Η εορτή της Τιμίας Εσθήτος(=ενδύματος) της Θεοτόκου

Όπως είναι γνωστό η Παναγία δεν μας άφησε λείψανό της,  καθώς μετέστη εν σώματι εις τους Ουρανούς.  Αν και έγινε η ταφή της, αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους Ουρανούς. Μας έχει αφήσει όμως  δύο αντικείμενα τα οποία σχετίζονται με την ίδια. Την Τίμια Ζώνη της και την Τίμια Εσθήτα της.

Την Τίμια Εσθήτα, τη δώρισε η Παναγία σε μία ευλαβή γυναίκα της εποχής της, πριν την Κοίμησή της κι από εκεί και πέρα η γυναίκα αυτή την έδινε από γενιά σε γενιά, σε απογόνους της.

 Έτσι, κάπου στο 450 μ.Χ, το φόρεμα κατείχε μία ευλαβής γυναίκα, η Άννα η Γαλιλαία, η οποία δεν αποκάλυπτε το μυστικό της για δύο λόγους: αφενός γιατί κινδύνευε από κλοπή, αφετέρου κινδύνευε από εχθρούς της πίστης που ήθελαν να εξαφανίσουν οτιδήποτε έχει σχέση με τον Χριστό και την Παναγία».

Χωρίς να το καταλαβαίνει ο κόσμος, η ιστορία και η παράδοση αναφέρει πως πολλοί άνθρωποι συνέρρεαν στο σπίτι της Άννας, από το οποίο έφευγαν θεραπευμένοι. Οι άρρωστοι γίνονταν καλά, οι θλιβόμενοι ένιωθαν ανακούφιση φεύγοντας.

Κάποια στιγμή, δύο πατρίκιοι, οι Γάλβιος και Κάνδιδος, επισκέφθηκαν τους Άγιους Τόπους. Όταν είδαν τον κόσμο έξω από το σπίτι της Άννας, αναρωτήθηκαν τι συνέβαινε και πλησίασαν. Έμαθαν για τα θαύματα και μπήκαν στο σπίτι της Άννας για να τη γνωρίσουν.

 Η ευλαβής γυναίκα, εντυπωσιασμένη από τους Κωνσταντινουπολίτες και μετά από την πίεση να τους αποκαλύψει που οφείλονταν τα θαύματα, αποκάλυψε στους δύο άντρες το μυστικό της και την ανησυχία της για το που θα μεταβιβάσει την Εσθήτα αργότερα αφού δεν είχε απογόνους. Οι δύο πατρίκιοι σκέφτηκαν να αποσπάσουν την Τίμια Εσθήτα με ένα τέχνασμα. Ζήτησαν να κοιμηθούν σπίτι της, όχι όμως σε οποιοδήποτε δωμάτιο, αλλά στο συγκεκριμένο που φυλαγόταν η Τίμια Εσθήτα, για να προσευχηθούν κοντά της. Αυτό που ήθελαν όμως ήταν να μετρήσουν τις διαστάσεις του φορέματος. Στην επόμενη επίσκεψή τους, άρπαξαν το φόρεμα και το αντικατέστησαν με κάποιο δικό τους ρούχο. Μετέφεραν το ένδυμα στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο αυτοκράτορας Λέων Α’ τη στέγασε σε χρυσή λάρνακα, σε παρεκκλήσι το οποίο ανήγειρε ο ίδιος με την ονομασία Αγία Σορός, δίπλα από την Παναγία των Βλαχερνών. Στο παρεκκλήσι μπορούσε να εισέλθει μόνο ο Αυτοκράτορας, κανένας άλλος.

Κατά την εποχή της Αλώσεως του 1453,  η  Τιμία Εσθήτα της Θεοτόκου μετεφέρθη  από Ποντίους στη Γεωργία, όπου και φυλάσσεται από τότε μέχρι και σήμερα σε μουσείο, στην πόλη Ζουγκντίντι.

Από εδώ ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου προμηθεύθηκε μικρό τεμάχιο το οποίο τοποθέτησε προς μόνιμο προσκύνηση στον Μοναστήρι  της Παναγίας της Δαδιάς Σουφλίου..