Αναγνώσματα Κυριακής 8ης Νοεμβρίου

Κυριακή Ζ΄ Λουκά. Σύναξις των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών ασωμάτων δυνάμεων. Ήχος πλ. Α΄. Εωθινόν ΙΑ΄.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ: Λουκά Η’, 41-56

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΗΜΕΡΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINEΚαὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσαὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς.καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ.ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον.ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται.ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέραἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει.καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου.καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν.καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ: Πρός  Εβραίους, Β’, 2-10

Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν,πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη,συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν.Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν,διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν,πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ πάντα ὑποτεταγμένα·τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου.ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι’ ὃν τὰ πάντα καὶ δι’ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.

(Ομιλία επι του ευαγγελικού κειμένου)

Ο Ιησούς ησχολείτο ακόμη εις την ευμενή διδασκαλίαν, ήτις επήγασεν από το ερώτημα των μαθητών του Ιωάννου, όταν άλλο συμβεβηκός επήλθε, το οποίον ήγαγεν εις τρία αλλεπάλληλα εκ των μεγίστων θαυμάτων του επιγείου βίου Του. Είς αρχισυνάγωγος, αξίωμα το οποίον αι Εβραίοι μεγάλως ετίμων, ήλθε προς τον Ιησούν εν άκρα ταραχή. Δεν είνε απίθανον ότι ο αρχισυνάγωγος ούτος, υπήρξεν είς εκ της πρεσβείας, ήτις είχε συνηγορήσει παρά τω Ιησού υπέρ του εκατοντάρχου — προσηλύτου υφ’ ου είχε κτισθή η Συναγωγή.

Εάν ούτως έχη, θα εγνώριζεν εκ πείρας την δύναμιν Εκείνου τον οποίον επεκαλείτο. Πεσών εις τους πόδας Του με διακοπτομένας λέξεις του λέγει ότι το θυγάτριόν του, το μόνον του θυγάτριον, αποθνήσκει, απέθανεν· αλλ’ όμως, εάν θέλη μόνον Αυτός να έλθη και να ψαύση αυτήν με την χείρα Του, θα ζήση. Με την τρυφερότητα ήτις δεν ηδύνατο ποτε να κωφεύση εις την κραυγήν πενθούντος, ο Ιησούς ηγέρθη παρευθύς από της τραπέζης και απήλθε μετ’ αυτού, ακολουθούμενος ου μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό πλήθους πυκνού, το οποίον είχε παραστή εις την σκηνήν. Και καθώς επορεύετο ο λαός εν τη απληστία του συνωθείτο περί Αυτόν.

Αλλά μεταξύ του πλήθους, του περικλείοντος αναμφιβόλως καί τινας των Φαρισαίων και των μαθητών του Ιωάννου, με τους οποίους είχεν ομιλήσει, καθώς καί τινας των τελωνών και αμαρτωλών μεθ’ ων είχε συμφάγη, υπήρχεν έν πρόσωπον το οποίον δεν προσειλκύσθη υπό περιεργείας διά να ίδη τι ηδύνατο να γείνη διά τον άρχοντα της Συναγωγής. Ήτο μία γυνή, ήτις ήτο «εν ρύσει αίματος επί έτη δώδεκα», νόσω κακή και λίαν θλιβερή. Μάτην είχε δαπανήσει την ουσίαν αυτής εις τους ιατρούς, τώρα δε ήθελε να δοκιμάση δωρεάν πλησίον του Μεγάλου Ιατρού. Ίσως, εν τη αμαθεία της, το έπραττε διότι δεν είχε πλέον χρήματα να δώση, ίσως συνεστέλλετο ως γυνή και ένεκα του είδους της ασθενείας της· αλλά, δι’ οιανδήποτε αφορμήν, απεφάσισεν, ούτως ειπείν, να κλέψη απ’ Αυτού άγνωστος την θεραπείαν. Και ούτω με την δύναμιν και την επιμονήν της απελπισίας, επάλαισεν εις το πυκνόν εκείνο πλήθος, εωσότου ήλθεν αρκετά πλησίον ώστε να Τον θίξη εκ τον νώτων· και έδραξε το κράσπεδον του ιματίου Του, με τρέμουσαν χείρα, αισθανθείσα δε ευθύς την ίασιν, ωπισθοχώρησεν εν μέσω του πλήθους, απαρατήρητος υπό τον άλλων, πλην όχι υπό του Χριστού. Αισθανθείς ο Κύριος ότι ιαματική δύναμις εξήλθεν απ’ Αυτού, αναγνωρίσας την μαγνητικήν επαφήν της πίστεως, εστάθη και ηρώτησε: «Τις μου ήψατο των ιματίων;» Υπήρχέ τι το ανυπόμονον εις την απάντησιν του Πέτρου, ότι εν μέσω τόσου συνωθισμού ήτο άτοπος τάχα η ερώτησις. Αλλ’ ο Ιησούς εμβλέπων εις πολλά πρόσωπα τον επληροφόρησεν, ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του συνωθισμού της περιεργείας και της επαφής της πίστεως, και όταν τέλος το βλέμμα Του έπεσεν επί την πτωχήν γυναίκα, εκείνη, αισθανθείσα ότι έπταισε ζητούσα να κλέψη την ίασιν την οποίαν Εκείνος ευμενής θα έδιδεν, ήλθεν ενώπιόν Του τρέμουσα, και πεσούσα εις τους πόδας Του είπεν όλην την αλήθειαν. Η γυναικεία της συστολή και ο φόβος ελησμονήθησαν εν τη επιθυμία να εξιλεώση το σφάλμα της. Αναμφιβόλως εφοβείτο την οργήν Του, επειδή ο Νόμος εκέλευεν, ότι η ψαύσις μιας ασθενούς επροξένει ακαθαρσίαν αγνισμού δεομένην, Αλλ’ όμως η αφή εκαθάρισεν αυτήν, δεν εμόλυνεν Εκείνον. Ο Σωτήρ δεν ωργίσθη, αλλά είπεν αυτή: «Θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκε σε· πορεύου εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου».

Διά του ονόματος θύγατερ, δεν φαίνεται εις τα ιερά κείμενα να προσηγόρευσεν άλλην γυναίκα ο Χριστός. Η δε παράδοσις λέγει ότι η γυνή αύτη ήτο η Βερονίκη, εκ Καισαρείας της Φιλίππου, όπου εσώζετο και χαλκούν άγαλμα παριστόν την αιμόφρουν απτομένην του κρασπέδου του Ιησού, όπερ άγαλμα κατεστράφη κατά διαταγήν Ιουλιανού του Παραβάτου.

Το συμβεβηκός πρέπει να επέφερε μικράν βραδύτητα, και, καθώς είδομεν, εις την αγωνίαν του Ικάρου πάσα στιγμή ήτο κρίσιμος. Αλλ’ ούτος, δεν ήτο ο μόνος πάσχων όστις είχε δικαιώματα επί το έλεος του Σωτήρος· κ’ επειδή δεν εξέφερε παράνομον, είνε προφανές ότι η λύπη δεν τον κατέστησεν ιδιοτελή και άδικον. Αλλά την στιγμήν ταύτην έφθασεν εις των οικείων του λέγων: «Η θυγάτηρ σου απέθανε· μη σκύλλε τον Διδάσκαλον». Ήτοι μη ενόχλει αδίκως Αυτόν. Τούτο δε φαίνεται ότι το είπε μετ’ ειρωνείας.

Το άγγελμα δεν απηυθύνετο προς τον Ιησούν, αλλ’ ούτος δεν ηθέλησε να το ακούση, και μετά συμπαθούς επιθυμίας όπως απαλλάξη ματαίας αγωνίας τον πατέρα, είπεν αυτώ: «Μη φοβού, μόνον πίστευε». Τάχιστα έφθασαν εις την οικίαν, και εύρον αυτήν κατεχομένην υπό των θρηνωδών γυναικών και τον αυλητών, των οποίων ο τεχνητός και μισθωτός αλαλαγμός ύβριζε το άφωνον και ειλικρινές πένθος και το μεγαλείον του θανάτου. Πιθανός το προσποίητον τούτο πένθος ήτο λίαν αντιπαθές εις τον Χριστόν. Σταθείς εις την θύραν διά ν’ απαγορεύση όπως μη τις εκ του πλήθους Τον ακολουθήση εισήλθεν εις την οικίαν μετά τριών μόνον εκ των μαθητών Του, του Πέτρου και Ιακώβου και Ιωάννου. Η πρώτη φροντίς Του υπήρξε να κατασιγάση τον μάταιον θόρυβον. «Δεν απέθανεν, είπε, το παιδίον (η κόρη ήτο δωδεκαέτις), αλλά κοιμάται». Και τότε οι παρεστώτες τον επεριγέλασαν! Ο Χριστός μετ’ αγανακτήσεως απέπεμψε τους εμμίσθους θρηνωδούς. Ησυχίας γενομένης, έλαβε μεθ’ εαυτού τον πατέρα και την μητέρα της παιδίσκης και τους τρεις Αποστόλους Του, και εισήλθον εις τον νεκρώσιμον θάλαμον. Είτα ψαύσας την κρύαν μικράν χείρα εφώνησε τας δύο εκείνας ριγηλάς λέξεις:

«Ταλιθά κούμι!» (Η παις, εγείρου), και τότε το πνεύμα της επέστρεψε, και η παιδίσκη ηγέρθη και περιεπάτησε. Τότε οι γονείς «εξέστησαν εκστάσει μεγάλη», ο δε Ιησούς εκέλευσεν, όπως δώσωσιν αυτή να φάγη, και συνέστησεν αυτοίς εχεμυθίαν διά το γεγονός.

Καθώς εξήρχετο εκείθεν ο Ιησούς, δύο τυφλοί τον ηκολούθησαν κράζοντες. «Υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς». Ήδη ο Χριστός είχεν αρχίσει να περιστέλλη, ούτως ειπείν, το αυθόρμητον των θαυμάτων Του. Είχεν επιτελέσει υπεραρκούντα όπως μαρτυρήση την αποστολήν Του, συνέφερε δε οι άνθρωποι να δώσωσι μεγαλειτέραν προσοχήν εις την θείαν διδασκαλίαν Του παρά εις τας προσκαίρους ιάσεις Του. Ούτε είχε κυρώσει μέχρι τούδε την άκαιρον και πρόωρον χρήσιν του τίτλου «Υιός Δαυίδ», τίτλου όστις, εάν τον απεδέχετο δημοσία, δυνατόν να παρηνώχλει την υψίστην αποστολήν Του, με το να έφερεν εις στάσιν προς χάριν Του εναντίον της ρωμαϊκής εξουσίας. Χωρίς να δώση προσοχήν εις τους δύο ανθρώπους ή εις την κραυγήν των, απήλθεν εις την οικίαν εν η έμενε· και μόνον αφού Τον ηκολούθησαν εντός της οικίας, εδοκίμασε την πίστιν των διά της ερωτήσεως. «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Εκείνοι απήντησαν, «Ναι, Κύριε». Τότε έψαυσε τους οφθαλμούς των λέγων, «Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν». Και οι οφθαλμοί των ηνοίχθησαν. Καθώς πολλοί άλλοι, τους οποίους εθεράπευσε, παρημέλησαν την προσταγήν Του όπως μη το αποκαλύψωσιν.

Είνε δυνατόν ν’ απατώμεν ημάς αυτούς· είνε δυνατόν να προσφέρωμεν εις τον Χριστόν φαινομένην υπηρεσίαν διά της παρακοής εις τας ιδίας εντολάς Του, να Τον λυπώμεν θέλοντες δήθεν να Τον τιμήσωμεν. Πλην με το μέτρον τούτο δυνατόν να μετρώνται οι άνθρωποι, όχι ο Θεός. Η υπακοή εις τον Θεόν είνε μεγαλειτέρα πάσης άλλης αρετή και θυσία. Οι φλύαροι εκείνοι, οίτινες εκοινολόγησαν το συμβεβηκός, συνετέλεσαν μόνον να διαταράξωσι, κατά το ανθρώπινον, την ησυχίαν Του και να επιταχύνωσι τον θάνατόν Του.