Τρία κείμενα των Τριών Ιεραρχών:

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ:

Είναι τελείως αδύνατον η θάλασσα να μένη επί πολύ χρονικό διάστημα ίδια. Διότι αυτήν που τώρα είναι ομαλή, ακύμαντη και ακίνητη ύστερα από λίγο θα την δεις ανώμαλη και ορμητική εξ αιτίας βίαιων ανέμων. Αλλά και αυτήν που είναι άγρια και αναβράζει από την θαλασσοταραχή, γρήγορα θα την δεις να την σκεπάζει και να την στρώνει βαθειά γαλήνη. Έτσι ακριβώς και οι καταστάσεις της ζωής μας μεταβάλλονται εύκολα και προς το ήρεμο και προς το άγριο. Γι’ αυτό χρειάζεται να υπάρχη μέσα μας καλός κυβερνήτης ώστε και στις γαλήνιες και ήρεμες περιστάσεις της ζωής και όταν όλα τα θέματα της ζωής του κυλούν ήρεμα και κανονικά, να περιμένει τις μεταβολές προς τα δυσάρεστα και δύσκολα και να μην επαναπαύεται με τα ήρεμα παρόντα σαν να είναι αιώνια και αθάνατα. Αλλά και στην πιο θλιβερή κατάσταση της ζωής του να μην απελπίζεται ούτε να κυριεύεται από πολύ μεγάλη λύπη και βύθιση τελικά στο πέλαγος της απελπισίας… Αυτός λοιπόν είναι ο έξυπνος και συνετός καπετάνιος και κυβερνήτης του εαυτού του, αυτός ο οποίος ούτε υπερηφανεύεται και καυχάται στις ευχάριστες περιστάσεις, ούτε καταπίπτει και μελαγχολεί στις ώρες των συμφορών και των δοκιμασιών.

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ:

«Όλοι είμαστε ένα μπροστά στον Κύριο, και πλούσιοι και φτωχοί, και δούλοι και ελεύθεροι, και γέροι και άρρωστοι· μια κεφαλή όλων υπάρχει, απ’ όπου προέρχονται τα πάντα, ο Χριστός· κι όποια σχέση έχουν μεταξύ τους τα μέλη τού σώματος, αυτή τη σχέση έχει καθένας χωριστά με τον άλλο, κι όλοι μαζί με όλους. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ούτε να παραμελούμε αυτούς που πρώτοι έπεσαν στην κοινή για όλους ασθένεια. Και περισσότερο πρέπει να λυπούμαστε που οι αδελφοί μας είναι άρρωστοι, παρά να είμαστε ικανοποιημένοι που εμείς οι ίδιοι υγιαίνουμε. Ασφαλώς πρέπει να θεωρούμε ότι η σωτηρία τών σωμάτων και των ψυχών μας βρίσκεται στο εξής, στο να δείχνουμε φιλανθρωπία και συμπάθεια σε εκείνους.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ:

“Παρ’ ὅλο πού ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καί τό νά κοιμᾶται κανείς στό χῶμα ἔχουν πιό δύσκολο κόπο ἀπό τήν ἐλεημοσύνη, ὅμως τίποτε δέν εἶναι τόσο δυνατό στό νά σβήνει τή φωτιά τῶν ἁμαρτημάτων, ὅσο αὐτή. Αὐτή εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα, στήνει τούς ἐραστές της κοντά στόν ἴδιο τό βασιλιᾶ. Καί πολύ σωστά. Γιατί ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καί τό νά κοιμᾶται κανείς στό χῶμα σταματάει μόνο γύρω ἀπ’ αὐτόν πού τήν ἀσκεῖ καί δέν σώνει κανέναν ἄλλο, ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως ἁπλώνεται σέ ὅλους καί ἀγκαλιάζει τά μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε τά κατορθώματα ἐκεῖνα πού ἁπλώνονται σέ πολλούς εἶναι πολύ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτά πού σταματοῦν γύρω ἀπό ἕναν.
Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ μητέρα τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης πού χαρακτηρίζει τό χριστιανισμό, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλα τά θαύματα, μέ τά ὁποῖα φαίνονται οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι φάρμακο γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, σαπούνι γιά τήν ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς μας, σκάλα στηριγμένη στόν οὐρανό, αὐτή συνδέει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Θέλετε νά μάθετε πόσο μεγάλο ἀγαθό εἶναι αὐτή; Στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων ὅλοι πουλοῦσαν τά ὑπάρχοντά τους καί ἔφερναν σ’ αὐτούς τά χρήματα, τά ὁποῖα καί μοιράζονταν… “Ὅλοι εἶχαν μιά καρδιά καί μιά ψυχή” καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐπάνω σέ ὅλους αὐτούς καί ζοῦσαν μέ πολύ ὄφελος.”