Περί τρόπου αληθινής Προσευχής (Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου)

Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἁμαρτία, ἀπὸ τὸ νὰ προσεύχεται κανεὶς χωρὶς φόβο Θεοῦ, χωρὶς προσοχὴ καὶ εὐλάβεια. Ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται ἢ ψάλλει ἀπρόσεκτα καὶ ἀσυναίσθητα, εἶναι φανερὸ πὼς δὲν ξέρει ποιὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς πάλι, σὰν εὔσπλαχνος, θέλει νὰ ἐλεήσει αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν μπορεῖ. Εἶναι καλύτερα, τολμῶ νὰ πῶ, νὰ μὴν προσεύχεται κανεὶς καθόλου, παρὰ νὰ προσεύχεται χωρὶς προσοχή.

Ἡ σωστὴ προσευχὴ εἲναι ἐκείνη ποὺ δὲν γίνεται ἁπλὰ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴν καρδιά. Ὅποιος λοιπὸν δὲν προσεύχεται ὁλοκληρωμένα, οὐσιαστικὰ δὲν κάνει προσευχή, καὶ εἶναι ὑπόλογος γι’ αὐτὸ ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται χωρὶς συμμετοχὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς του, κατὰ βάθος περιφρονεῖ τὸ Θεό. Καὶ πῶς θὰ ἐλεηθοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν προσευχόμαστε μὲ κενὰ λόγια, καὶ ὅταν ὁ νοῦς μᾶς συντυχαίνει μὲ τοὺς δαίμονες; Πῶς νὰ μὴν παροργίζουμε τὸν Κύριο, ὅταν ἀπὸ τὴ μία ἀπευθυνόμαστε σ’ Ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ νοῦς μας συλλογίζεται πράγματα ἄσχετα, ἄτοπα ἢ αἰσχρά; Ἕνας τέτοιος νοῦς δὲν ἀνήκει στὸ Χριστὸ καὶ δὲν θὰ παραδοθεῖ ποτὲ σ’ Αὐτόν.

Πῶς ὅμως θὰ μπορέσουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ προσοχή, θεῖο φόβο, εὐλάβεια καὶ κατάνυξη; Πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ τὴ σταθερὴ καὶ ἐνεργητικὴ συμμετοχὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς;

Δὲν θὰ τὸ κατορθώσουμε μόνοι μας. Στὴν τέλεια προσευχὴ θὰ φθάσουμε, μόνο ἂν ζητήσουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο νὰ μᾶς φωτίσει μὲ τὸ Πνεῦμα Τοῦ τὸ Ἅγιο, γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε ἐπίγνωση τῆς ἄπειρης μεγαλοσύνης Του, νὰ νιώσουμε σὲ ποιὸ φοβερὸ Θεὸ μπροστὰ στεκόμαστε. Καὶ ἀκόμα, ἂν Τὸν παρακαλοῦμε θερμὰ ὄχι γιὰ μάταια καὶ πρόσκαιρα πράγματα, ἀλλὰ γιὰ τὴν κάθαρσή μας ἀπὸ τὰ πάθη καί, προπαντός, τὴν ἀπόκτηση ταπεινοῦ φρονήματος. Ὅποιος, ἀλήθεια, γνωρίσει τὴν ἀπέραντη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ταπεινωθεῖ βαθιὰ μπροστὰ στὴ μακροθυμία Του.   

Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατο νὰ προσεύχεται τέλεια ὁ νοῦς – καὶ ἑπομένως ἀδύνατο νὰ κατανυχθεῖ καὶ ἡ καρδιὰ – ἂν δὲ δεχθεῖ πρῶτα τὸ φωτισμὸ καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ μυστικὸ φῶς τῆς θείας γνώσεως, ποὺ δίνεται κατεξοχὴν μ’ ἕναν τρόπο: μὲ τὴν ἐπίμονη καὶ ἔμπονη ἐπίκληση τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ ἐλέους Του.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔμαθε γράμματα καὶ μορφώθηκε πολύ, πῶς μπορεῖ νὰ διαβάσει τὰ βιβλία τοῦ χωρὶς φῶς; Ἔχει τὰ βιβλία. Ἂν ὅμως δὲν ἔχει καὶ τὸ φῶς, πῶς θὰ τὰ μελετήσει; Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν προσευχή. Πῶς θὰ «μελετήσουμε» καὶ θὰ γνωρίσουμε τὸ Θεό, χωρὶς τὸ μυστικὸ φῶς τῆς θείας γνώσεως; Αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι παρὰ μία νοητή, θεόσταλτη δύναμη, ποὺ περικυκλώνει καὶ μαζεύει τὸ νοῦ, τὸν ἐμποδίζει νὰ φεύγει καὶ νὰ διασκορπίζεται στὰ γήινα καὶ τὸν καθηλώνει στὴν πανευφρόσυνη θέα καὶ κοινωνία τοῦ Θεοῦ.

Ὅσο τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν φωτίζει τὸ νοῦ μας, ἡ προσευχὴ μᾶς εἶναι ἄστατη καὶ ἄκαρπη. Καὶ ὁ νοῦς, λογιάζοντας πράγματα ἄτοπα – ἀκόμα κι αὐτὰ ποὺ οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν ἀναγκαία – πλανιέται, χωρὶς νὰ συνειδητοποιεῖ πὼς γίνεται σκλάβος στὸ νοητὸ τύραννο, ποὺ τὸν τραβάει ἐδῶ κι ἐκεῖ, σὲ μέριμνες, φροντίδες, ὑποθέσεις, προβλήματα «τοῦ κόσμου τούτου».

 Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν μ’ ὅλες μας τὶς δυνάμεις γιὰ νὰ νικήσουμε τὸ «σπερμολόγο» διάβολο, ποὺ μὲ πονηρὲς ἐνθυμήσεις καὶ ἄκαιρες σκέψεις μᾶς κλέβει τὸν ἀνεκτίμητο πνευματικὸ καρπὸ τῆς προσευχῆς καὶ κρατάει τὴν ψυχή μας στὸ σκοτάδι. Ἂς παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν Κύριο, «τὸ φῶς τοῦ κόσμου», νὰ στείλει τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα καὶ νὰ διαλύσει μὲ τὸ ἄκτιστο φῶς Του τὸ σκοτάδι αὐτὸ τῆς ψυχῆς μας, ποὺ μόνο ἔτσι θὰ μπορέσει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεό, «τὸν πανταχοῦ παρόντα καὶ τὰ πάντα πληροῦντα».