του λαού, μαζικά μέσα ενημερώσεως, μαζοποίηση, μαζική παρουσία κ.ο.κ.». Αυτούς τους όρους, δυστυχώς, δεν τους χρησιμοποιούν μόνον οι υλιστές ή οι ολιγογράμματοι, αλλά και διανοούμενοι, άνθρωποι που είναι υπερασπιστές της ελευθερίας του ανθρώπου και γενικώτερα των λαών.

Αυτό συμβαίνει επειδή όλοι αυτοί αγνοούν την πραγματική και αληθινή έννοια της κοινωνίας, που είναι η κοινωνία των προσώπων.

Υπάρχει, ωστόσο και η μερίδα εκείνη των διανοουμένων, οι οποίοι δεν αγνοούν την αλήθεια περί της οντολογικής κοινωνίας, αλλά ηθελημένα, επειδή τους συμφέρει, εξαφανίζουν το πρόσωπο. Ως αποτέλεσμα τούτου ο άνθρωπος, ως μη πρόσωπο – προσωπικότητα, αλλ’ ως διεσπασμένη ατομικότητα, γίνεται ευκολώτερα ψυχοσωματική λεία των υλιστών και των αθέων υπαρξιστών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε μια μαζοποιημένη κοινωνία, τα άτομα δεν αποδέχονται τον παράγοντα ψυχή.

Ψυχή δεν υπάρχει, διατείνονται. Εκείνο, το οποίο υπάρχει είναι η ύλη. Ετσι συμφέρει στη θέση του προσώπου να υπάρχει το άτομο και στη θέση της κοινωνίας των προσώπων η μαζοποίηση.

Ο Μέγας Βασίλειος διαπιστώνει: «Γεγενήμεθα γαρ καθ’ εαυτόν έκαστος ώσπερ η ψάμμος, ου συνημμένοι αλλήλοις, αλλ’ έκαστος καθ΄ εαυτόν διηρημένοι» (PG 31, 1489A). Αποτελείται, δηλαδή, η κοινωνία μας από άτομα παραμορφωμένα, ακατέργαστα, τα οποία δεν ημπορούν να συνθέσουν ενότητα, πραγματική κοινωνία. Κι αυτό γιατί το κίνητρο και η επιθυμία των ατόμων αυτών είναι η ύλη, η ιδιοτέλεια και η ζωώδης βιολογική παρόρμηση και ζωή.

Σε αντιδιαστολή της μαζοποίησης των ατόμων έρχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία μας, της οποίας το ήθος είναι κοινωνικό και η ζωή της κοινωνία. Την κοινωνία, ως προσωπική συνύπαρξη, την συνθέτουν τα ανθρώπινα πρόσωπα. Η πρόθεση «προς» μαζί με το ουσιαστικό «ωψ» (γενική ωπός = όμμα, οφθαλμός, όψη) σχηματίζουν τη σύνθετη έννοια «πρόσωπο», που υποδηλώνει ότι κοινωνώ με κάποιον, σχετίζομαι με τον άλλον.

Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο γιατί είναι δημιούργημα του Προσωπικού Θεού. Υπάρχει και πρέπει να υπάρχει με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει ο Δημιουργός του. Σχηματικά ημπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι μία φύση και τρία Πρόσωπα. Ο άνθρωπος, το πλάσμα Του, είναι μία φύση και μύρια πρόσωπα. Δηλαδή, η ουσία νοείται ως το κοινόν και το πρόσωπο ως το ίδιον (Βλ. Μ. Βασιλείου, επ. 214, 4, ΕΠΕ 1, 330). Επομένως, ομοούσιος και τρισυπόστατος ο Θεός, ομοούσιος και μυριοπρόσωπος ο άνθρωπος.

Τέτοια πρόσωπα ημπορούν να έχουν σχέση με τον Δημιουργό τους, τον εαυτό τους και τον συνάνθρωπο. Αλλωστε τότε και μόνον τότε οι άνθρωποι είναι δυνατόν να λέγωνται και να είναι πρόσωπα.

Κατά την Πατερική διδασκαλία, που είναι η αυθεντική ερμηνεία της Αγίας Γραφής, η κοινωνία των προσώπων εν Χριστώ είναι η γνήσια κοινωνία. Είναι η κοινωνία, η οποία καταργεί την καταπίεση, την δουλικότητα, την υποδούλωση, την μαζοποίηση. Το ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως προείπαμε, είναι ήθος κοινωνικό και ταυτίζεται με το οντολογικό περιεχόμενο της Ορθοδόξου αληθείας, ως κοινωνίας προσώπων.

Δυστυχώς, σήμερα συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε και να αποκαλούμε προσωπικότητες τους ανθρώπους του θεάτρου, του ποδοσφαίρου, του κινηματογράφου, της πολιτικής κ.ο.κ., ανθρώπους χωρίς κοινωνία με τον Προσωπικό Θεό και Δημιουργό τους και την Ορθόδοξο Εκκλησία Του.
Τίθεται, όμως, το ερώτημα: Με ποιον τρόπο θα ημπορέση ο άνθρωπος να γίνει πρόσωπο, για να απαλλαγεί από όλα τα προαναφερθέντα;

α. Εάν επιστρέψη στα βάθη του «είναι» του και ανακαλύψη με την βοήθεια του πνευματικού του Πατρός και οδηγού το «ειδεχθές» της ψυχής του, για να το θεραπεύση και εν συνεχεία να ανακαλύψει τις δυνατότητες και δυνάμεις που του έχει χαρίσει ο Δημιουργός Θεός του, μέσω του «κατ΄εικόνα».

β. Εάν επιστρέψη στον Δημιουργό του Θεό, για να υπάρξη επανασύνδεση με τις αφετηρίες του.
γ. Και τέλος εάν πορευθή προς τον συνάνθρωπο με αγάπη, δικαιοσύνη και σεβασμό ως «εικόνος του Θεού».

Ο δρόμος είναι ανοικτός. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να εξέλθει από την μαζοποιημένη ζωή και κοινωνία και να γίνει -αν το θελήσει- πρόσωπο, να λάβει υπόσταση ζωής αφθάρτου και αθανάτου μέσω του Δημιουργού του Θεού και να συναντήσει τον συνάνθρωπο, τον έτερο αδελφό του μέσω του Θεού και «εν τω Θεώ».