Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ο προφήτης Ηλίας (Ηλιού) ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (Θισβέ) της περιοχής Γαλαάδ, που βρίσκεται  δυτικά του ποταμού Ιορδάνη, γι’ αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης (Γ’ Βασιλέων 17,1). Ανήκε στην φυλή του Ααρών και το όνομά του σημαίνει “ο Γιαχβέ είναι Θεός”. Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα. Είναι από τους γνωστότερους και μεγαλύτερους προφήτες του Ισραήλ.

Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΑΝΟΜΒΡΙΑ ΚΑΙ Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΧΕΙΜΑΡΡΟ ΧΟΡΡΑΘ

Ο προφήτης Ηλίας εμφανίστηκε σε μια δύσκολη εποχή για τον Ισραήλ, όταν στο βόρειο βασίλειο βασίλευε ο Αχαάβ, ένας κακός και ασεβής βασιλιάς, που επηρεαζόταν από την ειδωλολάτρισσα σύζυγό του Ιεζάβελ. Ο προφήτης Ηλίας, ως απεσταλμένος του Θεού, πηγαίνει στο βασιλιά Αχαάβ και προφητεύει ότι θ’ ακολουθήσουν τρία χρόνια ανομβρίας στη χώρα.

Έπειτα ο Κύριος είπε στον Ηλία, προκειμένου ν’ αποφύγει την οργή του Αχαάβ, να πάει στ’ ανατολικά και να κρυφτεί στο χείμαρρο Χορράθ, ανατολικά του Ιορδάνη. Έτσι ο Ηλίας υπάκουσε στην εντολή του Κυρίου και κρύφτηκε στο χείμαρρο Χορράθ. Εκεί οι κόρακες, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, του έφερναν ψωμί το πρωΐ και κρέας το βράδυ. Κι από το χείμαρρο έπινε νερό. Μετά όμως από μερικές ημέρες ξεράθηκε ο χείμαρρος, γιατί υπήρχε ανομβρία στη χώρα (Γ’ Βασιλέων 17,1-7).

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΧΗΡΑ ΤΗΣ ΣΑΡΕΠΤΑ – Ο προφήτης Ηλίας στο χείμαρρο Χορράθ

Όταν ξεράθηκε ο χείμαρρος, ο προφήτης Ηλίας πήρε καινούρια εντολή από τον Κύριο, να πάει στη Σαρεπτά, στην περιοχή της Σιδώνας, και να μείνει εκεί. Ο Κύριος έδωσε εντολή σε μια χήρα να φροντίζει για την τροφή του προφήτη. Σηκώθηκε, λοιπόν, ο Ηλίας και πήγε στη Σαρεπτά.

Όταν έφτασε στην πύλη της πόλης, είδε μια χήρα που μάζευε ξύλα. Της φώναξε και της ζήτησε να του φέρει λίγο νερό σ’ ένα κύπελλο για να πιει.  Ενώ αυτή πήγαινε να φέρει νερό, ο Ηλίας της φώναξε ξανά να του φέρει και λίγο ψωμί, από εκείνο που κρατούσε στο χέρι της. Εκείνη του απάντησε, ότι δεν είχε ψωμί, παρά μόνο μια χούφτα αλεύρι στο πιθάρι και λίγο λάδι στο δοχείο. Και ότι πήγε εκεί για να μαζέψει λίγα ξύλα, για να ετοιμάσει για κείνη και το γιο της ό,τι έχει απομείνει από το αλεύρι, και μετά να πεθάνουν από την πείνα.

Ο Ηλίας όμως της είπε να μην ανησυχεί και να πράξει όπως είπε. Μόνο να φτιάξει πρώτα μια μικρή λαγάνα για κείνον κι έπειτα να φτιάξει για κείνη και το γιο της. Γιατί ο Κύριος είπε, ότι το πιθάρι με το αλεύρι δεν θ’ αδειάσει και το λάδι στο δοχείο δεν θα λιγοστέψει, ως τη μέρα που ο Κύριος θα στείλει βροχή ξανά στη γη.

Πήγε, λοιπόν, η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο προφήτης. Κι έμεινε ο Ηλίας στο σπίτι της και τρώγανε για πολλές μέρες. Πράγματι, το πιθάρι με το αλεύρι δεν άδειασε και το λάδι στο δοχείο δε λιγόστεψε, όπως ακριβώς είχε πει ο Κύριος μέσω του Ηλία (Γ’ Βασιλέων 17,8-16).

Έπειτα από τα γεγονότα αυτά αρρώστησε ο γιος της γυναίκας. Η αρρώστια του ήταν πάρα πολύ βαριά, ώστε έσβησε πλέον η ζωή του. Τότε η γυναίκα είπε στον Ηλία: «Τι είμαι εγώ για σένα, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες στο σπίτι μου για να θυμηθεί ο Κύριος της αμαρτίες μου και να θανατώσει το γιο μου;»

Τότε ο Ηλίας της ζήτησε να του φέρει το παιδί της. Το πήρε από την αγκαλιά της και το ανέβασε στο ανώγι, όπου έμενε ο ίδιος, και το ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι του. Προσευχήθηκε τότε στον Κύριο και του είπε, γιατί έκανε κακό στη χήρα που τον φιλοξενεί και άφησε να πεθάνει ο γιος της; Μετά φύσηξε πάνω στο παιδί τρεις φορές και προσευχήθηκε στον Κύριο να επιστρέψει πίσω η ψυχή του παιδιού.

Ο Κύριος άκουσε την επίκληση του Ηλία, ξαναγύρισε η ψυχή του παιδιού μέσα του και αναστήθηκε. Και τότε φώναξε δυνατά το παιδί. Ο Ηλίας πήρε το παιδί και το παρέδωσε στη μητέρα του, λέγοντας πως το παιδί της είναι ζωντανό. Εκείνη του απάντησε, ότι έχει πεισθεί πως είναι άνθρωπος του Θεού και πως ό,τι προφητεύει είναι πραγματικά λόγος του Κυρίου (Γ’ Βασιλέων 17,17-24).

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΧΑΑΒ

Μετά από πολύν καιρό, το τρίτο έτος της ξηρασίας, ο Κύριος έδωσε εντολή στον Ηλία να παρουσιαστεί στον Αχαάβ και του είπε ότι θα στείλει βροχή στη γη. Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Ηλίας να πάει στον Αχαάβ, ενώ η πείνα λόγω της ανομβρίας είχε επιδεινωθεί στη Σαμάρεια. Ο Αχαάβ εκείνες τις μέρες είχε καλέσει τον Αβδιού, τον αρχιοικονόμο του, ο οποίος σεβόταν πολύ τον Κύριο. Κι όταν η Ιεζάβελ είχε διατάξει να θανατώσουν τους προφήτες του Κυρίου, ο Αβδιού είχε πάρει εκατό προφήτες και τους είχε κρύψει από πενήντα σε δύο σπήλαια και τους προμήθευε ψωμί και νερό. Ο Αχαάβ, λοιπόν, είχε πει στον Αβδιού να πάνε σε όλες τις πηγές και στους χειμάρρους της χώρας, μήπως βρουν χορτάρι για να ταΐσουν τα άλογα και τα μουλάρια του παλατιού, πριν πεθάνουν μέσα στους στάβλους. Μοίρασαν, λοιπόν, τη χώρα ώστε να πάνε παντού. Ο Αχαάβ πήρε τον ένα δρόμο και ο Αβδιού πήρε τον άλλο δρόμο.

Στο δρόμο του ο Αβδιού συνάντησε τον προφήτη Ηλία. Τον αναγνώρισε, τον προσκύνησε και του είπε: «Εσύ είσαι αλήθεια ο Ηλίας;» Ο προφήτης Ηλίας του απάντησε «Εγώ είμαι. Πήγαινε να πεις στον κύριό σου ότι ο Ηλίας είναι εδώ». Τότε ο Αβδιού του είπε: «Σε τι αμάρτησα και θέλεις να ρίξεις το δούλο σου στα χέρια του Αχαάβ, να με θανατώσει; Σε διαβεβαιώνω, ενώπιον του Κυρίου, ότι δεν υπάρχει έθνος και βασίλειο που ο Αχαάβ να μην έστειλε να σε αναζητήσουν. Κι όταν του έλεγαν ότι δεν ήσουν εκεί, αυτός παρέδιδε στη φωτιά τη χώρα εκείνη. Και τώρα εσύ μου λες να πάω να του πω πως είσαι εδώ; Κι αν τώρα που θ’ αποχωριστούμε το Πνεύμα του Κυρίου σε μεταφέρει αλλού, κι εγώ πάω να ειδοποιήσω τον Αχαάβ κι έπειτα δεν σε βρει, τότε πάνω στο θυμό του θα με θανατώσει. Αλλά εγώ, ο δούλος σου, σέβομαι τον Κύριο από τα νιάτα μου. Ασφαλώς δεν θα ξέρεις, κύριε μου, τι έκανα, όταν η Ιεζάβελ διέταξε να θανατώσουν τους προφήτες του Κυρίου; Εγώ έκρυψα εκατό προφήτες, πενήντα σε κάθε σπηλιά και τους προμήθευα ψωμί και νερό. Και τώρα μου λες να πάω να πω στον κύριό μου πως ο Ηλίας είναι εδώ; Τότε είναι που θα με θανατώσει!» (Γ’ Βασιλέων 18,1-14).

Ο Ηλίας τον καθησύχασε και τον διαβεβαίωσε, ενώπιον του Κυρίου, πως σήμερα θα παρουσιαστεί στον Αχαάβ οπωσδήποτε. Έτσι ο Αβδιού πήγε και βρήκε τον Αχαάβ και του έδωσε το μήνυμα του προφήτη. Πράγματι ο Αχαάβ πήγε να συναντήσει τον Ηλία. Μόλις τον είδε, του είπε: «Εσύ είσαι που αναστατώνεις τον ισραηλιτικό λαό;» Ο Ηλίας του απάντησε: «Δεν αναστατώνω εγώ τον λαό, αλλά εσύ και η οικογένεια του πατέρα σου, επειδή αρνηθήκατε να υπακούσετε τις εντολές του Κυρίου και λατρέψατε το Βάαλ. Τώρα, λοιπόν, στείλε και συγκέντρωσε όλους τους Ισραηλίτες, στο όρος Κάρμηλος, όπως επίσης και τους 450 ιερείς του Βάαλ καθώς και τους 400 ιερείς της Αστάρτης, τους προστατευόμενους της βασίλισσας Ιεζάβελ» (Γ’ Βασιλέων 18,15-19).

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΒΑΑΛ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΣΤΑΡΤΗΣ

Ο Αχαάβ έστειλε μήνυμα σ’ όλους τους Ισραηλίτες, κι επίσης συγκέντρωσε και τους προφήτες στο όρος Κάρμηλος.  Ηλίας πλησίασε το λαό και τους είπε: «Ως πότε ε­σείς θα αμφιταλαντεύεστε; Αν ο Κύριος εί­ναι θεός, ακολουθήστε τον κι αν είναι ο Βά­αλ, ακολουθήστε εκείνον». Ο λαός όμως δεν του απαντούσε τίποτα. Τότε ο Ηλίας τους είπε: «Εγώ απέμεινα μόνος προφήτης του Κυρίου, ενώ οι προφήτες του Βάαλ είναι τετρακόσιοι πενήντα.  Ας μας φέρουν δύο μοσχάρια κι ας διαλέξουν το ένα για τον ε­αυτό τους· ας το κομματιάσουν κι ας το βά­λουν πάνω στα ξύλα· φωτιά όμως να μη βά­λουν. Εγώ θα πάρω το άλλο μοσχάρι και θα το βάλω πάνω στα ξύλα και δε θα βάλω φω­τιά.  Ας επικαλεσθούν αυτοί το όνομα του θεού τους και θα επικαλεστώ κι εγώ το όνο­μα του Κυρίου. Όποιος θεός απαντήσει με φωτιά, αυτός θα είναι ο αληθινός θεός». Κι όλος ο λαός απάντησε: «Σωστά μίλησες».

Ο Κύριος ανώτερος θεός από το Βάαλ

Τότε ο Ηλίας είπε στους προφήτες του Βάαλ: «Διαλέξτε για τον εαυτό σας το ένα μοσχάρι και κάντε την αρχή, γιατί εσείς είστε και οι περισσότεροι. Επικαλεσθείτε το όνομα του θεού σας, αλλά φωτιά δεν θα βάλετε».  Αυτοί πήραν το μοσχάρι που τους έδωσε ο Ηλίας, το ετοίμασαν και προσεύχονταν στο όνομα του Βάαλ, από το πρωί ως το μεσημέ­ρι, «Βάαλ, άκουσε μας», φώναζαν, και χορο­πηδούσαν γύρω από το θυσιαστήριο που εί­χαν κατασκευάσει. Αλλά καμιά φωνή και κα­μιά απάντηση δεν ερχόταν.

Το μεσημέρι ο Ηλίας άρχισε να τους εμ­παίζει: «Φωνάξτε πιο δυνατά», τους έλεγε, «θεός είν’ αυτός! Μπορεί να είναι βυθισμένος σε σκέψεις μπορεί να είναι κάπου απα­σχολημένος ή να ταξιδεύει. Ίσως κοιμάται και πρέπει να ξυπνήσει!» Τότε εκείνοι φώ­ναζαν πιο δυνατά κι έκαναν χαρακιές στο σώμα τους, όπως συνήθιζαν, με ξίφη και με λόγχες, ώσπου το αίμα άρχισε να τρέχει πά­νω τους. Όταν πέρασε και το μεσημέρι, άρχισαν να προφητεύουν, μέχρι την ώρα της μεταμεσημβρινής αναίμακτης “θυσίας”. Αλλά καμιά φωνή ή απάντηση δεν ερχόταν, ούτε κάποιο σημάδι ότι είχαν εισακουστεί.

Τότε ο Ηλίας είπε στο λαό: «Πλησιάστε κι ελάτε κοντά μου». Κι όλος ο λαός πλησία­σε. Ο Ηλίας ξανάχτισε το “θυσιαστήριο” του Κυρίου, που είχε καταστραφεί. Βρήκε δώ­δεκα πέτρες, όσες ήταν οι φυλές των γιων του Ιακώβ, στον οποίο είχε πει ο Κύριος: «Ισραήλ θα είναι το όνομα σου». Με τις πέτρες έχτισε θυσιαστήριο στο όνομα του Κυρίου και έκανε γύρω από αυτό αυλάκι που να χωράει δύο *σέα σπόρου. Στοίβαξε τα ξύλα, κομμάτιασε το μοσχάρι και το τοποθέ­τησε πάνω στα ξύλα.  «Γεμίστε», είπε, «τέσσερις κάδους νερό και χύστε το πάνω στο ολοκαύτωμα και στα ξύλα». Μετά είπε: «Κάντε το ίδιο για δεύτερη φορά». Και το ε­πανέλαβαν. Και τους είπε πάλι: «Κάντε το και για τρίτη φορά». Κι έκαναν το ίδιο για τρίτη φορά. Έτσι έτρεξε το νερό γύρω από το θυσιαστήριο, και γέμισε ακόμα και το αυλάκι.

Την ώρα, λοιπόν, της προσφοράς της α­ναίμακτης θυσίας, ο Ηλίας ο προφήτης πλη­σίασε στο θυσιαστήριο και είπε: «Κύριε, θεέ του *Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ας μάθουν όλοι σήμερα ότι εσύ είσαι θεός στον Ισραήλ κι εγώ δούλος σου, και ότι εγώ έκα­να όλα αυτά τα πράγματα σύμφωνα με το λό­γο σου.  Απάντησε μου, Κύριε, απάντησε μου, ώστε να μάθει ο λαός αυτός ότι εσύ εί­σαι ο Κύριος, ο θεός, και ότι εσύ θα ξανα­φέρεις την καρδιά τους κοντά σου».

Τότε έπεσε η φωτιά του Κυρίου και έκα­ψε εντελώς το ολοκαύτωμα και τα ξύλα, τις πέτρες και το χώμα, κι έγλειψε ως και το νερό του αυλακιού. Όταν το είδαν αυτό, έσκυψαν όλος ο λαός το κεφάλι τους και είπαν: «Ο Κύριος, αυτός είναι ο θεός ο Κύ­ριος, αυτός είναι ο θεός!» Τότε ο Ηλίας ιούς είπε: «Πιάστε τους προφήτες του Βάαλ να μη σας ξεφύγει κανείς». Τους συνέ­λαβαν, κι ο Ηλίας τους κατέβασε στο χεί­μαρρο Κισών κι εκεί τους έσφαξε.

Το τέλος της ξηρασίας

Ύστερα είπε ο Ηλίας στον Αχαάβ: «Πή­γαινε τώρα να φας και να πιεις, γιατί ακούω κιόλας τον ήχο από το θόρυβο της βροχής». Ο Αχαάβ πήγε να φάει και να πιει. Ο Ηλίας ανέβηκε στην κορυφή του Κάρμηλου, έσκυ­ψε στη γη κι έβαλε το πρόσωπο του ανάμεσα στα γόνατα του, και είπε στον υπηρέτη του: «Ανέβα και κοίταξε το δρόμο προς τη θάλασσα».

Ο υπηρέτης ανέβηκε και κοίταξε και του είπε: «Δεν φαίνεται τίποτα». Ο Ηλίας του εί­πε να κάνει το ίδιο εφτά φορές. Την έβδο­μη φορά ο υπηρέτης είπε: «Βλέπω ένα μι­κρό σύννεφο, σαν ανθρώπινη παλάμη, που ανεβαίνει από τη θάλασσα».

Τότε ο Ηλίας είπε: «Πήγαινε να πεις στον Αχαάβ: Ζέψε τ’ άλογα και κατέβα για να μη σ’ εμποδίσει η βροχή». Σε λίγο τα σύννε­φα σκοτείνιασαν τον ουρανό και ξέσπασε θύελλα και δυνατή βροχή. Ο Αχαάβ ανέβηκε στην άμαξα κι έφυγε για την Ιζρεέλ.  Ηλίας έσφιξε το ρούχο του στους γοφούς ίου και, με τη δύναμη του Κυρίου, έτρεξε πριν από την άμαξα του Αχαάβ κι έφτασε στην είσοδο της Ιζρεέλ.

Όταν ο Αχαάβ πήγε πίσω και διηγήθηκε στη γυναίκα του Ιεζάβελ όλα όσα έκανε ο Ηλίας, η Ιεζάβελ θύμωσε και έστειλε μήνυμα στον Ηλία για να του πει πως θα τον εκδικηθεί και θα τον σκοτώσει (Γ’ Βασιλέων 19,1-2). Τότε ο Ηλίας έφυγε και πήγε στη Βηρσαβεέ σε μια έρημο και έμεινε κάτω από μια άρκευθο. Εκεί ο Θεός τον παρηγόρησε, ενώ άγγελος του έφερνε καθημερινά τροφή. Μετά από περίοδο σαράντα ημερών, έφθασε στο όρος του Θεού Χωρήβ (Γ’ Βασιλέων 19,9-21), εκεί όπου ο Μωυσής παρέλαβε το Νόμο από το Θεό. Στο όρος Χωρήβ ο Ηλίας έζησε μια μοναδική εμπειρία καθώς δυνατός άνεμος σηκώθηκε, έγινε σεισμός και έπεσε φωτιά και έπειτα άκουσε τον ήχο λεπτού αέρα που ήταν η φωνή του Θεού. Ο Θεός τον πρόσταξε να χρίσει τον Αζαήλ βασιλιά της Συρίας, τον Ιηού βασιλιά του Ισραήλ και τον Ελισσαιέ (Ελισσαίο) διάδοχό του προφήτη. Επίσης τον πληροφόρησε ότι ανάμεσα στο λαό που λάτρευε το Βάαλ, υπήρχαν και 7.000 που δεν τον λάτρευαν. Κατόπιν ο Ηλίας συνάντησε τον Ελισσαίο, ο οποίος πήγε μαζί του και τον υπηρετούσε (Γ’ Βασιλέων 19,19-21).

Όταν η σύζυγος του Αχαάβ Ιεζάβελ άρπαξε το αμπέλι του Ναβουθαί για να το δώσει στο σύζυγό της και δολοφόνησε το Ναβουθαί, ο Ηλίας ανήγγειλε στον Αχαάβ ότι “στον τόπο που τα σκυλιά έγλυφαν το αίμα του Ναβουθαί, εκεί θα γλύψουν και το δικό του” (Γ’ Βασιλέων 21,1-24). Ο Αχαάβ μετάνιωσε και ο Ηλίας του είπε πως επειδή ταπεινώθηκε η τιμωρία δεν θα ερχόταν πάνω του αλλά στους απογόνους του (Γ’ Βασιλέων 21,25-29). Αργότερα προφήτευσε το θάνατο του γιου του Αχαάβ, Οχοζία (Δ’ Βασιλέων 1,1-18).

Η ανάληψη του προφήτη Ηλία

Επί βασιλείας του διαδόχου του Οχοζία Ιωράμ, ο Ηλίας αρπάχτηκε με ανεμοστρόβιλο πάνω σε πύρινη άμαξα, στους ουρανούς (Δ’ Βασιλέων 2,11). Ενώ ο Ελισσαίος έβλεπε τη σκηνή έσκισε τα ρούχα του ενώ η γούνα του Ηλία έπεσε πάνω του. Έτσι ο Ελισσαίος χρίστηκε προφήτης.

Ο Προφήτης άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη. Προείπε για την έλευση του Χριστού στην γη 816 χρόνια πριν. Ήταν τόσο μεγάλη η πίστη του, που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό κάνοντας τους Ισραηλίτες με μια φωνή να πουν: “ἀληθῶς Κύριος ὁ Θεός, αὐτὸς ὁ Θεός”, δηλαδή, Αληθινά! Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, αυτός είναι ο μόνος πραγματικός και αληθινός Θεός (Γ’ Βασιλέων 18,39). Επίσης, σταμάτησε την βροχή και ανάστησε νεκρούς, όπως το νεκρό γιο της Σεραφθίας χήρας. Με την φωτιά μάλιστα έκαψε τους εκατό στρατιώτες που είχε στείλει ο βασιλιάς Οχοζίας για να τον συλλάβουν. Στο όρος Χωρήβ είδε τον ίδιο τον Θεό, όσο είναι δυνατό, βέβαια, να Τον δει άνθρωπος, διέσχισε τον Ιορδάνη με την μυλωτή του και τέλος ανελήφθη με άρμα πυρός στον ουρανό.

Η προφητεία του Ηλία για την τιμωρία της Ιεζάβελ εκπληρώθηκε (Δ’ Βασιλέων 9,36), όπως εκπληρώθηκε και κατά των απογόνων του Αχαάβ (Δ’ Βασιλέων 10,10-17). Το μοναδικό έγγραφο μήνυμα του Ηλία είναι η επιστολή που έστειλε προς τον Ιωράμ (Β’ Παραλειπομένων 21,12-15).

Σε προφητεία του Μαλαχία (4,5-6) ο Θεός υπόσχεται ότι θα στείλει τον Ηλία τον προφήτη, πριν έρθει η μέρα του Κυρίου. Η αναμονή της υπόσχεσης αναφέρεται συχνά στην Καινή Διαθήκη, από τον Ιωάννη το Βαπτιστή (Ματθαίος 11,14 και 17,10-13, Μάρκος 9,13, Λουκάς 1,17, Ιωάννης 1,21-25) και τον Ιησού (Ματθαίος 16,13-14, Μάρκος 6,15 και 8,28, Λουκάς 9,8-19). Ο Ηλίας εμφανίστηκε στο όρος της Μεταμορφώσεως μαζί με τον Ιησού και το Μωυσή (Ματθαίος 17,3-4, Μάρκος 9,4-5, Λουκάς 9,30-33).

Ο Ηλίας ήταν ένας μεγάλος προφήτης με πλήρη εμπιστοσύνη στο Θεό, και άνθρωπος προσευχής όπως αναφέρει και ο Ιάκωβος στην επιστολή του (5,17-18). Ο Ηλίας όπως και ο Ενώχ ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι οι οποίοι αναλήφθηκαν στον ουρανό χωρίς να έχουν πεθάνει. Η Ορθόδοξη εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 20 Ιουλίου.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

1) Το πιθάρι με το αλεύρι και το δοχείο με το λάδι της χήρας δε λιγοστεύει (Γ’ Βασιλέων 17,16)

2) Ανάσταση του γιου της χήρας (Γ’ Βασιλέων 17,17-24)

3) Η φωτιά στο όρος Κάρμηλο (Γ’ Βασιλέων 18,16-40)

4) Εκατό άντρες καίγονται από τη φωτιά (Δ’ Βασιλέων 1,10-13)

5) Χωρίζει τον ποταμό Ιορδάνη (Δ’ Βασιλέων 2,8)

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

1) Τριετής ξηρασία (Γ’ Βασιλέων 17,1)

2) Καταδίκη του βασιλιά Αχαάβ (Γ’ Βασιλέων 21,17-24)

3) Θάνατος του Οχοζία (Δ’ Βασιλέων 1,4-16)