Η άλωση της Τριπολιτσάς (23-9-1821)

καί οἱ μομφές εἰς βάρος τῶν ἐπαναστατημένων Ἑλλήνων

====================

(Εὐάγγελος Στ. Πονηρός Δρ Θ., Μ.Φ. Συντονιστής Ἐκπαιδευτικοῦ Ἔργου Θεολόγων Ἀττικῆς)

 Εἰκοσιτρεῖς Σεπτεμβρίου 1821, μία ἡμέρα θριάμβου τῶν ἐπαναστατημένων Ἑλλήνων, ἡ πρώτη μεγάλη νίκη τοῦ ἀγώνα, ἡ ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς. Καί ὅμως, τή μεγάλη αὐτῆ νίκη τῶν μέχρι πρό τινος δούλων, θέλησαν τότε μερικοί Εὐρωπαῖοι τουρκολάτρες νά δυσφημίσουν καί νά ἀμαυρώσουν. Καί ἀφορμή βρῆκαν ἀπό τή σφαγή τῶν Τούρκων τῆς πόλεως. Πράγματι, λίγοι Τοῦρκοι κάτοικοι, ἔνοπλοι ἤ μή, γλίτωσαν τόν θάνατο. Σώθηκαν οἱ Ἀλβανοί, οἱ ὁποῖοι ὅταν εἶδαν ὅτι ἐπέκειτο ἡ  πτώση τῆς πόλεως, προέβησαν σέ χωριστή συμφωνία μέ τόν ἀρχιστράτηγο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τήν ὁποία ὁ ἐκεῖνος ἐτήρησε καί μάλιστα τούς παρέδωσε καί δεκατρία κιβώτια μέ χρήματα καί τιμαλφή, τά ὁποῖα τοῦ εἶχαν ἐμπιστευθεῖ, ἐνῷ εἶχε κάθε δυνατότητα νά τά κρατήσει καί νά τά διαθέσει ὅπως ἐκεῖνος ἤθελε[1].

Ὅμως πρός τί ἦταν κατακριτέα αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ κατάληξη; Γιατί κάποιοι ζήτησαν εὐθύνες ἀπό τούς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες; Γιά νά κατανοήσουμε τό ἄν ἔφεραν ἤ ὄχι εὐθύνη γιά τήν θλιβερη αὐτή ἔκβαση τῶν γεγονότων θά δοῦμε κατ΄ ἀρχήν ποιούς εἶχαν οἱ Ἕλληνες νά ἀντιμετωπίσουν καί τί διδάχθηκαν ἀπό αὐτούς μέ τό πέρασμα τῶν αἰώνων: Εἶναι λοιπόν μέχρι σήμερα παγκοσμίως γνωστό, ὅτι τό τουρκικό ἔθνος δέν σέβεται συνθῆκες, ἀδιάφορο ἄν εἶναι προφορικές ἤ γραπτές. Ἡ συνθήκη εἶναι γιά τό ἔθνος αὐτό ἕνα μέσον πρός ἐξαπάτηση τοῦ ἀντιπάλου. Ὅταν τό τουρκικό ἔθνος δέν ἔχει δύναμη νά ἀσκήσει βία, τότε “σέβεται” τίς συνθῆκες μέχρι νά προετοιμασθεῖ ἀρκετά ὥστε νά τίς παραβιάσει. Ὅταν ἔχει ἤδη δύναμη γιά νά ἀσκήσει βία, τότε χρησιμοποιεῖ τίς συνθῆκες ὥστε νά ἀποκοιμήσει τόν ἀντίπαλο καί νά τόν καταστρέψει πιό εὔκολα. Εἶναι δηλαδή ἡ παρασπονδία τουρκική ἐθνική στρατηγική. Καί τά παραδείγματα εἶναι ἀπειράριθμα μέσα στό πέρασμα τῶν αἰώνων.

Ἄς δοῦμε καί πῶς ἔχει χαρακτηρισθεῖ τό ἔθνος αὐτό ἀπό τούς Ἕλληνες ἱστορικούς: “Οἱ Τοῦρκοι ἀπό τῆς πρώτης ἐπαφῆς αὐτῶν μέ τούς Ἕλληνες φαίνονται βάρβαροι μή γνωρίζοντες τήν τήρησιν τοῦ ὅρκου καί τῆς συνθήκης ἀπέναντι τῶν Χριστιανῶν. Ἤδη ὁ Σκυλίτσης παρετήρησεν (σ. 713): “ἀπατᾶν Ῥωμαίους ἐνωμότως παρά τοῖς Τούρκοις ὅρος καί λόγος ἐνδόσιμος καί ἀλογοθέτητος”.”[2]

Ὅλα τά ἀνωτέρω δέν ἀποτελοῦν ὑπερβολές ὀφειλόμενες σέ κάποια δῆθεν προκατάληψη. Διότι τήν ἴδια τακτική ἀκολούθησαν οἱ Τοῦρκοι μέχρι καί τό 1974, δηλαδή μέχρι καί τήν εἰσβολή στήν Κύπρο. Ἄς δοῦμε τί συνέβη τό 1974 κατά τή διάρκεια τῆς καταπαύσεως πυρός μεταξύ τοῦ Ἀττίλα Ι καί Ἀττίλα ΙΙ: “Στήν Κύπρο ἡ κατάπαυση τοῦ πυρός ἔγινε σεβαστή μόνο ἀπό τό Γ.Ε.Ε.Φ.[3]  , ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι, μέχρι τίς 26 Ἰουλίου 1974, προέβησαν σέ 55 καταμετρημένες παραβιάσεις εἴτε ἀνοίγοντας πῦρ. εἴτε προωθούμενοι, εἴτε συνδυάζοντας καί τά δύο.”[4] Πενηνταπέντε παραβιάσεις ἐντός τριῶν ἡμερῶν! Θά ἔπρεπε νά εἶχε γραφεῖ στό περίφημο βιβλίο τῶν ρεκόρ! Ὅμως οἱ παραβιάσεις δέν σταμάτησαν ἐκεῖ, συνεχίσθηκαν μέχρι καί τήν 30η Ἰουλίου! Ἄς δοῦμε ὅμως καί τί συνέβη ἀμέσως μετά τήν τελική συμφωνία καταπαύσεως τοῦ πυρός: “Ἡ συμφωνηθείσα κατάπαυση τοῦ πυρός τέθηκε σέ ἰσχύ στίς 18.00 τῆς 16ης Αὐγούστου τοῦ 1974. Οἱ Τούρκοι ὅμως συνέχισαν τίς ἐπιθέσεις τους στόν τομέα Λευκωσίας ὥς τό πρωί τῆς ἑπομένης. […] Στίς 17 καί 18 Αὐγούστου σημειώθηκαν μικρές προωθήσεις τουρκικῶν δυνάμεων πρός τά χωριά Λουτρό καί Ξηρός (περιοχή Μόρφου), ἐνῷ ἄλλες μονάδες ἐκκαθάρισαν τή χερσόνησο τῆς Καρπασίας, ὅπου συνέλαβαν ἐθνοφρουρούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποκοπεῖ ἀπό τίς μονάδες τους.”[5] Βλέπουμε λοιπόν, ὅτι μέχρι τήν τελευταία στιγμή παρέμειναν πιστοί στή μακραίωνη ἐθνική τους παράδοση! Σέ ὅλα τά ἀνωτέρω δέν περιλαμβάνονται βεβαίως οἱ βασανισμοί[6] καί οἱ ἐκτελέσεις αἰχμαλώτων, στρατιωτικῶν καί πολιτῶν, οἱ βιασμοί γυναικῶν, ἡ καταλήστευση οἰκιῶν[7].

Ἄς δοῦμε καί πῶς ἐφαρμόσθηκαν ὅλα αὐτά κατά τήν περίοδο τῆς καταλήψεως τῆς Πελοποννήσου ἀπό τούς βαρβάρους, δηλαδή κατά τόν ΙΕ΄ αἰώνα:

“Οὕτως ἔληξαν αἱ δύο καταστρεπτικώταται τοῦ σουλτάνου Μεχμέτ[8] Β΄ ἐπί τήν Πελοπόννησον στρατεῖαι, ἀπαραδειγμάτιστοι ἐν τῇ ἱστορίᾳ διά τάς διαπραχθείσας ἐν αὐταῖς βαρβαρότητας καί διά τόν βαρβαρώτατον, ἅμα καί κακοπιστότατον τρόπον, καθ΄ ὅν οἱ Ὀθωμανοί καί δή αὐτός ὁ σουλτάνος διεξῆγε τόν πόλεμον. Ἡ εἰς τό σῶμα τῶν τούτου γιανιτσάρων (νεηλύδων κατά Χαλκοκονδύλην, νεοδαμωδῶν κατά Κριτόβουλον) κατάταξις ἑκατοντάδων καί χιλιάδων νέων ἀπολλυόντων οὕτω καί πίστιν καί θρησκείαν τῶν πατέρων αὐτῶν καί πατρίδα καί γένος καί οἰκογένειαν, ἐνισχυόντων δέ τόν σουλτάνον καί τό Ἰσλάμ καί τό κράτος καί τό ἔθνος τῶν Ὀθωμανῶν ἦτο τό γενικόν ἀποτέλεσμα τῶν στρατειῶν, σφαγή δέ καί θάνατος διά τῶν φρικτοτάτων βασάνων, δι΄ ἀκρωτηριασμῶν, ὀβελισμῶν (σουβλισμῶν) καί πριονισμῶν, διχοτομήσεων τοῦ σώματος καί ἐκδαρμῶν καί ἐκλεπίσεων, ὁ ἐξαναγκασμός τῶν πολιορκουμένων οὐχί μόνον διά λιμοῦ, ἀλλά καί ἀποκοπῆς ὕδατος, ἐναντίον τῶν πρό τρισχιλίων ἐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ Ἑλλάδι κοινοτάτων φιλανθρώπων ἐν τῷ πολεμεῖν νόμων τοῦ μή “ὕδάτων ναματιαίων εἴργειν” τήν πολεμίαν πόλιν, παράβασις τῶν συμφωνιῶν τῆς παραδόσεως, παρασπονδίαι καί ἀθέτησις ὅρκων ἐκ μέρους τῶν Ὀθωμανῶν πολεμάρχων καί αὐτοῦ δή τοῦ σουλτάνου, ἦσαν, πλήν σπανίων ἐξαιρέσεων, ὁ συνήθης τρόπος τοῦ πολεμεῖν. Κατά τήν παράδοσιν τῆς Καστρίτζης, ἧς ἡ φρουρά τοσοῦτον ἔδειξεν ἡρωισμόν, οἱ ἀμύντορες “κατελθόντες, λέγει ὁ Φραντζῆς μετά πικρᾶς εἰρωνείας, ἐστέφθησαν διά τά ἀνδραγαθήματα αὐτῶν, οἱ μέν καρατομηθέντες, οἱ δέ ὀβελοῖς ἀποκτεινόμενοι, ὁ δ΄ ἀρχηγός λεπισθείς ἐτελειώθη”, ὅπως οἱ ἡρωικοί ἀμύντορες τοῦ Γαρδικίου ἐγένοντο παρανάλωμα μαχαίρας, σφαγέντες σύν γυναιξί καί τέκνοις. Ὁ ἐλαφρότερος καί ἐπιεικέστερος τρόπος τιμωρίας ἦτο ὁ ἐξανδραποδισμός, γενόμενος ἐπαγγελματική ἀμοιβή τῶν μαχητῶν τοῦ σουλτάνου πρός ἐπικερδῆ ἐμπορίαν, ἥν μετήρχοντο πάντες, ἀπό τοῦ μεγάλου σωματεμπόρου σουλτάνου μέχρι τῶν τελευταίων στρατιωτῶν.”[9

Ἐναντίον τέτοιου λοιπόν λαοῦ παράσπονδου, βάρβαρου καί παντελῶς ἀπολίτιστου ἐμάχοντο οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες τό 1821. Ἀφοῦ λοιπόν οἱ πάντοτε βάρβαροι ἐχθροί οὐδέποτε σέβονται συνθῆκες, ἐκτός ἐάν δέν ἔχουν τή δύναμη νά πράξουν ἀλλιῶς, γιατί οἱ ἐπαναστατημένοι πρώην δοῦλοι θά ἦταν ὑποχρεωμένοι νά τούς σεβασθοῦν ἀκόμη καί χωρίς συνθήκη;

Καί φυσικά, ὅταν ἔβρισκαν οἱ πολιορκημένοι τῆς Τριπολιτσᾶς εὐκαιρία, πρίν ἀκόμη νικηθοῦν, ἐξαπέλυαν τά βάρβαρα ἔνστικτά τους σέ ὅλο τους τό μεγαλεῖο. Ἀναφέρει ὁ ὑπασπιστής τοῦ ἀρχιστρατήγου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Φώτιος Χρυσανθόπουλος, ὁ ἄλλως γνωστός ὡς Φωτάκος, ὅτι κατά τή διάρκεια τῆς πολιορκίας πέρασε ἀπό τό χωριό Ἅγιος Σώστης, μπῆκε στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ καί τήν εἶδε γεμάτη ἀπό ἀκέφαλα πτώματα. Τρόμαξε τόσο πολύ, ὥστε κιτρίνισε καί ὁ Κολοκοτρώνης τόν ρώτησε γιατί. Ὁ Φωτάκος τοῦ ἐξήγησε τόν λόγο καί ὁ ἀρχηγός διάλεξε ἀνθρώπους γιά νά θάψουν τούς σκοτωμένους[10].

Πρέπει ἐπίσης νά διευκρινισθεῖ, ὅτι οἱ πολιορκημένοι Τοῦρκοι οὐδέποτε παραδόθηκαν, ἀλλά ἐξακολουθοῦσαν τήν ἔνοπλη ἀντίσταση καί ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες εἶχαν κατακλύσει τήν πόλη[11]. Ἔνας μάλιστα διαβόητος ἐγκληματίας Τοῦρκος, ὀνόματι Τσεκούρας, προτίμησε νά ἐξοντώσει ὅλη του τήν οἰκογένεια καί νά αὐτοκτονήσει, ὥστε νά μή πέσει στά χέρια τῶν Ἑλλήνων[12].

Περί δέ αὐτῆς καθ΄ αὐτῆς τῆς σφαγῆς ἀναφέρει ἐπί λέξει ὁ αὐτόπτης μάρτυρας Φωτάκος:

“Ἡ σφαγή ἄρχισεν εἰς ὅλα τά μέρη τῆς πόλεως, τό τουφέκι ἐδούλευε πανταχοῦ καί ἀνηλεῶς καί κατά τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐσκοτώνοντο πάσης ἡλικίας ἄνθρωποι ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά ἀνήλικα. Οἱ Ἕλληνες ἐδῶ ἐξεδικήθησαν δι΄ ὅσα τόσους χρόνους εἴχαμεν πάθει ἀπό τούς τυράννους μας. Πολλοί δέ Τοῦρκοι, οἵτινες ἐκλείσθησαν εἰς τά σπίτιά των, ἐπροτίμησαν καί ἐκάησαν μέσα εἰς αὐτά μέ τῇς φαμίλιαις των παρά νά παραδοθοῦν εἰς τούς δούλους των. Πολλοί καπεταναῖοι καί ἄλλοι Ἕλληνες ἀπό φιλανθρωπίαν ἤθελαν νά σώσουν κανένα Τοῦρκον· ἄλλος ὅμως Ἕλλην, τοῦ ὁποίου ὁ Τοῦρκος τήν γυναῖκα, τό παιδί ἤ καί αὐτόν τόν ἴδιον εἶχε κατά διαφόρους τρόπους ἀτιμάσει, τυραννήσει καί ἀδικήσει, ἅμα ἔβλεπε τόν ἐχθρόν του τοῦ ἄναπτεν ἀπό πίσω τήν πιστόλαν, ἤ τό τουφέκι του· ὅσοι ἤθελαν νά σώσουν Τούρκους καί νά κάμουν καλόν ἔτρεχαν κίνδυνον· διότι πολλάκις τό βόλι ἐπέρνα τόν Τοῦρκον καί ἐφόνευε καί τόν Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά τοῦ σώσῃ τήν ζωήν· καί οὕτω τούς ἀφήκαν εἰς τήν διάκρισίν των. Δέν ἦτο κανένας Τοῦρκος, ὁ ὁποῖος νά μήν εἶχε δύο ἤ τρεῖς ἐχθρούς· διότι ποτέ των δέν ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι θά σηκωθοῦν οἱ ῥαγιᾶδές των καί θά ζητήσουν τήν ἐλευθερίαν των· τό δέ κακόν ἔξαφνα τούς ἦλθεν εἰς τό κεφάλι των. Δέν τούς ἐσκότωναν λοιπόν ἀπό ὠμότητα οἱ Ἕλληνες τούς Τούρκους, καθώς ἡ πολιτισμένη Εὐρώπη μᾶς ἐκατηγόρησεν, οὔτε διά κανένα ἄλλον σκοπόν, καθώς εἴδαμεν, ἀλλά ἀπό δικαίαν ἐκδίκησιν, τήν ὁποίαν ἔτρεφαν ἐναντίον των. Ἐμέθησαν δέ ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἐκδικήσεως ἐνθυμηθέντες τήν τυραννίαν τῶν Τούρκων ἐναντίον αὐτῶν καί τῶν πατέρων των. Ηὗραν ἐμπρός των τούς ἐχθρούς των, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀτιμάσει αὐτούς τούς ἰδίους, καί εἶχαν σκοτώσει καί αἰχμαλωτίσει πολλούς συγγενεῖς καί γνωρίμους κατά τόν παρόντα πόλεμον, τά δέ αἵματα τῶν φονευθέντων ἀκόμη ἄχνιζαν·[13]”

Ποιά συμπεράσματα συνάγονται ἐξ ὅλων τῶν ἀνωτέρω: Ὅτι κατ΄ ἀρχήν ἡ ἐκδίκηση ξεσποῦσε ὄχι ἁπλῶς ἐξ αἰτίας τῆς καταστάσεως δουλείας τήν ὁποία εἶχαν ὑποστεῖ οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες, οὔτε λόγῳ τῆς ἀναμνήσεως παλαιῶν ἐγκλημάτων διαπραχθέντων κατά καιρούς ὑπό τῶν ἐχθρῶν, ἀλλά κυρίως γιά πρόσφατα ἐγκλήματα, τά ὁποῖα εἶχαν ὑποστεῖ. Κάθε Ἕλληνας, ὅπως λέγει ὁ Φωτάκος, εἶχε λόγους νά μισεῖ τούς Τούρκους, διότι εἶχε ὑποστεῖ αὐτός ὁ ἴδιος τήν ἐγκληματική συμπεριφορά τους. Σέ ὅλα αὐτά πρέπει νά προστεθεῖ καί ἡ ὀργή τήν ὁποίαν εἶχαν οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες γιά τόν φόνο τοῦ πατριάρχου Γρηγορίου καί τῶν συνοδικῶν μητροπολιτῶν στήν Κωνσταντινούπολη καί γιά τίς σφαγές ἀμάχων στήν Κωνσταντινούπολη, στή Σμύρνη, στό Ἀϊβαλί, στήν Κύπρο καί σέ ἄλλες περιοχές. Στά ἀνωτέρω πρέπει νά προστεθεῖ καί τό γεγονός, ὅτι οἱ Ἕλληνες δέν ἀποτελοῦσαν τακτικό στρατό, μολονότι καί τακτικοί στρατοί ἔχουν κατά καιρούς διαπράξει φρικτά ἐγκλήματα πολέμου[14], ἀλλά ἦταν ἄτακτος ἐπαναστατικός στρατός, ἀρκετά ἀπείθαρχος, προξενοῦσαν δέ προβλήματα λόγῳ τῆς ἀπειθαρχίας τους ἀκόμη καί στούς πλέον ἰκανούς στρατιωτικούς ἡγέτες, ὅπως ἦταν ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τά ἀποτελέσματα δέ τῆς πλήρους καταλύσεως τῆς πειθαρχίας λόγῳ τῆς ἐπιτυχοῦς ἐκβάσεως τῆς πολιορκίας τῆς Τριπολιτσᾶς τά βλέπουμε στή διήγηση τοῦ Φωτάκου: κάποιοι οἱ ὁποῖοι ἐπιχείρησαν νά σώσουν Τούρκους, ἔχασαν καί οἱ ἴδιοι τίς ζωές τους μαζί μέ ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπιχείρησαν νά σώσουν. Ἀκόμη καί ὁ ἴδιος ὁ Φωτάκος φοβήθηκε μήπως κινδυνεύσει, ὅταν εἶδε μιά ὁμάδα Ὑδραίων νά ἐξοντώνει μιά ὁμάδα ἀπό διακοσίους Ἀλβανούς καί Τούρκους καί τούς παρεκάλεσε νά τούς λυπηθοῦν. Λέγει ὁ ἴδιος σχετικῶς: “τούς ἐπαρεκάλεσα νά παύσουν τήν σφαγήν, ἀλλά δέν ἐκατώρθωσα τίποτε, ἀλλά μάλιστα ἐφοβήθηκα μή μοῦ δώσουν καί ἐμένα καμμίαν πληγήν· τόση ἦτο ἡ μέθη των διά νά σκοτώνουν Τούρκους![15]”

Ὡς κύριο, ἐάν μή καί μοναδικό, αἴτιο τῆς σφαγῆς ἔχει ἀναφερθεῖ καί τό ὅτι οἱ φονευθέντες Τοῦρκοι ἐγνώριζαν ἄριστα τήν τοπογραφία τῆς Πελοποννήσου καί σέ περίπτωση εἰσβολῆς τουρκικῶν στρατευμάτων θά γίνονταν πολύτιμοι ὁδηγοί καί σύμμαχοί τους, ὅπως καί πράγματι ἔπραξαν ἐλάχιστοι διασωθέντες, οἱ ὁποῖοι καί ἐπέφεραν ὑπολογήσιμη ζημία στήν ἐπανάσταση[16]. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἰσχυρισμοί εἶναι ἀπολύτως λογικοί, ἐάν ὅμως ἀλήθευαν προϋπέθεταν σαφεῖς διαταγές ἀπό μέρους τοῦ ἀρχιστρατήγου καί τῶν ἐπί κεφαλῆς ὁπλαρχηγῶν, ὅμως τέτοιου εἴδους διαταγές δέν μαρτυροῦνται ἀπό καμμία πηγή. Πρέπει λοιπόν νά δεχθοῦμε ὡς ἀποκλειστικά αἴτια ἀφ΄ ἑνός τό ἐκδικητικό μένος τό ὁποῖο ἔτρεφαν οἱ μέχρι πρό τινος ὑπόδουλοι εἰς βάρος τῶν βαρβάρων καί παντελῶς στερουμένων πολιτισμοῦ ἐχθρῶν καί ἐφ΄ ἑτέρου τό γεγονός ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἀτάκτους ἐπαναστάτες ἐνόπλους καί ὄχι γιά τακτικό στράτευμα γυμνασμένο καί συνηθισμένο νά ὑπακούει στίς διαταγές τῶν ἀξιωματικῶν του.

Παρ΄ ὅλα αὐτά ὑπῆρξαν καί περιπτώσεις ἄκακων Τούρκων, τούς ὁποίους οἱ Ἕλληνες ἀνεγνώρισαν καί ἐπροστάτευσαν, ὅπως ὁ ἴδιος ἀγωνιστής ἀναφέρει, ἀλλά κανένας ἱστορικός δέν θέλει νά ἐπαναλάβει: “καί ὅμως τούς καλούς Τούρκους, ὅσοι πρότερον δέν τούς ἐκακομεταχειρίζοντο, τούς ἐπῆραν μαζύ των καί τούς ἐπεριποιήθησαν ὅσον τό δυνατόν καλλίτερα, τούς εἶχαν ὁμοτραπέζους των, τούς ἔσωσαν καί τούς ἔστειλαν ὅπου ἤθελαν[17]”

Ὅλα τά ἀνωτέρω δέν ἐλήφθησαν ὑπ΄ ὄψη ἀπό τούς τότε ἀρθρογράφους τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νά καταδικάσουν τούς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες, πρέπει ὅμως νά λαμβάνονται στό ἑξῆς ὑπ΄ ὄψη ἀπό ὅποιον θέλει νά λέγεται ἱστορικός ἤ ἔστω φίλος τῆς ἀληθείας.

================

[1]              πρβλ Ἡ ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς, Ὁ θεμέλιος λίθος τῆς ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας, Σειρά Μεγάλες Μάχες ἀρ. 43,  ἐκδ. Περισκόπιο, Ἀθήνα 2010, σ. 77.

[2]              Κωνσταντῖνος Ἰ. Ἄμαντος, Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατά τόν μεσαίωνα, ἔκδ. Σύλλογος πρός διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων, Ἀθῆναι 1919, Ἀνατύπωσις 2005, σ. 109.

[3]              Γενικό Ἐπιτελεῖο Ἐθνικῆς Φρουρᾶς.

[4]              Σταῦρος Καρκαλέτσης, Ἡ μάχη τῆς Κύπρου, Οἱ προδομένοι ἥρωες ἀντιμετωπίζουν τόν Ἀττίλα, Οἱ μονογραφίες τοῦ περιοδικοῦ Στρατιωτική Ἱστορία, ἐκδ. Σ. Πανέλης, Ἀθήνα 2002, σ. 55.

[5]              Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 70.

[6]              Οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζονταν ἀκόμη καί ἀπό στρατιωτικούς γιατρούς!

[7]              Βλ. περί ὅλων αὐτῶν: Μαρτυρίες ἀπό τήν Κύπρο, ἐπιλογή κειμένων Ι. Κ. Μαζαράκης Αἰνιάν, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα 1994.

[8]              Τό ὄνομα “Μωάμεθ” ἔχουν μετατρέψει οἱ Τοῦρκοι σε “Μεχμέτ”, διότι λόγῳ σεβασμοῦ πρός τόν προφήτη τοῦ μουσουλμανισμοῦ δέν θέλουν νά ἔχει κανένας ἄλλος ἄνθρωπος τό ὄνομα ἐκείνου.

[9]              Παῦλος Καρολίδης, Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος μετ΄ εἰκόνων ἀπό τῆς ὑπό τῶν Ὀθωμανῶν ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453) μέχρι τῆς βασιλείας Γεωργίου τοῦ Α΄, Ἀθῆναι 1925, ἀνατύπωση ἐκδ. “Μάτι”, Κατερίνη 2006, σ. 111.

[10]           Φώτιος Χρυσανθόπουλος ἤ Φωτάκος, Ἀπομνημονεύματα περί τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ἐκδοθέντα ὑπό Σταύρου Ἀνδρόπουλου, τόμ. 1ος, Ἀθῆναι 1899, σ. 218.

[11]           πρβλ ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 246.

[12]             πρβλ ἔνθ΄ ἀνωτέρω.

[13]           ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 250-1.

[14]           Ὅπως π.χ. κατά τή διάρκεια τῆς κατοχῆς τά στρατεύματα τοῦ Ἄξονα, γερμανικά, ἰταλικά καί βουλγαρικά, διέπραξαν ἐγκλήματα πολέμου εἰς βάρος ἀμάχων σέ πενήντα δήμους καί κοινότητες τῆς Ἑλλάδας. Βλ. Ἑλληνικά Ὁλοκαυτώματα 1940-1945, Δίκτυο μαρτυρικῶν πόλεων καί χωριῶν τῆς Ἑλλάδας  περιόδου 1940-1945, ἐκδ. Λιβάνη, Ἀθήνα 2010.

[15]           Φώτιος Χρυσανθόπουλος, ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 246.

[16]           Κυριάκος Σιμόπουλος, Πῶς εἴδαν οἱ ξένοι τήν Ἑλλάδα τοῦ ΄21, τόμ. πρῶτος 1821-1822, 5η ἔκδ., Πολιτιστικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2004, σ. 379-380.

[17]           Φώτιος Χρυσανθόπουλος, ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 251.

Πηγή: ” ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ” στις 29.9.19