Ομιλία στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

 

…Εδώ σας παρακαλώ να προσέξετε ιδιαίτερα. Γιατί λοιπόν τα λέγουν αυτά οι άγγελοι; Μήπως δεν είχαν μάτια οι μαθητές; Μήπως δεν έβλεπαν αυτό που γινόταν; Δεν είπε ο ευαγγελιστής, ότι αναλήφθηκε καθώς τον έβλεπαν; Για ποιο λόγο λοιπόν στάθηκαν κοντά τους οι άγγελοι λέγοντάς τους, ότι ανέβηκε στον ουρανό; Γι’ αυτούς τους δύο λόγους: Ο πρώτος, γιατί πάντοτε στενοχωριούνταν οι μαθητές για την αναχώρηση του Χριστού. Ότι βέβαια στενοχωριούνταν, άκουσε τι τους έλεγε: «Κανείς από σας δεν μ’ ερωτά πού πηγαίνεις; Αλλά η λύπη έχει γεμίσει την καρδιά σας, επειδή σας είπα αυτά».

Εάν λοιπόν υποφέρουμε, όταν αποχωριζόμαστε από φίλους και συγγενείς μας, πώς οι μαθητές όταν έβλεπαν ν’ αποχωρίζεται από αυτούς ο Σωτήρας, ο διδάσκαλος, ο προστάτης, ο φιλάνθρωπος, ο ήμερος, ο αγαθός, πώς δεν θα στενοχωριούνταν; Πώς δεν θα πονούσαν; Γι’ αυτό στάθηκε εκεί ο άγγελος, για να καταπραΰνει με την επάνοδο του Κυρίου τη λύπη που τους προξένησε η αναχώρησή του. Γιατί λέγει: «Αυτός ο Ιησούς που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό, θα έρθει κατά τον ίδιο τρόπο». Λυπηθήκατε λέγει, γιατί αναλήφθηκε; Αλλά μη λυπάστε πια, γιατί θα επιστρέψει και πάλι. Για να μη κάνουν λοιπόν εκείνο που έκανε  Ελισσαίος, όταν είδε το διδάσκαλό του ν’ ανεβαίνει στον ουρανό και έσκισε τα ρούχα του -γιατί δεν στάθηκε κανένας κοντά του να του πει, ότι θα επιστρέψει ο Ηλίας-, για να μυν κάνουν λοιπόν το ίδιο και αυτοί, γι’ αυτό στάθηκαν κοντά τους οι άγγελοι παρηγορώντας τη λύπη τους. Αυτός είναι ο ένας λόγος της παρουσίας των αγγέλων.

(Φωτογραφίες από τον πανηγυρικό εορτασμό της εορτής της Αναλήψεως του Χριστού μας στο ομώνυμο Εκκλησάκι της Ενορίας μας)

 Υπάρχει όμως και δεύτερος όχι μικρότερος, γι’ αυτό και πρόσθεσε, «που αναλήφθηκε». Ποιός λοιπόν είναι αυτός; Ο Ιησούς αναλήφθηκε στον ουρανό. Όμως η απόσταση ήταν μεγάλη και τα ανθρώπινα μάτια δεν είχαν τη δύναμη να δουν ως τους ουρανούς το σώμα που αναλήφθηκε. Αλλά όπως ένα πουλί που πετά στα ύψη, όσο πιο ψηλά ανεβαίνει, τόσο περισσότερο χάνεται από τα μάτια μας, έτσι ακριβώς και το σώμα εκείνο, όσο ανέβαινε πιο ψηλά, τόσο περισσότερο χανόταν, επειδή η αδυναμία των ματιών τους δεν μπορούσε να το παρακολουθήσει σ’ όλο το μήκος της απόστασης. Γι’ αυτό στάθηκαν κοντά τους οι άγγελοι, λέγοντας ότι ανέβηκε στον ουρανό, για να μη νομίζουν ότι ανέβηκε στον ουρανό όπως ο Ηλίας, αλλ’ ότι αναλήφθηκε στον ουρανό. Γι’ αυτό λέγει, «που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό».

Και αυτό βέβαια δεν το πρόσθεσε χωρίς λόγο. Ο Ηλίας λοιπόν αναλήφθηκε προς τον ουρανό, γιατί ήταν άνθρωπος. Ο Ιησούς όμως αναλήφθηκε στον ουρανό, γιατί ήταν Θεός. Ο Ηλίας αναλήφθηκε με πύρινο άρμα, ο Ιησούς με νεφέλη. Γιατί, όταν έπρεπε να καλέσει ο Θεός τον Ηλία, έστειλε άρμα και όταν κάλεσε τον Υιό του, έστειλε βασιλικό θρόνο -και όχι μόνο βασιλικό θρόνο, αλλά τον ίδιο τον πατρικό θρόνο; Επειδή για τον Πατέρα λέγει ο Ησαΐας: «Ιδού, ο Κύριος κάθεται επάνω σ’ ελαφριά νεφέλη». Επειδή λοιπόν ο Πατέρας κάθεται επάνω σε νεφέλη, γι’ αυτό και στον Υιό έστειλε τη νεφέλη, και ο Ηλίας, όταν ανέβηκε στον ουρανό, άφησε στον Ελισσαίο τη μηλωτή του. Ο Ιησούς όμως όταν αναλήφθηκε άφησε στους μαθητές του τα χαρίσματα, που έκαναν όχι έναν προφήτη, αλλά χιλιάδες Ελισσαίους, και μάλιστα πολύ μεγαλύτερους και σημαντικότερους από εκείνον.[…]

Τότε και εμείς θα αρπαχθούμε στον ουρανό. Δεν είπα, εμείς, κατατάσσοντας και τον εαυτό μου ανάμεσα σ’ αυτούς που αρπάζονταν δεν είμαι τόσο αναίσθητος και αχάριστος, ώστε να μη γνωρίζω τις αμαρτίες μου. Γιατί, αν δεν φοβόμουν μήπως καταστρέψω τη χαρά της σημερινής εορτής, θα έχυνα πικρά δάκρυα, καθώς θυμήθηκα αυτά τα λόγια, γιατί θυμήθηκα τις δικές μου αμαρτίες. Επειδή όμως δεν θέλω να ταράξω τη χαρά της σημερινής εορτής, εδώ θα σταματήσω την ομιλία μου, αφού σας αφήσω ζωηρή τη μνήμη εκείνης της ημέρας, ώστε ούτε ο πλούσιος να μη χαίρεται για τον πλούτο του, ούτε ο φτωχός να θεωρεί τον εαυτό του δυστυχισμένο για τη φτώχεια του, αλλά ο καθένας, κατά τη συνείδησή του, να κάνει είτε αυτό είτε εκείνο. Γιατί ούτε ο πλούσιος είναι ευτυχισμένος, ούτε ο φτωχός είναι δυστυχισμένος, αλλά όποιος θα κριθεί άξιος για την αρπαγή εκείνη μέσα στα σύννεφα, είναι ευτυχισμένος και τρισευτυχισμένος, έστω και αν είναι ο πιο φτωχός απ’ όλους. Όπως βέβαια είναι ελεεινός και τρισάθλιος ο αμαρτωλός, έστω και αν είναι ο πιο πλούσιος απ’ όλους. Γι’ αυτό τα λέγω, για να θρηνούμε τους εαυτούς μας όσοι είμαστε αμαρτωλοί, και να παίρνουν θάρρος όσοι αγωνίζονται εναντίον της αμαρτίας ή καλύτερα, να μην παίρνουν μόνο θάρρος, αλλά και να προφυλάγονται· ούτε εκείνοι να θρηνούν μόνο, αλλά και ν’ αλλάξουν τρόπο ζωής.

Γιατί είναι δυνατόν και ο κακός, αφού εγκαταλείψει την πονηριά, να επιστρέψει στην αρετή και να μπορέσει να γίνει ίσος μ’ εκείνους που από την αρχή ζουν ενάρετα. Αυτό ας φροντίσουμε και εμείς. Και όσοι αισθάνονται ότι είναι ενάρετοι, ας παραμένουν στην ευσέβεια, μεγαλώνοντας πάντοτε αυτό το καλό απόκτημα και αυξάνοντας το προηγούμενο θάρρος τους. Όσοι όμως δεν έχουμε θάρρος και αισθανόμαστε το βάρος πολλών αμαρτιών μας, ας αλλάξουμε τρόπο ζωής, ώστε, αφού αποκτήσουμε το θάρρος των άλλων, να υποδεχθούμε όλοι μαζί και με την ίδια ψυχική διάθεση και με την τιμή που αρμόζει το βασιλιά των αγγέλων, και ν’ απολαύσουμε τη μακάρια εκείνη χαρά με τη βοήθεια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα και η δύναμη, τώρα, και πάντοτε, και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Ι. Χρυσοστόμου, Έργα, Ε.Π.Ε τ. 36, σ. 201-231, αποσπάσματα)