Ομιλία Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, “στην Μεταμόρφωση του Κυρίου”

(Ο Χριστός είναι ο σκοπός κι η ολοκλήρωση του νόμου και των προφητών)

Οι καλοί αθλητές ευχαριστιούνται με τα χειροκροτή­ματα των θεατών, και με την προσμονή του επάθλου προπονούνται κι ετοιμάζονται για τη νίκη που τους αξίζει. Το ίδιο κι όσοι επιδιώκουν να πετύχουν την από­λαυση των θείων δωρεών, όσοι ποθούν να συμμετάσχουν στην προορισμένη για τους αγίους αιώνια ζωή· αναλαμβάνουν ολοπρόθυμα τους αγώνες που συνεπάγεται η χριστιανική ευσέβεια, και κατορθώνουν να φτά­σουν σε ύψος αρετής, γιατί αρνούνται το δρόμο της καθόλου αποδοτικής οκνηρίας και της άνανδρης δειλί­ας· αντίθετα, ατρόμητοι κατατροπώνουν κάθε πειρασμό, και αδιαφορούν για τους εναντίον τους διωγμούς, και θεωρούν ευτύχημα και πλούτο τους τα παθήματα για το Χριστό. Κι όλα αυτά γιατί ποτέ δεν ξεχνούν τα γραφό­μενα του Αποστόλου Παύλου “ότι ουκ άξια τα παθή­ματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς” (Ρωμ. 8,18).

Ο ίδιος ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός, άλλωστε, μεταχειρίστηκε μια θαυμαστά προσαρμοσμένη στην α­νάγκη μέθοδο για να βοηθήσει τους αγίους Αποστό­λους να καταλάβουν αυτό το θέμα. Τους είπε· “Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν εαυτού, και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι απολέσει αυτήν· ος δε απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν” (Ματθ. θ’ 16,24 εξ.). Η εντολή αυτή του Χριστού είναι σωτήρια· αρμόζει σε διαλεχτούς, εξασφαλίζει την αιώνια δόξα, κάνει να περιμένει κανείς με λαχτάρα το τέρμα του βίου. Γιατί η επιλογή του πάθους για χάρη του Χριστού δεν μένει χωρίς ανταπόδοση· αντίθετα, έχει ως αποτέλεσμα την απόλαυση της αιώνιας ζωής και δόξας.

Ωστόσο, την εποχή που οι μαθητές δεν είχαν πάρει ακόμη τη δύναμη με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύ­ματος ήταν φυσικό να διακατέχονται από ανθρώπινη αδυναμία. Έτσι δεν δίστασαν, αφού πέρασε από το νου τους, να ρωτήσουν: Μα πώς είναι δυνατό ν’ αρνηθεί κανείς τον εαυτό του; Ή πώς γίνεται να ξαναβρίσκει κανείς τη ζωή του μια και την χάσει; Ή ποιό ισοδύναμο βραβείο μπορούν να περιμένουν όσοι υποστούν αύτη την απώλεια της ζωής; και ποιες δωρεές έχουν να εισπράξουν; Προκειμένου, λοιπόν, ο Χριστός να τους αποσπάσει τη σκέψη απ’ αυτές τις αμφιβολίες, να τους προστατεύσει απ’ το να παγιδευτούν σ’ αυτές τις απο­ρίες, και κατά κάποιο τρόπο να τους εμπνεύσει γεν­ναίο φρόνημα, γεννώντας μέσα τους το ζήλο για τη δό­ξα που θα τους προσφερθεί, τους λέει: “Λέγω ημίν, εισίν τινες των ώδε εστηκότων, οϊτινες ου μη γεύσονται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού” (Ματθ. 16,28 Μαρκ. 9,1 Λουκ. 9,27).

Άραγε επρόκειτο να μηκυνθεί τόσο πολύ η περίοδος της ζωής τους, ώστε να φτάσουν σε κείνη την εποχή οπόταν, καθώς θα ολοκληρώνεται η προκαθορισμένη πορεία του κόσμου, θα κατέβει από τον ουρανό ο Κύ­ριος για να εγκαθιδρύσει την προορισμένη για τους δι­αλεχτούς βασιλεία; Βέβαια και κάτι τέτοιο θα μπορούσε οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί από το Θεό. Όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν, τίποτε δεν υπάρχει ακατόρθωτο ή αθεράπευτο για τα παντοδύναμα κελεύσματά του. Εξάλλου βασιλεία ονομάζει τη θέα της δόξας μες στην οποία θα εμφανισθεί τότε, όταν θ’ αστράψει η γη με την παρουσία του. Γιατί τότε θα έρθει περιβεβλημένος τη δ0ξα του Θεού-Πατρός και όχι μέσα στην ανθρώπινη ασημαντότητα.

Πώς, λοιπόν, προσφέρει τη θέα αυτού του θαύματος σ’ εκείνους που έδωσε την υπόσχεση; Ανεβαίνει στο όρος παίρνοντας μαζί του τρεις απ’ αυτούς τους πιο διαλεχτούς· μεταμορφώνεται ακτινοβολώντας μια εξαιρετική λαμπρότητα ταιριαστή μόνο στο Θεό, έτσι που τα ενδύματά του να φαίνονται διάφανα από το αντιφέγγισμα του φωτός· περιστοιχίζεται από τον Μωυσή και τον Ηλία οι οποίοι κουβεντιάζουν μεταξύ τους για “την έξοδον αυτού, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ” (Λουκ. 9,31), δηλαδή για το μυστήριο της ένσαρκης οι­κονομίας του Κυρίου, για το πάθος του το σωτήριο, τον τίμιο σταυρό του, εννοώ. Άλλωστε, είναι αλήθεια πως ο μωσαϊκός νόμος και οι διακηρύξεις των αγίων προφητών είχαν προαναγγείλει το μυστήριο του Χριστού· ο νόμος αποκλειστικά με σύμβολα και διαγράμματα σαν να το κατέγραφε σε πίνακα, και οι προφήτες με διάφορες συγ­κεκριμένες εκφράσεις, όπως ότι θα φανεί κάποτε με τη δική μας ανθρώπινη μορφή, και ότι για τη σωτηρία και την επιβίωση όλων μας δε θ’ αρνηθεί να υποστεί και το θάνατο πάνω στο ξύλο του σταυρού. Έτσι, λοιπόν, η εμφάνιση του Μωυσή και του Ηλία, και η συζήτηση με­ταξύ τους δεν ήταν παρά μια φιλάνθρωπη πρόνοια που σκόπευε να παρουσιάσει τον Κύριό μας Ιησού Χριστό περιστοιχισμένο από το νόμο και τους προφήτες καθώς είχε προαναγγελθεί απ’ αυτούς, αμοιβαία αλληλοσυμπληρούμενους, ως αδιαφιλονίκητος εξουσιαστής τους. Γιατί καθόλου δε συγκρούεται το περιεχόμενο του νόμου με τις προαγγελίες των προφητών. Και για να δηχθεί ακριβώς αυτό είναι που εμφανίστηκαν να συνομιλούν ο ιερότατος Μωυσής και ο σπουδαιότερος από τους προφήτες, ο Ηλίας.

  Όμως πρέπει και κάτι άλλο να σκεφτούμε. Επειδή ο κόσμος που παρακολουθούσε τα κηρύγματα του Χριστού, έλεγαν άλλοι πως είναι ο Ηλίας, άλλοι πως ο Ιερεμίας ή κάποιος από τους υπόλοιπους προφήτες, κάλεσε στη βουνοκορφή της μεταμόρφωσής του ο Χριστός τους κορυφαίους, ώστε να γίνει ξεκάθαρη διάκριση ανά­μεσα στους δούλους και του αφέντη.

Κι ακόμα είναι σκόπιμο να εκθέσουμε και μια άλλη ερμηνεία. Οι  Εβραίοι συνεχώς κατηγορούσαν τον Κύ­ριο ότι παραβαίνει το νόμο, και τον υπολόγιζαν ως υβριστή του Θεού και σφετεριστή δόξας που δεν του ανήκε, εκείνης του Θεού-Πατρός, κι έλεγαν “Ούτος ουκ έστιν εκ του Θεού, ότι το Σάββατον ου τηρεί” (Ιω. 9,16) ή “Περί καλού έργου ου λιθάζομέν σε, αλλά περί βλα­σφημίας, και ότι, άνθρωπος ων, ποιείς σεαυτόν Θεόν” (Ιω. 10,33). Συγκαλεί, λοιπόν, στο πλευρό του τον Μωυ­σή και τον Ηλία, δύο άνδρες που διακρίθηκαν στο δια­φέντεμα των δικαιωμάτων του Θεού, για να αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες και για τα δύο εγκλήματα πηγάζουν μό­νο από κακή πρόθεση· κι ακόμα ότι είναι ανεύθυνος και για τα δύο, μια και όσα ενεργεί ούτε παράβαση του νό­μου συνιστούν, ούτε σφετερισμό ανάρμοστης δόξας αποτελεί ο ισχυρισμός του ότι είναι ισότιμος με τον Πατέ­ρα. Γιατί ο Μωυσής ήταν εκείνος που παρέδωσε το νό­μο, και μπορούσαν να αντιληφθούν οι Ιουδαίοι πως δε θα παρέβλεπε την, καθώς νόμιζαν, παράβασή του. Κι ο Ηλίας πάλι αγωνίστηκε για την επικράτηση της δόξας του Θεού, και δε θα παρίστατο και δε θα υπάκουε σ’ έναν αντίθεο που ονόμαζε τον εαυτό του ισότιμο Θεό, χωρίς να είναι αυτό που ισχυριζόταν και χωρίς να του ταιριάζει αυτό που έκανε.

Είναι και μια άλλη αιτία που σ’ αυτή τη συνάφεια πρέ­πει να ειπωθεί. Ο Χριστός μεταμορφώθηκε έτσι για να πληροφορηθούν όλοι ότι εξουσιάζει εξίσου τη ζωή και το θάνατο. Γι’ αυτό είναι που φέρνει και το ζωντανό, τον Ηλία που ξέρουμε ότι ανελήφθη, και το νεκρό, τον Μω­υσή. Άλλωστε οι δύο άνδρες που εμφανίστηκαν δεν έμειναν σιωπηλοί, σαν φαντάσματα, αλλά μιλούσαν μεταξύ τους για την ένδοξη πορεία του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, δηλαδή για το πάθος, το σταυρικό θάνατο και την ανάστασή του.

Σύμφωνα με την ευαγγελική περιγραφή οι μακάριοι μαθητές, όση ώρα ο Χριστός ήταν αφοσιωμένος στην προσευχή, νύσταξαν και τους πήρε ο ύπνος — πόση συγκατάβαση στις ανθρώπινες ανάγκες. Υστέρα, όμως, ξύπνησαν και παρακολούθησαν τη σεβάσμια και παρά­δοξη μεταμόρφωση του Κυρίου. Ο θεσπέσιος Πέτρος νόμισε τότε πως έφτασε ίσως η ώρα της επικράτησης της βασιλείας του Θεού, και εκδηλώνοντας την προτί­μησή του για διαμονή πάνω στα βουνά την ώρα της συντέλειας του κόσμου, προτείνει, χωρίς να καταλαβαί­νει τις συνέπειες, να στηθούν τρείς σκηνές. Αλλά δεν είχε φτάσει η στιγμή της ολοκλήρωσης του κύκλου των αιώνων, κι ούτε ήταν η κατάλληλη ώρα να απολαύσουν οι διαλεχτοί τη συμμετοχή τους στην επαγγελμένη ελπί­δα. Άλλωστε ο Παύλος λέει· “Ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών, εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού” (Φιλιππ. 3,21), δη­λαδή του Χριστού. Μια όμως και η πορεία του θεϊκού σχεδίου για τη λύτρωση του ανθρώπου βρισκόταν ακόμα στην αρχή της και καθόλου δεν είχε ολοκληρωθεί, πώς θα ’ταν δυνατό ο Χριστός που ήρθε στη γη εξαιτίας της αγάπης του προς τον κόσμο, να έχει σταματήσει να θέλει να θυσιαστεί για χάρη του; Γιατί έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα υπομένοντας το σαρκικό θάνατο και παράλληλα καταργώντας τον με την ανάσταση από τους νεκρούς. Είναι ολοφάνερο, λοιπόν, ότι ο Πέτρος δεν είχε ακριβή συνείδηση αυτού που είπε.

Εντούτοις, συγχρόνως με την παράδοξη και απερίγραπτη θέα της δόξας του Χριστού, συνέβη και κάτι ακόμα, χρήσιμο και αναγκαίο στην ενίσχυση της πίστης σ’ αυτόν, τόσο των μαθητών, όσο και των κατοπινών χριστιανών. Ακούστηκε, δηλαδή, από ψηλά φωνή του Θεού-Πατρός να λέει “Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα, αυτού ακούετε” (Ματθ. 17,5). Και καθώς ακουγόταν η φωνή, λέει ο ευαγγελιστής, εγκαταλείφθηκε μόνος ο Χριστός. Τί έχει να πει σ’ αυτά ο σκληροτρά­χηλος Ιουδαίος, που δύσκολα καταλαβαίνει κι ακόμα πιο δύσκολα πείθεται, που η σκληρότητα της καρδιάς του δεν αφήνει περιθώρια νουθεσίας; Να! ενώ παρίσταται ο Μωυσής, ο Πατήρ δίνει εντολή στους αγίους Αποστόλους να υπακούουν σ’ αυτόν· αλλ’ αν η θέλη­ση του Πατρός ήταν να τηρούν τις εντολές του Μωυσή, θα τους έλεγε να υπακούουν στον Μωυσή, να μένουν πι­στοί στο νόμο. Τώρα όμως λέει τέτοιο πράγμα ο Θεός-Πατήρ· αντίθετα, μπροστά στον Μωυσή και τον προφήτη Ηλία τους διατάσσει να υπακούουν στο Χρι­στό. Μάλιστα, για να μην υπάρξει περίπτωση παρεξήγη­σης από κανέναν που θα νόμιζε ότι τους πρόσταξε ο Πατήρ να υπακούουν στον Μωυσή και όχι στο σωτήρα όλων μας το Χριστό, ο ευαγγελιστής ξεκαθάρισε τα πρά­γματα πέρα για πέρα λέγοντας ότι όταν ακούστηκε η φωνή, ο Ιησούς ήταν πια μόνος πάνω στη βουνοκορφή. Πράγματι, όταν ο Θεός-Πατήρ έδωσε σαν μέσα από τα σύννεφα την εντολή στους αγίους Αποστόλους λέγον­τας “Αυτού ακούετε”, ο Μωυσής ήταν φευγάτος κι ο Ηλίας δεν ήταν, επίσης, εκεί· μόνο ο Χριστός ήταν μπροστά. Έτσι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τους διέταξε να υπακούουν σ’ αυτόν. Άλλωστε ο Χριστός είναι ο σκοπός κι η ολοκλήρωση του νόμου και των προφητών. Γι’ αυτό ακριβώς είχε βροντοφωνήσει στον Ιουδαϊκό λαό· “Ει επιστεύετε Μωσεί, επιστεύετε αν εμοί· περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν” (Ιω. 5.46).

Και επειδή οι  Ιουδαίοι, αδιαφορώντας για την εντολή του πάνσοφου Μωυσή, και αθετώντας το λόγο του Θεού που τους μεταδόθηκε με τους αγίους προφήτες, έμειναν ως το τέλος προσηλωμένοι στην πλάνη τους, στερήθη­καν μια για πάντα τα αγαθά που υποσχέθηκε ο Θεός στους προγόνους τους. “Υπακοή γαρ υπέρ θυσίαν αγαθή, και η επακρόασις, υπέρ στέαρ αρνών” (Α’ Βασ. 15,22), όπως έχει γραφτεί.

Άσχετα όμως με τους Ιουδαίους, εμείς που αποδεχτήκαμε ανεπιφύλακτα τη φανέρωση του Θεού, μακάρι με κάθε τρόπο να απολαύσουμε όλα τα αγαθά που προξενήθηκαν από τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο· διά του οποίου και μαζί μ’ αυτόν ας δοξάζεται κι επικρατεί ο Θεός-Πατήρ και το Άγιο Πνεύμα στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.