Η αναίρεση του χρόνου (Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, ιεροκήρυκος, δρ. Θεολογίας)

Ο Τριαδικός Θεός με την Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του θεού Πατρός –«ο Λόγος σάρξ εγένετο  και εσκήνωσεν εν ημίν»1 – παρεμβαίνει στον χρόνο, για να λυτρώσει το πλάσμα Του, τον άνθρωπο, από την δουλεία της χρονικότητος, του «πριν»  και του  «μετά».

ΟΑποτέλεσμα εικόνας για αρχιμανδρίτης κύριλλος κωστόπουλος άνθρωπος πλέον, μετά την Σάρκωση του Θεού Λόγου μπορεί να υπερβαίνει την φθορά και τον θάνατο και να κοινωνεί με τον Δημιουργό του Θεό, λαμβάνοντας και πάλι την δυνατότητα της λυτρώσεως και σωτηρίας. Ο Απόστολος των εθνών Παύλος γράφει στον Τιμόθεο ότι ο Θεάνθρωπος Κύριος είναι ο «μόνος έχων αθανασίαν»2.

Ωστόσο, δίχως τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο, δίχως προσωπική σχέση με Αυτόν και αναφορά προς Αυτόν, ο άνθρωπος μεταβάλλεται σε μέτρο χρόνου, σε μία καθημερινή μετρήσιμη διαδικασία που το τέλος της είναι η φθορά και ο θάνατος. Τελικά, χωρίς την αναφορά στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ο άνθρωπος γίνεται μία χρονική μονάδα παραγωγής και κατανάλωσης, ετήσιο εισόδημα, ετήσιες δαπάνες, συντάξιμα χρόνια και τελικά δύο ημερομηνίες: γέννηση και θάνατος.

Η Ενανθρώπηση αναιρεί τον χρόνο, γιατί δίδει στον άνθρωπο και πάλι την δυνατότητα απαλλαγής από την χρονική δουλικότητα και εισδοχής στην αιωνιότητα. Αναφερόμενοι στην αιωνιότητα δεν εννοούμε την ατελείωτη προέκταση της χρονικότητος, αλλά το αιώνιο παρόν στης προσωπικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεάνθρωπο. «Ο Υιός εστίν αυτοαθανασία»3, λέγει  ο ιερός Χρυσόστομος. Εννοούμε ακόμη τον τρόπο υπάρξεως που αποκαθιστά τον άνθρωπο στην πληρότητα της οντολογικής αληθείας, στην κοινωνία με την Αυτοαλήθεια, τον Θεάνθρωπο Κύριο. Έτσι ο άνθρωπος εισέρχεται στον αφθαρτοποιημένο χρόνο της προσωπικής κοινωνίας με τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού Πατρός και μέσω αυτής της κοινωνίας στην αγαπητική συνάντηση με τον συνάνθρωπο.

Ο χρόνος μπορεί να κατανοηθεί ως νόηση και εμπειρία, αλλά και ως αίσθηση του «τώρα». Χαρακτηριστική είναι η άποψη το Μ. Βασιλείου, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο χρόνος είναι κάτι, του οποίου το μεν παρελθόν εξαφανίζεται, το δε μέλλον είναι άγνωστο, ενώ το παρόν, πριν καλά καλά γίνη αντιληπτό, διαφεύγει αμέσως από τα χέρια της αισθήσεως: «Ή ουχί τοιούτος ο χρόνος, ου το μεν παρελθόν ηφανίσθη, το δε μέλλον ούπω πάρεστι, το δε παρόν πρίν γνωσθήναι διαδιδράσκει την αίσθησιν;»4. Άρα, αν προσπαθήσει ο άνθρωπος να αποκαθάρει τον χρόνο από το περιεχόμενο του «πριν» και από την δέσμευση του «μετά», είναι δυνατόν να συλλάβει το «τώρα» ως γεγονός αιωνιότητος σε κοινωνία με τον Θεάνθρωπο Κύριο.

Αυτό, όμως, μπορεί να κατορθωθεί μόνο μέσω της αληθινής και οντολογικής μετανοίας, μέσω της αλλαγής πορείας ζωής. Άλλωστε, αυτό σημαίνει μετάνοια: αλλαγή πορείας ζωής. Μετάνοια σημαίνει επίσης, αποδοχή του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και πορεία προς τη Αυτοαλήθεια που είναι Αυτός ο Ενανθρωπήσας Λόγος, Αυτός που απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την δουλεία του χρόνου – «εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώση, όντως ελεύθεροι έσεσθε»– και τον οδήγησε στην δυνατότητα να μπορεί να εισέρχεται στην αιωνιότητα όχι ως μελλοντική μετά θάνατον πορεία, αλλά ως κοινωνία με τον Ίδιο.

Ο Θεός Λόγος, όπως προαναφέραμε, παρενέβη στον χρόνο για να ελευθερώση το δημιούργημά Του από τα δεσμά του χρόνου. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή πραγματώνεται μέσα από μια προσωπική επιλογή και δυνατότητα, μία δυναμική, θα λέγαμε, κατάφαση στην  Αυτοαλήθεια.

Για τον λόγο αυτό η Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου παραμένει πάντοτε «μυστήριον ξένον και παράδοξον»6 . Και τούτο γιατί χωρίς την προσωπική σχέση με τον Θεάνθρωπο Κύριο μέσω της πίστεως και της μετανοίας, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αντικείμενο του χρόνου, προσδιοριζόμενο απόλυτα από τον χρόνο.

Η βίωση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από τον άνθρωπο αναιρεί τον χρόνο και τον εισάγει στο αιώνιο Θεανθρώπινο παρόν της αγαπητικής κοινωνίας ανθρώπου και Θεανθρώπου.

=====================================================================

  1. Ιωαν. 4,14
  2. Α΄Τιμ. 6,16
  3. Ιερ. Χρυσ. PG 62,597
  4. M.Βασ.   PG 29,13b
  5. Ιωαν. 8,36
  6. Ιερ. Χρυσ. PG 56,385