Τα πρόσκαιρα και τα αιώνια (Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης)

Αποσπάσματα από το Βιβλίο του   ”Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο”

Άφησε λοιπόν, αδελφέ μου, αυτή την ματαιότητα. Θυμίσου ότι κατά τον Απόστολο: ”Παρέρχεται η μορφή αυτού του κόσμου και αυτοί που ασχολούνται με τον κόσμο αυτό είναι σαν να μην ασχολούνται” (Α´Κορ. 7,31). Και ότι όλα όσα βλέπουμε είναι πρόσκαιρα και όσα δεν imageβλέπουμε είναι αιώνια. Γιατί έρχεται ο θάνατος, θάνατος άδηλος. Και μετά τον θάνατο έρχεται η κρίση, κρίση απόλυτη και μετά την κρίση η κόλαση, κόλαση, ατελείωτη. Και όταν έρθει ο θάνατος, τότε παρέρχεται και η νεότητα, παρέρχεται και η ματαιότητα, παρέρχεται και η πολυτέλεια των ενδυμάτων και όλα τα τερπνά αυτού του αιώνα εξαφανίζονται με το τέλος του καθενός.

Πού είναι οι προκάτοχοί σου; Πού είναι οι προκάτοχοι αυτών; δεν είχαν και αυτοί ίδιες φαντασίες και έπειτα αφού περιέπαιξαν αυτή την μικρή σκηνή του βίου και αυτή τη μάταιη δόξα, τώρα και αυτοί, αφού εμπαίχθηκαν από αυτή, είναι ήδη χώμα και λεπτή σκόνη και γη λησμονημένη, σύμφωνα με τον Δαβίδ. Τι λοιπόν; Δεν θα τους ακολουθήσεις μετά από λίγο και εσύ; Αφού θα πορευθείς την ίδια οδό, δεν θα καταλήξεις στο καταγώγιο του τάφου;

”Γιατί η οδός είναι αυτός ο βίος”, σύμφωνα με τον Δαβίδ και τον Μέγα Βασίλειο, δια την επίσπευση προς το τέλος του καθενός από αυτούς που έχουν γεννηθεί. Και άκουσε αυτόν που λέγει ”Όπως αυτοί που κοιμούνται μέσα στα πλοία, αυτόματα οδηγούνται από τον άνεμο στα λιμάνια και αν ακόμη αυτοί δεν το καταλαβαίνουν, ο δρόμος όμως τους οδηγεί προς το τέλος, έτσι και εμείς, ενώ ο χρόνος της ζωής μας παρέρχεται με κάποια κίνηση συνεχή και ασταμάτητη, κατευθυνόμαστε ο κάθε ένας προς το δικό του τέλος με το ανεπαίσθητο προσπέρασμα της ζωής μας…

Κάποιον δρόμο λοιπόν τρέχουμε όλοι οι άνθρωποι και βιαζόμαστε να φθάσουμε ο κάθε ένας στο δικό του τέλος. Γι´αυτό και βρισκόμαστε ‘εν οδώ”… Στους οδοιπόρους μόλις ο πρώτος αφήση το ίχνος του πατήματος, αμέσως πατάει ο δεύτερος και έπειτα ο επόμενος.

Σκέψου μήπως και οι περιστάσεις της ζωής μας είναι παρόμοιες. Σήμερα εσύ καλλιεργείς την γη και αύριο άλλος. Άρα λοιπόν δεν είναι η ζωή μας δρόμος εφόσον κάθε φορά άλλον δέχεται και όλους τους έχει να ακολουθούν ο ένας τον άλλον; (Μ. Βασίλειος)…

Τι άλλο είναι ο χρυσός, το ασήμι και οι πολύτιμοι λίθοι (όπως είπε κάποιος ηθικός), παρά λαμπερά κατακάθια της γης, τα οποία κλεισμένα και φυλαγμένα στα θησαυροφυλάκια, κρατούν εκεί και την καρδιά εκείνου που τα φύλαξε, και κυριεύουν εκείνον που τα κυριεύει; Τι άλλο είναι οι περίφημοι έπαινοι και τα εγκώμια, παρά αναθυμιάσεις καπνού, οι οποίες βγαίνουν από το στόμα του λαού και διαλύονται στον αέρα, -και είναι αναμεμιγμένοι με τις κατηγορίες του φθόνου; …

Τι άλλο είναι η ζωή, παρά μια ροή αλληλοδιαδεχόμενων στιγμών, από τις οποίες η μία γεννιέται από το θάνατο της άλλης και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να πεθαίνει, όταν ακριβώς αρχίζει να ζει;

Τέλος, τι άλλο είναι το τόσο υπηρετούμενο σώμα, παρά μεταμορφωμένος πηλός και εξεταζόμενο νοσοκομείο που έχει περισσότερες ασθένειες από μέλη και νεύρα;

Και για να μιλήσω γενικά. Τι είναι όλα τα εξωτερικά και χρήσιμα και λεγόμενα τυχερά αγαθά, παρά μάταια περισσότερο παρά ωφέλημα και περισσότερο επιζήμια παρά τίμια και τα οποία είναι θεμελιωμένα μόνο στην υπόληψη;…..

Γι´ αυτό καλώς είπε ο θεολόγος Γρηγόριος:
-Μη θαυμάσεις τίποτα το οποίο δεν παραμένει,
-Μη παραβλέψεις ό,τι μένει.
-Μην αγκαλιάσεις σφικτά τίποτα, το οποίο διαρρέει όταν το κρατάς” (Λόγος εις την Κυριακή Προσευχή)…

Συλλογιζόμενος λοιπόν αυτά αδελφέ μου, ως φρόνιμος λέγε στον εαυτόν σου εκείνα τα λόγια του σοφού Ιωσήφ του Βρυέννιου:
…Ψυχή, που είσαι ξένη προς όλα αυτά, ψυχή που εξαγοράσθηκες με το Τίμιο Αίμα του άμωμου Αμνού, και άσπιλου Χριστού, ψυχή, υπέρ της οποίας έθεσε την δική του ψυχή ο καλός Ποιμένας σήκωσε τα μάτια σου στον Δημιουργό. Στάσου όρθια, Δες τον Λυτρωτή σου, έχε επίγνωση εκείνου που σε καθάρισε απο την αμαρτία. αγάπησε τον Σωτήρα, απέκτησε συνείδηση ακατηγόρητη…

Γιατί συντάσσεσαι με αυτά που δεν υπάρχουν; γιατί φοβάσαι για τα φθαρτά; γιατί χαίρεσαι με τα μάταια; γιατί ασχολείσαι με τα ρευστά; Γιατί σε συναρπάζουν οι φαντασίες, γιατί καμαρώνεις για όσα πρόκειται σύντομα να εγκαταλείψεις και των οποίων την θέα θα στερηθείς στους αιώνες.  Έως πότε θα σε εξαπατούν οι οφθαλμοί σου; τα θέλγητρα των ηδονών; οι άσκοπες φροντίδες; οι κακές έννοιες; και οι κούφιες δόξες; Ως πότε θα σε κρατούν μακρυά από την θεωρία του υπέρτατου των επιθυμητών;

Άχ! ασθμαίνω, αγωνιώ και στενοχωριέμαι, αδελφέ, ζητώντας να βρω επιχειρήματα για να σου δείξω πόσο μάταιος είναι ο καλλωπισμός των ενδυμάτων, διότι αγαπώ την σωτηρία σου όπως αγαπώ και την δική μου….