Οσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς: περί του λόγου της ζωής

(Από εκτενέστερο σχόλιο στήν Ἀποστολική Περικοπή Κυριακής των Μυροφόρων)

“῝Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·”

῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σέ μᾶς· «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς» δηλαδή τό Αἰώνιο κατέβηκε στή γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική μας γήινη πραγματικότητα, ἔγινε προσιτό στά αἰσθητήριά μας, στή γνώση μας καί στίς αἰσθήσεις μας· κι αὐτό εἶναι «ὃ ἀκηκόαμεν»· ἀκούσαμε τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν»· εἴδαμε Θεό σέ σῶμα, Θεό στόν κόσμο, τόν Θεό ἀνάμεσά μας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάμεθα»· ἔχουμε δεῖ, ἔχουμε παρατηρήσει τόν Θεό στόν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο πού «αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»· ἄγγιξαν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρίν ἀπό τόν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καί μετά τήν ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς. «᾿Ακούσαμε, εἴδαμε, παρατηρήσαμε, ψηλαφήσαμε» -τό Λόγο τῆς ζωῆς, τό Θεό τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός Λόγος ἔγινε ἡ δική μας πιό προσιτή πραγματικότητα· κι ἐμεῖς αὐτό τό ἐπαληθεύουμε μέ τόν πιό ὀφθαλμοφανῆ, τόν πλέον πειραματικό τρόπο.

῾Η μέθοδος εἶναι καθαρά πειραματική, δοκιμαστική. «῾Ο Λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ Λογική τῆς ζωῆς, ἡ Σοφία τῆς ζωῆς, ἡ Λέξη τῆς ζωῆς. ῞Εως Αὐτόν -ἡ ζωή ἦταν ἄλογος, ἀνόητη· ἕως Αὐτόν- ἡ ζωή ἦταν ἀ-λογική, καί γι’ αὐτό μή λογική, σ’ αὐτήν δέν ὑπῆρχε κάποια στοιχειώδης λογική, ὅλα -χάος, τά πάντα- «πανηγύρι μάταιο»· ἕως Αὐτόν -Λόγο τῆς ζωῆς- ἡ ζωή ἦταν ἄλαλη καί ἄφωνη, δέν ἤξερε νά μιλᾶ, νά πεῖ, νά ἐκφράσει, νά ἐκφέρει τόν ἑαυτόν της, τό μυστήριό της, τό βάσανό της, τόν πόνο της, τή χαρά της. Μέ Αὐτόν, ἡ ζωή τά προσλαμβάνει ὅλα αὐτά· ἡ ζωή ἄρχισε νά μιλᾶ, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή πῆρε νόημα, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή ἔγινε σοφή, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε. ᾿Ενῶ ἡ ζωή εἶχε γίνει ἄλογος, μή λογική -χωρίς νόημα, χωρίς στόχο, ἀνόητη- μέ τήν ἁμαρτία καί λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.

᾿Εκεῖνο πού γιά τήν ἀνθρώπινη σκέψη, εἴτε τήν ἑλληνική, τή ρωμαϊκή, τήν ἰνδική ἤ ὅποια ἄλλη, ἦταν καί ἔμεινε ἰδανικό ἤ ἰδέα, ἀφηρημένο καί ἐπέκεινα, μέ τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ζωή, δική μας γήινη ζωή. Γιά τόν Λόγο καί γιά τή Λογική τῆς ζωῆς δέν χρειάζεται νά πᾶμε σ’ ἄλλο κόσμο, ἐφόσον ἡ Λογική καί ὁ Λόγος τῆς ζωῆς εἶναι ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. ᾿Εμεῖς ἔχουμε τόν Λόγο τῆς ζωῆς, γι’ αὐτό ξέρουμε τή Λογική τῆς ζωῆς, τό στόχο τῆς ζωῆς, τό νόημα τῆς ζωῆς. ᾿Εάν ὡς τώρα δέν ξέραμε τήν ἀρχή τῆς ζωῆς, ἰδού· ὁ Θεός Λόγος! ᾿Αφοῦ εἶναι ᾿Εκεῖνο «πού ἦταν ἀπό τήν ἀρχή» – «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς». ῾Η ζωή δέν εἶναι κάτι χωρίς νόημα, ἀλλά ἐξαρχῆς κάτι θεϊκά λογικό. ᾿Ενῶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ δύναμη πού ὅλα τά ἀπολογοποιεῖ, στερεῖ τή θεϊκή λογική, τό θεϊκό νόημα καί τήν πρόνοια. Στήν πραγματικότητα, ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μόνος ἀπονοητής8 τῆς ζωῆς.