Η ιστορία του Ι. Ν. της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως

(Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, Φιλολόγου – Ιστορικού)

Το ιερό τέμενος της χριστιανοσύνης, η ιστορία και ο βίος του οποίου είχε πεπρωμένο να συνδεθεί με την ιστορία και το βίο ολόκληρου του Ελληνικού έθνους, αλλά και ένα εκ των σημαντικότερων μνημείων της χριστιανικής τέχνης βρίσκεται επί της Νοτιοδυτικής κλιτύος του πρώτου λόφου της Κωνσταντινουπόλεως και μαζί με το Ιερό Παλάτιο και τον Ιππόδρομο αποτελούσε ενιαίο κεντρικό οικοδομικό συγκρότημα της Πόλης. Σύμφωνα προς την παράδοση, την οποία διασώζουν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι,

-Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας κτίσθηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού εγκατέστησε την πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους, το 331 μ.Χ., στο Βυζάντιο, την κόσμησε με πολλά ιδρύματα όμοια προς αυτά της Ρώμης. Από αυτά τα σημαντικότερα ήταν το Ιερό Παλάτιο και ο Ιππόδρομος. Εκτός όμως του Ιερού Παλατίου και του Ιπποδρόμου, ο Κωνσταντίνος ανήγειρε και δεκατέσσερις εκκλησίες, μεταξύ των οποίων την πρώτιστη και καλλίστη αφιέρωσε στην Υπέρτατη του Θεού Σοφία. Ο διάδοχος και γιός του Κωνσταντίνου

-Κωνστάντιος την ανοικοδόμησε και την κατέστησε πιο ευρύχωρη και πιο μεγαλοπρεπή, αφιερώνοντας σε αυτό το ναό πολλά αναθήματα, κειμήλια χρυσά και αργυρά. Ο ναός αυτός κατά τους αρχαιολόγους ήταν σχήματος βασιλικής ξυλόστεγης και τα εγκαίνιά του έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360. Ο ναός αυτός ονομαζόταν και Μεγάλη Εκκλησία, αλλά χρησιμοποιούνταν και το όνομα Σοφία, το οποίο και επικράτησε αργότερα.

Την ονομασία Αγία Σοφία θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο γεγονός ότι όσο χρόνο ετίθετο ο θεμέλιος λίθος, η στη Νίκαια της Βιθυνίας συνελθούσα Α΄ Οικουμενική Σύνοδος είχε ήδη αποκηρύξει τον αρχηγό αίρεσης Άρειο (325) και είχε ανακηρύξει τον Χριστό ως τον αληθινό Λόγο και την Σοφία του Θεού. Και ο ναός τιμήθηκε ως ναός της του Θεού Σοφίας, αλλά παράλληλα διατηρήθηκε και το όνομα Μεγάλη Εκκλησία. Το όνομα όμως αυτό δεν χαρακτήριζε μόνο το μέγεθος του ναού. Επί αιώνες, η Μεγάλη Εκκλησία σήμαινε το κέντρο της Ορθοδοξίας, αλλά και αυτήν ακόμη την Ορθόδοξη Εκκλησία.Ο πρώτος αυτός ναός της του Θεού Σοφίας διατηρήθηκε μέχρι τον Αυτοκράτορα Αρκάδιο (383-40).

Από της ιδρύσεως του ο ναός της Αγίας Σοφίας διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο σε όλα τα εκκλησιαστικά και πολιτικά γεγονότα, κατά τον υπερχιλιετή βίο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στον ναό της Αγίας Σοφίας θριάμβευσε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά της αίρεσης των αρειανών. Εκεί διαβάστηκαν τα πρακτικά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381 μ.Χ. Και σε αυτή την πρώτη εκκλησία της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε η ορθόδοξη πίστη.

Στην Αγία Σοφία αντήχησε η φωνή του Χρυσοστόμου, εκεί κατέφυγε υπό την Αγία Τράπεζα ο Ευτρόπιος, αφού σώθηκε από την ευγλωττία του μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ρήτορα και οικουμενικού διδασκάλου. Ο Χρυσόστομος διακρίθηκε για τη δύναμη του λόγου του και για την προς αυτόν αγάπη του λαού. Ήταν αυστηρός και ασκητικός, ήλεγχε την επικρατούσα κοινωνική ανισότητα, τις αδικίες που γίνονταν από άρχοντες και αρχιερείς, προπάντων όμως μαστίγωνε την τρυφή της Αυλής και την διαφθορά των πλουσίων. Στον αγώνα αυτό κατά της εκκλησιαστικής και πολιτικής αρχής, η κυβέρνηση αντέταξε τον φιλόδοξο και χωρίς αρχές πάπα Αλεξανδρείας Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος παίρνοντας ως συμμάχους και άλλους αρχιερείς, κατόρθωσε με πολλές μηχανορραφίες να καθαιρεθεί ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομος. Αυτομάτως όμως εκδηλώθηκε η αγανάκτηση του λαού για την ενέργεια αυτή και η κυβέρνηση αναγκάστηκε τον μεν Θεόφιλο να αποστείλει πάλι στην Αλεξάνδρεια, να επαναφέρει δε στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τον Χρυσόστομο. Επανερχόμενος ο Χρυσόστομος, χρησιμοποίησε αυστηρότερη γλώσσα, επιτιμώντας φανερά και σφοδρά την πολυτέλεια αυτής της ίδιας της αυτοκράτειρας Ευδοξίας.

Τότε έγινε (404) Σύνοδος στο Δρυ, προάστιο της Κωνσταντινούπολης, η οποία επισφράγισε και κατέστησε αμετάκλητη την καθαίρεση του Χρυσοστόμου. Μολονότι δε και η κυβέρνηση του Δυτικού κράτους και ο πάπας Ιννοκέντιος Α΄ δραστήρια επενέβησαν υπέρ αυτού, ο Χρυσόστομος εξορίσθηκε στην Κουκουσό, κοντά στις πηγές του Πυράμου. Μετά την εξορία του Χρυσόστομου, ο λαός της Κωνσταντινούπολης εξεγέρθηκε εναντίον του αυτοκράτορα Αρκαδίου, γιατί κυριολεκτικά λάτρευε τον πατριάρχη του, και στις 20 Ιουνίου του 404 πυρπόλησε τον ναό της Αγίας Σοφίας.

-Ο Δεύτερος Ναός: Επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β΄ (401-450), ο ναός ξανακτίστηκε και στις 8 Οκτωβρίου του 475 έγιναν τα εγκαίνιά του. Και ο ναός αυτός ήταν σχήματος βασιλικής, αλλά πεντάκλιτης. Στο ναό αυτό διεξήχθη η πολύκροτη συζήτηση κατά της αίρεσης του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου απ’ τη Συρία, ο οποίος διαχώριζε την ανθρώπινη από τη θεία φύση του Χριστού και καταπολεμούσε την ειδωλολατρική, γι’ αυτόν, έκφραση «Θεοτόκος», εφόσον δεν δεχόταν ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος προς τον πατέρα. Απ’ τον άμβωνα του ναού της Αγίας Σοφίας προκηρύχθηκε από τον πατριάρχη Ακάκιο το «Ενωτικόν», έγγραφο που επικυρώθηκε το 482 από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, το οποίο αποκατέστησε επί δύο γενιές την εκκλησιαστική ειρήνη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο δημιουργός της εκκλησιαστικής ειρήνης Ακάκιος αναγνωρίσθηκε ως ο ανώτατος Ιεράρχης της συνενωμένης Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Κωνσταντινουπόλεως, παίρνοντας πρώτα τον τίτλο του οικουμενικού πατριάρχη. Εξαιτίας όμως του Ενωτικού επήλθε διάσταση μεταξύ Ρώμης και Ανατολικής Εκκλησίας, του πάπα που αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη από τον επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως και βέβαια του Πατριάρχη.

Ο Τρίτος Ναός: Η αγία Σοφία του Ιουστινιανού: Βρισκόμαστε στο πέμπτο έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού, το 532. Τότε εξερράγη η τρομερή Στάση του Νίκα και στις 13 Ιανουαρίου του 532 ο ναός της αγίας Σοφίας πυρπολήθηκε μαζί με μεγάλο μέρος της Κωνσταντινούπολης. Αμέσως μετά την αιματηρή καταστολή της Στάσης  Ο Ιουστινιανός αρχίζει την ανοικοδόμηση του ναού επί εντελώς νέου σχεδίου. Η ανοικοδόμηση ανατέθηκε σε δύο κορυφαίους αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις της Λυδίας και τον Ισίδωρο από την Μίλητο. Επειδή δε βάσει των σχεδίων η ανοικοδόμηση του νέου ναού θα απαιτούσε χώρο περισσότερο από εκείνο τον οποίο κατελάμβανε ο προηγούμενος ναός, ο Ιουστινιανός αγωνίσθηκε για την εξασφάλιση αυτού του χώρου. Οι βυζαντινοί χρονογράφοι αναφερόμενοι σε παραδόσεις, διασώζουν πλήθος σχετικών επεισοδίων μεταξύ των οποίων τα εξής: ο αυτοκράτωρ έφτασε στο σημείο να προσφύγει σε κάποια χήρα, ονόματι Άννα, η οποία δεν δεχόταν να παραχωρήσει το οίκημά της, εκτός αν της κατέβαλαν 500 λίτρες χρυσού, μολονότι ολόκληρη η περιουσία της είχε εκτιμηθεί σε 85 λίτρες χρυσού: «Η δε θεασαμένη τον βασιλέα -αναφέρει ο χρονογράφος- προσέπεσε στα πόδια αυτού, δεομένη και λέγουσα, ότι τιμή μεν ουκ οφείλω λαβείν εις τα οικήματα, τον δε ναόν, αν βούλει κτίσαι, αιτούμαί σε ίνα έχω καγώ εν ημέρα κρίσεως μισθόν και τάφω εις τα οικήματά μου πλησίον». Ένας οστιάριος (θυρωρός) ήταν μανιώδης «ιπποδρομιάκιας», όπως χαρακτηρίζει σήμερα ο λαός τους μανιώδεις «φιλίππους». Ο βυζαντινός χρονογράφος τον χαρακτηρίζει «σφόδρα φιλιππόδρομον». Αυτός, λοιπόν, δυστροπούσε και αρνούνταν να παραχωρήσει την οικία του αντί 38 λίτρων χρυσού. Για να εξαναγκασθεί να την παραχωρήσει τον έκλεισαν στην φυλακή τις παραμονές των ιπποδρομιών. Το πάθος του όμως ήταν τόσο, ώστε για να απελευθερωθεί και να του επιτραπεί να προσέλθει στον Ιππόδρομο, παραχώρησε πρόθυμα την οικία του αντί της προτεινόμενης τιμής. Ενός άλλου, πωλητή χηνών στο επάγγελμα, αγοράσθηκε η οικία, ενώ ένας βασιλισκάριος (πιθανώς ράφτης ηγεμονικών ενδυμάτων), ονόματι Ξενοφώντας, δέχτηκε να κατεδαφίσουν το εργαστήριό του για χάρη του ναού υπό τον όρο όμως να τον προσκυνήσουν οι ηνίοχοι του Ιπποδρόμου! Πάρα πολλοί άλλοι, ιδιοκτήτες των πλησίον του παλιού ναού εργαστηρίων ή οικημάτων, τα παραχώρησαν, είτε με τη θέληση τους είτε χωρίς τη θέλησή τους και έτσι βρέθηκε ο ευρύς χώρος, στον οποίο ανεγέρθη το μεγαλοπρεπέστατο οικοδόμημα της χριστιανοσύνης.

Πράγματι, η αγία Σοφία είναι κτισμένη επί 7.570 τ. μέτρων. Ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού τέθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 532. Μόλις είχαν παρέλθει σαράντα ημέρες από την καταστροφή του παλαιού ναού.