ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ

   «Οσιώτατε εν ιερομονάχοις και καθηγούμενε της εν τω Αγίω Όρει σεβασμίας και ιεράς μονής του Βατοπεδίου, δέομαι του Θεού υγιαίνειν την μεγάλην αγιωσύνην σου και σωματικώς εις καταρτισμόν μεν και στήριγμα και ωφέλειαν των υπό σοι ποιμαινομένων ψυχών, ευφροσύνην δε και χαράν ημετέραν. Ζώμεν και ημείς άχρι του νυν ελέει Θεού διά των σων αγίων ευχών.

     Εγώ την προς υμάς οδόν ερχόμενος, ως εις αυτόν τον ουρανόν ανερχόμενος διεκείμην, ανθρώποις την αγγελικήν εν σώματι διαγωγήν ζηλούσα εντεύξεσθαι προσδοκών, ανθρώποις την υπερκόσμιον εν τω κόσμω φιλοσοφίαν επιδεικνυμένοις, ανθρώποις τας υψώσεις του Θεού σιηνεκώς εν τοις στόμασι φέρουσι και τας διστόμους ρομφαίας της θεωρίας και πράξεως εν ταις πρακτικαίς χερσί κατά των παθών επιφερομένοις. Αλλ’ ο πεσών εξ ουρανού Εωσφόρος και ημίν αεί φθονών της εκείσε πορείας ενέκοψεν ημάς. και θαυμαστόν ουδέν, ει ημάς ενέκοψε τους αχρείους και μηδέν αγαθόν έχοντας, όπου γε τον μακάριον Παύλον, τον της οικουμένης ήλιον, τούτο πεποίηκε. Πολλάκις γαρ φησί προεθέμην ελθείν προς υμάς και άπαξ και δις, και ενέκοψεν ημάς ο Σατανάς1. Ει ουν εκείνον ενεκοψε, στερκτέον αν είη και ημίν το τω Θεώ συγχωρούμενον, πλην αλλ’ έτι ταις ελπίσιν υμάς φανταζόμεθα, και θαρρούμεν ταις υμετέραις ευχαίς ίσως όψεσθαι τα ποθινά υμών και τίμια πρόσωπα, τάχα δε και μεθ’ υμών οικήσειν τον άπαντα χρόνον, αν η τω Θεώ τούτο δοκούν. Ει δ’ άλλο τι συμβαίη παρά την ημετέραν γνώμην, ευχαριστείν άξιον και υπέρ τούτου Θεώ. και γαρ ούπω μέχρις αίματος αντικατέστημεν προς την αμαρτίαν ανταγωνιζόμενοι. Πολλήν δε παράκλησιν εύρομεν παρά των ενταύθα ευρεθέντων αδελφών υμών, του τε τιμιωτάτου εκκλησιάρχου και του μεγάλου οικονόμου και των λοιπών, ους ως εμψύχους εικόνας είδομεν της ημετέρας αγάπης και ευλαβείας. εξένισαν γαρ πολλάκις ημάς και ανέπαυσαν και παρεμυθήσαντο. Δοίη αυτοίς ο Κύριος τους αξίους μισθούς του κόπου και της αγάπης αυτών.

            Παρακαλώ δε υμάς διά του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντοτε και μη η εν υμίν σχίσματα2, ίνα την αληθινήν και πατροπαράδοτον πίστιν ημών ως καλήν παρακαταθήκην ασφαλώς φυλάττητε, μηδέν προστιθέντες, μηδέν αφαιρούντες, ουδέ γαρ ελλιπή την πίστιν είχομεν άχρι του νυν, ουδέ συνόδου και όρου προς το μαθείν τι καινότερον εδεόμεθα οι των οικουμενικών συνόδων και εν ταύταις και μεταξύ τούτων διαλαμψάντων πατέρων υιοί τε και μαθηταί. Τούτό εστι το καύχημα ημών, η πίστις ημών, η καλή κληρονομία των πατέρων ημών. Μετά ταύτης Θεώ παραστήναι ελπίζομεν και των ημαρτημένων λαβείν την άφεσιν’ ταύτης δε άνευ ουκ οίδα ποία δικαιοσύνη της αιωνίου κολάσεως ημάς λυτρώσεται. Ταύτης ο πειρώμενος εκβαλλείν ημάς και καινοτέραν επεισάγειν ετέραν, καν άγγελος εξ ουρανού υπάρχη3, ανάθεμα έστω’ πάσης εκβαλλέσθω μνήμης και θείας και ανθρωπίνης. Ουδείς κυριεύει της ημών πίστεως, ου βασιλεύς, ουκ αρχιερεύς, ου ψευδής σύνοδος, ουκ άλλος ουδείς, ότι μη Θεός μόνον, ο ταύτην ημίν παραδούς δι’ εαυτού και των αυτού μαθητών. Παρακαλώ υμάς, φησίν ο θείος Απόστολος4, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν, ήν υμείς εμάθετε, ποιούντας, και εκκλίνατε απ’ αυτών’ οι γαρ τοιούτοι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ ου δουλεύουσιν, αλλά τη εαυτών κοιλία, και διά της χρηστολογίας και ευλογίας εξαπατώσι τας καρδίας των ακάκων. Ο μέντοι στερρός θεμέλιος της πίστεως έστηκεν έχων την κρηπίδα ταύτην.

            Φεύγετε ουν, αδελφοί, τους της λατινικής καινοτομίας εισηγητάς και βεβαιωτάς, και τη αγάπη προς αλλήλους συνδεδεμένοι έν σώμα και έν πνεύμα, σύμψυχοι, το έν φρονούντες5, συνάγεσθε προς την μίαν ημών κεφαλήν, τον Χριστόν’ ουδέ γαρ δίκαιον αύθις δι’ υπονοίας ψυχράς ερίζειν προς τους αδελφούς αμέτρως και ζήλον επιδείκνυσθαι τον μη κατ’ επίγνωσιν6, ίνα μη φανώμεν προφάσει της πίστεως το ταραχώδες ημών και μάχιμον εκπληρούντες’ ουδένα γαρ η ορθή πίστις ωφελήσει χωρίς της προς τους αδελφούς αγάπης. Αλλά και ταύτην κακείνην έχετε και διηνεκώς έξετε, πατέρες και αδελφοί σεβάσμιοι, καν εγώ διά το της αγάπης χρέος ολίγα υμάς υπέμνησα, και μετά τούτων παραστήσεσθε τω Δεσπότη, λάμποντες ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός υμών. Εύχεσθε και υπέρ εμού κατά το θέλημα του Θεού το λοιπόν της ζωής μου διενεγκείν, ίνα δυνηθώ, την καλήν ομολογίαν φυλάξας ακίνητον μέχρι τέλους, εν τη των ευαρεστησάντων Θεώ μερίδι χώραν τινά την εσχάτην ευρείν.

            Τοις αγίοις μου πατράσι και αδελφοίς πάσι καθ’ ένα ποιώ μετάνοιαν’ πρό πάντων δε εξαιρέτως τω οσιωτάτω προηγουμένω και πνευματικώ πατρί κυρώ Γενναδίω, όν και ιδίως αξιώ της εμής ασθενείας εν ταις αγίαις αυτού προς Θεόν δεήσεσιν υπερεύχεσθαι. Αι άγιαι υμών ευχαί είησαν μετ’ εμού.»

+ Ο Εφέσου Μάρκος.

  1. Α’ Θεσ/νικείς β’ 18.
  2. Α’ Κορ. α’ 10.
  3. Γαλ. α’ 8.
  4. Ρωμ. ιστ’ 17-18.
  5. Φιλιπ. β’ 2.
  6. Ρωμ. ι’ 2.