Τό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας

(Του π. Βασιλείου Καλλιακμάνη, καθηγητού του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ)

Τό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας δέν ἀπασχόλησε τήν ἀκαδημαϊκή θεολογική σκέψη γενικότερα οὔτε ἦταν καί ἐντός των δικῶν μου ἐρευνητικῶν ἐνδιαφερόντων. Ἤθελα νά βλέπω τήν Ἐκκλησία πέρα καί πάνω ἀπό τά ὅρια μιᾶς μή κυβερνητικῆς ὀργάνωσης ἤ μιᾶς ἐπιχείρησης. Ἐξάλλου οἱ κληρικοί, σύμφωνα μέ τούς ἱερούς κανόνες, δέν ἐπιτρέπεται νά ἀσχολοῦνται μέ τό ἐμπόριο. Πράγματι, ἐάν ἡ Ἐκκλησία χάσει τόν ἐσχατολογικό προσανατολισμό της, κινδυνεύει ἀπό χῶρος φανερώσεως χάριτος καί ἁγιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων νά μεταβληθεῖ μόνο σέ χῶρο ἐξυπηρέτησης θρησκευτικῶν ἀλλά καί πάσης φύσεως ἀνθρώπινων ἀναγκῶν. Ἀπό εἰκόνα καί σημάδι τοῦ Παραδείσου καί χῶρος δράσεως τοῦ Παρακλήτου, ποὺ συγκροτεῖ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, νά μετατραπεῖ σέ συμβατική δημόσια ὑπηρεσία» σημειώνει ο π. Βασίλειος.

Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αὐτή ἡ θεώρηση ἐνδέχεται νά εἶναι μονομερής, ἀφοῦ μπορεῖ νά ὑποκρύπτει καί μανιχαϊστικά στοιχεῖα. Διότι ἡ Ἐκκλησία, καί ὡς ἀνθρώπινος ὀργανισμός πού δραστηριοποιεῖται ἐντός του κόσμου, προσλαμβάνει, ἐκκλησιοποιεῖ καί μεταμορφώνει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἔτσι, πρέπει νά οἰκοδομήσει, νά συντηρήσει καί νά ἀνακαινίσει ἱερούς ναούς, ὅπου συνάγεται ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ ναοί αὐτοί ἀποτελοῦν κατεξοχήν πνευματικά καί πολιτιστικά κέντρα. Χρειάζεται, ἐπίσης, νά ἀπασχολήσει προσωπικό, νά τό ἀσφαλίσει καί παράλληλα νά φανερώσει ἔστω ἀμυδρά ἀλλά ἐμπειρικά τό πρόσωπο τῆς ἔμπονης ἀγάπης, πού ἀποτελεῖ κεντρικό εὐαγγελικό μήνυμα. Ὁπότε τό ζήτημα εἶναι πιό σύνθετο ἀπό ὅ,τι φαίνεται. Ἐξάλλου, ὅπως σέ ὅλα τά σύγχρονα θέματα, συχνά στή δημόσια σφαῖρα χάνεται κι ἐδῶ τό μέτρο μέ τήν ἀριστοτελική ἐκδοχή του.

Ποιά εἶναι ὅμως ἡ θεολογική διάσταση τοῦ θέματος; Ὁρισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία σώζει τόν κόσμο μέ αὐτό πού εἶναι κι ὄχι μέ αὐτό πού κάνει. Ἡ θέση αὐτή εἶναι καταρχήν ὀρθή, ἀρκεῖ νά μήν αὐτονομεῖται. Διότι ἔχει μεγάλη σημασία καί “αὐτό πού κάνει”. Ἀπό τό ἄλλο μέρος, δημοσιογράφοι καί σχολιαστές τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς πραγματικότητας βλέπουν τήν Ἐκκλησία ὡς κοσμική κοινωνική ὀργάνωση, ἀναζητώντας καί ἀναγνωρίζοντας σέ αὐτή μόνο το κοινωνικό ἔργο, παραβλέποντας προφανῶς ὅτι τό πνευματικό καί τό μυστηριακό ἔργο της ἔχει κοινωνικές διαστάσεις». 

Στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια ὑπῆρξε προβληματισμός σχετικά μέ τήν προτεραιότητα ἤ μή τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, πού συνοψίζεται στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο ἔναντι της ἀνάπτυξης κοινωνικοῦ ἔργου, στό πλαίσιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων. Τελικά ἐξελέγησαν οἱ ἑπτά διάκονοι γιά τό ἔργο αὐτό, ἀφήνοντας ἀπερίσπαστους τούς Δώδεκα Ἀποστόλους στήν προσευχή καί τή διακονία τοῦ λόγου. Ἐδῶ δίδεται προτεραιότητα στή διδαχή, ἐνῶ ἡ ἐνασχόληση μέ τήν κοινωνική προσφορά ἀκολουθεῖ. Ὅμως οἱ ἐκλεγμένοι διάκονοι δέν εἶναι τυχαῖοι ἄνθρωποι ἀλλά “πλήρεις Ἁγίου Πνεύματος καί σοφίας”. Κι αὐτή ἡ προϋπόθεση τούς καθιστά ἱκανούς νά διαχειρίζονται δίκαια τά οἰκονομικά καί κοινωνικά ζητήματα τῆς κοινότητας. Ἀντίστοιχα, ἡ διακονία πού τούς ἀνατίθεται δέν θεωρεῖται ὑποδεέστερη καί δευτερεύουσα, ἀλλά λογίζεται ὡς μιά σημαντική καί βασική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί μέ τήν ἀναγνώριση στίς χριστιανικές κοινότητες ἀκόμη καί ἀπό Ρωμαίους αὐτοκράτορες, ὅπως ὁ Σεβῆρος, νά διαθέτουν συλλογική ἰδιοκτησία γιά τίς ἀνάγκες τους, θεμελιώθηκε ἡ ἀντίληψη περί ἱερῶν κτημάτων καί πραγμάτων. Κύριος ὑπεύθυνος γιά τή διαχείρισή τους ἔγινε ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς βοηθό τόν “οἰκονόμο”, “ὥστε μή ἀμάρτυρον εἶναι τήν οἰκονομίαν τῆς ἐκκλησίας, καί ἐκ τούτου σκορπίζεσθαι τά τῆς ἐκκλησίας πράγματα, καί λοιδορίαν τή ἱερωσύνη προστρίβεσθαι”. Ἀκόμη, στήν πατερική παράδοση γίνεται ἔντονη κριτική τοῦ ἔντοκου δανεισμοῦ, καταγγέλλονται ὡς αἰτίες οἰκονομικῆς ἐξαθλίωσης ἡ βαριά φορολογία καί ἡ τοκογλυφία, καί ἀπαγορεύεται στούς κληρικούς νά ἀποδέχονται χορηγίες γιά τίς ἀνάγκες τῆς ἐκκλησίας οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπό ἐκμετάλλευση καί ἀδικία.

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

Πῶς ὅμως ἀποκτήθηκε ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία; Ἡ χρησικτησία, ποὺ ἀφορᾶ τήν καλλιέργεια καί τή χρήση κτημάτων πάνω ἀπό 40 χρόνια, ἀποτελεῖ πάγια πρακτική ἀναγνώρισης κυριότητας. Γιά τούς ἰδιῶτες τό διάστημα ἦταν μικρότερο. Τά μοναστήρια ἀπέκτησαν περιουσία καί ἀπό τήν ἐργασία τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐκτός ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς γῆς, κατασκεύαζαν πλῆθος ἐργοχείρων καί τά πωλοῦσαν γιά τή συντήρησή τους. Σημαντικό μέρος τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ὀφείλεται καί σέ δωρεές ἀκινήτων καί χρημάτων, ἀφοῦ μέ τήν εὐθύνη τῶν μοναστηριῶν συντηροῦνταν σχολεῖα, συγκροτοῦνταν βιβλιοθῆκες καί φυλάσσονταν κειμήλια μεγάλης ἀξίας. Οἱ δωρητές προέρχονταν ἀπό ὅλες τίς τάξεις τῆς κοινωνικῆς ζωής. Βυζαντινοί αὐτοκράτορες καί μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους, ἡγεμόνες, κληρικοί ὅλων των βαθμῶν ἀλλά καί ἁπλοί χριστιανοί προσέφεραν διάφορες δωρεές.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΩΡΗΤΕΣ

Άλλη πηγή ἀπόκτησης τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας εἶναι ἡ προσωπική ἰδιοκτησία τῶν μοναχῶν, τήν ὁποία μετά τήν κουρά τους συνήθως διαθέτουν στό μοναστήρι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τά μοναστήρια κληρονομοῦν τήν περιουσία πλήθους μοναχῶν πού ἐγκαταβιώνουν σέ αὐτά. Μαρτυροῦνται ἀκόμη ἀγοραπωλησίες γιά ἀπόκτηση καλλιεργήσιμης γῆς, ἐργαστηρίων, μύλων κ.λπ. Καί ἀκόμη, πολλοί ὑπόδουλοι κατά τήν Τουρκοκρατία ἀφιέρωναν ἐθελουσίως τίς περιουσίες τους σέ ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς καί μοναστήρια καί οἱ ὀθωμανικές Ἀρχές τά ἀναγνώριζαν ὡς βακούφια, δηλαδή ὡς κοινωφελῆ ἱδρύματα. Ἄραγε αὐτό ἀποτελεῖ λόγο ἀφαίρεσής τους ἀπό τήν Ἐκκλησία κατά τήν Ἀπελευθέρωση; Ποιός θά μποροῦσε νά διερμηνεύσει τήν ἐπιθυμία τῶν δωρητῶν; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία γιά ποιόν ἀξιοποιεῖ τήν περιουσία, γιά τόν ἑαυτό της ἤ γιά τό κοινωνικό σύνολο, τόν λαό τοῦ Θεοῦ;

Πώς το σπάταλο κράτος «έγδυνε» σταδιακά την Εκκλησία της Ελλάδος

Καί πῶς ἀντιμετώπισε τό θέμα ἡ ἑλληνική Πολιτεία; Ὑπάρχουν πολλοί σταθμοί στήν πορεία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους» ἀπαντᾶ ὁ π. Βασίλειος «κατά τούς ὁποίους μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο ἡ ἑλληνική Πολιτεία ἀπαλλοτρίωσε, οἰκειοποιήθηκε, δήμευσε, δέσμευσε, φορολόγησε ἤ “ἀξιοποίησε” τήν ἐκκλησιαστική περιουσία. Θά ἀναφερθοῦν τρεῖς ἀπό αὐτούς.

Ἀπό τό 1917 μέχρι τό 1930 ἀπαλλοτριώθηκαν ἐκκλησιαστικές ἐκτάσεις ἀξίας ἄνω του 1.000.000.000 προπολεμικῶν δραχμῶν γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς. Τό κράτος κατέβαλε στό τότε Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο, πού εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπό τό ἴδιο γιά τή συντήρηση τοῦ κλήρου, μόνο 40.000.000. Τά ὑπόλοιπα 960.000.000 ὀφείλονται ἀκόμη.

Τό 1952 τό κράτος, μέ τήν ἀπειλή τῆς διακοπῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου καί ὕστερα ἀπό ἀφόρητες πιέσεις, ὑπέγραψε μέ τήν Ἐκκλησία “Σύμβασιν περί ἐξαγορᾶς ὑπό τοῦ Δημοσίου κτημάτων […] τῆς Ἐκκλησίας […] πρός ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καί ἀκτημόνων κτηνοτρόφων”. Ἔτσι παραχωρήθηκαν στό κράτος τά 4/5 τῆς καλλιεργούμενης ἤ καλλιεργήσιμης ἀγροτικῆς περιουσίας καί τά 2/3 τῶν βοσκοτόπων, μέ ἀντάλλαγμα νά λάβει ἡ Ἐκκλησία τό 1/3 τῆς πραγματικῆς ἀξίας, κάποια ἀστικά ἀκίνητα ἀμφίβολης ἀξίας καί 45.000.000 προπολεμικές δραχμές. 

Σστή σύμβαση αὐτή (1952) ἀναφέρεται ρητά, πρῶτον, ὅτι “ἡ ἀπαλλοτρίωση αὐτή εἶναι ἡ τελευταία, δέν πρόκειται νά ὑπάρξει νεότερη στό μέλλον” καί, δεύτερον, τό κράτος δεσμεύεται νά παρέχει κάθε ἀναγκαία ὑποστήριξη (ὑλική καί τεχνική), ὥστε ἡ Ἐκκλησία νά ἀξιοποιήσει τήν ἐναπομείνασα περιουσία της. Καί οἱ δύο ὅροι τῆς σύμβασης δέν τηρήθηκαν ποτέ. Ἀντίθετα, οἱ ὑπηρεσίες τοῦ κράτους, ἄλλοτε ἀμφισβητώντας τήν κυριότητα, ἄλλοτε χαρακτηρίζοντας δασικές ἤ “διακατεχόμενες” τίς μοναστηριακές ἐκτάσεις, ἄλλοτε κωλυσιεργώντας τήν ἔκδοση σχετικῶν ἀποφάσεων, ἐμπόδισαν τήν ἀξιοποίησή της σέ βάρος τοῦ λαοῦ.

ΝΟΜΟΣ ΤΡΙΤΣΗ

Ὁ τρίτος σταθμός τῆς πορείας αὐτῆς ἦταν τό 1987, μέ τόν νόμο 1700, τόν γνωστό ὡς νόμο Τρίτση. Μέ τίς διατάξεις του ἔγινε ἀπόπειρα ἀλλαγῆς τῶν κανόνων διαχείρισης καί διοίκησης τοῦ ΟΔΕΠ. Στόν ΟΔΕΠ, ποὺ τά μέλη του θά διορίζονταν ἀπό τό κράτος, “περιέρχεται αὐτοδικαίως ἡ ἀποκλειστική διοίκηση, διαχείριση καί ἐκπροσώπηση ὁλόκληρης της ἀκίνητης περιουσίας τῶν Ἱερῶν Μονῶν”. Στόν νόμο αὐτό προβλέπονταν ὅτι “μέσα σέ ἀποκλειστική προθεσμία ἕξι μηνῶν ὁ ΟΔΕΠ καί οἱ ΟΔΜΠ (Κρήτης) μποροῦν νά μεταβιβάσουν πρός τό ἑλληνικό Δημόσιο […] τήν κυριότητα τῆς ἐν λόγω περιουσίας”. 

Τό 1988 ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ὑποχώρησε καί, παρά τούς ἱερούς κανόνες, δέχθηκε νά ὑπογραφεῖ σύμβαση παραχώρησης στό Δημόσιο τῆς δασικῆς καί ἀγροτολιβαδικής περιουσίας τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τή σύμβαση ὑποχρεώθηκαν καί ὑπέγραψαν 149 μονές, ἐνῶ ἄλλες ἀρνήθηκαν νά τήν ὑπογράψουν. Ἐννέα ἀπό αὐτές προσέφυγαν στό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης καί δικαιώθηκαν. Ἡ ἱστορία δείχνει ὅτι τό κράτος μέχρι τώρα δέν τήρησε τίς δεσμεύσεις του. Ἁπλῶς ἀπογύμνωνε σταδιακά τήν Ἐκκλησία ἀπό τά περιουσιακά της στοιχεῖα, τά ὁποῖα “χάνονταν” μέσα στή γενικότερη σπατάλη. Τό μέλλον θά δείξει ἐάν θά σεβασθεῖ τούς ὅρους τῆς συμφωνίας πού ἀνακοινώθηκε στις 6/11/2018».

ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

Ἐν τέλει εἶναι ἀμύθητη ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία ἢ πρόκειται γιὰ ἀκόμη ἕνα μύθευμα; «Γιά νά ὑπάρχει σαφέστερη εἰκόνα γιά τό μέγεθος τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἡ ὁποία ἀνήκει σέ πολλά ΝΠΔΔ (πού δημοσιογραφικές πληροφορίες τά ἀνεβάζουν σέ 10.000, ἐννοεῖται προφανῶς ὅτι κάθε ἐνορία ἔχει καί μιά αὐλή στήν ὁποία παίζουν τά παιδιά καί πρέπει νά φορολογηθεῖ!), θά ἤθελα νά ἀναφέρω κάποια στοιχεῖα ἀπό μελέτη τῆς Ἀγροτικῆς Τράπεζας τοῦ 1983 πού δημοσιεύτηκε τό 1986.

Ἡ Ἑλλάδα ἔχει συνολική ἔκταση 131.957.4004 στρέμματα. Ἀπό αὐτά ἀγροτική γῆ γεωργοκτηνοτροφικοῦ ἐνδιαφέροντος εἶναι 29.500.000 στρέμματα δάση (22%), 52.500.000 στρέμματα βοσκότοποι (40%), 39.500.000 στρέμματα γεωργική γῆ (30%). Ἀπό τίς παραπάνω ἐκτάσεις τά 61.441.900 στρέμματα ἀνήκουν κατά κυριότητα 43.598.000 στό Δημόσιο, 15.553.200 στήν Τοπική Αὐτοδιοίκηση, 1.098.400 στίς συνεταιριστικές ὀργανώσεις, 1.292.300 στήν Ἐκκλησία. Δηλαδή στήν Ἐκκλησία ποσοστιαία ἀνήκει τό 1,4% τῶν δασικῶν ἐκτάσεων, τό 2,3% τῶν βοσκοτόπων καί τό 2,19% τῆς γεωργικῆς γῆς (ὅπου ὅμως τό Δημόσιο κατέχει τό 45,6% καί ἡ Τοπική Αὐτοδιοίκηση τό 30,8%). Ἀπό τίς ἐκτάσεις πού ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία (δηλαδή ἀπό τό 1.292.300), 367.000 στρέμματα εἶναι δάση, 735.300 βοσκότοποι καί 189.900 γεωργική γῆ. Τά δάση καί οἱ βοσκότοποι εἶναι σχεδόν ἀνεκμετάλλευτα καί τό 53% τῆς καλλιεργήσιμης γῆς βρίσκεται σέ ὀρεινές ἤ ἡμιορεινές περιοχές. Σημαντικό στοιχεῖο τῆς ἐν λόγω ἔρευνας εἶναι ὅτι κατά τή δεκαετία 1974-1983 “ἐγκαταλείπονται κάθε χρόνο καί κατά μέσο ὅρο 162.400 στρέμματα ἀγροτικῆς γῆς, πού περιλαμβάνουν 117.500 στρέμματα βοσκοτόπους, 32.800 στρέμματα δάση, 9.300 στρέμματα γεωργικῆ γῆ». Κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες οἱ ρυθμοί καί τά ποσοστά τῆς ἐγκαταλελειμμένης ἀγροτικῆς γῆς ἔχουν αὐξηθεῖ ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς γήρανσης τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καί ἄλλων παραγόντων. Ὅταν μελετοῦσα τά στοιχεῖα αὐτά, ἄκουσα τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος νά ἀνακοινώνει τήν πρόθεσή του νά δοθοῦν γιά καλλιέργεια ἐκτάσεις πού ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία, καί ἀναρωτήθηκα: Ποιός θά ἐπιστρέψει στήν ἐπαρχία νά καλλιεργήσει τή γῆ πού ἀνήκει στήν Ἐκκλησία; Ἐδῶ οἱ Νεοέλληνες ἔχουν ἐγκαταλείψει τίς δικές τους καλλιεργήσιμες ἐκτάσεις…

Πώς δικαιολογούνται οι μισθοί των ιερέων, τι ισχύει στην Ε.Ε. και το τεράστιο κοινωνικό έργο

Ὡς ἀντιστάθμισμα τῶν ἀπαλλοτριώσεων χωρίς οὐσιαστική ἐξόφληση ἀλλά καί τῶν παραχωρήσεων μέ συμβάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἦταν ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου ἀπό τό κράτος. Παράλληλα, εἶχε ὁρισθεῖ ἀρχικά φορολόγηση κατά 25% καί ἀργότερα 35% τῶν εἰσπράξεων τῶν ναῶν γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ σχετικοῦ ταμείου. Ἡ φορολόγηση αὐτή καταργήθηκε τό 2004. Ἰσχύουν ὅμως ἄλλες φορολογήσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, οἱ ὁποῖες ἔφτασαν τό 2011 τό ποσό τῶν 12.584.139,92 ευρώ. 

Ἐπειδή ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου εἶναι ἀποτέλεσμα συμβάσεων, σημαίνει ὅτι ὁποιαδήποτε διακοπή της θά ἔχει ἀποτέλεσμα τή λύση τῶν συμβάσεων καί τήν ἐπιστροφή τῶν παραχωρηθέντων στήν Ἐκκλησία. Ὁπότε θά προκύψει τεράστιο πρόβλημα.

9.500 ΚΛΗΡΙΚΟΙ

Ἀλλά πόσοι εἶναι οἱ κληρικοί ποὺ μισθοδοτοῦνται ἀπό τό κράτος; Σήμερα ὑπολογίζονται σέ 8.500 στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί περίπου 1.000 στήν Κρήτη καί στά Δωδεκάνησα, ἐνῶ ὑπάρχει ἱκανός ἀριθμός ἀποσπασμένων πού ὑπηρετοῦν τούς Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Σέ ὁρισμένες χῶρες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης οἱ θρησκευτικοί λειτουργοί ἀμείβονται ἀπό τό κράτος, ὅπως στό Βέλγιο, στήν Τσεχία, ὅπου ἔχουν μάλιστα ἀνταποδοτικό χαρακτήρα καί ἀφοροῦν τίς κατασχέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό τό πρώην κομμουνιστικό καθεστώς. Στή Γαλλία, στίς περιφέρειες τῆς Ἀλσατίας καί της Μοζέλ, μέ 3.500.000 πληθυσμό, οἱ κληρικοί τῶν ρωμαιοκαθολικῶν, τῶν προτεσταντῶν καθώς καί οἱ ραβίνοι πληρώνονται ἀπό τό δημόσιο ταμεῖο τοῦ κράτους. Στό Λουξεμβοῦργο οἱ κληρικοί καί οἱ ραβίνοι πληρώνονται ἀπό τό κράτος. Στή Ρουμανία οἱ λειτουργοί τῶν ἀναγνωρισμένων θρησκειῶν πληρώνονται ἀπό τό κράτος. Στή Σλοβακία τό κράτος ἐπιδοτεῖ τούς μισθούς τῶν κληρικῶν.

Στήν Ἑλβετία, στά περισσότερα ἀπό τά 26 καντόνια, οἱ ἰδιωτικές ἑταιρεῖες πληρώνουν ὑποχρεωτικά φόρο ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἑλλάδα οἱ ἐφημέριοι, ἄν καί μισθοδοτοῦνται ἀπό τό Δημόσιο, δέν ἀποκτοῦν τή δημοσιοϋπαλληλική ἰδιότητα οὔτε καί τήν ἰδιότητα ὑπαλλήλου ΝΠΔΔ, παρότι ἡ Ἐκκλησία καί τά νομικά της πρόσωπα εἶναι δημοσίου δικαίου, ἀφοῦ οἱ ἐφημέριοι εἶναι κυρίως θρησκευτικοί καί πνευματικοί λειτουργοί καί ὄχι συνήθεις διοικητικοί ὑπάλληλοι. Καί ἡ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν ἀπό τό Δημόσιο δέν τούς προσδίδει τήν ἰδιότητα δημοσίου ὑπαλλήλου. Καταβάλλεται ἀπό τήν Πολιτεία γιά χάρη τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἀποτελεῖ ὅμως ἀντιπαροχή γιά τήν ἐπιτέλεση τῶν ἱερατικῶν τους καθηκόντων, ἀλλά κάλυψη ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν βιοτικῶν τους ἀναγκῶν». 

Ἀποδίδουν στήν κοινωνία οἱ κληρικοί ὅσα εἰσπράττουν;Οἱ κληρικοί εἶναι οἱ μόνοι στόν δημόσιο χῶρο πού μέ πρωτοβουλία τους χτίζουν, δια-κοσμοῦν, συντηροῦν,ἀνακαινίζουν καί γενικά φροντίζουν τό χῶρο στόν ὁποῖο ἐργάζονται. Σέ κάθε Μητρόπολη ὑπάρχουν ἀνοιχτά πολλά ἐργοτάξια γιά δεκαετίες, ὅπου ἀπασχολοῦνται οἰκοδόμοι ὅλων των εἰδικοτήτων, τεχνίτες ἀλλά καί μαραγκοί, ξυλογλύπτες, ἁγιογράφοι, ἀργυροχόοι καί ἄλλοι. Τά χρήματα γιά ὅλα αὐτά τά ἔργα δέν προέρχονται ἀπό ἐπιχορηγήσεις τοῦ κράτους, ἀλλά κατά κανόνα ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί μικρούς δωρητές, πού βλέπουν τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας νά προάγεται. Οἱ Ἐπίσκοποι καί ἐφημέριοι πού ἀναλαμβάνουν τό ἔργο αὐτό γίνονται συχνά “ζητιάνοι”, γιά νά τό ὁλοκληρώσουν. Νά σημειωθεῖ ὅτι τά τελευταῖα χρόνια πολλοί ναοί, λόγω τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, ἔχουν ἀναστείλει τίς οἰκοδομικές ἐργασίες τους, δίνοντας προτεραιότητα στό κοινωνικό ἔργο. Ἀκόμη, σέ κάθε ναό ἀπασχολοῦνται μέ ἔμμισθη σχέση καί ἀσφάλιση ψάλτες, νεωκόροι, καθαριστές κ.λπ. Δέν εἶναι εὔκολο νά ὑπολογίσει κάποιος πόσες χιλιάδες οἰκογένειες ζοῦν σήμερα ἀπό τά “ἐργοτάξια τῆς Ἐκκλησίας”, χωρίς τήν παραμικρή ἐπιβάρυνση γιά τό κράτος.

Ἀνάλογο ἔργο γίνεται στά μοναστήρια ἀπό τούς μοναχούς, ποὺ ὄχι μόνο ἀνακαινίζουν καί συντηροῦν τίς κτιριακές ἐγκαταστάσεις καί διαφυλάσσουν τό φυσικό περιβάλλον, ἀλλά γίνονται ταυτόχρονα καί ἄμισθοι φύλακες τῶν μνημείων καί τῶν κειμηλίων μεγάλης ἀξίας πού θησαυρίζονται ἐκεῖ. 

Αφοῦ τόσα λέγονται ἔνθεν κακεῖθεν, ἄς ἀναφερθεῖ καί μιά ὑπόθεση ἐργασίας γιά τό μέλλον, πού εὔχομαι νά διαψευσθεῖ: Οἱ ἱεροί ναοί καί τά μοναστήρια πού χτίζονται σήμερα θά ἀποτελοῦν μετά ἀπό 150 καί πλέον χρόνια μέρος τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τοῦ τόπου. Τότε πιθανὸν νά ἐρίζουν οἱ ὑπεύθυνοι τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Πολιτείας (ἀρχαιολόγοι, συντηρητές, ἀρχιτέκτονες, τοπικοί παράγοντες καί φορεῖς μέ ἀρκετή πονηρία) μέ τούς ἐφημερίους καί τούς μοναχούς γιά την προστασία τῶν πολιτισμικῶν αὐτῶν θησαυρῶν, γιά τό “πῶς καί τό γιατί τῶν μνημείων”! Τότε θά “τρέχουν” οἱ “πολιτιστικά εὐαίσθητοι ὑπάλληλοι” πού ζοῦν ἀπό τόν πολιτισμό τῆς Ἐκκλησίας νά ἐπιτιμήσουν τούς κληρικούς, διότι “καταστρέφουν τά μνημεῖα πού ἀνήκουν στόν λαό”. Βέβαια, αὐτό συμβαίνει καί σήμερα, διότι ὑπάρχει διαφορετική θεώρηση: Οἱ μέν κρατικοί ὑπάλληλοι τά βλέπουν ὡς ἀπολιθώματα καί μνημεῖα τοῦ παρελθόντος, οἱ δέ κληρικοί καί ὁ πιστός λαός, ὡς χώρους ζωντανῆς ἔκφρασης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ἀνάπτυξης ὑψηλοῦ πολιτισμοῦ.

Ο ΑΔΑΠΑΝΗΤΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Σε κάθε περίπτωση, ἡ μεγαλύτερη περιουσία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι τά κτήματα καί τά χρήματα, ἀλλά τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ της. Σέ ἕναν κόσμο πού μετά τόν “θάνατο τοῦ Θεοῦ” ἀκολούθησε δυστυχῶς καί ὁ “θάνατος τοῦ πλησίον”, ἡ πίστη στόν Τριαδικό Θεό ἀποτελεῖ ἀδαπάνητο θησαυρό. Κι ἀκόμη περιουσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ στενή σύνδεσή της μέ τόν λαό καί τό συλλογικό του ὑποσυνείδητο. Οἱ πρωτογενεῖς σχέσεις τῶν κληρικῶν μέ τούς ἁπλούς ἀνθρώπους σέ ἐπίπεδο ἐνορίας καί γειτονιᾶς, καί κυρίως ἡ παντοειδής στήριξη στά ἀδύναμα καί ἀπροστάτευτα μέλη τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐπένδυσή της. Περιουσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό κεφάλαιο τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλπίδας. Τῆς ἐλπίδας πού χάνεται. Καί χωρίς ἐλπίδα, ἡ κοινωνία μας δέν μπορεῖ νά προαχθεῖ καί δέν μπορεῖ νά προοδεύσει καί νά ἀναπτυχθεῖ. Τήν ἐλπίδα αὐτή καλεῖται νά ἀναστήσει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μέ τόν προφητικό της λόγο, τήν ἐνοποιό κοινωνική της πρακτική καί τή διαυγῆ διδασκαλία της εἴτε τήν ἐμποδίζει εἴτε τή διευκολύνει τό κράτος.