Το θρησκευτικό φαινόμενο εξ΄ επόψεως Ορθοδόξου

                                                                  (Τι έχει να μας απαντήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία γύρω από το θρησκευτικό φαινόμενο)

…Με πολύ σύντομο και συνοπτικό τρόπο θα προσπαθήσουμε με βάση την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, να δώσουμε κάποια απάντηση στο παρά πάνω ερώτημα. Κατ’ αρχήν το φαινόμενο της θρησκείας είναι ένα μεταπτωτικό φαινόμενο. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε την αφετηρία του θα πρέπει να  ανατρέξουμε στην αρχή της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους, στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, τον Αδάμ και την Εύα.

Οι πρωτόπλαστοι στον κήπο της Εδέμ δεν είχαν ανάγκη της θρησκείας, δεν είχαν θρησκεία, διότι αισθάνονταν μέσα τους την παρουσία του Θεού. Δεν χρειάζονταν επικλήσεις και τελετουργίες για να έρθουν σε επαφή με τον Θεό, διότι ζούσαν συνεχώς εν τω Θεώ, συνομιλούσαν άμεσα με τον Θεό και απολάμβαναν άρρητη χαρά και ευφροσύνη. Όταν όμως αμάρτησαν και εξορίστηκαν από τον παράδεισο, έπαυσαν πλέον να βρίσκονται σε κοινωνία με τον Θεό, έφυγε από μέσα τους η ζωοποιός Χάρις του αγίου Πνεύματος και έτσι έγινε αισθητή η απουσία του Θεού από τη ζωή τους. Έμεινε όμως η ανάμνηση της προηγούμενης μακαριότητος και εν Θεώ κοινωνίας που είχαν μέσα στον παράδεισο.

Αυτή η ανάμνηση, η οποία ήταν ζωντανή όχι μόνον στον Αδάμ, αλλά και σ’ όλους τους απογόνους του, γεννούσε μέσα τους την νοσταλγία και τον πόθο να επανασυνδεθούν με τον Θεό, να έλθουν και πάλι σε κοινωνία με τον Θεό, με τις δικές τους τώρα δυνάμεις. Ωστόσο αφ’ ενός η απουσία της Χάριτος και αφ’ ετέρου η προϊούσα αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό, λόγω των αμαρτιών των, έφερε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον σκοτισμό της ψυχής των. Ο δε σκοτισμός της ψυχής οδήγησε σε λάθος τρόπο αναζητήσεως και επικοινωνίας με τον Θεό. Έτσι έφθασε ο άνθρωπος να λατρεύει τα κτίσματα παρά τον Κτίστη, τον οποίο αντικατάστησε με άψυχα και νεκρά είδωλα, φτιαγμένα από χρυσό, ή άργυρο, ή άλλους πολύτιμους λίθους. Και όπως λέγει ο Παύλος: «γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν, ή ευχαρίστησαν, αλλ  εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία· φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών», (Ρωμ.1,21-23). Επομένως λοιπόν οι θρησκείες, έτσι όπως τις γνωρίζουμε, είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, με τρομακτικές ατέλειες, ώστε συχνά να γίνονται αιτία, συμφορών για την ανθρωπότητα. Αντί να βοηθούν τον άνθρωπο να αναχθεί στο Θεό, τον παρασύρουν σε πρακτικές βλαπτικές και συχνά ολέθριες γι’ αυτόν (δεισιδαιμονία, ανορθολογισμός, ανθρωποθυσίες, ποικίλη εκμετάλλευση, θρησκευτικοί πόλεμοι εν ονόματι του Θεού, μίση, αντικοινωνικές καταστάσεις).

Ήρθε όμως ο Χριστός στον κόσμο και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού απέδειξε ότι δεν είναι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός με πλήθος θαυμάτων και προ παντός με την ανάστασή Του, ίδρυσε την Εκκλησία Του, για να καταργήσει κάθε θρησκεία και κάθε απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να αυτολυτρωθεί. Έγινε Εκείνος «λύτρον αντί πολλών» (Ματθ.20.28), για να απολυτρώσει τον πεσόντα άνθρωπο. Αν οι θρησκείες του κόσμου είναι οι ανεπιτυχείς προσπάθειες των ανθρώπων να πλησιάσουν στον Θεό και να ενωθούν μαζί του, η Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα, το οποίο, μόνο αυτό, μπορεί να ανυψώσει τον άνθρωπο στον αληθινό Θεό. Είναι η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15), κατά τον απόστολο Παύλο, ο καινούριος κόσμος του Θεού, ο οποίος ήρθε να εκτοπίσει τον παλαιό πτωτικό κόσμο, τον κόσμο της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου.

Αυτή λοιπόν είναι η λύση του «αινίγματος της θρησκείας». Έξω από αυτή τη βιβλική «λύση» δεν υπάρχει άλλη «λύση», απλούστατα διότι δεν υπάρχει κανένας άλλος, εκτός από τον Χριστό, που νίκησε τον θάνατο. Μόνον ο Χριστός με την ανάστασή του απέδειξε, ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός και επεκύρωσε με την διδασκαλία του τα βιβλικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης που μας δίνουν απάντηση στο ανθρωπίνως «αίνιγμα της Θρησκείας». Κάτι βέβαια που δεν είναι σε θέση να δουν οι άθεοι και οι πολέμιοι της Εκκλησίας.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών Ι.Μ. Πειραιώς