Άγ. Δημήτριος Μπάδα: Ένα σπάνιο Βυζαντινό Μνημείο

Θυρανοίξια, Ακολουθία Όρθρου  και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία: Κυριακή 21 Οκτωβρίου  το πρωί από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

[Αναδημοσίευση από Εφημερίδα “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ”]

Όταν φτάνει στα χέρια μας ένας φάκελος από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας και τη διευθύντριά τους Δρ. Αναστασία Κουμούση είναι σίγουρο ότι θα περιλαμβάνει ένα μικρό θησαυρό.

Έτσι κι αυτή τη φορά. Μεσημέρι Παρασκευής παραλάβαμε το φάκελο που περιείχε ένα εγχειρίδιο για την αποκατάσταση ενός ακόμα μνημείου.

Διαβάζουμε «Στερέωση και αποκατάσταση βυζαντινού ναού Αγίου Δημητρίου Μπάδα Αχαΐα και συντήρηση των τοιχογραφιών αυτού». Το εγχειρίδιο συνοδεύονταν από την πρόσκληση των θυρανοιξίων του ναού την άλλη Κυριακή 21 Οκτωβρίου. Η ιερά ακολουθία θα τελεστεί από τις 7 το πρωί έως τις 10.00 από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών Χρυσόστομο. Και στη συνέχεια θα ακολουθήσει η παρουσίαση του έργου.

Επειδή δεν θα έχουν όλοι τη δυνατότητα να ανταποκριθούν σε αυτή την ξεχωριστή και ενδιαφέρουσα πρόσκληση  μία μικρή παρουσίαση αξιοποιώντας τα στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται στην σχετική έκδοση του υπουργείου Πολιτισμού και της Εφορείας Αρχαιοτήτων.

Σύμφωνα με τα όσα περιγράφει η κ. Κουμούση, ο Άγιος Δημήτριος στη θέση Μπάδα κοντά στο Πετροχώρι, είναι ένα από τα πλέον σημαντικά βυζαντινά μνημεία της Αχαΐας, μετόχι σήμερα της Μονής Μαρίτσας. Βρίσκεται 35 χλμ νοτιοδυτικά της Πάτρας, στην ορεινή δυτική Αχαΐα, η οποία κατά την βυζαντινή περίοδο αποτελούσε μια απομονωμένη περιοχή μιας μακρινής επαρχίας του βυζαντινού κράτους, της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με τα έως σήμερα δεδομένα, τα βυζαντινά αρχαιολογικά τεκμήρια που ανιχνεύονται στη δυτική Αχαΐα είναι λίγα και συνδέονται με τον μοναχισμό.

Τα μνημεία πληθαίνουν στους δυο αιώνες της Φραγκοκρατίας (13ο και 14ο αι.) και φαίνεται να συνδέονται με την σημασία που απέκτησε η περιοχή εντός του πολιτικο-στρατιωτικού φεουδαρχικού συστήματος καθώς βρισκόταν στο πέρασμα από την Ηλεία, όπου και η έδρα των Φράγκων, στην Αχαΐα.

Ο Άγιος Δημήτριος μια μικρή, κομψή εκκλησία, κτισμένη στους πρόποδες του όρους Μόβρη, προβάλλει σε μια στροφή του δρόμου, ανάμεσα στις κατάφυτες πλαγιές που την προστατεύουν από Βορρά, Δύση και Νότο, πάνω σε μικρό πλάτωμα, απ’ όπου η θέα προς την πεδινή Δύμη και τον Πατραϊκό κόλπο είναι απεριόριστη και μοναδική.

Το βυζαντινό κτίσμα, παρ’ όλες τις μεταγενέστερες επεμβάσεις, διακρίνει λιτότητα στη διάπλαση των διαφόρων τμημάτων του και αίσθηση του μέτρου, που αναμειγνύεται με μια ιδιαίτερη διακοσμητική διάθεση. Αυτά τα χαρακτηριστικά το κατατάσσουν στα ξεχωριστά μεσοβυζαντινά μνημεία της λεγομένης “Ελλαδικής Σχολής” στην Πελοπόννησο.

Το τοπωνύμιο Μπάδα, προέρχεται μάλλον από το αρβανίτικο «πάδε», που σημαίνει «ίσωμα» και προφανώς αναφέρεται στο πλάτωμα όπου είναι κτισμένο το μνημείο.

Η ΣΠΑΝΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Η σημασία του μνημείου έγκειται στον σπάνιο αρχιτεκτονικό του τύπο. Ο κυρίως ναός είναι “Μονόχωρος στον τύπο του ελεύθερου σταυρού με οκταγωνικό τρούλο”. Στην αρχική οικοδομική του φάση εσωτερικά οι κεραίες κατέληγαν σε κόγχες. Η νότια και η δυτική κεραία διατηρούν ακόμη την ημικυκλική τους απόληξη, ενώ η βόρεια έχει ακανόνιστη ορθογώνια κάτοψη οφειλόμενη σε μεταγενέστερη ανακατασκευή. Ο αρχιτεκτονικός τύπος γνωστός ήδη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο, επανεμφανίζεται κατά την μέση βυζαντινή, συνήθως σε καθολικά επαρχιακών μοναστηριών.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ

Ο κυρίως ναός είναι χτισμένος κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης, δηλαδή αποτελείται από καλολαξευμένους πωρόλιθους περικλειομένους από μονή σειρά πλίνθων στους οριζόντιους και συνήθως διπλή στους κατακόρυφους αρμούς. Χαρακτηριστικό της τοιχοποιίας της αρχικής βυζαντινής οικοδομικής φάσης είναι ο άφθονος κεραμοπλαστικός διάκοσμος που σε συνδυασμό με τον ανοιχτόχρωμο πωρόλιθο δίνει ζωντάνια στο εξωτερικό του ναού καταπολεμώντας τη μονοτονία. Υπάρχουν οδοντωτές ταινίες και επάλληλες ζώνες από ψευδο-κουφικά κοσμήματα και έγκοπτα τούβλα που σχηματίζουν μαιάνδρους, κλειδόσχημα και σιγμοειδή μοτίβα.

Από τα επτά μνημεία που εντοπίζονται στην Πελοπόννησο, ο Άγιος Δημήτριος είναι το μοναδικό στην Αχαΐα. Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται μικρά τμήματα ψηφιδωτού δαπέδου από μεγάλες λίθινες ψηφίδες.

Ο ναός έχει χρονολογηθεί από τον Αναστάσιο Ορλάνδο στο τέλος του 12ου αιώνα. Τα μορφολογικά-κατασκευαστικά στοιχεία του μνημείου καθώς και τα πρόσφατα ανασκαφικά δεδομένα οδηγούν με ασφάλεια σε μια χρονολόγηση στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα.

Όλος ο ναός έχει υποστεί εκτεταμένες επεμβάσεις, κάποιες ήδη στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Η προσθήκη στα μέσα του 18ου αιώνα νάρθηκα κτισμένου με ντόπιο σκληρό ασβεστόλιθο, πιθανόν συνδέεται με ακμή της μονής και εντάσσεται στην ανακαίνιση που αναφέρεται στην γραπτή επιγραφή που σώζεται πάνω από την θύρα εισόδου στον κυρίως ναό. Την ίδια περίοδο, το 1750, αγιογραφήθηκε και όλο το μνημείο από τον Ανδρέα αναγνώστη, σύμφωνα με την παραπάνω επιγραφή. Ακολουθείται πιστά το καθιερωμένο ήδη από την μεσοβυζαντινή περίοδο εικονογραφικό πρόγραμμα, σύμφωνα με τον συμβολισμό κάθε τμήματος του ναού.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Το μνημείο επλήγη σοβαρά από τον σεισμό της 8ης Ιουνίου 2008 και έκτοτε δεν λειτουργεί λόγω των σοβαρών δομικών προβλημάτων που παρουσιάζει. Η μεγαλύτερη βλάβη του ήταν η κατάρρευση της καμάρας του νάρθηκα.

«Η Εφορεία μας έλαβε το 2009 τα πρώτα σωστικά μέτρα για την άρση της ετοιμορροπίας του, με υποστυλώσεις και αντιστηρίξεις. Εσωτερικά όλοι οι θόλοι υποστυλώθηκαν αφού οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με ειδικό αντικραδασμικό υλικό».

Το έργο της στερέωσης και αποκατάστασης του μνημείου υλοποιήθηκε μέσω Προγραμματικής Σύμβασης μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη και του Ιδρύματος X. Κ. Λεβέντη. Περιελάμβανε στερέωση του βυζαντινού ναού, συντήρηση των τοιχογραφιών του και διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου με ήπιες επεμβάσεις, σύμφωνα με εγκεκριμένες μελέτες και την πρόταση που εκπόνησε η γεωπόνος-αρχιτέκτων τοπίου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης Δρ. Όλγα Μπακιρτζή. Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 2016 και ολοκληρώθηκαν τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Αποκαλύφθηκαν κιβωτιόσχημοι τάφοι και ελεύθερες ταφές βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Στο Ιερό βήμα, η ανασκαφή έφερε στο φως λείψανα του αρχικού δαπέδου, την βάση της αρχικής Αγίας Τράπεζας, επί της οποίας κτίστηκε η σημερινή, προφανώς κατά την φάση ανακαίνισης της μονής το 1750, καθώς και μικρό χωνευτήριο.

Στον περιβάλλοντα χώρο αποκαλύφθηκε δυτικά του ναού η Τράπεζα της μονής με πλίνθινο δάπεδο στην ημικυκλική της κόγχη, καθώς και λείψανα κτιρίων σε κακή κατάσταση διατήρησης.

Η μελέτη συντήρησης των τοιχογραφιών εκπονήθηκε από τους συντηρητές της Εφορείας Αναστασία Σαμπαζιώτη και Ζώη Γκρίλλα.