«Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. 18, 8), [Αδαμαντίου Τσακίρογλου].

Οἱ Οἰκουμενιστὲς διαστρέφοντας τὴν πίστη, ὁμοιάζουν μὲ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «καθὼς δὲν ἔκριναν καλὸν καὶ δὲν θέλησαν νὰ κατέχουν τὴν ἀληθῆ καὶ σοφῆ γνώση περὶ τοῦ Θεοῦ, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν καὶ ὑποδουλωθοῦν εἰς νοῦν ἀνίκανον νὰ διακρίνη τὸ ὀρθόν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ἀπρεπῆ καὶ ἐπαίσχυντα. Καὶ ἔτσι γέμισαν καὶ διεποτίσθησαν, κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, ἀπὸ κάθε ἀδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν· ἐγέμισαν ἀπὸ φθόνον, φόνον, φιλόνικη διάθεση, δολιότητα καὶ κάθε κακοήθειαν. Ἔγιναν κρυφοὶ κατήγοροι σιγοψιθυρίζοντες μεταξύ των εἰς βάρος τῶν ἄλλων, θρασεῖς συκοφάντες τῶν ἀπόντων, γεμάτοι μῖσος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὑβριστές, φαντασμένοι καὶ κομπαστές, ἐπιδειξιομανεῖς, ἐπινοητὲς κακῶν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ἀσεβεῖς καὶ ἀνυπάκοοι ἀπέναντι τῶν γονέων·  ἄνθρωποι χωρὶς σύνεση, ποὺ χωρὶς ντροπὴ καταπατοῦν τὸν λόγον τους καὶ τὶς συμφωνίες ποὺ ἔχουν κάνει, ἄστοργοι ἀπέναντι τῶν οἰκείων τους, ἀδιάλλακτοι καὶ μνησίκακοι, σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι στὴν ξένη δυστυχία. Αὐτοί, μολονότι γνώρισαν καλὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὅσοι διαπράττουν τέτοια πονηρὰ ἔργα εἶναι ἄξιοι θανάτου (σημ. ψυχικοῦ), ὄχι μόνον πράττουν αὐτά, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχικὴ πώρωση καὶ κακότητα ἐπιδοκιμάζουν μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ καὶ ἐκείνους ποὺ τὰ πράττουν» (Ρωμ. 1, 28-32).

Δημιούργησαν ἕνα «νέο σύμβολο τῆς πίστεως» καταργώντας τὸ ἕνα Σύμβολο τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Δημιούργησαν «νέους Κανόνες», καταργώντας τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντάς τους «τείχη τοῦ αἴσχους» .

Δημιούργησαν «νέου τύπου Ἁγίους», ὅπως ὁ Φραγκίσκος τῆς Ἀσίζης, καταργώντας τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχέκακου ὄφεως».

Δημιούργησαν μία «νέα Ἐκκλησιολογία» (Π.Σ.Ε.) καταργώντας τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Δημιούργησαν μία «νέα θεολογία» (μεταπατερική, βαπτισματική, περὶ διηρημένης Ἐκκλησίας, περὶ πρωτείου, ἐπισκοποκρατία κλπ.), καταργώντας τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων.

Δημιούργησαν μία «νέα εὐσέβεια» (γεροντισμός, ἐκκοσμίκευση, νεοσχολαστικισμός, ὀνοματοκρυπτισμός, κλπ.) καταργώντας τὸ ὀρθόδοξο ἦθος.

Δημιούργησαν ἕναν «νέο Ἐπίσκοπο-Δεσπότη», καταργώντας τὸν Ἐπίσκοπο-Ποιμένα.

Δημιούργησαν ἕνα «νέο συνοδικὸ σύστημα» τῆς ψήφου μόνο τῶν προκαθημένων, τῶν αἱρετικῶν παρατηρητῶν, τῶν μπράβων, τῶν συναυλιῶν, τῶν ἐκλεκτῶν ἐδεσμάτων (Κολυμπάρι), καταργώντας τὸν ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων.

Δημιούργησαν τὶς συζητήσεις τῶν συνεδρίων, τῶν σαλονιῶν καὶ τοῦ ἐκλεκτισμοῦ καταργώντας τὸ κήρυγμα, τὴν κατήχηση καὶ τὸν σεβασμὸ ἀκόμα καὶ στὸν μικρότερο τοῦ ποιμνίου.

Ἐμεῖς καλούμαστε νὰ διαλέξουμε: θὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε ἢ θὰ ἀκολουθήσουμε μιμούμενοι τὸν Παῦλο, ποὺ μᾶς προειδοποίησε καὶ μᾶς δίδαξε: «ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονταισὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον…»; Ἂν ἀκολουθήσουμε τὸν Παῦλο, ἴσως κάποτε νὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ «τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα» (Β Τιμ. 4, 3-7).

ΠΗΓΗ: Πενταπόσταγμα